Μανόλης Κουμαντάκης, Το πολεμικό σινεμά

Μπήκα στο στρατό ξέροντας ότι θα παίξω σ’ ένα σινεμά
κι έπειτα θα βγώ να πω στην γκόμαινά μου πιά παραμύθια χοντρά.
Ακόμα και νεκρός όταν πέφτεις
κάποια εικόνα του σινεμά και μουσική μελαγχολική θα μπορείς να συνθέτεις. Συνθέτης και σκηνοθέτης.
Μα της φρίκης του στρατού έγινα ένας ικέτης.

Στο σινεμά ο Ράμπο Πι.Χι.
μπορεί και ποζάρει και σκοτώνει κάθε τρομοκράτη και κομμουνιστή.
Έτσι και εγώ θα καμαρώνω που μοντέρνα όπλα θάχω να βιδώνω
και σεξουαλικά θα τα χερουκλώνω.
Ακόμα κι αν θα πέσω σαν ένα κλώνο
δέκα δισεκατομμύρια μάτια θα με δούν σε σινεμά φανταστικά στον ντουνιά.
Είναι ωραίο να σκοτώνεις σκεφτόμουνα
και παρ’ όλο που το στρατό λόγω φασισμού εχθρευόμουνα
από το μιλιταρισμό γοητευόμουνα
ξεχωρίζοντας τους μιλιταριστές από τα φασιστόμουνα.
Η ταξική κοινωνία τη φρίκη έχει μελοποιήσει
το θάνατο θα σου σκηνοθετήσει
έτσι που και ο θάνατος θα σε ευχαριστήσει
όταν ο καταπιεστής την σκανδάλη σε σένα πατήσει.
Αφού είδα ότι ο στρατός εξαφανίζει κάθε είδους ποιητική συμφιλίωση με τη φρίκη
και ο σινεμάς του μυαλού αποδείχτηκε φρικιαστικό χαλαμπαλίκι
φοβάμαι ακόμα κι ένα παιδάκι που κρατά στα χέρια ψεύτικο πιστόλι.
Έχουμε το διάολο του φασισμού και του πολέμου μέσα μας όλοι.
Χουφτώνω το κρανίο μ’ ανελεύθερα χέρια
σ’ αυτά τα φρικτά ελληνικά μιλιταριστικά τούτ’ ασκέρια
και βγάζω εικόνες ωμές με νηστέρια
την ψυχή ματωμένη εναέρια
της απελπισίας θητεία κι ιέρεια
κάτω απ’ του φασιστικού κέντρου τα αστέρια.

Ονειρεύομαι μια καλύβα στην άκρη της ζούγκλας ζεστή
πλάι σε μια θάλασσα ηδονιστική
όπου καμμιά ντουφεκιά δεν θ’ ακουστεί
και δεν θα υπάρχουν όπλα και οπλοβαστοί.
Και δεν θάμαστε δεμένοι μ’ ένα όπλο
και την πλακέτα αναγνωρίσεως πτωμάτων σε κάποιο λόχο.
Όπου κοιμόμαστε φέροντας μονίμως στο λαιμό το ασιμί μας
γουρούνια στην μοντέρνα εποχή μας,
μήπως και πεθάνουμε κάποια μέρα και ξεκολλήσουν απ’ το γυμνό λαιμό
του ασιμί τον νεκρό τον αριθμό…

