Alejandra Pizarnik, Σιωπές 

σιωπή εγώ ενώνομαι στη σιωπή
εγώ έχω ενωθεί στη σιωπή
και αφήνω να με κάνουν
αφήνω να με πίνουν
αφήνω να με λένε

μαχαιρωμένη απ’ αυτό που λείπει
από την άτιμη αναμονή
θα ξαναγεννηθώ στα τρομερά παιχνίδια
και θα τα θυμάμαι όλα

οι ναυαγοί πίσω από τη σκιά
αγκάλιασαν αυτή που αυτοκτόνησε
με τη σιωπή του αίματός της

η νύχτα ήπιε κρασί
και χόρεψε γυμνή ανάμεσα στα κόκαλα της ομίχλης
ζώο ριγμένο στο πιο μακρινό χνάρι του
η κοπέλα γυμνή καθισμένη μέσα στη λησμονιά
ενώ το ανοιγμένο κεφάλι της πλανιέται κλαίγοντας
ψάχνοντας να βρει ένα πιο αγνό σώμα

ύστερα όταν πεθάνουν
εγώ θα χορέψω
χαμένη στο φως του κρασιού
κι ο εραστής του μεσονυκτίου

που είναι
πίσω από τα μάτια μου
κι από τα μάτια σου
τώρα που είναι νύχτα
στο αίμα
και δεν μπορούμε να δούμε
τον κρύο κόσμο μεγάλο

δεν έχει σημασία αν όταν φωνάξει η αγάπη
εγώ είμαι νεκρή
θα έρθω
πάντα θα έρχομαι
αν κάποτε
μου φωνάξει η αγάπη

ταξιδεύτρα της καρδιάς μαύρου πουλιού
είναι δική σου η μοναξιά τα μεσάνυχτα
δικά σου τα γνωστικά ζώα που πληθαίνουν τον ύπνο σου
περιμένοντας τον πανάρχαιο λόγο
δική σου είν’ η αγάπη κι ο ήχος του ραγισμένου ανέμου

*Mετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Γρηγόρης Σακαλής, Μηδέν

Γάζα.
Ένας λαός
έζησε τον όλεθρο
την εξόντωση
την καταστροφή.
Έθαψε
χιλιάδες μέλη του
άντρες, γυναίκες, παιδιά
χιλιάδες έμειναν ανάπηροι.
Ένας μικρός λαός
πέρασε τα πάνδεινα
αφού όλοι οι δυνατοί
υποστήριξαν τους σφαγείς του
τι κρίμα
και η δική μας χώρα το ίδιο.
Τα σχέδια των δυνατών
εν μέρει υλοποιήθηκαν.
Είναι η ώρα της ανακωχής.
Αυτός ο λαβωμένος λαός
πρέπει ν΄ αρχίσει από το μηδέν.
Τους ετοιμάζουν τώρα για εθνοκάθαρση.
Θα γίνουμε συνένοχοι;

Έφη Καρασμάνη, Σατυρικό

Θα είναι πάλι ο εκλεχτός, με πιάνει παραζάλη
τώρα που θα ‘ναι η χρέωση θαρρώ με το κεφάλι;

Γιατί κατέχω ορέγεται την πρυτανεία ξανά,
ήρθε η ώρα οι φοιτητές να πάρουν τα βουνά;

Σαν μασκαράς του σύριζα, μάγκα κάνει τον Ζώρα
και τότεσας ξεκίνησε γι’ αυτόν η κατηφόρα.

Έδωκε και συνέντευξη και δήλωσε σταράτα,
“ευθύνη έχει ο πρύτανης στην εδικιά του τράτα”.

Του πρύτανη τη βούληση γυρέψανε κι οι μπάτσοι
κι αυτός για δόλιο φοιτητή δεν έχυσε ένα δάκρυ.

Λέξη δεν ηύρε για να πει και ούτε μια συγνώμη
που σε δικό του έδαφος δάρθηκαν τόσοι ανθρώποι.

Άνθρωπο δε λογάριασε, μα μήτε όμως κάτη
και με σαράντα αργύρια και εργολάβο βάνει.

Και σαν εκείνον το φονιά του Πόε μέσα χτίζει
δυο γάτες και πολλά χαλά το χώρο που ορίζει.

