Έκοβε τα μαλλιά του στους διαδρόμους της πολυκατοικίας. Διερωτόμουν, μαζί του στο ασανσέρ, ενώ ανερχόμουν στον τρίτο με ψαλιδισμένους ώμους
από τον φόβο: Δεν έχει καθρέφτες στο σπίτι; Με κεριά, μου είπαν κατόπιν, πώς τη δόση του φτιάχνει. Με «Δεν φταις, αγόρι μου», τού φέρναν γάλα -και το ‘πινε
όλο- γειτόνισσες συντρέχτρες, «που είναι δύσκολη η ζωή». Τα “Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή” βρήκα μια νύχτα στη θυρίδα.
Ξέσπασε πυρκαγιά· τον βάζαν, είδα, στο κλουβί, καθώς έπαιζε “Kill Bill”, και με ρώτησε αν διάβασα τον Ρίλκε.
*Από τη συλλογή “Θαύματα στου Πολύφημου/ Σβήστε τους φάρους για τον Ιβάν Ισμαήλοβιτς”, Εκδόσεις Κίχλη, 2022.
Ονειρεύτηκε εις μάτην μια VIP θέση σε βαγόνι ασφαλείας την αμαξοστοιχία να σφυρίζει προς τον τελευταίο σταθμό. Ο ασύρματος ξέβρασε παράσιτα εξωγήινων συγχορδιών εκπέμποντας κλήση για θητεία σε άχρωμη ζώνη. Οι άμυνες κατέρρευσαν τσιγάρο σβησμένο πρόχειρα με μια σοβαρή κουβέντα. Το όπλο στα χέρια του βαριά υπόσχεση το κλικ της σκανδάλης σπρωγμένο για μάχη. Τότε οι συνεπιβάτες τον σταμάτησαν. «Είσαι ο εθνικός μας ποιητής» ψιθύρισαν με τα μάτια στυλωμένα στο κενό. Προσφέρθηκε το σκονάκι του θανάτου σε χαρτί από ξυλόλιο αλλά εκείνος με μια ψυχή που έβραζε καζάνι πέταξε στα μούτρα τους: «Ντροπή». Τα χείλη των νεκρών αγιάστηκαν. Η οθόνη ανέβασε τον θίασο της εσχάτης προδοσίας. Το πάνελ υπερψήφισε τη στιγμή. Η τηλεθέαση κάρφωσε το ταβάνι. Μπαμ μπαμ τα χειροκροτήματα. Σφαίρες που γυαλίζουν στον αέρα. Οι βουλευτές σφραγίδες, βλέμματα σβηστά επικύρωσαν το αναπόφευκτο. Κι αυτός μπροστά στην ερημιά της προσοχής κομμάτιασε τα φώτα της ψυχής του σε μια κοιλάδα ψεμάτων μπαζωμένη.
Aπό τη συλλογή ‘’Κουνούπι τίγρης”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.
