Δημήτρης Κανελλόπουλος, Η νύχτα του Αγιου Μάρκου

16194880_583937278475635_8130662394105381478_n

Τὴ νύχτα ἐκείνη ποὺ ἔπεσε τὸ κέρμα
στὴν ὁδὸ Ἁγίου Μάρκου
κι ἄλλαξε δρόμο μιὰ ζωή,
ὁ παμπόνηρος χωρικὸς Ἐμιλιάνο
εἶχε κατὰ κάποιον τρόπο εἰσχωρήσει
στὰ καθ’ ἠμᾶς ὡς ἄσμα ἡρωικό…
Τὸν ἔπαιζαν καὶ τὰ ραδιόφωνα…
Δὲν ἦταν ὅμως ἕνας ἥρως ἀνθυπολοχαγός!
Ὄχι! Ἕνας ἐστεμμένος ἀγρότης ἦταν
σ’ ἕναν λερὸ ἐμπορικὸ δρόμο,
ἐνῶ συμπτωματικῶς εὑρέθη
στὰ χείλη τοῦ μοσχόμαγκα
ἐκεῖνο τὸ χειμωνιάτικο βράδυ.
Ἔτσι περίπου ἄρχισε ἡ μύησις
ἐνῶ ἐγὼ ἐπάσχιζα,
νὰ φύγω ἀπ’ τὴν σπασμένη λάμπα,
τὴν ἔλλειψη μπανιέρας
καὶ τὸν ὀθωμανικὸ ἀπόπατο…

Αντάρτικο στο μικροαστισμό και την υποκρισία

ceb1cebdcf84ceb1cf81cf84ceb9cebacebf

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης

Δημήτρης Γκιούλος & Κωνσταντίνου Παπαπρίλη-Πανάτσας, Αντάρτικο
Ελευθεριακές Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016

Η αναρχική ποίηση από την εποχή του Τόλη Νικηφόρου και της Κατερίνας Γώγου, τους επιφανέστερους εκφραστές της, έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στις δεκαετίες και έχει κυλήσει αρκετό νερό στους χείμαρρους των πολιτικών μηνυμάτων και των συναισθημάτων. Αν και τα χαρακτηριστικά του πεζοδρομίου και των συγκρούσεων δεν έχουν εξαλειφθεί, καθώς αποτελούν εγγενή στοιχεία της αντιεξουσιαστικής προσέγγισης, εντούτοις αυτά σήμερα πια ενσωματώνονται σε ένα συναισθηματικό πρίσμα και το μαχητικό στοιχείο αποκτά και συμβολική διάσταση.

Σε ένα τέτοιο κλίμα σύγκρουσης, ειρωνείας και πολιτικής αντίδρασης εντάσσεται και η νέα ποιητική συλλογή των Δημήτρη Γκιούλου & Κωνσταντίνου Παπαπρίλη-Πανάτσα, «αντάρτικο2» (Κουρσάλ, 2016). Άλλωστε, όπως αναπροσδιορίζεται ο Γκιούλος αντί να γίνει αστροναύτης έμεινε να κυνηγά τις ουτοπίες του στη γη, ενώ ο Παπαπρίλης-Πανάτσας παρουσιάζεται ως κυνηγός παραμυθιών που τώρα πια τα γδέρνει.

Πρόκειται για μία ποιητική παρωδία που τόσο καίρια πληγώνει το φίλαυτο μικροαστισμό της ψευδούς ασφάλειας και σιγουριάς, καθώς εμπλέκεται με ήπιες υπερρεαλιστικές ροές που εκτοξεύονται από τα βάθη της αγανάκτησης για την εκούσια υποτέλεια. Η συνειρμική κίνηση σε συνδυασμό με την -αποφθεγματικού τύπου- στιχουργική λειτουργεί ως ηφαίστειο που βυθίζει κάθε ποιητική και ασφάλεια. Η δηκτική ειρωνεία της συλλογής πυρπολεί τις μικροαστικές αντιλήψεις για τα όνειρα και το κυνήγι της ζωής. Οι λέξεις σαν μολότοφ καίνε την υποκρισία με την οποία περιβάλλουμε τον εαυτό μας μέσα σε μία κοινωνία που βρωμίζει από τη σαπίλα. Μα τελικά εμείς οι ίδιοι είμαστε τα βακτήρια της κοινωνικής γάγγραινας, με όνειρα αόρατα που ζωγραφίσαμε στους τοίχους της φυλακής μας και τελικά ποτέ δεν κυνηγήσαμε (1).