Κι έγινε τότε χαλασμός, τις γάτες ποιος τις σώνει;
κι έτσι ξεσηκωθήκανε μαζί μας κι οι γειτόνοι.

Κι εκείνος που δεν διάβασε τον Μαρξ ή τον Μπακούνιν
βγήκε στο δρόμο κι έγινε και το Ηράκλειο, Μπρούκλιν.

Γιατί ακόμα κι αν κανείς για αναρχικούς δεν κλαίει,
στο τέλος αγανάκτησε, η γάτα ίντα φταίει;

Δεν άργησε όμως να φανεί πώς φασισμό μυρίζει 
γιατί θαρρώ λίγο μετά νοσοκομείο σφραγίζει.

Πώς διάολο τούτη η σφαγή στον κόσμο θα περάσει,
είναι παλιό κι ας το ‘πανε, τώρα, “νόμο και τάξη”.

Όντε οι μπάτσοι κι οι γιατροί γίνονται συνεργάτες,
ναζί αποφασίσανε να κάνουν κι εδώ κάστες.

Κοντάκης υποψήφιος για αξίωμα και πάλι,
τον πρύτανη θα κάψουμε σ’ αυτό το καρναβάλι.

*Ένα σατυρικό ποίημα για τα γεγονότα της εκκένωσης της κατάληψης Ευαγγελισμού στο Ηράκλειο Κρήτης και τα παρελκόμενά της αλλά και για τα κατορθώματα του πρύτανη, σε κρητική διάλεκτο. Κάτης είναι ο γάτος και αναφέρομαι στις γάτες που μπαζώθηκαν στο κτίριο και οι οποίες απελευθερώθηκαν πάλι με την επανακατάληψη…

Μαρία Πανούτσου, Η Οφηλία δεν μένει πια εδώ

Τρίπτυχο

a

Bar man
Δεν ήπιε ούτε το τσάι της.
Πλήρωσε και αφού κοίταξε για τελευταία φορά,
την διακόσμηση του χώρου
κατευθύνθηκε στην έξοδο του Bar.
Ήταν πολύ πρωί ακόμη άδεια η αίθουσα
μόνο εκείνη και ο Bar man.
Έξω ψιλόβρεχε.
Η αίσθηση της ζωής την συνεπήρε.
Ένα ισότονο έβγαινε από μέσα της.
Οι δρόμοι είχαν ονομασίες.
Εκείνη γύρευε ένα συγκεκριμένο δρόμο.

b

H Οφηλία δεν μένει πια εδώ
Υπάρχουν πολλά, είδη έρωτα.
Το επιβεβαιώνουν οι πληγές στο σώμα των ανθρώπων
καθώς μαρτυρούν την μοναδικότητα κάθε συντρόφου.
Εσύ αγαπημένε, είσαι το καντήλι
που φωτίζει τον παραδείσιο τάφο μου,
αφού εσύ τα περιέχεις όλα,
στην φωνή
και στην αιώνια παλινδρομική κίνηση της αγάπης σου,
γεμάτη από μύθους και ιστορίες λαών που πνίγηκαν στον χρόνο..
Εσένα, κρατώ σαν λάβαρο της ελευθερίας μου
και δεν σε απαρνιέμαι.
Ανησύχησα καθώς είδα το σπίτι μας, άδειο.
Και όμως αυτός ήταν ο βαθύτερος σκοπός μου.
Να πεις: «Η Οφηλία δεν μένει πια εδώ».