Εγώ είμαι κρέας για τα κανόνια
είμαι κρέας για σωφρονιστικά καψόνια
όχι σινεμάς και πρωταγωνιστής στο σινεμά με γοητρόνια.
Γαμώ τα γαλόνια
πούναι πάνω από τάφους αηδόνια.
Στο σινεμά σταμάτησα να πηγαίνω
γιατί είναι σαν τον στρατό όταν μπαίνω
και βλέπω στην οθόνη κάποιο φασιστρόνι
γοητευτικά να σκοτώνει.
Μεγάλο ψυχολογικό καψόνι.
Για να με εθίσουν στο φρικτό θέαμα το κοινωνικό.
Στο πυροβολικό
τα βλήμματα των 90 κιλών τα λένε μπέμπηδες
κομματιάζουν σπίτια, νταλίκες νταλικιέρηδες
μπουλντόζες μπουλντοζιέρηδες
ζαρτινιέρες ζαρτινιέρηδες
εκπυρσοκροτούν τα μέλη τους στους φρικτούς αέρηδες
κι είναι ωραία εικόνα για του σινεμά τις έριδες,
για του θεατή τα υποσυνείδητα κενά
και για τα αισθήματά του τα νεκρά
και αφήνουνε και κέρδη εμπορικά
κι όλα πάνε καλά
αλλοιώς τα ανθρωπάκια που πηγαίνουν σκλαβωμένα σπίτι δουλειά
δεν θα καθόντουσαν στης αθλιότητας τ’ αυγά.
Φρικάρω από τρομώδη συγκίνηση
όταν βλέπω ένα βλήμα σε κίνηση
προτιμώ να κάτσω γύρω από μια φωτιά
να την κυττώ στα μάτια ζεστά να χτυπά
και να μην υπάρχει ούτε υποσυνείδητη μνήμη
από βόμβες στρατόπεδα, θανατοέτοιμα κτήνη.
Ας πιάσουμε πια το φάντασμα της λευθερίας απ’ την κνήμη,
έτσι που το τέλος του θάνατου χαρτί θα μας απονείμει.
Στη μνήμη
όλων των νεκρών συντρόφων που σκοτώθηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των νεκρών στο ‘ Αουσβιτσ και το Νταχάου που κάηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των παγκόσμιων πόλεμων.
Τέλος, στο τέλος του φιλμ των εμπόλεμων.
Δεν έχει τέλος τούτη η στροφή
ούτε και το θρίλερ του πολέμου τελειώνει πάνω στο χαρτί.
Κι η μάχιμη θητεία διαρκεί
στη Ρόδο την κοσμοπολιτική κοντά στην πρώτη γραμμή.
Ξανθές τουρίστριες χαζές
μας ζητάνε να τους πούμε ωραίες ιστορίες όμορφες μιλιταριστικές
και μείς για να τις βγάλουμε γκόμαινες αυτές
τους λέμε πως είμαστε αλεξιπτωτιστές.
Παρ’ όλο που έχουμε κοιλιές.
Δεν τις προσέχουν αυτές.
Και φθιάχνουν γενναίους ήρωες με τις φάτσες μας τις κωμικές.
Γυρνώντας στην Αυστρία
λένε μια ιστορία.
Στη Ρόδο που πήγα
γνώρισα ένα μεσογειακό γορίλλα
μ’ έσφιγγε με τα πρωτόγονα χέρια του
έτσι όπως σφίγγει ο αλεξιπτωτιστής τα ταίρια του
κι εκεί στην ντισκοτέκ
μούπιασε τον κώλο για ένα φλέρτ.
Και με ξέσκισε με το κτηνώδη σώμα του
έτσι όπως αφήνει ένας έμπειρος πολεμιστής νεκρό το πτώμα του.

1986

*Από τη συλλογή “Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα – Αναμνήσεις από στρατόπεδα συγκέντρωσης της κοσμοπολίτκης Ρόδου”, Εκδόσεις Επόμενη Επανάσταση, Ηράκλειο 1988. Ευχαριστώ τον Θεόδωρο Μπασιάκο που μου έστειλε το βιβλίο.

Ξορκίζοντας φόβους – Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος*

Στις μέρες μας, εκδίδονται αρκετά ποιητικά βιβλία, τα οποία μιλάνε για σύγκρουση με το κατεστημένο, στηλιτεύουν την σύγχρονη κοινωνία και ζητούν την αλλαγή της, ενώ αρκετά από αυτά αναφέρονται σε επαναστατικές ανατροπές. Όμως, οι περισσότεροι ποιητές, στην προσπάθειά τους να γράψουν ένα είδος επαναστατικής ποίησης, ξεχνούν την ποιητικότητα και καταλήγουν να γράφουν επαναστατικά μανιφέστα, που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον για τις ιδέες, που προωθούν, όμως, δεν είναι ποίηση. Υπάρχουν και λίγες ποιητικές συλλογές, που καταφέρνουν, χρησιμοποιώντας ανατρεπτικό στίχο να γράψουν ποίηση, δίχως να χάσουν την ποιητικότητά τους.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Με μια κόκκινη ανάταση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής» και διαπιστώσαμε, ότι είναι ποίηση.

Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, εξάλλου ο ποιητής απορρίπτει την παραδοσιακή ρίμα χαρακτηρίζοντας τους ποιητές, που την χρησιμοποιούν αποκλειστικά «δίποδα κολεόπτερα», όμως, παρά την απουσία ρίμας και μέτρου, υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός, που διατηρεί μια μουσικότητα σε κάθε ποίημα, έτσι, που να διαβάζεται αβίαστα χωρίς να κουράζει και αυτό είναι μεγάλη αρετή στη σύγχρονη ποίηση.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης στην ποιητική του συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» γράφει απλά, λιτά και κατανοητά. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Η ποίησή του γίνεται κραυγή διαμαρτυρίας, αγανάκτησης και οργής. Μια ποίηση, που δεν φιλοδοξεί τίποτα άλλο, από το να γίνει σύνθημα στα χείλη του κάθε καταπιεσμένου της σύγχρονης κοινωνίας.

Σε αρκετά σημεία, ο ποιητής γίνεται ειρωνικός, ειδικότερα, όταν αναφέρεται σε εκπρόσωπους της αστικής τάξης, όπως, οι κυρίες των τιμών: «που επιδεικνύουν τα αστραφτερά δόντια τους / γιατί δεν έχουν τι άλλο να κάνουν». Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν διστάζει να χτυπήσει και το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο, που διαφημίζει ορισμένα ευπώλητα βιβλία θεσπίζοντας βραβεία του συρμού: «Μυθιστορήματα ανάγκης / επί παραγγελία / υποψήφια για βραβεία αοριστίας». Όσον αφορά το γιατί γράφουμε ποίηση, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κατηγορηματικός: «Όταν γράφουμε ποίηση / το κάνουμε για να ξορκίσουμε / τους πρότερους εφιάλτες μας.»

Σε κάποια ποιήματα της συλλογής «Με μια κόκκινη ανάταση» συναντάμε αρκετά απαισιόδοξες διαπιστώσεις, όπως, ότι «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», ή ότι «ξεμάκρυνε η φύση», ενώ σε άλλο ποίημα αναφέρεται ο ταχυδρόμος, που φέρνει: «μόνο τραπεζικά χρεόγραφα/ λογαριασμούς / αλληλογραφία», που ο ποιητής χαρακτηρίζει: «ασήμαντη χαρτική ύλη / ανίκανη ν’ ανατινάξει / την επαναστατική του φαντασία» και πιο κάτω συναντάμε τις ερημιές που, «κυριαρχούν παντού». Που καταλήγουμε, λοιπόν; Σε μια διαπίστωση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει; Σε μια κραυγή, που απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων; Ο Δημήτρης Τρωαδίτης, δεν απελπίζεται. «Το σύμπαν είναι άναρχο / κι εμείς επαναστάτες» θα γράψει, φέρνοντάς μας μπροστά στην διαλεκτική μαρξιστική φιλοσοφία, ενώ σε άλλο ποίημα θα αναφέρει ότι μια «κόκκινη ανάταση… δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» και αλλού θα προτρέψει: «να τραβήξουμε απότομα / το δηλητηριασμένο στιλέτο / που μας χτυπά πισώπλατα.»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Με μια κόκκινη ανάταση» είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή, που έρχεται να κοιτάξει στα μάτια τον αναγνώστη και να αγγίξει την καρδιά του. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει: «Η μόνη αληθινή κίνηση / είναι αυτή των ματιών / όταν αντικαθιστούν / το άγγιγμα της παλάμης.»

* Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα βουλγάρικα, στα αγγλικά, στα αλβανικά και στα πακιστανικά. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό http://www.vakxikon.gr. Διαχειρίζεται τα blogs: http://www.poihtikostayrodromi.blogspot.gr http://www.theoharispapadopoulos.blogspot.com

**Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από εδώ: http://fractalart.gr/me-mia-kokkini-anatasi/

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα

Το σκουλήκι

Περιδιαβαίνοντας
διαδρόμους νεκροπόλεων
σε στάση βρώσης
αναφώνησα:

“Ω! Άνθρωποι εσείς, δολοπλόκοι.
Νεκρόφιλοι και χαμερπείς”.

***

Ο έρωτας

Ηθοποιός έρωτας
διπολικός και δορυφόρος
έρωτας εργολάβος
γελωτοποιός
σοφός ραβίνος
έρωτα είσαι τρομοκράτης
συ ‘σαι έρωτα ο μόνος επαναστάτης.

