Γιώργος Καββαδίας, Ηλιαχτίδα

%ce%b3-%ce%bd-12

Σαν από τρεχούμενο νερό, ο ήχος απ’ τα βήματά σου…
Σαν βάλσαμο τις νύχτες η φωνή και τ’ άρωμά σου…
Όσο κι αν κόπιασα να παίξω το παιχνίδι σου,
όσο κι αν ζήτησα να είμαι τ’ αντικλείδι σου,
έμεινα πίσω στο μονοπάτι να συλλέγω το σημάδια σου…
Στάθηκα να κοιτάω το φως που τις φυλλωσιές διαπερνούσε,
και να ψυθιρίζω λόγια που μου ‘χες πει.
Ακόμα το μυαλό παίζει παιχνίδια…
Ακόμα αναζητώ το βλέμμα σου…
Τις νύχτες είναι σαν να είσαι εδώ…
Νοσταλγώ τη θέρμη των χειλιών σου…
Αναμένω τη στοργή της αγκαλιάς σου…
Εσένα ψάχνω με τα μάτια μου κλειστά,
κι εσύ τα μάτια της ψυχής να φοβάσαι να ανοίξεις…
Το θέατρο σκιών, παύει σαν τα φώτα ανάψουν!
Μείνε λίγο να μου εξηγήσεις…
Πνίξε το φόβο σου μονάχα μια στιγμή…

*Από τη συλλογή “Ό,τι μας στοιχειώνει”, Αθήνα 2012.

Μάριος Χάκκας: Ἕνας ἀγνοημένος φιλέλληνας

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

chakkasmarios-enasagnoimenosfilellinas-eikona-01

Μά­ριος Χάκ­κας

Ἕ­νας ἀ­γνο­η­μέ­νος φι­λέλ­λη­νας

01-thita ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ταγ­μα­τάρ­χη». Πε­ρι­ο­δεύ­ον­τας ἀ­πὸ τάγ­μα σὲ τάγ­μα, τὸν πα­ρα­στέ­κα­νε δυ­ὸ νε­α­ροὶ λο­χα­γοί, πλαι­σι­ω­μέ­νοι κι αὐ­τοί, δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὸν κά­θε φο­ρὰ ἀλ­φα­δύ­ο ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸ τῆς μο­νά­δας, ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀπό τὸν βο­η­θὸ ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κὸ τοῦ ἴδιου γρα­φεί­ου. Καὶ οἱ πέν­τε μα­ζὶ ἀπο­τε­λοῦ­σαν τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο ψυ­χῶν, πεν­τα­με­λὲς ἐ­φε­τεῖ­ο μὲ κα­τα­στα­λαγ­μέ­νες ἀ­πό­ψεις, τε­λε­σί­δι­κες σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἐ­θνι­κῶς ἐ­πι­ζή­μιο.

          Γιὰ αἴ­θου­σα δι­κα­στη­ρί­ου χρη­σί­μευ­ε τὸ κα­ψι­μί, ἕ­να λα­μα­ρι­νι­έ­νιο τοῦν­νελ ποὺ ἀ­νεμ­πό­δι­στα τὸ δι­α­περ­νοῦ­σε ὁ Βαρ­δά­ρης ἀ­π’ ὅ­λες τὶς μπάν­τες, συμ­βά­λον­τας σ’ ἐ­κεί­νη τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ται­ριά­ζει σὲ τέ­τοι­ους ἐ­πί­ση­μους χώ­ρους. Στὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα συ­νέ­τει­νε καὶ ἡ γύ­μνια τοῦ κα­ψι­μί. Ὅ­λοι τὰ ψυ­χα­γω­γι­κὰ ὄρ­γα­να, τρά­που­λες, ξε­μερ­ντι­σμέ­να πο­δο­σφαι­ρά­κια καὶ τά­βλι, εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ λι­γο­στὰ τρα­πε­ζά­κια καὶ τὶς σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νες κα­ρέ­κλες, ἀ­φή­νον­τας ἐ­λεύ­θε­ρο χῶ­ρο γιὰ μιὰ δι­μοι­ρί­α ἐφ’ ἑ­νὸς ζυ­γοῦ. — «Κλεί­νατ—ἐπί—δε­ξι­ά­ά­ά» — πρό­σω­πο πρὸς τὸ πι­τσι­κα­ρι­σμέ­νο πὶγκ πὸγκ…