Πλούσιες μεταφορές σε μία πρωτότυπη ήπια σουρεαλιστική εικαστική εκτοξεύουν το συναίσθημα και κεντρίζουν μία στοχαστική διάθεση. Η εικόνα και οι αισθήσεις μέσα στο σκηνικό περιβάλλον γίνονται σκέψεις και -ίσως- αυτοκριτική του κοινού. Αυτός ακριβώς είναι και ο επικίνδυνος για κάθε σύστημα ρόλος της τέχνης και της ποίησης. Μόλο που η επανάληψη αποτελεί πια μία ποιητική κοινοτοπία, τούτη διαθλάται στο αντιθετικό πρωτοπληθυντικό πρίσμα, υποτασσόμενη στο υπερρεαλιστικό αφηγηματικό χείμαρρο καθώς το ερωτικό συμπλέκεται με το επαναστατικό (4, 5). Τα προσφυγικά κύματα σκοντάφτουν στη λάσπη του ματωμένου ουρανού πλάι στο λανθάνον ερωτικό συναίσθημα των δημιουργών.

Με αβίαστο τρόπο μέσα στη συνειρμική ροή, η λαϊκή δημοτική παράδοση (6), η αρχαιοελληνική (7, 5) και τα παραμύθια (7) συμπλέκονται με τον έρωτα και την κοινωνική αναζήτηση.

Και είναι αναγκαίο να δούμε και τη σκηνική διάσταση των ποιητικών συνθέσεων. Όλα τα ποιήματα -δομημένα πάνω στο δεύτερο πρόσωπο- απευθύνονται σαν ποιητικές προκηρύξεις και σαν συνθήματα απευθείας στην καρδιά του ακροατή/αναγνώστη. Γιατί το δευτεροπρόσωπο αντικείμενο ως αποδέκτης είναι πάντα το ίδιο το κοινό, παρά τη διπολική κλητική επίκληση σε κάποιο αντικείμενο του έρωτα. Μα τούτο, ακριβώς, διαμορφώνει ένα πολυποίκιλο ποιητικό αντικείμενο με αλληγορικά ή ερωτικά και ειρωνικά χαρακτηριστικά.

Και τούτο εκφράζεται τόσο με τη γενικότητα του β΄ ενικού γραμματικού προσώπου όσο και με τις μόνο λογικές εναλλαγές των πρώτων προσώπων (το συλλογικό εμείς και το αυτοαναφορικό εγώ). Έτσι όμως δημιουργείται και μία μορφή διακειμενικού διαλόγου τόσο στο εσωτερικό των συνθέσεων όσο και σαν διαδραστική θεατρικότητα προς το κοινό. Και η σκηνικότητα αυτή επικουρείται συχνά από διαλογικά σημεία (7) ή ευθείες ερωτήσεις προς το ακροατήριο (1, 2).

Ποίηση γεμάτη οργή καίει τις αγανακτισμένες συνειδήσεις που πολεμούν με οδηγό την ουτοπία για να ανατρέψουν τις ήττες του παρόντος και του παρελθόντος (8) οιονεί αναρχοποιητικής προκήρυξης. Στον σουρεαλιστικό ιστό που στήνουν οι δύο ποιητές πάνω σε ένα πεζολογικό ύφος με συνδέσεις συνειρμικές, η φωτιά διατηρεί μέσα στην επαναστατικότητά της μία εσχατολογική διάσταση κάθαρσης και εξαγνισμού.

*Αναδημοσίευση από το https://tovivlio.net/Αντάρτικο-στο-μικροαστισμό-και-την-υπ/

4 ποιήματα | Δημήτριος Μουζάκης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

Μέσα στο στόμα του Χειμώνα

Μέσα στο στόμα του Χειμώνα
δίνω γλωσσόφιλο στο χιόνι.
Σαλεύουνε τα χώματα
οι νεκροί γλείφουν το λαιμό μου.
Βλάσφημος εκφέρω λόγια που
δεν τολμώ καν να σκεφτώ.
Κλαίνε όσοι μ’ αγαπούν
πλαντάζει η καρδιά τους, σπάζει.
Διώχνω τους πάντες από γύρω μου
μέσα μου λιποθυμά ένας φόβος.
Μόνο την ανάσα μου μπορώ
ν’ ακούσω πια.