Σάκος του μποξ -Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώ- πους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν σπουργίτια-Ζητούσαν ψωμί-Σε μπαλκόνια-Περβάζια-Τα σύραν’ στο Τμήμα-Με βραχιόλια-Πισθάγκωνα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν τους ίσκιους-Που ’χουν σπίτια παγκάκια-Τους πήγαν στο Τμήμα-Με βραχιόλια-Πισθάγκωνα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ -Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν παιδιά-Που πετάνε στους τοίχους-Να τα βλέπουν τουρίστες-Τα κλείσαν’ σε πάρκα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Τ’ αδέρφι σωπαίνει-
*
Ένα ποτήρι γάλα με μια μύγα -Στο Αστυνομικό Τμήμα του Αγίου Τίποτα-Πνιχτές φωνές-Βρισίδια-Και μπουνίδια-“Ε- σύ ’σαι- Ρε τσογλάνι-Που σουφρώνεις στην περιοχή τα δια- μερίσματα-Θα φτύσεις τ’ άντερά σου-Για να μας πεις -Πού τα ’χεις καβατζώσει-Τα κλοπιμαία-Και τα χρήματα”-Αλλά ο διπλανός για το Αυτόφωρο-Τα τακτοποιεί τα φλέγοντα ζητήματα-“Ένα παιδάκι είναι-Σκαρφαλωμένο στο μπαλκόνι της δικιάς του-Πρώτος όροφος-Αφήνει ανθοδέσμη κι ένα ποίημα–Οι μπάτσοι του την πέφτουν-Πως είναι συμμορία-Μπουκάρει στο διαμέρισμα-Ξυπνάει κι η δικιά του-Απ’ τον τρόμο-Και τα βήματα-Κι εκείνος βγαίνει στο διάδρομο-Αρπάζει έναν πυροσβεστήρα-Και λούζει-Όποιον κι αν βρεθεί στου δρόμου του τη μοίρα-Όταν με φέρνουν-Τον βλέπω-Με μια στρατιά από μπάτσους στον αφρό-Κι ενοίκους απ’ την πολυκατοικία-Όλοι τους άσπροι-Ένα ποτήρι γάλα με μια μύγα-Αυτός να αντιστέκεται με πείσμα-Μαζί τους και η δικιά του-Να εξηγεί για ανθοδέσμες και για ποιήματα-Αλλά οι μπάτσοι βρίσκουνε σε αυτόν-Το κελεπούρι-Για να ξεσπάσουν της εξουσίας τα ανομήματα”-Στο Αστυνομικό Τμήμα του Αγίου Τίποτα-Πνιχτές φωνές-Βρισίδια-Και μπουνίδια-“Εσύ ’σαι- Ρε τσογλάνι-Που σουφρώνεις στην περιοχή τα διαμερίσματα-Θα φτύσεις τ’ άντερά σου-Για να μας πεις- Πού τα ’χεις καβατζώσει-Τα κλοπιμαία-Και τα χρήματα”
*
Κανένας -Σε κολαστήριο γηροκομείο-Ιδιοκτήτες και νοσηλευτές χτυπούν τα γερασμένα χρόνια-Νύχτα-μέρα-Τα δένουν στην καρέκλα-Τα έχουν σε ακαθαρσίες και σκουπίδια-Τα ταΐζουν τρόφιμα φρικτά μαγειρεμένα-Χωρίς να σκιάζονται απ’ την ύβρι-Πως βασανίζουν τα γερασμένα χρόνια-Που αν τα καταφέρουν να ξεπεράσουν της ζωής δυστυχήματα και αρρώστιες-Κι αυτοί θα συναντήσουν-Μα ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο-Και το αρμόδιο αργοκίνητο υπουργείο-Θα κλείσει το γηροκομείο-Με εισαγγελέα-Μπάτσους-Κανάλια που μουγκρίζουν-Και στέλνει να τα πάρουν ασθενοφόρα-Για να τα μεταφέρουν σε άλλο θλιβερό γηροκομείο-Με στοιχειώδη τουλάχιστον συμπόνοια-Ύστερα καλεί τους συγγενείς τους-Να παραστούν στη δύσκολη αυτή ώρα-Μα από τους συγγενείς δεν εμφανίζεται κανένας-Θα μεταφερθούν με συνοδούς μονάχα-ΕΚΑΒίτες-Και πλακωμένη την ψυχή τους με μια πέτρα- Αλλά κι αυτή η ώρα θα περάσει-Όπως τα γερασμένα χρόνια το γνωρίζουν-Δεν θα την σταματήσει και η πιο τρομερή ημέρα-
*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα, 2025.
Είναι αυστηρά τα σύμβολα απόψε Αν και από καιρό νεκρά Ο χαρτοκόπτης Η κρύπτη Μια εικόνα κενή, Όλα είναι ακατάληπτα. Πέρα απʼ τις σκέψεις. Ποιες σκέψεις; Στην θέση μου κάθεται μια λευκή μορφή. Αντιγράφει τη σκηνή. Όπως την υποβάλλουν Τα αντικείμενα λέξεις.