View original post 1,477 more words

Τέλλος Φίλης, Bρεγμένα ονόματα

screen-shot-2017-02-06-at-01-02-31

― Πώς σε λένε;
― Ελένη
― Πώς σε λένε;
― Ναουζάντ
― Αλεξέι
― Γκαλίνα
― Μαμουτσάρ
― Σαρίφ
― Μοχάμετ
― Αϊσέ
― Πώς σε λένε;
― Προς το παρόν είμαι μια ποσόστωση
ένας ακόμη αριθμός στο βραδινό συσσίτιο
στο βενζινάδικο της Ειδομένης
― Πώς σε λένε;
― Με λένε Άνθρωπο.
Κάποτε θα στεγνώσω
κι από τη θάλασσα
κι από τα δάκρυα
και τότε θα τα πούμε.

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/02/b.html

“Η Πλατεία των Ταύρων” του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

15665745_362968650745961_8914333315747277969_n1

Από καιρού εις καιρόν τυχαίνει η Κρις Λιβανίου και η Χριστίνα Λιναρδάκη διαβάζουμε τα ίδια βιβλία. Φυσικά, καθεμία βλέπει τα δικά της! Η Πλατεία των Ταύρων του Βαγγέλη Αλεξόπουλου είναι ένα από αυτά τα βιβλία και σεφτήκαμε να επιχειρήσουμε μια παράλληλη ανάγνωση.

Κρις Λιβανίου:
Η ταυτότητα του ποιητή

Η ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου στην Πλατεία των Ταύρων στοιχειοθετεί μια αναζήτηση της θέσης και της στάσης του ποιητή στον χώρο και τον χρόνο. Παρόλο που τα ερεθίσματα που μας περιβάλλουν και ορίζουν τις αντιδράσεις μας είναι σε ένα βαθμό κοινά, ο ποιητής στην συλλογή αυτή ψάχνει τους νέους δρόμους που θα του ανοίξει μια διαφορετική προσέγγιση του εξωτερικού γίγνεσθαι. Το εγώ του ποιητή, χωρίς να καταδυναστεύει τον χώρο, προβάλλει ως μια καθαρά ατομική οπτική, και μια πορεία λίγο-πολύ στο άγνωστο.

Ταυτόχρονα καθώς ξεδιπλώνεται η συλλογή σχηματίζεται αχνά ένα εμείς, στο οποίο ο ποιητής θα ενταχθεί για να ψηλαφίσει τον χρόνο που περνάει και την Ιστορία να χτίζεται χιλιοστό-χιλιοστό.

Το ποιητικό χνάρι και το πέρασμα της Ιστορίας
Το βλέμμα του Βαγγέλη Αλεξόπουλου στην Πλατεία των Ταύρων είναι γυρισμένο προς τα πίσω, είναι γεγονός. Όχι μόνο σε ιστορικό επίπεδο, αλλά κατά μία έννοια και σε προσωπικό: στην αναζήτηση των σταθερών του, ο ποιητής στρέφεται σε ό,τι αισθάνεται γνώριμο, αναγνωρίσιμο έστω. Η αναζήτηση αυτή ενός ποιητικού στίγματος γίνεται με ευθύτητα και με την ειλικρίνεια που θέλοντας και μη αποκτά κανείς όταν στέκεται μπροστά στο άγνωστο που ξετυλίγεται μπροστά του. Σ’ αυτό το σημείο οι ισορροπίες θα αλλάξουν και θα δώσουν την καινούρια πραγματικότητα.