View original post 171 more words

Ποίηση των ιθαγενών της Αυστραλίας

images

Τoby Wiuguru Pambardu, Έρημος ζωή

Στην άκρη του κρουνού υπάρχει μία γούρνα,
Στην άκρη του κρουνού ένας νεκρός ανασταίνεται.
Νωρίς την αυγή, με μεταλλική κλαγγή,
ο νεκρός περιπλανιέται στη σκιά του ανεμόμυλου.

Το έμβολο της αντλίας στριγγλίζει,
η ουρά περιστρέφεται, κλαγγάζει,
ρίχνει σκιές.

Τα σιδερένια σωθικά της αναδεύονται, γυρίζουν τον τροχό που αντλεί και βήχει.
Ποιος κάθεται στη στιλπνή καρδιά της, σπρώχνοντας το έμβολο στο χώμα;

***

Parraruru, Πώς φτιάχνω δόρατα

Έκοψα το ξύλο.
Το λέπτυνα,
και έφτιαξα μια ακίδα,
και ταίριαξα την ακίδα στο δόρυ.
Το λείανα.
Το ίσιωσα.
Το θέρμανα στις στάχτες.
Πήγα και πολέμησα.
Η αιχμή τον διαπέρασε.
Το τράβηξα πίσω
και μαζί του βγήκε λίγη σάρκα.
0 άντρας έπεσε.
Επειδή τον λόγχισα, κατουρήθηκε.
«Δεν μπορώ να σηκωθώ».
Επειδή τον λόγχισα, έμεινε κουτσός για πάντα.

***

Parraruru, Ξένος

Ένας άντρας έρχεται από μια άλλη χώρα και κουβαλά μαζί του ξενόφερτα μαγικά. Καλεί τους άνδρες μας στην έρημο. Καθόμαστε σε κύκλο. Ρίχνει τη μαγεία στο μέσο του κύκλου. Την ξετυλίγει και λέει:
«Αυτή είναι η μαγεία μου».
«Ποιον θες να σκοτώσεις;» ρωτάμε.
«Θέλω να σκοτώσω εκείνον τον άντρα».
Ένας από μας σηκώνεται.
«Όχι, μην τον σκοτώσεις. Τον συμπαθώ αυτόν τον άνθρωπο. Νομίζω πως πρέπει να ζήσει. Γιατί θες να τον σκοτώσεις; Τι σου έκανε;»
«Έστειλε μάγια εναντίον μου, τώρα θα στείλω και εγώ εναντίον του».
«Πού πήγε η μαγεία όταν την έστειλε;»
«Πήγε δυτικά, δυτικά προς στη χώρα μου».
«Δεν την είδαμε».
Περισσότεροι σηκωνόμαστε όρθιοι. «Δεν την είδαμε. Δεν έχουμε δει ποτέ μαγεία που να στάλθηκε δυτικά. Αυτός ο άντρας δεν σκότωσε κανέναν και τον συμπαθούμε. Είναι ένας ακίνδυνος και ήσυχος άνθρωπος. Απ’ όταν ξεκίνησε ο χρόνος ποτέ δεν είδαμε τη μαγεία σου στη γη μας. Αυτή η μαγεία είναι από μια άλλη χώρα, όχι από τη δική μας. Θέλουμε αυτός ο άντρας που κάθεται εδώ να παραμείνει ζωντανός. Μην του κάνεις τίποτα. Μην τον σκοτώσεις. Μην κάνεις τη μαγεία να μιλήσει. Μην κάνεις τη μαγεία να μπει στο στομάχι του. Η μαγεία σου θα μας καταστρέψει όλους. Δεν πρέπει να μιλήσει».
Αρπάζουμε τη μαγεία. Την τσακίζουμε και την καίμε.

***

Parraruru, Αλλαγή

Ένας ξένος ήρθε στη γη μας και έφαγε τον απαγορευμένο καρπό. Η γη μας έστειλε έναν ανεμοστρόβιλο, ξαφνικό, δυνατό που σήκωσε χαλίκια, πέτρες, ξερίζωσε δέντρα, τα στροβίλισε και τα έριξε στο νερό. Το φίδι των υδάτων οργίστηκε. Ο καταυλισμός μας ήταν απροστάτευτος από τη μαγεία.

Ο μάγος του λαού μας επέστρεψε από το κυνήγι. «Λόγχισε το φίδι, πετσόκοψέ το, σκότωσέ το», του είπαμε.