C

Μαζί
Δεν θέριεψε ο ήλιος / Πρώτη μέρα
Δεν σύρθηκε το βλέμμα μια αυγή
Στο πρέπον και μη / να δώσει θέλει πέρας
Σε τόπο / χρόνο / οι άνθρωποι μαζί/
Σε στέκια μιας κοπής / Δεύτερη μέρα
Ατάραχη ζωή χωρίς ήχου πνοή /
Και πριν και τώρα / πάντα εδώ /
Κάτι πικρό / Rock πέρασμα / κι άτεγκτο σκληρό/
Γερνούμε εμείς οι νέοι/ μ’ ένα φάκελο κρυφό/
Δεν είναι μέσα κι έξω νικηφόρος ο ψαλμός/
Τρίτη μέρα / Τοπίο θολό / κι αγαπημένο /
Μια γυναίκα μόνη / Θρέφει μωρό και θάνατο μαζί/
Πνίγεται ο άνδρας /σε μικρή λίμνη από κλάμα/
Τέταρτη μέρα/σκυλιά παρέα με βατράχια /
Ξεβράζονται σε πεζοδρόμια / περιπατητές μαζί τους εκλιπαρούν/
Ένα ποτάμι από φως / Πέμπτη μέρα/
Μήνυμα πάνω κι από τον χτύπο της καρδιάς /
Αστραφτερή στιγμή / με μια μπουκιά/ στο στόμα /
Πιότερο και από την ίδια την ζωή / Εσύ/
Μέρα… δεν θυμάμαι πια τον αριθμό /
Ξεχασμένη από καιρό / ξαναγυρνώ πάλι σε σένα
‘Όπως ο διψασμένος στην δροσερή πηγή/
Βελούδινη κάθε επαφή / στο στόμα και στα χέρια /
Αφή και πάλι αφή / μοναδική / που ξεγελά θάνατο και ζωή

Χρήστος Κολτσίδας, Άτιτλο

στην Όλγα, το πουλάκι

Τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου
λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο

Λ. Νικολακοπούλου, Θεός αν είναι

Μπαίνεις στ’ όνειρο, όπως πουλάκι βρίσκει το κλαδί του. Δυο μέρες δεμένη στη μουριά. Πράσινα τα μάτια σου, τα περπατάνε ζώα. Ακούγονται τριξίματα, δέντρα να πέφτουνε με κρότο. Πού είν’ ο άγγελός σου που χαρίζει λουλουδάκια; Πού είναι το καλό παιδί που πάει στο σχολείο; Το κατσικάκι, ο αποκεφαλισμένος κόκορας, η κούνια πάν’ απ’ τους γκρεμούς; Δυο μέρες δεμένη στη μουριά, δυο βράδια η κοιμωμένη στο μαντρί. Να είναι ζεστά, κι έξω να βρέχει. Κι ο Σεραφείμ να ξέρει να μιλάει στο σκοτάδι.

Τι μάτια είναι αυτά;
Δεν είναι δάση, είναι πηγάδια.

Δυο απορίες που γυρνάνε ελεύθερες στον κήπο
και τον κρατάνε ανθισμένο.

Και βγαίνεις απ’ τ’ όνειρο.  

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://mag.frear.gr

Μάτση Χατζηλαζάρου, Χαμόγελα

Λόγια για τη σύγχρονη μουσική επονομαζόμενη “Swing”

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

Μια ανεμώνη τινάχτηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ᾽τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα
Η θάλασσα αναμοχλεύει τ᾽άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.
Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες τα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.
Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

*Από τον τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2021.

Λίνα Βαταντζή, 4×2

i
Αυτό το σταχτί φως της ανήλιαγης μέρας 
όλο πυκνώνει,
ώσπου γίνεται δάσος τη νύχτα,
όταν νιώθω το στέρνο σου.
Αλλά, βρες μου, τη διαφορά 
αίσθησης και πραγματικότητας
όταν διαλύεται το δέντρο μας.

ii
Εμείς μαζεύουμε πευκοβελόνες,
εμείς ρίχνουμε στη φωτιά 
φύλλα χρυσά και λευκά χαρτιά.

iii
 Κοίτα την έκρηξη!

 iv
Όμως, έχουμε μάθει,
έχουμε γίνει πυροσβέστες – 
σιωπηλά περπατούμε, σχεδόν χωρίς ανάσα,
ελάχιστη κίνηση – 
σβήνει η φωτιά.Την αφήνουμε σβηστή.
Έτσι μας έχουν διδάξει.

v
Έτσι διαχειριζόμαστε την συντριπτική ήττα – 
υποχωρούμε
όπως τα άνθη σκύβουν δακρυσμένα
την ώρα της καταιγίδας,
όπως τα φύλλα σκάζουν τρίζοντας
τη στιγμή που πατάμε τη γη – 
παρότι περνάει ο χειμώνας,
παρότι η άνοιξη πάντα επιστρέφει,
εμείς υποχωρούμε.

vi
Και κτίζουμε κόμπους στο λαιμό.

vii
Αυτή η λεπίδα της συγχώρεσης 
δεν είναι ακηλίδωτη πια.
Πόσες φορές έκοψε τις σκιές,
πόσες φορές άνοιξε χαραμάδες;
Το φως παγιδεύτηκε ανάμεσα μας.

viii
Εμείς στεκόμαστε στην ομίχλη,
εμείς προσμένουμε φωτοστέφανα –

παλμός αχνός.