Χριστίνα Λιναρδάκη:
Η φωνή

Η φωνή του ποιητικού υποκειμένου είναι σαφώς υπερρεαλιστική. Πρόκειται όμως για έναν ιδιότυπο υπερρεαλισμό που φλερτάρει με το υπερβατικό στοιχείο σε μια κίνηση που αποβαίνει αυτοειρωνική. Χρησιμοποιώντας σχήματα λόγου που υπερβαίνουν την πραγματικότητα και τη μετασχηματίζουν,  ο Αλεξόπουλος στοχάζεται για το ανέφικτο των πραγμάτων, το αδιέξοδο της αγάπης ή την ομορφιά της ζωής και παράλληλα αυτοσαρκάζεται, σαν από την αναμέτρησή του με τον κόσμο να αναδεικνύεται πολύ μικρός και να έχει επίγνωση της ευθραυστότητάς του.

Η δομή και οι πρωταγωνιστές
Η Πλατεία των Ταύρων είναι μια τακτοποιημένη, ωραία σκηνοθετημένη συλλογή. Περιλαμβάνει εισαγωγή, τρία αυτόνομα κεφάλαια και επίλογο. Εμπνευσμένη από τις τις ταυρομαχίες, ταυτοποιεί σε πρώτη ανάγνωση τον ποιητή με τον ταύρο, κρατώντας τον ρόλο του ταυρομάχου για τους μύθους, τις πεποιθήσεις και τις κάθε λογής μεροληψίες που λειτουργούν σαν παραμορφωτικοί φακοί μέσα από τους οποίους κοιτάζουμε τη ζωή. Ταύρος και ταυρομάχος τελικά είναι το ίδιο πρόσωπο: δεν είναι αλήθεια, άλλωστε, πως τις μεγαλύτερες μάχες τις δίνουμε με τον εαυτό μας;

Μετα-ποιητική σημείωση

Και, για το τέλος, μια προσωπική μου συνειδητοποίηση εξ αφορμής της Πλατείας των Ταύρων. Η πρώτη συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, Αγχέμαχες λέξεις, ήταν αρκετά καλή, αλλά όχι από εκείνες με τις οποίες θα δήλωνα αβίαστα ενθουσιασμένη. Τούτη η δεύτερη συλλογή του συνιστά όχι απλώς εκτόξευση, αλλά πραγματική διακτίνιση σε άλλα ύψη. Το γεγονός αυτό, δηλαδή μια τόσο θεαματική βελτίωση με διαφορά ενός μόλις χρόνου, στάθηκε η αφορμή να κατανοήσω τα λόγια παλαιότερων, πιο έμπειρων από εμένα, ανθρώπων που γνώριζαν από ποίηση και ήταν ανεκτικοί και υπομονετικοί με τους ποιητές, ιδίως τους πρωτοεμφανιζόμενους: “δεν κρίνουμε ποτέ έναν ποιητή από την πρώτη συλλογή του, πάντοτε περιμένουμε να δούμε την επόμενη – αν υπάρξει”, μου έλεγαν. Χαίρομαι πολύ που στην περίπτωση του Αλεξόπουλου υπήρξε συνέχεια και περιμένω εναγωνίως να υπάρξει κι άλλη. Εξαιτίας της δουλειάς του και της αγάπης του για την ποίηση μπόρεσα να γίνω λίγο πιο σοφή, να αποκτήσω περισσότερη κατανόηση και υπομονή και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο – τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_8.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Στρατής Φάβρος, Περιμένοντας

16427673_10154876258262348_1802282087995536919_n

Όσο πιο πολύ φωνάζετε τόσο συμφωνώ με τη σιωπή
διαλεκτική ή βαρβαρότητα, αλήθεια ή πίστης σιωπή
τους μύθους σας κρατήστε μου, αίμα που στάζουν
να τους πετώ στη θάλασσα μπας μουσική και γένουν