Ο άνεμος στροβίλισε την άμμο στον καταυλισμό, μας κάλυψε με πέτρες, και εκτόξευσε νερό στον αέρα. Ο μάγος εξαπέλυσε το μαγικό του κρύσταλλο στο νερό, και το νερό έπεσε στο έδαφος και γλίστρησε πίσω στον κρατήρα του. Αυτά είναι όλα όσα μπορώ να σας πω.

***

Slippery, Kunangu (1)

πόδια πετούν
“jirili!” σε κύκλο

η βροχή επιτίθεται
η βροχή και η αστραπή

βροχή πάνω τη ραγισμένη γη
τη ραγισμένη γη της Kanbanparna (2)
φυλάξου από τη ραγισμένη γη και τους ιστούς της κάμπιας

ένα δόρυ αστράφτει
το δόρυ του Θανγκάρα του Κένταυρου

η λασπερή χαράδρα εισπνέει
η καταιγίδα λάσπης στροβιλίζεται
ο λαός των Tharrgarri (3) βουλιάζει στη λάσπη

άνθρωποι αναδύονται, άνθρωποι βουλιάζουν
ο κύκλος των ανθρώπων αναδύεται, ο κύκλος των ανθρώπων βουλιάζει

τα μαύρα σύννεφα καταφτάνουν
τα βραδινά σύννεφα του θανάτου

1. kunangu: α) παραδοσιακή μορφή ποίησης β) κάλυμμα κεφαλής που φοριέται σε συγκεντρώσεις όπου τραγουδιούνται τα kunangu και άλλα είδη ποίησης.
2. Kanbanparna: περιοχή γνωστή και ως Abydos Station. Βρίσκεται στην «καρδιά» της γης των Yind-jibamdi και φιλοξενούσε καταυλισμούς Αβορίγινων μέχρις ότου αυτοί αναγκαστούν να μετοικίσουν στα αστικά κέντρα
3. Tharrgarri: αυτόχθονες της δυτικής Αυστραλίας που ζουν στην περιοχή της Mantharta.

***

Corbin Dale, Θανγκάρα

Πριν πολύ, πολύ καιρό ήρθε ο Θανγκάρα
από την Ανατολή,
επικίνδυνος, μισός άλογο, μισός άνθρωπος.
Στη χώρα περιπλανήθηκε τρώγοντας ανθρώπους.
Οι μάγοι μαζεύτηκαν
για να βρουν τον πιο σοφό ανάμεσά τους:
έριξαν
τα μαγικά κρύσταλλά τους σε ένα δέντρο.
Ένα μάγος άνοιξε το δέντρο,
σύρθηκε μέσα του,
και μετά ξαναβγήκε.
Ένας άλλος μάγος έριξε το κρύσταλλο στο δέντρο,
σύρθηκε μέσα του,
και μετά ξαναβγήκε.
Έξι μάγοι μπήκαν στο δέντρο-
οι πιο σοφοί μάγοι.
Και είπαν:
«Πήγαινε προς τη δύση μακριά από το τέρας».
Ο πιο σοφός μάγος έριξε
τα μαγικά κρύσταλλα για να δει τον Θανγκάρα.
Ήτανε κοντά.
Έριξαν
τα κρύσταλλα ξανά-
πού να βρίσκεται τώρα;
Πιο κοντά!
Ξανά:
Ακόμα πιο κοντά-
βρίσκεται πιο κοντά!
Κάθε μάγος έριξε
τα μαγικά κρύσταλλα στον Θανγκάρα
όσο συνετά
μπορούσε,
αλλά ο Θανγκάρα
καταβρόχθιζε άντρες και γυναίκες.
Τώρα τα νερά της βόρειας θάλασσας
άρχισαν να ανεβαίνουν, και οι μάγοι έριξαν
ένα μαγικό κρύσταλλο,
και ύστερα έριξαν ακόμα ένα,
το πιο δυνατό κρύσταλλο που είχαν.
Η θάλασσα ανέβηκε.
Ο Θανγκάρα όρμησε στους μάγους.
Έφτιαξε πύρινο τείχος μπροστά του,
ένα κινούμενο πύρινο τείχος
για να κάψει τους μάγους.
Αλλά οι φλόγες κατάπιαν τον Θανγκάρα
και η θάλασσα ανέβηκε και οι μάγοι τον έπνιξαν.
Έτσι πέθανε ο Θανγκάρα, επικίνδυνος, μισός άλογο, μισός άνθρωπος.

