Orhan Veli Kanik, Έτσι είναι η ζωή

Το σπίτι είχε ένα σκύλο
πολύ μαλλιαρό.
Τον φώναζαν Chinchon
και πέθανε.
Το σπίτι είχε και μια γάτα, την Mavish
και χάθηκε.
Το κορίτσι του σπιτιού παντρεύτηκε.
Έγιναν τόσα γλυκόπικρα πράγματα
τη χρονιά που πέρασε.
Ναι, τόσα και τόσα.
Μα τι να κάνεις; Έτσι είναι!
Έτσι είναι πάντα η ζωή!

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Άλτα Πανέρα, Δύο ποιήματα

Καταγραφή

Άρχισα να καταγράφω σε μικρά χαρτιά τις συντεταγμένες και τα συμβάντα
Κάθε σημείο στη διαδρομή σημαίνει έναν τάφο εκτός νεκροταφείου
Σημειώνω την ακριβή τοποθεσία του
Τον φωτογραφίζω και τον κοιτώ για ώρα
Παρατηρώ τις αλλαγές και τις φθορές που συνέβησαν
από την τελευταία επίσκεψή μου
 
Σε ένα μόμπιλο απ’ αυτά πάνω από την κούνια του μωρού
κρέμασα τις σημειώσεις και τις φωτογραφίες μου
Με την κίνηση του αέρα σμίγουν γεγονότα μακρινά
και, πριν καν τα δω, απομακρύνονται βιαστικά
Μόνο έτσι γίνεται ορατό
πως όλα συνδέονται και επηρέασαν το ένα το άλλο
κινούμενα μπροστά και αντίστροφα στο χρόνο
Το παρόν γέρνει να πειράξει το παρελθόν θυμωμένο
Το παρελθόν απλώνει πλοκάμια προς το παρόν
προσπαθώντας να ανακουφίσει κάποια ανάγκη του
 
Αν στοιχηθούν σαν τα παιδιά στη σχολική αυλή
οι αναμνήσεις και οι αφηγήσεις
θα αποκτήσουν τάξη και λογική
Δε θα πετάγονται άναρχα και απρόβλεπτα
προκαλώντας ντροπή και αμηχανία
Δε θα χρειάζεται να τις κρατώ σφιχτά το χέρι
μην τρέξουν και αρχίσουν να μιλούν σε κάποιον ξένο
Δε θα με τρομοκρατούν τη νύχτα
 
Θα χρειαστώ ένα μεγαλύτερο μόμπιλο
περισσότερες φωτογραφίες
και καθαρογραμμένες σημειώσεις

*
 
Κουβέντες καρκίνων

Ας μιλήσουν οι καρκίνοι μας
εμείς ήσυχοι
Γιατροί και νοσοκόμες στο πλάι
σιωπηλοί
κινούνται αργά
φέρονται μαλακά
σαν να είμαστε ήδη άγγελοι
πουπουλένιοι μαλακοί νεοσσοί
Φροντίζουν ελπίζοντας στον επόμενο κόσμο
να έχουν καλές συστάσεις
Ακουμπούν και αγαπούν προσεκτικά
σαν να πονά όλο το κορμί και το περίβλημά του
Προσέχουν όσο μόνο η μάνα νεογέννητου ξέρει
εύθραυστοι πορσελάνινοι
Έχουμε πολλά να πούμε
 
Φόβους, θυμούς και ένα παιδί χωρίς κουκλάκι για αγκαλιά
Δεν τα είπαμε όταν έπρεπε, δειλιάσαμε
Κρυφτήκαμε σε συνθηματικές δηλώσεις
Ξαπλωτοί και εκτεθειμένοι στο εξεταστήριο
δεν υπάρχει ρούχο να καλύψει την ενοχή
Ο καρκίνος δεν ακολουθεί κανόνες
κουνά το δάκτυλο
κατηγορεί χωρίς να λογαριάζει τις συμβάσεις
Δεν πείθεται να μιλά χαμηλόφωνα και ευγενικά
Φωνάζει με σάλια που πετάγονται και μάτια που γουρλώνουν
 
Ο καρκίνος δεν λέει ψέματα
δεν κρατά μυστικά
τωρινά ή περασμένα
Μιλά χωρίς φόβο
 
Η νοσοκόμα σιγοτραγουδά σαν σε μωρό που τρόμαξε
με νανουρίζει
Φαντάζομαι την αγκαλιά αυτής
ή κάποιας άλλης μάνας
Μπορεί να είναι όλα εντάξει ακόμα και τώρα
 