εγώ με τα σύννεφα θα μιλώ και τους ανέμους
με τα σύμβολα και τις γαλάζιες ώρες, γιέ μου
πουλάκι μου που χαίρεσαι σαν νύχτα με τρομάζεις
για σένα όλα τα όνειρα για σένα όλη η πλάση, παίζεις

κι όλα τα σύνορα στης πίστης μου τους χάρτες μεταβάλλονται
γένονται μαύρες θάλασσες, ξανά Κολχίδες, μαντείες χτίζονται
νέα σ’ άξενων πόντων τα νερά βαθιά τα μήκη μαύρα
καράβια ταξιδιάρικα μεθούν για νέες μνήμες καινούρια κρίνα

Και σε πανγαίες ολόσωστες δίχως γραμμές και θάνατο
και δίχως γηρατειά και λήθη νέοι γυμνοί ξεχύνονται σ’ αθάνατο
χορό μαγευτικό, λάμποντας οίστρους χρυσούς αχάλαστους
άνθη αλπικά και χασμωδίες μυθικές ερωτικές καβάλα τους

αγόρι μου η μόνη περιουσία σου
ο λόγος σου κι η ζήση σου
η φτώχεια είναι ποίηση
κι ο βίος σκύλος, αντίσταση κι εγρήγορση

Υ.Γ.
“Το ξέρω πως η θέση μου είν άσχημη πολύ” μέθυσα πάλι
γυναίκες πάντοτε γυμνές του Μοντιλιάνι αναζητώ σε κάθε μου σεργιάνι
δεν ισχυρίστηκα ποτές τα λάθη πως θα σβήσω, μα ονειρεύτηκα πολύ
μια νέα ζωή σε νέα μορφή, δημοκρατία τη λέγαν κείνη την ατελείωτη γη;

Νοέμβριος 2015

Γεωργία Τρούλη, Κατάκτηση φεγγαριού

14804949_976587705797348_1294207331_n

Σιγοψυθιριστά αφήσανε τις μικρές αμφίπλευρες συνεν-
Νοήσεις
Είπανε θα γίνουνε
Αφήσανε βοτσαλάκια σε ελεφάντινο χρωματισμό
Να πετάνε σε ελλείψεις
Στον αέρα η σχάση
Θα ελευθερώνονται βαθμηδόν οι ατμόσφαιρες
Και ενδιάμεσα μελετημένες προσφορές στο επίφοβο
Τραμπάλα μιας νύχτας
Ενδιάμεσα κενό και σταγόνα
Και από κάτω δύο σανιδωτά ξεπροβοδίσματα
Χαιρετισμού
Και πώς να θέλουν να γίνουνε ένας
Όταν εμπεριέχουν τόση συγκρότηση;

Οι αποχωρισμοί πρέπει να γίνονται όπως τα αστέρια
Το ένα εδώ το άλλο παραπέρα
Να μην γίνεται η λάμψη επιθετική
Μόνο η ματ απόχρωση που από ψηλά δένει
Το λευκό ξημέρωμα

Κάποια ταλαιπωρημένη ουσία
Ίσως από αλλεπάλληλα σεισμικά καιρικά φαινόμενα Απρόβλεπτου κάλλους
Θα βαπτίσει το κενό
Με διάστικτο αρωματισμένο φεγγάρι
Και τότε κάποιος ξεχασμένος Γκαγκάριν
Θ’ ανακαλύψει πως έπρεπε να ανακαλύψει
Την Αμερική
Ολοταχώς στροφή προς το λάθος – Κολοβό