*Από το περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 3, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010.

r961552_10347664

Νατάσα Χατζηδάκι, Τέσσερα ποιήματα

16142357_10154057345695957_1232012604342078247_n

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΙΑΣ ΒΟΡΕΙΑΣ

Για τους μεγάλους τελικούς οί πένθιμοι
τραβούν μαζί τους ύμνοι την βραδιά μου πού πεθαίνει.
Μέσα στο στόμα του τα χείλη μου
άσπρα τα ρούχα
πού φορά και με φωτίζουν.
Μου δίνουν λίγη λάμψη
και την παίρνουν. Γκρίζα κουρέλια. Πολυελαίους του
μυαλού μου.
Το μαύρο αυτό τα κοφτερά του χείλη το διέσχισαν.
Χλόες των δέντρων οι απειλές πού τον φοβούνται.
Το λεπιδόπτερο, από ρεύμα ανατράπηκα, τα ζωτικά
φορτία σπάζουν
σπάζει
μεμβράνες οικειοτήτων με την άνοιξη
όμοια δεύτερα εναλλάξ με πρώτα.
Σατέν εσάρπα του αφήνω στις οπές.
Τρέχω ακατάπαυστα και κυματίζω.
Νούφαρα οι πολύποδες νερών
με ανεβαίνουν
κι εγκαθιστούν
με αιματωμένο ρύγχος οικισμούς.
Προς χάριν.

*Από την συλλογή «Δυσαρέσκεια», Πλέθρον 1984.

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΑΣΤΗ

Είσαι μία πόλη Σκυθική.
Σκαπάνες των Ασσυρίων μόλις ανασύρουν.
Ναυάγιο ανελκύεσαι.
Με τα εντόσθια πλήρη. Γλιστερά σκεύη. Δοχεία.
Θαλάσσιους οργανισμούς. Κήτη και ρόδακες.
Ένα αόρατο Σύμπαν σε συντήρησε.
Δεν είσαι ένας Ίκαρος πού πέφτει τώρα. Θα χρειαζόσουν
ένα Δαίδαλο επιεική — μία διαρκή διψομανία για τα ύψη.
Σκόντο μη χάους. Πριν από σένα, μια παγωνιού ουρά.
Διαλυμένη ουρά μετεωρίτη συλημένη.
Δροσερή σαμπάνια. Καυτερό φραπέ, πριν από σένα.
Έστω. Σε ακολουθούν.
Και ως ναυάγιο, ανελκύεσαι, υπάρχεις.
Εφεδρικότερος από σένα μόνον ο ‘Ήλιος.
Αυτή την νύχτα, το περισσότερο Αστέρι δραπετεύει.
Η πιο ψηλαφητή μονοτονία σε σάρκες υπαρκτές
θα καταφύγει.
Προς φτέρην.
Προς νήσον.
Να σείεσαι. Θαυμάζοντας τις χαράδρες.
Έντομα φύονται στα μαλλιά σου.
Φτύνουν το λίπος. Και φθίνουν

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Με ένα βηματισμό ηνίοχου έρχεσαι προς έμενα κάθε νύχτα.
Ό σκουριασμένος σου χιτώνας σε τραβά στο παρελθόν.
Κι εσύ απελπισμένα με το μαστίγιο σου μαστιγώνεις
δέσμες αδάμαστων ενιαυτών πού σε μαστίζουν.
Ξυπνάω έντρομη. Τινάζομαι.
Η σκοτεινή κρεβατοκάμαρα μου είναι πάμφωτη
πνιγμένη σε κισσούς και πράσινα αόριστα πού κυματίζουν.
Απάνω τους φωλιάζουν πεταλούδες-κύκλωπες, μουγκά
τριζόνια,
τεράστια σκιά χιτώνα πού ανεμίζει, άρματα χρυσαφιά
με άλογα πού αλυχτούν σαν τα σκυλιά,
φριχτές συνάξεις. Πλήθη στρατιωτών πού σε ακολούθησαν,
με δόρατα και ασπίδες ματωμένοι,
κοόρτεις
αλλά και τα βαριά, μαρμάρινα αγάλματα,
και τα βαριά, μαρμάρινα επιτύμβια και λήκυθοι
πού σε περιστοιχίζουν,
την σκοτεινή κρεβατοκάμαρα μου διασχίζουν.