***

Περιπλάνηση

Δύο κουβέντες ψέλλισες
μετά από χρόνια περιπλάνησης
στα κάθε λογής εδώλια

Δύο κουβέντες
και οι μηχανές όλου του κόσμου έσβησαν
με μια ταχύτητα φωτός
άνεμοι σε προσπέρασαν
γερμένη πίσω
άλλοτε λεβεντόκορμη

με το δεξί στη μέση, στο σπαθί
ευθεία στάση

και άλλοτε θυσία
Λοξεία στάση
με τα μαέστρικα χέρια σου
δεόμενα δεξιά αριστερά
προς το θεό που είδες
άκουσες και άγγιξες
και που τον έκανες
αιώνια δικό σου

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΖΗΤΙΑΝΟΙ

Παιδιά της Αφρικής, μην προσπερνάτε.
Μη μας αφήνετε σ’ αυτό το μαύρο χάλι.
Σαπίζουμε στην έρημο της πόλης.
Φαντάζουμε φαντάσματα
ναυαγισμένων μύθων.
Απ’ της ευημερίας τους ιούς
γεμίζουν φλεγμονές τα σωθικά μας.
Μη μας εγκαταλείπετε στο έλεος
του Δυτικού πολιτισμού που μας θερίζει.
Δείξτε μια στάλα ευαισθησίας στις γιορτές.
Με είκοσι εμβόλια κατά της ιλαράς
μπορούμε ν’ αγοράσουμε φτηνά
ένα πακέτο κάρτες ανοησίας.

***

ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΑΙΣΕΣΕΙ

Έγραψα τα υπάρχοντα στη Νύχτα
κι αποχώρησα.
Ένα φιλί
μια στάμπα αίμα
λίγους στίχους
κι ένα παράπονο σκυφτό
εκτός σχεδίου.

Χωρίσαμε χωρίς αμετροέπειες
καθώς αρμόζει δηλαδή
σε καθωσπρέπει ποιητές
συμβασιούχους.
Τώρα μπορώ
να ωριμάζω ελεύθερος
στο κελί μου.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, εκδ. Μανδραγόρας 2012.

Poetry by Manolis Aligizakis/A Review

vequinox's avatarManolis

!cid_37686FD8483E4EE08140DCAFC02D5FF2@userHP

SENSUALITY IN MANOLIS’ POETRY COMPARED TO CAVAFY AND YANNIS RITSOS

As history teaches us, the contrast between life and art has made it easy to think of Cavafy in the abstract, as an artist whose work exists free from tradition and attachment to a specific moment in time. This trend has been prompted by the two elements of his poetry for which he is most famous: his surprisingly contemporary theme (one of his themes, at least), and his attractive and direct style.

Certainly there have always been many readers who appreciate the so-called historical poems, situated in magical places of the Mediterranean during times that have been long dead and acrimonious with sociable irony and a certain tired stoicism. (“Ithaca gave you the beautiful journey, / without her you would not have put in the passage. / But now she has nothing to give you,” he writes in what may…

View original post 2,216 more words

Γιώργος Καββαδίας, Τρόμο κρατεί_

Κλαδί που λύγισε ο αέρας…
κάπως έτσι βλέπεις τη ζωή μας.
Ένα κλαδί που το λυγίζουν οι άλλοι, οι πιο δυνατοί.
Έχει όμως ελαστικότητα, επανέρχεται και συνεχίζει να
παίρνει μπόι.
Τα χρόνια όμως περνούν.
Οι εποχές αλλάζουν.
Χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο,
και πάλι απ’ την αρχή.
Κι είναι ξανά οι ίδιοι άνθρωποι που σε λυγίζουν.
Πιο μεγάλοι, πιο δυνατοί πια.
Κρατιέσαι καλά και πάλι, μα για πόσο;
Οι ρίζες θα κλονιστούν,
οι φωτιές θα σε τρομάξουν,
και στο τέλος η φωνή θα σπάσει.
Κι η σκέψη άλλα θα σου λέει,
θα παραμένει κόκκινη από το αίμα εκείνων που πρέπει να πληρώσουν.
Οι πράξεις σου θα πνίγονται.
Μα τα θεμέλια τα σάπια, σιγά-σιγά, θα μετατοπίζονται.
Το δάσος θα πνίξει τη μεγαλόπρεπη πόλη στο ίδιο της το λίπασμα
και θα βλαστήσουν τ’ άνθη της ελπίδας μας ξανά.