Και τότε σημασία θα δίνεται στη συγκράτηση
Των πλανητών στο επιθυμητό ύψος
Το ύφος δεν θα πάλλεται ανάμεσα στα διάκενα
Του νοήματος
Το αστραφτερό διαστημόπλοιο έχει από καιρό
Κουβαλήσει μπρονζέ εξαρτήματα αμφιβόλου προέλευσης
Και αυτά Κινέζικα – ενώ η Δύση έχει άλλες κυρώσεις
Και από κάτω ολόκληρη σταγόνα εκρήγνυται
Στο αδιαχώρητο πολλών
Και λες
Μήπως και αυτό;
Κι αν έτσι;
Ίσως θα έπρεπε να βγάλουμε κάποιο μικρό βότσαλο
Από το βάθος της λίμνης
Εκεί θα γράφεται κουκκίδα και κόκκο
Ο χάρτης μιας άλλης ανακάλυψης
Στιλπνή η πορεία και η λάμψη των άστρων
Τηρεί πάντα καλά μετρημένη
Την απόσταση ανασφάλειας

Ο Γκαγκάριν κάποια στιγμή θα άλλαζε
Όνομα για να μείνει στην ιστορία της γης
Και κάποτε
Η Γη
Θα άλλαζε την πορεία της Γύρω γύρω
Από τον άνθρωπο

*Από τη συλλογή “Ακρογωνιαία πορεία στο και”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2012. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

e. e. cummings, και ό,τι δεν είναι αληθινό μπορεί να πάει στο διάβολο

Iordanis's avatarΙορδάνης Π

όταν ο θεός αποφάσισε να δημιουργήσει
τα πάντα πήρε μια
ανάσα μεγαλύτερη και από τσίρκου μπάντα
και έτσι άρχισαν τα πάντα

όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να καταστραφεί
το ήταν χώρισε
απ’ το θα και βρίσκοντας μόνο το γιατί
το συνέθλιψε στο επειδή

-:-

Συμβουλή Προς Νεότερους Ποιητές (ή συγγραφείς)

Ποιητής είναι κάποιος που αισθάνεται, και που εκφράζει τα συναισθήματά του με λέξεις.
Αυτό μπορεί να ακούγεται εύκολο. Δεν είναι.

Πολλοί νομίζουν ή πιστεύουν ή ξέρουν ότι αισθάνονται – αλλά αυτό είναι νομίζω ή ξέρω ή πιστεύω· όχι αισθάνομαι. Και η ποίηση είναι αισθάνομαι – όχι ξέρω ή πιστεύω ή νομίζω. Σχεδόν οποιοσδήποτε μπορεί να μάθει να νομίζει ή να πιστεύει ή να ξέρει, αλλά ούτε ένας δεν μπορεί να μάθει να αισθάνεται. Γιατί; Επειδή, όποτε νομίζεις ή πιστεύεις ή ξέρεις, είσαι κάποιος άλλος: αλλά τη στιγμή που αισθάνεσαι, δεν είσαι παρά μόνο ο εαυτός σου.

Το να μην είσαι παρά…

View original post 508 more words

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα, III

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Δρόμοι παλιοί
(από συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη | τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη, Παναγιώτης Καραδημήτρης & Δημήτρης Νικολούδης / πρώτη εκτέλεση από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά στον δίσκο Μπαλάντες (1975))

Πέντε μικρά θέματα

III

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε.)

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

View original post

Ανδρέας Καρακόκκινος, Τρία ποιήματα

karakokkinos055

Ο ήλιος δε θα βγει

Ο ήλιος δε θα βγει
κι η ανατολή θα κρυφτεί
πίσω από τα μάτια σου.
Το κλάμα των παιδιών
θα απλωθεί μες στην καρδιά σου
κι οι φωνές τους θα πνίξουν
το τελευταίο χαμόγελο
που απόμεινε να περιμένει
το φως της άνοιξης.

***

Μελαγχολικό δειλινό

Ο ήλιος αργά αργά
σβήνει τη λάμψη του
αφήνοντας πίσω του
ένα ξεθωριασμένο
κόκκινο χρώμα
σημάδι πως
έρχεται η νύχτα
να βάψει στα μαύρα
γη και ουρανό
όπως τα όνειρα
που ξεθωριάζουν
και σβήνουν την ομορφιά
του λαμπερού χαμόγελου.