Ας μου πει ο δικός σου καρκίνος ποιος έφταιξε
ίσως και εγώ
Τι χρειαζόσουν να είναι αλλιώς
Προλαβαίνουμε
Θα σου πει και ο δικός μου
Ήμουν μόνη, ματωμένη
δεν με χωρούσαν οι γάζες όλου του κόσμου
Ίσως οι καρκίνοι μας να παρηγορήσουν ο ένας τον άλλο
Πες μου πως με αγαπούσες
όμως δεν ήξερες πως φροντίζουν έναν κάκτο
Θα σου ψιθυρίσω πώς προσπάθησα να ανθίσω για σένα
ακόμα προσπαθώ
Θα βρούμε μια καινούργια γλώσσα
Μια καινούργια αρχή

λίγο πριν τα τέλη μας

*Από τη συλλογή “Πολύ λίγα, πολύ αργά”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.

Αντώνης Τσόκος, Κάθε φορά που μ’ αγαπάς να λύνεις τα μαλλιά σου

Μια μαύρη λαμπερή τρίχα
ξεβράστηκε
στη σελίδα πενήντα δυο
του βιβλίου μου.
Οι λέξεις δεν την πλησιάζουν.
Αναπολώ την ημέρα πού
μ’ ένα ποτήρι λεμονάδα στο χέρι
κάθισες σταυροπόδι
μπροστά απ’ το λευκό σεκρετέρ
έλυσες την κορδέλα απ΄ τα μαλλιά
κι ένας μεταξωτός καταρράκτης
χύθηκε στους ώμους σου.

Γεωργία Διάκου, Ο χορευτής

Σήμερα κρεμάται επί / αφήγηση/ είναι μικρός και άχαρος / συνηθισμένος / δεν ξέρει να χορεύει / είναι ο άνθρωπος που δεν είναι η Τρίσα Μπράουν / είναι οργανωτικός / αποτυγχάνει να τελειώσει / κρεμάται επί φασκομηλιάς στο χωριό/ στο χωράφι/ ζυγίζει το βάρος του / η αγελάδα τον κοιτά / φτύνει στον ουρανό / φτύνει την μπάλα από χορτάρι κι άχυρο / οργασμός εν αναμονή / το φαγητό θα έπρεπε / ο κάδος με τα άπλυτα ξεχειλισμένος / ένα βουνό που κηδεύει το παράθυρο / είναι μόνος και πολλαπλασιάζεται / λάτρης του βαδίσματος / ακόμα ανίκανος στα δύο πόδια / κρεμάται επί αετώματος / επιθυμεί να φτιάξει τη σωματική του κατάσταση / γήρας και αποδοκιμασία / πιρούνια, μαχαίρια, κουτάλια / όργανα συντήρησης / ένα μουσικό κουτί έπεσε στο αυτοκίνητο / είναι καλός οδηγός / παίρνει από λόγια / μεταμορφώνεται / είναι ξύλινος / δίνει φιλιά που φτάνουν μακριά / στην οικογένεια / απέκτησε παιδιά και σχέση με την πραγματικότητα; / ξέρει να μαζεύει το μέλι απ’ τα μελίσσια / είναι παρατηρητικός / ξεχνάει να πάρει τα παπούτσια του απ’ το μπαλκόνι / κρεμάται επί κονταριού ομπρέλας / αφήνει «γράμματα στη μητέρα» / επέστρεψε κι έφυγε / για να γυρίσει πάλι / είναι κουρασμένος / αφηγείται μια απλή ιστορία / ένας γιος που είναι και μια κόρη αφήνει το σπίτι για να ζήσει την περιπέτεια / γυρνάει τον γαλαξία / το μυαλό του είναι ένας κόμπος στο χτένι/ είναι ευαίσθητος / είναι κολπικός σαν ηθοποιός / τρώει πατατάκια / τεντώνεται στο κρεβάτι του / μένει σε υπόγειο / γάτες και σκύλους / ευτυχώς, όχι ποντίκια / κρεμάται επί μονόζυγου σε πάρκο/ τρέξιμο με τεχνική / δεν ξέρει ακόμα να χορεύει / βλέπει / η Σουζάνε Λίνκε με το άσπρο της νυχτικό / κρεμάται επί διαφημιστικής πινακίδας / τα πόδια του γεμάτα κοψίματα απ’ το ξυράφι / του λείπει η χάρη / είναι παράλογος / θυμάται το νερό να ξεπλένει πιάτα / κρύβεται / φοβάται / «αγαπημένη μου μητέρα θέλω να σε δω» / χωρίς παραλήπτη / ροζ χαρτί / φτιάχνει οριγκάμι / είναι άχαρος / ξέρει να μαγειρεύει; / εγκαταλείπει αυτό το μέρος / μένει πάνω στη θάλασσα / βελτιώνει το βάδισμά του / κάνει γιόγκα / ο πυρήνας έχει χρώμα δαμασκηνί / εκείνος πιστεύει πως αγαπά / είναι ικανοποιητικός / κρεμάται επί του προσωπικού / δίνει ονόματα πια / ακουμπάει το χώμα της γλάστρας / η μητέρα του αρρωσταίνει / τον καλούν να της συμπαρασταθεί / παπούτσια κυπαρισσί με κορδόνια / φτάνει αργά/ δεν τον αναγνωρίζουν/ τα σχήματα του σώματος / ο χρόνος που πυροβολεί το μάτι του απαλά / «εσύ είσαι; Είσαι εσύ;» τον ρωτά και πεθαίνει / αντανακλαστικά απαντά «εγώ»/ μια κότα τριγυρίζει στην αυλή / συγγενείς από καιρό νεκροί / πίνει καφέ / είναι αδύναμος / τα φύλλα πέφτουν / μια γυναίκα σκουπίζει προσεκτικά / κρεμάται επί μνήμης / κινεί το χέρι και το πόδι του προς άλλες κατευθύνσεις / η καρδιά του πάει μαζί / επιτέλους χορεύει