Kamala Das (1934–2009), Words / Λέξεις

All round me are words, and words and words,
They grow on me like leaves, they never
Seem to stop their slow growing
From within… But I tell myself, words
Are a nuisance, beware of them, they
Can be so many things, a
Chasm where running feet must pause, to
Look, a sea with paralyzing waves,
A blast of burning air or,
A knife most willing to cut your best
Friend’s throat… Words are a nuisance, but
They grow on me like leaves on a tree,
They never seem to stop their coming,
From a silence, somewhere deep within…

Λέξεις

Παντού γύρο μου λέξεις και λέξεις
που πάνω μου φυτρώνουν σαν φύλλα
ποτέ δεν σταματούν εκ των έσω
προς τα έξω, μα λέω στον εαυτό μου
πως οι λέξεις είναι μπελάς, πρόσεχε τες
μπορεί να γίνουν τόσα άλλα πράγματα, ένα
χάσμα που τα πόδια του δρομέα σταματούν μπροστά του
η θάλασσα με τα αιώνια κύματα της
μια έκρηξη ψηλά στον αέρα
ή το μαχαίρι που μπορεί να κόψει
το λαιμό του φίλου σου, οι λέξεις
είναι μπελάς μα φυτρώνουν πάνω μου
σαν φύλλα του δέντρου
ποτέ δεν σταματούν να `ρχονται
σαν απ’ τη σιωπή βαθειά μέσα μου

*Translated by Manolis Aligizakis / Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης.

Κωστής Τριανταφύλλου, στην πλατεία

α.
ακόμα και μέσα στον πολύ αέρα
κάθετος στρόβιλος ξεσηκώνεται
να βουίζει τα αγάλματα ξυράφι σκίζει τη νησίδα
και σηκώνεται χημικό νέφος όταν ένας άνανδρος
λέξεις χύμα κι ανάποδες κοντόθωρες
όσο οι ορδές των βαρβάρων κυριαρχούν στον ορίζοντα
ακόμα και τότε που τίποτα δεν είτανε σαφές
βρέθηκες μπροστά μου με ιστορίες από τη ψυχή σου
ρωγμές στα βράχια που κατηφόρισαν τη ζωή σου
τυχαία συνάντηση στον καύσωνα
μέσα σε λευκό καταιγισμό από ακτίνες του ήλιου όλα θαμπά
από την επιδρομή των λέξεων έξεων των άξεστων
όταν χάθηκε αύτανδρος λέξεις
που προσπάθησε να προσδιορίσει στο βυθό αυτής της νύχτας
αναίτια ειπωμένες αλλά με το βάθος της ψυχής του
παλίμψηστο να προβλέπει το μέλλον
για όλους εκείνους που μπορούν στη τρικυμία να σωθούν
μέσα σε παλιρροϊκό κυματισμό το λέει η καρδιά τους
γιατί ο αέρας φουσκώνει την ανάσα τους
και περιμένουν να αποβιβαστούν στον παλιρροϊκό βυθό
αδημονούν ν’ ανακαλύψουν κι αναρωτιούνται
ξεγυμνωμένοι στο καύσωνα η πλατεία στρόβιλος που γυρίζει
σε λέξεις ενάστραπες να συγκολλούνται αλληλουχίες
ξέφρενες και μαγικές
ας μιλήσει πια ο περαστικός!

β.
στη πλατεία κοφτές κουβέντες ακατάπαυστα
ξεσηκώνουν μέγα βόμβο με μακρινές ιαχές
κι έρχονται κι άλλοι
και περνάνε
κι αναρωτιούνται
όλο και κάτι αφήνουν στη πλατεία
και κάτι παίρνουνε μαζί τους
η ανοιχτή συνέλευση διαρκεί ανάταση
για να ανασάνεις επιτέλους
έρχονται καταιγίδες
εκείνη ξέρει
ας μιλήσει λοιπόν!