***

ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΕ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΡΟΣΣΕΤΤΙ

Αρέσουν αυτές οι σποραδικές ανακατατάξεις
των ήμερων
όπως… μια στρατιά νυμφών πνίγεται στους βάλτους
ανεμίζοντας τα κίτρινα συναισθήματα των εξόδων
όπως… ανθοκόμος από στέρεο βίτσιο
μεταφέρει την γύρη σε ετεροθαλή…
επιμιξίες πού καταυγάζουν την όσφρηση. Δίκοχη
Αγία Μάγισσα Δίκοχη.
Δέντρο πού σείεσαι χωρίς οι
τροχοί του αέρα να σε βασανίζουν, μαραίνονται
συνεχώς τα ροζ τριαντάφυλλα στις κομβιοδόχες του φράκτη
τα πέταλα τους πέφτουν χωρίς αναμνήσεις και αναγεννούνται
…χτυπήματα του τηλεφώνου
μαύρου, θραύσμα αποθάρρυνσης, χωρίς.
Χτύπημα ερύθημα νεύμα αριθμητικό αξιοπερίεργη αίσθηση
αοράτων να αιωρούνται μικτά επίορκα.
Αρώματα μας παίρνουν
στα δάση, στα ποτάμια, εκτυφλωτικά.
Ιριδίζουν οι πανοπλίες
της Άνοιξης, τις ακολουθούν υπνοβάτες με ανεπίτρεπτο
όνομα: Μαραίνου, μαραίνου –
Μικτά επίορκα των αρωμάτων, προστριβές εκλάμψεις
σε λίμνες και στον μέγα Κόγκο με τις ιθαγενείς οσμές των
υπό μάλης.
Αποσυνδέονται οι αναρτήσεις των υφασμάτων.
Γιατί τα στόματα της ηδονής είναι τόσο παράδοξα.
Τίποτε πια σε σένα δεν με εκπλήσσει.
Για ένα μέλλον διαρκές σε χρόνο αόριστο ή στιγμιαίο.
Για έναν ίδιο, ωστόσο άλλον, ένα Βιργίλιο
με θεϊκή αποστολή για να σε σώσει.

*Από την συλλογή «Άλλοι», Κέδρος 1990.

1315411615jpg

Γεωργία Τρούλη, Πέντε ποιήματα

16244103_1064318497024268_873204536_n

Βδέλλες-Βρέχει-κοινόχρηστα

Για ένα διάστημα κοιμούνται νωρίς
Και κυρίως αμέριστοι
Κανείς δεν ακούει τον κρότο του άλλου
Ουτε τον βρόγχο, ούτε τον έρωτα
Τα βήματα, ίσως, όταν κάποιος φορά
Ψηλοτάκουνα ποτήρια
Σαν πράσινη νεράιδα στο μπαλκόνι
Είναι η βροχή πάνω στον τσίγκο
Λένε οι ρεαλιστές
Ή ίσως οι τρύπες που σκαρώνουν στον τοίχο
Όταν αλλάζουν αυτοπροσωπογραφίες
Σε πλαίσια εγκλεισμού
Το τρυπάνι black and white
Μη νομίζεις! Τίποτα παραπάνω
Κάποια στιγμή τα όνειρα
Έχουν κολλήσει σαν βδέλλες
Παχύ χρώμα
Ταβάνι στο ενδιάμεσο
Ρουφάνε μνήμη
Σαπίζουν και ξεκολλάει τσιμέντο-τσιμέντο
Η πραγματικότητα
Τότε όλο το ταυτόσημο πάνω
Έρχεται και πέφτει πάνω στο κάτω
Ίδια τετραγωνικά
Κάνουν κάπως να βγουν από τις ξύλινες διαθέσεις
Κι έπειτα βρίσκουν εφαρμογή
Αγκαλιάζονται στο αδιαχώρητο του δύο
Τόσο μα τόσο καιρό στο ασανσέρ
Ήξεραν ο ένας για τον άλλλον
Αλλά ούτε ένα γεια
Ούτε «καλημέρα»
Ούτε «σήμερα ήρθαν τα κοινόχρηστα»
Ούτε «ναι, βρέχει»
Κοιτούσαν με γυρισμένες τις πλάτες
Τα δικά τους πρόσωπα στον καθρέφτη
Και την πλάτη του άλλου- μισοκομμένη
Να χωράει την απώθηση
Τώρα γνωρίστηκαν και δεν έχει
Εγώ και ο εγωκεντρικός εαυτός μου
Στην αντανάκλαση του δικού μου είναι
Γι’ αυτό ερωτευόμαστε ομοίους
Τους ετέρους τους αφήνουμε για αλλήλους
Και για μας– για το μέλλον
Για απόθεση
Μιας μοναδικής προσφοράς
Συμπληρώνω το κομμάτι που λείπει
Αυτοί ξυπνάνε
Ερείπια γύρω
Αγαπήθηκαν στιγμιαία – δεν λέω
Ακούσανε και τα όνειρα- βδέλλες τα ψέμματα
Κι από τότε ούτε με ηλεκτρική σκούπα
Δεν τα ξεκολλάς απ΄ το τσιμέντο
Κοκκαλώνει το ύφασμα της αγάπης
Και πού να βρεις το κουράγιο για επιδιορθώσεις
Πάνω και κάτω
Ξανά τούβλα, ξανά βάψιμο, ξανά μόνωση;
Ποϋ να βρεις τη φωνή
Ξανά «καλημέρα»
«Ναι, βρέχει»
«Είναι κοινόχρηστα;»