*Από τη συλλογή “Αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία”, Εκδόσεις Θράκα, 2022.

Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό

Κάπως για να αιτιολογήσει την συγγραφική του απραξία. Κάπως για να την πικάρει που επιμένοντας στην γραφή γέρασε (έτσι νόμιζε). Κάπως για άλλους λόγους (άγνωστους). «Με βιβλία θα αλλάξουμε τον κόσμο»; την προκάλεσε. Αυτήν, την προσκαλεσμένη, μεταξύ μαρτίνι και μοχίτο στο πάρτι του, under the belt. Της ήρθε αναπάντεχο, υπόκωφο τσεκούρι με φόντο ραφιναρισμένα ράφια ακαδημαϊκού (θεωρία, λογοτεχνία, δοκίμια). Αλλιώς το είχαν θέσει το θέμα όταν τους βασάνιζε σαν φοιτητές. Τον κοίταξε ψύχραιμα, εστιάζοντας πέρα από αυτόν, ο τρόπος της να διαστέλλει αποστάσεις, τα κερδισμένα της γραφής. Μια σπίθα συρρίκνωσης στα μάτια σάρωσε σπιθαμή προς σπιθαμή το ακτινολογικό της συναλλαγής. Πύκνωσε κάτι στην ατμόσφαιρα σαν παρατεταμένη ηχώ αιωρούμενου ασβέστη που κοχλάζει πριν την ώρα του. Δεν χρειάστηκε να πει κάτι καν. Καμπύλη κοινής μνήμης αναπόφευκτα τους έφερε όσο πιο κοντά άντεχε η καμπούρα της στιγμής. Θέλοντας και μη, ποτό και οι δυο στο χέρι χειροπέδες, τσούλησαν πίδακα παρελθόντος χρόνου. Μια θέση του τότε για την ακαδημία σαν σύγκρουση ιδεών με το κατεστημένο αποτύπωσε στην λευκή κουρτίνα του σαλονιού σαθρό πάπυρο. Και μια συζήτηση για την θεωρητική έρευνα σαν μέσο καταξίωσης των εθνοτικών σπουδών που συμφωνώντας είχαν αγκαλιαστεί τώρα μπιμπελό έκθεμα. Πολιτική μικρής κλίμακας, το προσωπικό να παλεύει με το θεσμικό, εκεί που πατάει στέρεα η στάση του καθενός και λερώνουν οι λάσπες, εκεί που θεωρία και πράξη αγκαζέ, έτσι το μιλούσαν. Κοιτάχτηκαν κατάματα. Φόρμα άχρωμη η μορφή του ή έτσι της φάνηκε; Αφορμή για ένα κόκκινο υγρό, θεαματικά βαθύ, να αρχίσει να πλημμυρίζει το σαλόνι προς γενική έκπληξη των παρευρισκομένων. Έβηξαν διακριτικά (βρισκόμαστε στο Νιού Ίνγκλαντ) μη και πιτσιλίσουν τον τόμο στο κομοδίνο που τόσο λαχταρούσε για το βράδι αργότερα. Έσταζε κάτι σαν αίμα-πύον το ταβάνι, μούλιαζαν τα βιβλία στην σινιαρισμένη βιβλιοθήκη, ρυτίδιαζαν οι ράχες τους. Κοκκίνιζαν ασφυκτικά μέχρι να ρυμουλκήσουν χαστούκι ζωής, παταγώδες ράπισμα οργής, ίσως το μαντέψατε, θρύψαλα το μπιμπελό.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://staxtes2003.com/2016/10/22/22-10-16/?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR1A7PzxvqjazDL_kO3lCnJcg7_8zyKZr_16n-HlAC-SpgwnVizIoMaeBiM_aem_YTTp_RVry7pmyhhxhCOpEA&sfnsn=mo