1/3/2014

*Από τη συλλογή “Δεν ήσουν εσύ για επανάσταση”, εκδόσεις Εντύποις. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι των Γιάννη και Χρυσόστομου Ντούβαλη και περιλαμβάνεται στη συλλογή. Για περισσότερα για τον Γιώργο Καββαδία επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http://www.georgekavvadias.gr

Μίλτος Σαχτούρης, Επτά ποιήματα

Ο καθρέφτης

Στη Νόρα Αναγνωστάκη

Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να ψιθυρίζει:
Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει

***

Ο ποιητής

Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά ‘χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν’ άσπρο πουλί, από πάνω, θ’ απαγγέλλει μέσα
σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.

***

Το χρυσάφι

Κάποτε
θα σταματήσουμε
σα μιά γαλάζια άμαξα
μέσ’ στο χρυσάφι
δε θα μετρήσουμε τα μαύρα
άλογα
δε θά ‘χουμε τίποτα ν’ αθροίσουμε
δε θά ‘χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε
κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ’ απ’ τη μαύρη τρύπα
του ήλιου
που θα καίει

***

Κυριακή

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου
το πεθαμένο το παιδί
δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι
τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ’ τις λεμονάδες
πετάει μιά νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο
μ’ ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι

***

Η φεγγαράδα

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

***

Το ποντίκι

Ο ένας να μιλάει για ένα Μάρτυρα
κι ο άλλος ν’ απαντάει για έναν ποντικό
Ο ένας να μιλάει για έναν άγιο
κι ο άλλος ν’ απαντάει για ένα σκύλο
και είναι τότε που μέσα στη μαυρίλα
είδα τον Ποιητή ολομόναχο
και γύρω του να λάμπει
το κενό

***

Το κεφάλι του ποιητή

Έκοψα το κεφάλι μου
τό ‘βαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου
Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε
τό ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος τους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

2 ποιήματα | Νίκος Δασκαλόπουλος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

José Hernández. La Metamorfosis

Συνεκδοχή, Μεταξουργείο

[…] η ψυχή, το μάτι, και το χέρι,
έρχονται τώρα σε μια σύνδεση
— Βάλτερ Μπένγιαμιν

Μόλο που γίνομαι άπιαστος
(γίνομαι το άπιαστο),
βλέπω εκείνη την πόρτα.
Ξέρω πώς θα ανοίξει, ξέρω
πώς θα κλείσει.
Βλέπω ό,τι την περιβάλλει,
κάθε λεπτομέρεια, όλη τη
διαδρομή μέχρι εκεί και τα
πάντα από πίσω της που έχω
αφήσει.
Εγώ μπορώ να φύγω, αλλά τα
μάτια μου δε με ακολουθούν.
Πού πρέπει άραγε να κοιτάξουν
για να μη προδοθούν και πώς
να τα μεταπείσω, όταν το μόνο
που θέλουν είναι να κάνουν
ακριβώς αυτό.
Και τώρα θα ανοίξεις πάλι σε
μένα αυτή την πόρτα.

View original post 215 more words

Πελαγία Φυτοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

ο λόγος τους λυσσώδης
ξαγρυπνά πάνω απ’ τα βρέφη
που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις
θα τα στείλουν πίσω
η παράδοση ορίστηκε τη μέρα που γεννάς
άνοιξε τα πόδια σου
σε λίγο θα μας αγαπήσουν

***

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

βλέπω προχωρήσαμε όλοι
τους στίχους μας
σ’ ένα πρώιμο απόγευμα
τώρα ας ανοίξουμε
τα παράθυρα
να πάρουμε λίγο
φρέσκο αέρα

Άνοιξε μια τρύπα στον καθένα
Εγώ είχα μεγάλο κούτελο
Άνοιξε δύο

***

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά

***

ΕΞΟΔΟΣ

Κάνει ψύχρα
Σκέπασέ με
Χώμα θα βρεις στο ψυγείο

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδ. Θράκα 2016.