***

Στη μοίρα σου

Στη μοίρα σου
βάλε μια πινελιά χαμόγελο
κι ύστερα ζωγράφισε σ’ αυτήν
τη θάλασσα
τον ήλιο το φεγγάρι
τον έρωτα
το πρώτο σου φιλί.
Δέσε τη ζωγραφιά
σε μια κορνίζα
από στίχους ποιητών
κι ένα κομμάτι άνοιξης.
και τότε κοίταξε μπροστά
και δες το αύριο
μέσα στον πίνακα σου της ζωής,
χωρίς απόγνωση
χωρίς το βάρος των ποδιών σου.

*Από τη συλλογή “Πνοή της άνοιξης”, Θεσσαλονίκη 2007.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Τρομεροί αμαρτωλοί

Ευγένιος Ντελακρουά, Η αγωνία στην κήπο

Ευγένιος Ντελακρουά, Η αγωνία στην κήπο

Ίσως ο πιο τρομερός Κύκλος της Κόλασης -ο Κύκλος για τους πιο τρομερούς Αμαρτωλούς- να μην έχει ανάγκη από κοφτερά σίδερα ή νερά που βράζουν.
   

Μια στιγμή της ζωής σου – αν είσαι ένας από τους τρομερούς αυτούς Αμαρτωλούς. Η πιο όμορφη στιγμή της ζωής σου. Η πιο ευτυχισμένη. Και τη ζεις ξανά. Και αναρωτιέσαι πώς γίνεται να είσαι τόσο τυχερός, πώς γίνεται να Του ξέφυγες, πώς γίνεται να συγχωρέθηκες δίχως να έχεις ζητήσει καν συγνώμη. Και τη ζεις ξανά. Ξανά και ξανά. Και είσαι πεπεισμένος πως είσαι στον Παράδεισο· και γελάς με όλους εκείνους που, ενώ ήσουν ζωντανός, σε τραβούσαν -φοβισμένοι- προς το Φως. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Και αρχίζεις να προσέχεις λεπτομέρειες.

Ατέλειες στο σώμα της ερωμένης σου ή μια υποψία αμφιβολίας στο χαμόγελο του γιού σου. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Ήταν απλά άλλο ένα δάσος σαν όλα τ’ άλλα που είχες διανύσει· απλά ένιωθες ότι τα πάντα ήταν πιθανά εκείνη την ημέρα. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Δεν σε κοιτούσε καν στα μάτια όταν σου έλεγε ότι σ’ αγαπάει. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Όποια κι αν ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής σου, πόσα δευτερόλεπτα κράτησε; Άξιζε; Για εκείνα τα δευτερόλεπτα; Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Όχι πάλι· ναι, πάλι· για ακόμη μια αιωνιότητα θα βυθίζεσαι στην αγκαλιά του πατέρα σου. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Ανάθεμα. Ανάθεμα εκείνη τη στιγμή που είδες πρώτη φορά το πρώτο σου σκυλί· τώρα θα ήθελες μονάχα να το πνίξεις.
  
 
Εκείνοι που γδέρνονται από τα κοφτερά σίδερα, εκείνοι που βράζουν μέσα στα νερά, κρύβονται –με όση ψυχή, με όση μνήμη τούς έχει απομείνει- στο σώμα της, ή στο χαμόγελο του, ή στο δάσος, ή στις λέξεις της, ή στην αγκαλιά του, ή στην πρώτη φορά που έπαιξαν με το σκυλί τους. Ελπίζουν να επιστρέψουν ξανά, ίσως μετά από τόσες αιωνιότητες που δεν θα μπορούσαν να μετρήσουν, στα μέρη στα οποία τώρα κρύβονται. Και εσύ επιστρέφεις. Ξανά και ξανά. Και για πάντα.

*Ο Αλέξης Αντωνόπουλος διαχειρίζεται την ιστοδελίδα http://www.alexantonopoulos.com 
όπου μπορεί κανείς να βρει τα γραπτά του.