Γ. Λ. Οικονόμου, 17η Ιανουαρίου 2013

Ένα παιδί που σήμερα
δε θέλει να πάει σχολείο
Ο Σαχζάτ Λουκμάν ξημερώματα
με το ποδήλατο στο δρόμο
για τη λαϊκή της Πέμπτης

Εργάτης καθαριότητας
που πιάνει σκούπα και καλάθι
με το μυαλό στο όνειρο που άφησε μισό

Πατέρας αγρότης
χειμώνα καιρό αχάραγα ανάβει το τζάκι
σε λίγο ξυπνάει η Βασιλεία του για διάβασμα
τα παίρνει τα γράμματα

Εκείνη η υπογραφή
μεταμέλειας που έβαλε η μάνα
μπροστά στον χωροφύλακα
για να διοριστεί δασκάλα

κι ένα γαλάζιο φως ασθενοφόρου
που γράφει ένσημα βαρέα κι ανθυγιεινά

Πώς νομίζεις γράφεται ένα ποίημα

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Δανάη Σιώζιου, Τις μέρες που δεν είμαι ο εαυτός μου ευτυχώ

Κάποιες μέρες είμαι σκληρή με τον εαυτό μου
συμβαίνει πού και πού και είναι θείο δώρο
Είναι οι μέρες που ο χειμώνας
αποκτά νόημα μέσα σου. Λες, να,
αυτό το χιόνι που βγάζω απολεπίζοντας
το σώμα μου, το χιόνι που πέφτει καθώς
τρίβονται τα οστά μου και το χέρι μου ξύνει
το αγύριστο κεφάλι μου
αυτό το χιόνι φοβάμαι θα με καλύψει
από τα νύχια ώς την κορφή, και δεν θα σταματήσει
ούτε θα λιώσει, εδώ θα σβήσει η ζωή.
Ύστερα γλυκά σε γλείφεις
ώσπου να φύγουν και οι τελευταίοι πάγοι από πάνω σου.
Κάποιες μέρες είμαι καλή με τον εαυτό μου.
Δώρο άδωρο. Καμιά εποχή δεν διαρκεί.

*Από τη συλλογή “Ενδεχόμενα τοπία”, Εκδόσεις Αντίποδες, 2021.

Δημήτρης Λεοντζάκος, Η κορδέλα στον λαιμό της Ολυμπίας

1.

Ο χρόνος που χρειάζεται το υποκείμενο
για να διανύσει τα δάση, τα φαράγγια, τις κοιλάδες

‒τις καταρρακτώδεις βροχές του γυμνού της κορμιού‒

τα άφατα τοπία του λεκτού διχασμού του.
 
2.

Μη γράφεις.
Απλώς σημείωσε τη διαφυγή, σχεδίασε τη φυγή σου.

Ζωγράφισε ύπτια την άφωνη εξαφάνισή σου.
Πριν τη γραφή όμως, όχι μετά.
 
3.

Πέτα το πρόσωπό σου ‒
αυτό το αθεράπευτο επιφώνημα του μηδενός.
 
4.

Όπως αφήνεις ένα ρούχο πριν εξαφανιστείς
στο λευκό χαρτί μπροστά ή μέσα στου ύπνου το νερό.
 
5.

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια κραυγή διαυγής.

Και την ίδια στιγμή ο ορίζοντας κάθε απουσίας.

6.