***

16295805_1064320613690723_119311638_n

Χέρια και πόδια

Θα παίξουμε πέτρα μολύβι άκρα χαρτί
Όταν τρεις συνεχόμενες μέρες και για τρεις συνεχόμενες φορές μέσα στην μέρα
Θα έχουμε πετύχει
Την πέτρα και το σώμα
Θα αφεθούμε
Να βάλουμε τον κανόνα
Να μην ξαναπαίξουμε ποτέ μεταξύ μας
Και κρατώντας στα χέρια και στα πόδια
Ένα μολύβι
Κι ένα χαρτί
Ακραία
Θα συμφωνήσουμε
Για τους τρόπους
Που κάθε δύο τέρμινα
Κι αυτόν
Θα παραβιάζουμε.

***

16244258_1064318483690936_1912946869_n

Αναδίπλωση χώρου

Περπατάν πάνω στα γυαλισμένα πλακάκια
Της καλοκαιρινής τους διάθεσης ενώ από κάτω κοχλάζει η άμμος
Μιας εποχής που έγινε στάχτη την ίδια στιγμή
Που καμία πλατφόρμα να συναντηθούμε αρκετά με καμένο πόδι ή σώμα
Και πλεγμένο κόκκο-κόκκο με την ιστορία
Δεν γίνεται άλλο να συμπυκνωθεί.

***

Πριν από λίγο

Γελάω με τον τρόπο
Που αφήνομαι στον τρόπο που μπλοφάρω
Ενώ εσύ έχεις παίξει στο καζίνο
Τις σημαδεμένες σου νάρκες
Την ώρα που ο απέναντι
Έχει στοιχηματίσει
Και στο κόκκινο Και στο μαύρο
Κι εμείς αφηνόμαστε
Να κάνουμε τους ανίδεους
Και πως τάχα δεν ξέρουμε
Για τα παιχνίδια
Που οι άλλοι παίζουν καλύτερα
Την ώρα που τα χάνουν

***

Άτιτλο

Εγώ σε είδα
Όταν τα μάτια σου
Ήταν γεμάτα μπριγιαντίνη
Και χορτασμένη εφηβεία

Απαλή η αίσθηση του χεριού
Πάνω στο κύμα
Μιας φτέρης
Σιωπηλά θα κουράσουν
Τον χρόνο
Μέχρι να συναντήσουν ο ένας τον άλλον

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf5

*Οι εικόνες και τα σκίτσα της ανάρτησης είναι έργα της ποιήτριας.

Μαρία Μήτσορα: Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

mitsoramaria-toakatoikitosoma-eikona-06

Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα

Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα

Στὸν Θ. Κ.

T-[Tay]-SomataΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΒΗΧΕΙ καὶ φτύ­νει. Βή­χον­τας καὶ φτύ­νον­τας ἐ­φευ­ρί­σκει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ δι­α­δρο­μή του, προ­λέ­γον­τας τὴν πτώ­ση τῶν κομ­ψῶν σπι­τι­ῶν, τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἄ­χα­ρες. Ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο θὰ τρῶ­νε στὸ μέλ­λον, ὁ ἕ­νας πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο θὰ κοι­μοῦν­ται, ὁ θά­να­τος στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἀν­τὶ γιὰ τὸ ξε­νύ­χτι τοῦ νε­κροῦ, ἡ ὕ­στα­τη μο­να­ξιὰ τοῦ ἀ­κα­τοί­κη­του σώ­μα­τος στὸ ψυ­γεῖ­ο τοῦ γρα­φεί­ου τε­λε­τῶν.