γ.
μέσα είσαι κι εσύ στη πλατεία
ανταλλάσσοντας στιγμιαίες λέξεις με νόημα στη κόψη
ελεύθερη ποιητική να μη περπατάει στην άβυσσο
περνάει ο κατεδαφιστής με αποφασιστικές διαθέσεις
κι ο ισορροπιστής των ευθύβολων νοημάτων σήμα κινδύνου
στη κεντρική πλατεία της πόλης
υπάρχει πάντα ένας υπόγειος σταθμός ανοιχτός σε όλους
ένα γύρω γύρω στη πλατεία να μεγαλώνει ο στρόβιλος
φυσομανάει
τόσοι και οι άλλοι τότε
στη πλατεία Εξαρχείων δεν υπάρχει τίποτα
τόσοι και οι άλλοι τώρα σε κάθε πλατεία
ανοίγοντας τις λέξεις στα δυό στα τέσσερα στα οχτώ
είμαι έτοιμος βαστώντας ασήκωτη συννεφιά στη πλατεία
δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
μήπως έφτασε η στιγμή;
ο δόλος στην αγορά είχε σχέση με την ομίχλη
όλα για τα μάτια της
δεν τα δίνουμε όλα
δεν τα δίνουμε για τίποτα
γιατί δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
σου λέω πως είμαι έτοιμος για όλα
είμαι πολύ περίεργος απόψε
μα πολύ περίεργος μάλιστα!
δ.
ήταν οι λέξεις που σου ξέφυγαν
που άφησες
αυτό που πήρα ήταν το αύριο
μαζί στα απέραντα ανθρώπινα αινίγματα μέσα
σε λεωφόρους κοσμογονίας
σταυροδρόμια
εδώ στη πλατεία μαζί να κατακτήσουμε
να καταλάβουμε και να μιλήσουμε όλοι μαζί
εδώ τα τρίστρατα οδηγούν
στο αίνιγμα που ζούμε
που κόμπο κόμπο λύνουμε
είμαστε πάντοτε στη διάθεση φίλων και εχθρών
γνωστών και αγνώστων στη πλατεία
ακόμα και μέσα στον πολύ αέρα

*Κωστής Τριανταφύλλου, Πλατεία Άμεσης Δημοκρατίας, 2011.

Peny Delta, Ξενοδοχείο Άντζελα

Στον Γιώργο

Η ακμή του ’70 συνεχίζει να με πληγώνει.
Σουηδοί τουρίστες άφησαν εφημερίδες στην τραπεζαρία.
Σε σκονισμένες πολυθρόνες
θρονιάστηκαν σιωπηλές απουσίες.
Η πισίνα καλύφθηκε από το χρόνο,
το τσιμέντο και τα φυτά.
Αντίλαλοι από γέλια
και παιχνίδια του ανέμου,
επιμένουν να ηχούν εκεί,
που ο χώρος λεηλατήθηκε άγρια.

Πρόλαβα να κρατήσω ένα σπασμένο τηλέφωνο
και δύο συρμάτινες απλίκες.
Δύο σκουριασμένα κλειδιά, δίχως πόρτες.
Μια αλατιέρα γυάλινη,
να νοστιμεύει τη μοναξιά μου.
Κομμάτια στιγμών
στο δοχείο αχρήστων του χρόνου,
οι ευγενικοί, σιωπηλοί μου συγκάτοικοι .

Ίσως αν ήμουν μέρος της ακμής του
πολύ λιγότερο να μπορούσα να το χαρώ.
Σίγουρα δε θα το ένιωθα τόσο δικό μου,
όπως τώρα που η φθορά μου
ακουμπά τη δική του φθορά
και ανταλλάσσουμε,
φωνές, αγάπες, γέλια,
παλιές εφημερίδες,
μνήμες και κορμιά.

*Από τη συλλογή της Peny Delta (Πενη Δουλαβέρα) «Απενθείς», ΑΩ Εκδόσεις, 2024.