Λουκάς Λιάκος, Δύο ιστορίες

Δαλιδά

Βαρβιτουρική μου ανάγκη χειμώνα. Πρέπει να είσαι μόνη σε αυτό το σκοτεινό (θα πάψω σιγά-σιγά). Πρέπει να είσαι πρόθυμη και αφόρητα δίκαιη, ξέροντας το σώμα, ξέροντας την ψυχή μου. Σκέψου τον Ιταλό τραγουδιστή, σκέψου σύντομα ελευθερώνοντας δάκρυα, πως τα δάκρυα δεν υποψιάζονται κήπους μέσα στη βροχή. Θέλω να πιω τα λουλούδια που φτύνουν. Να είμαι το κακό παράδειγμα, να διαβάζω πάνω στο κρύσταλλο, πρακτικά και ηλικιωμένα να σε αγγίζω, μπροστά στη φωτιά, μέσα σε ενοικιαζόμενα με κόκκινο χρώμα, να σε αγγίζω. Η ανάμνηση, η ανάμνηση στο τρίξιμο που δεν έχουμε ζήσει, η ανάμνηση σε όλη τη γη. Όλα συμβαίνουν μέσα από διακλαδώσεις. Να τρώω ψίχουλα, να ξοδεύω το νοίκι με φίλους. Χειμώνας, το τρίξιμο του κρεβατιού. Περιστασιακά τα πάντα υπάρχουν. Να ένα όμορφο βιβλίο, ένα φιλί κι ένα γέλιο κάθε δεύτερο Σάββατο. Μου άρεσε που τα παιδιά ήταν κρεμασμένα από ένα πέτρινο ακρωτήριο κι άρχισαν να βαραίνουν. Εμείς, σαν σε τελευταία στιγμή περιμέναμε τα πουλιά αναίσθητα να φάνε το βούτυρο. Είμαι άνθρωπος, είσαι ολομόναχη, ψάχνω το ραντεβού μου. Ψάχνω σε έναν άμορφο μονόλογο τις ευχές του πατέρα. Πριν τη μελωδία υπήρχε η νίκη, υπήρχαν τα σχέδια που έρχονται. Επίμονε σιδηρόδρομε, σπίτι από χορτάρι, Ιωάννη μου άγιε, δερμάτινη. Χειμώνας σημαίνει ελατήριο, σημαίνει γάτες σε γροθιά, λάχανο που ξύνεται, ρυτίδες σε κάθε σχήμα και διαδικασίες. Διαδικασίες όπως ο άνεμος να φυσάει από τη μεριά της μπουλντόζας, να φυσάει πράσινα και να φυσάει κίτρινα, από τα αισθησιακά λάστιχα του κατερπίλαρ. Χειμώνας όπως λέμε άλογα ελευθερωτές, όπως λέμε οι ποιητές περιμένουν τις πόρνες. Σφραγισμένος χειμώνας. Έχω κάνει τα μαλλιά μου να βαριούνται και να με κατηγορούν που βαριούνται. Χειμώνας. Ο Οράσιο πεθαίνει γλυκιά μου Λουσία κι αυτοί, αυτοί οι λίγοι που περιφέρονται γεμάτοι κλαδιά, αυτοί θα φρουρήσουν τον τάφο του. Αμήν.

***

Υπάρχει το παράλογο

Είναι χρυσό κι αβοήθητο πλάσμα. Διαλέγουμε αυτά που έχουν καεί, διαλέγουμε το κύπελλο κι ένα άδειο δωμάτιο, τη γη με το μέτωπο της σελήνης. Εσύ κι εγώ ουσία μάταιη δεν είμαστε, το σώμα ή ο κήπος, το άρωμα μιας λιποθυμίας. Ζαλιζόμαστε στο πέρασμα μιας εικόνας μπροστά στο παράθυρο. Ζαλιζόμαστε όπως η γη κι επιπλέουμε στο νερό, γιατί οι ρυτίδες μας είναι ένα ποτήρι κρασί, είναι η ευγένεια της βροχής όταν η μετάνοια του πρωινού μας κάθεται, στα σκονισμένα μας χέρια. Ζαλιζόμαστε σαν και τούτο το φως στο πρόσωπό μας, που πεθαίνει για πάντα.

*Από τη συλλογή «Στροφορμή», εκδόσεις Strawdogs, 2016.