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χου­με ἀ­κό­μα τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα κι ἡ ἡ­ρω­ί­δα μᾶς εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­νέγ­γι­χτη. Μό­νο ποὺ ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴ βι­α­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν, ἐ­νῶ ἐ­δῶ, στὸ κά­θι­σμα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς νι­ώ­θει τὴν πί­ε­ση στὸν μη­ρό της, μιὰ ζέ­στη τὴν κα­τα­κλύ­ζει σὲ κύ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει, μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση, δὲν πρέ­πει, νὰ κοι­τα­χτοῦν πο­τέ. Θὰ εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί σου γιὰ δύ­ο…

View original post 203 more words

Γιάννης Υφαντής, Τέσσερα ποιήματα

yfant161

ΚΑΠΑ ΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ
 
Κ’ η τσέργα κρεμασμένη σάμπως ζώου αστρικού η δορά·
ή κάπα ενός αγγέλου που τη μέρα γίνεται φωτιές στα σιδεράδικα
του Αγρινίου και τη νύχτα στα λαγκάδια του Αρκτούρου
μ’ ένα ηλεκτρικό ραβδί ποιμαίνει
τα πνεύματα του βουνού.
 
***

ΣΟΜΠΑ
 
Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι τενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
Τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ’γνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α, πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νοιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και
α, Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια ’συ
Θαρρώ με νοιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και ’συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Επάνω στην ταράτσα μου καμώνεσαι
Πως βγάζεις μες απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νοιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α-
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
 Σόμπα
’σε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
’σε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σιδερένιο μυρμήγκιασμα π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.
 
***

Η ΚΙΡΚΗ
 
Σκέφτηκε πως καλό ήταν να ’βγαιν’ έξω· άνοιξε λοιπόν το ψυγείο
ξεκρέμασε τις σάρκες της, τις φόρεσε
κοιτάχτηκε λιγάκι στο φεγγάρι
που ήταν κρεμασμένο εκεί στο έβγα τα σπηλιάς
και κατηφόρισε.
-Πού πάει;
-Έρχεται να σας ρίξει βελανίδια σύντροφοι!
 
***

Ο ΒΑΘΥΣ ΚΗΠΟΣ
 
Και μου ’πε τ’’ άλογο «κατεβαίνουμε; είναι
ένας κήπος βαθύς
με πικρά φιλόξενα δέντρα» και μέσα
στο μαύρο νυσταγμένο φως
τα δέντρα χαιρέτησαν και
«είσαστε από χρόνια εδώ;» τα ρώτησα κι αυτά
«είμαστε από τότε που ο άγγελος
γλίστρησε και χυθήκαμε απ’ το τάση του»
και τα δέντρα στέναξαν κι απ’ το μαύρο
νερό
πετάχτηκ’ ένα στρουμπουλό
φεγγαρόπουλο
που ’χε χορτάσει μάγια κ’ ύπνο και
την παρουσία του αντηχώντας
μια στέρνα μπρος μου άδεια και στεγνή φωνάζει
«κάρφωσέ το
να πιούνε οι μικρές μου παπαρούνες πρι-
όνισέ το
να φάνε τα μαρμάρινα άλογά μου» και
ένα πυρρό πουλί χυμώντας -σαφτ- τρυπά
το φεγγαρόπουλο (τα δέντρα
ανατρίχιασαν σάμπως ένα
κοντάρι να τα κάρφωσε στη ρίζα τους) κι εγώ
μόλις που πρόλαβα να ιδώ τη
γαλάζια πολιτεία των φεγγαριών και
θυμήθηκα
τη σπηλιά στο βουνό όταν έρχονταν
ν’ αράξει το καράβι των
φεγγαριανών
-διαμάντι, ασήμι- και που οι ναύτες του
γελούσαν στανικά για να φωτίσουν
τη γέφυρα· κι άξαφνα
σώπασ’ ο ψίθυρος των δέντρων, ένας άγγελος
έφτασε
κι έβγαλε το πυρρό πουλί απ’ το στήθος του
και το φύτεψε κ’ είπε «εδώ
να μείνεις
να μαραίνεσαι και ν’ ανθίζεις ώσπου να
λησμονήσεις».