*
ΕΝΝΟΙΕΣ ΦΩΤΟΣ
Ώρες σαν διάρκειες νεκρές Στον τεμαχισμένο αυτό χρόνο. Κάποιοι τόνοι μνήμης. Πολύτιμοι τόποι λήθης. Χάνονται για μένα μαζί μου πια. Από την κρυστάλλινη στάση μου Οι λάμψεις χάνουν συνέχεια την έννοια του φωτός. Είναι νεκρός ο καιρός Σαν είδωλο συνωμοτώ με τον νεκρό εαυτό μου.
*
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Δεν πειράζει που καταστράφηκε Το καλοκαίρι στα χέρια μας. Σαν μια χαώδης ονειροπόληση φωτός. Ακρωτηριασμένων σχημάτων. Αν χάθηκε το μέγεθος των βράχων. Κι η παραλία έπαψε να είναι η περυσινή. Εγκαταλείψαμε μαζί αυτό το όνειρο Γελοιοποιώντας το τέλος των εποχών. Με τη θεατρική μας αίσθηση των κυμάτων.
*
ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΣΚΕΨΗ
Παράταση ή επανάληψη Μιας τυφλής πράξης; Πως με τον ίδιο τόνο φωνής Επέμενα στην εκμάθηση Της λογικής Με τις ίδιες σαφείς λέξεις; Δεν έβλεπα την έμμονη σκέψη; Καθημερινά λόγια την έκρυβαν Και ακόμα την αγνοώ. Την διαστροφή της αίσθησης.= Παραίσθηση; Παράλογη σκέψη;
*Από τη συλλογή Μορφή, Έκδοση Μικρή Εγνατία, 1980 – Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1981.
Ο ποιητής που σιωπά μπροστά στην αδικία γράφει λέξεις που ανοίγουν ομαδικούς τάφους.
Η ουδετερότητα είναι η πιο ύπουλη μορφή συνενοχής.
Η ποίηση που δεν αναμετριέται με την πραγματικότητα είναι μια όμορφη ψευδαίσθηση και τίποτα παραπάνω.
Κάθε ποίημα είναι μια κραυγή, ακόμα κι αν μοιάζει ψίθυρος. Όποιος δεν τολμά να φωνάξει, δεν ανήκει στη γλώσσα της ελευθερίας.
Η πολιτική στάση του ποιητή δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαιότητα. Όταν οι σφαίρες μιλούν, τα ποιήματα οφείλουν να απαντούν.
Ο ποιητής χωρίς θέση δεν είναι ποιητής. Είναι παρατηρητής, κρυμμένος πίσω από τοίχους που άλλοι έχουν χτίσει.
Κάθε ποιητής κουβαλά την ευθύνη των καιρών του. Το μολύβι του γίνεται ξίφος όταν η αδικία ξεπερνά τη σιωπή.
Όποιος γράφει χωρίς να βλέπει τον κόσμο, δεν γράφει. Γεμίζει σελίδες με φέρετρα.
Μη ρωτάς αν ο ποιητής έχει πολιτική στάση. Ρώτα αν η πολιτική αντέχει την ποίηση.
Ο ποιητής που δεν παίρνει θέση, έχει ήδη διαλέξει στρατόπεδο, της σιωπής που δικαιώνει το άδικο.
Η ποίηση που δεν συγκρούεται με την εξουσία, δεν είναι ποίηση. Είναι απλώς διακόσμηση. Το χρέος του ποιητή δεν είναι να εξηγεί την εποχή του, αλλά να την ανατρέπει.
Η σιωπή ενός ποιητή μπροστά στην αδικία είναι πιο εκκωφαντική από τις κραυγές των ενοχών.
Ο ποιητής δεν είναι ουδέτερος. Είναι το μαχαίρι που κόβει το ψέμα στα δύο.
Δεν υπάρχουν “απολιτίκ” ποιητές. Υπάρχουν μόνο βολεμένοι σιωπηλοί.
Το ποίημα που δεν αντιστέκεται είναι ένα ακόμα λιθάρι στο τείχος της καταπίεσης.
Όταν οι λέξεις δεν γίνονται όπλα, οι στίχοι παραμένουν φυλακισμένοι στα χαρτιά.