Από αυτήν όμως τη μικρή αμυχή
το μέλλον έρχεται. Το μέλλον θα ’ρθεί.

*Από τη συλλογή “Χλόη ΙΙ”, Εκδόσεις Θράκα, 2020.

Βασίλης Κουντζάκης, Τρία ποιήματα

ΑΣΠΡΟ ΦΩΣ

Φωνές έπεφταν
ψίχουλα
στο βρεγμένο χώμα

μη ορατή περιοχή
πίστη διέσχιζε τη νύχτα

εκεί που σταματούσε η σιγή
το σώμα σου ανέτεμνε την αδυναμία

σαν ηλικία
σαν εποχή
που μας αρνήθηκε.

*

ΑΝΕΜΟΣ

Κρέμομαι από φωνές
ο δρόμος αδειάζει
ανεβοκατεβαίνω σιωπηρά
μια πρώιμη νεανική ηλικία
διάδρομοι, είσοδοι
σπασμένες λάμπες αγρυπνούν
απόψε δεν σκέφτομαι τη θαυμαστή ουτοπία
το παράφωνο όργανο
το σπίτι που μονολογεί.

Η νύχτα ζεστή,
υποβρύχιο φως
πάνω στο φόρεμά σου

*

ΘΕΡΕΤΡΟ

Ίχνη του χρόνου
ερειπωμένα αξιοθέατα
ακτίνες απογεύματος
γλιστρούν μυστικά.

Το φως δημιουργεί
αποχρώσεις
μία συνάντηση
πεσμένες αποσκευές.

Κωμόπολη
ρόδα μεταλλική
κυλάει
και φέγγει
μέσα στην πράσινη νύχτα.

*Από τη συλλογή “Τηλεφωνικός θάλαμος”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2024.

Θωμάς Τσαλαπάτης, Οι Καναδοί λιώνουν 

Φέρε εδώ του υπολογισμούς σου, τα σχέδια και τους
χάρτες σου,
τη γυναίκα αυτή που οι ρόγες της δείχνουν πάντα τον
Βορρά.
Χάραξε έναν μεγάλο κύκλο με το καρφί του διαβήτη
ακριβώς στην τρύπα αποχέτευσης του επιστητού.
Άπλωσε τους δισταγμούς σου, τις τεχνητές
καθυστερήσεις, την έμφυτη αργοπορία σου
άπλωσέ τα στο πάτωμα και κυλίσου πάνω τους
ηδονικά και απορημένα.
Γιατί κάθε απόσταση οφείλει να είναι καταπάτηση του
ορατού.
Οι κάτοικοι ανακυκλώνουν
Οι προμήθειες τελειώνουν
Οι Καναδοί λιώνουν.
 
Άνοιξε τα παράθυρα ενώ μαγειρεύεις, να εύχεσαι
η ώρα που όλα θα πήξουν να είναι μακριά.
Σκύψε, απλώς σκύψε για όλους όσοι πέρασαν τη ζωή
τους σε ύψος κάτω του 1, 60
Άναψε την τοστιέρα,
αυτή που μεταμορφώνει τον έρωτα σε σεξ.
Η αγριότητα εδώ –όπως το πρόγευμα ή η σιέστα-
είναι απλώς μια στιγμή της μέρας
Τα ξυπνητήρια εξαγριώνουν
Οι φίλοι εξαργυρώνουν
Οι Καναδοί λιώνουν. 
 
Ανάμεσα στην επανάληψη
και την επανάληψή της
εκεί που η άκρη απ’  ό, τι διαρκεί
συναντά αυτό που του δίνει σχήμα
εκεί το σύνολο μηδενίζεται.
Εμείς εδώ…
Ας συνεχίσουμε.
 
Άπλωσε τις ερωτικές σου κρέμες, μύρισε το λευκό
της κουρτίνας και άναψε τα κεριά.
Θα έρθει απόψε και τότε θα δούμε τι είναι.
Μέχρι τότε όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο όνομα
Και αυτό τους συμφιλιώνει.
Γιατί
Τα πουλιά μετανιώνουν
Και τα νερά μας κυκλώνουν
Είναι γιατί,
Οι ιδιοκτήτες στερεώνουν
Και τα πουλιά με αγχώνουν
Είναι κυρίως γιατί
Τα ποιήματα τελειώνουν
Και οι Καναδοί λιώνουν.

*Από τη συλλογή “Η ομορφιά των όπλων μας”, Εκδόσεις Αντίποδες, 2021.