Τα μάτια που φύγαν και τη θέση έκλεψαν του πολικού —το αστέρι του βορρά— να φύτρωσαν στο ουράνιο περιβόλι κάτω από τα γόνατα μου ή θα αναγκαστώ να σπείρω τη μορφή που άφησαν στις κόρες των ματιών μου και να γυρνώ τυφλός χτυπώντας στα δέντρα της Selva Oscura. Μην τρομάζεις το φως το φως σου μην τρομάζεις στα γενέθλια των νεκρών το φως μην το τρομάζεις στον κάβο των ανθών στο ξάγναντο του γαλανού θα βρεις το τρικάταρτο να πλέει ιστιοφόρο των ελπίδων σου στα γενέθλια των νεκρών ας σιωπήσεις και οι λέξεις σου ας σπείρουν στην καρδιά σου το φως που το κεντά στους βράχους των πόθων ή σειρήνα.
9
Σαν τα φιλμ που βλέπαμε μικροί συνωστίζοντας τους υπαίθριους σινεμά φιλμ… σινεμά CALDERONE PIZZERIA RISTORANTE COME ON TWIST AGAIN AMORE AMORE TRA LE TUE BRACCIA SULLA TRECCIA DELLA SPIAGGIA IO E TE FUOCHI FATUI AFFICHE JEDE NACHT IM KINO EMBASSI προστρέξατε προστρέξατε προστρέξατε προστρέξατε προστρέξατε και είπα να κρυφτώ κάτω από το νάρδο και είδα στα φύλλα του και στα άνθη του τσαμπιά να κρέμονται οι χαμπερούσες και η ευωδία και είπα να κοιτάξω άλλου και ένας σαλτιμπάγκος φώναξε όσοι πιστοί προσέλθετε και άδειασαν στα μάτια μου οι φωτεινές πινακίδες της πολιτείας η ευωδία των άσπρων ανθών τύλιξε τις ψυχές πού είχαν θρομβώσει πάνω στο φως της καρδιάς μου. Il parpaglion che fere a la lumera στο άγαλμα ενός νέου αθλητή. δεν μπορείς να ζητάς πολλά σου φτάνει ο ουρανός σου και το μάρμαρο που ακουμπάς.
10
Δεν θυμάμαι η προσπάθεια φέρνει την άρνηση το αλώνι κάπως αμυδρά το φαντάζομαι αυτές τις νύχτες με τα ξανθά του τα μαλλιά να κυματίζουν στη νοτιά του φεγγαριού στα αιματώδη χείλη φαίνονται οι οικονομίες μιας λεμονιάς στην πανσέληνο των αγρών. Από ό,τι θυμάμαι τα καλοκαίρια φεύγανε στη ζεστή ομίχλη των σωμάτων και το χειμώνα θερίζαμε χολή και θάνατο.
*Από τη συλλογή ”Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής”, εκδ. “Γνώση”, 1981.
**Ο Παύλος Γερένης (Καλαμάτα 1956) ζει στην Ιταλία και την Αυστρία. Έχει εκδόσει τη συλλογή ”Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής” το 1981 από τις εκδόσεις Γνώση του Μάνου Ελευθερίου, και στα ιταλικά ένα βιβλίο με διηγήματα (Le infedeltà del pensiero) και μια ποιητική συλλογή (Angeli a perdere) το 2006.
ΕΙΜΑΙ Η ΣΕΡΒΙΤΟΡΑ σε παράδρομο στην πλατεία Καραϊσκάκη δουλειά μου να του σερβίρω λέξεις τέσσερις λέξεις και δυο τελείες άργησα πολύ. μού έλειψες. τις αρνείται επιστρέφω το δίσκο γεμάτο δε με θέλει πόρνη πρέπει να εφεύρω άλλον τρόπο για το σ’ αγαπώ
*Από τη συλλογή “Solidago”, 2018.
*
Post-It
Ασημάδευτες που φεύγουν οι Πέμπτες Μήτε ένα τόσο δα σημάδι στο σώμα τους να μαρτυράει σήμερα αγαπήθηκα και πιο κάτω σήμερα αγάπησα Θάναι που σώθηκαν τα post it από το βιβλιοπωλείο της γωνίας Σε αναμονή της επόμενης παραγγελίας…