Εξόριστες λέξεις

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΤΑΚΗΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΝΗΣ
Walkabout. Προσδοκία ενός ξεκινήματος
εκδ. Εξάρχεια, σελ. 142

Τ​​ο βιβλίο του Τάκη Κατσαμπάνη κινείται στο μεταίχμιο λογοτεχνίας και ημερολογίου, μνήμης και μυθοπλασίας, φιλοσοφίας και υπαρξιακής περιπλάνησης. Ο συγγραφέας ανατρέχει στην τετραετία όπου έζησε στην Αυστραλία, ενθέτοντας στην αφήγηση σπαράγματα ημερολογιακών καταγραφών, λεπτουργήματα ενός ερμητικού λυρισμού. Στις σελίδες η σύγχυση του εξόριστου βλέμματος συνυφαίνεται με την εξουθενωτική προσπάθεια του αφηγητή να αναγνωρίσει τα ζωτικά στοιχεία της αποσυντεθειμένης ταυτότητάς του. Η άλλη χώρα απλώνεται μες στην εύτακτη απεραντοσύνη της σαν υπόσχεση ευτυχίας, αλλά εκείνον τον δελέαζε η τραγικότητα του χάους. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν ήταν η γεωγραφία. Ωστόσο, προτιμούσε τις όχθες από τις περιδινήσεις των ωκεάνιων κυμάτων. Ηθελε όχθες να περιφράσσουν το «ξεχείλισμά» του.

Η παρατήρηση του ξένου τόπου μετεξελίσσεται δεξιοτεχνικά σε εταστική αυτοπαρατήρηση. Ο αφηγητής αισθάνεται το πρωτόφαντο μέρος, τελείως αποκαθαρμένο από δράματα και συγκρούσεις, σαν «δοκιμασία για την ψυχή». Η περιρρέουσα ευζωία αναρρίπιζε ενδότατες εκκρεμότητες. Η προσδοκία της αρχής, του μηδενός, κατίσχυε του νόστου. Το ταξίδι στην άλλη άκρη της γης ήταν για τον συγγραφέα μια περιπέτεια μεταμόρφωσης, μια μανιώδης αναμέτρηση με τις πολλαπλές, λανθάνουσες ταυτότητές του. Οπως ο ίδιος λέει: «Ντρεπόμουν που δεν ήμουν αυτό που υπήρχε διπλωμένο μέσα μου».

Ο Κατσαμπάνης αποτυπώνει με τρομερή ένταση το άγχος μιας συνείδησης εκτεθειμένης στον φόβο, την αμφισημία, την αλεξία. Οι στιγμές που ο συγγραφέας αναλογίζεται την αποτυχία της ξένης γλώσσας να μεταφράσει τους σπασμούς της μητρικής είναι εκπληκτικές. Κάθε ταυτότητα προϋποθέτει μια πραγματικότητα και η πραγματικότητα νοείται μόνον μέσω του λόγου. Ενας λόγος σπασμένος, διάτρητος, χασματικός, όπως είναι ένας δάνειος λόγος, αδυνατεί να μεταπλάσει ό,τι ονομάζει σε πραγματικό, σε βέβαιο. Η αποσύνδεση μεταξύ λέξης και πράγματος «στύβει τον κόσμο από κάθε σημασία, από κάθε απόχρωση, κάθε ρίγος ή υπαινιγμό». Μιλώντας την ξένη γλώσσα, ο αφηγητής ένιωθε να ψελλίζει «ένα αλφάβητο μοναξιάς». Ο,τι μύχιο τον συντάραζε παρέμενε άλεκτο. Ματαίως πάσχιζε να εγκεντρίσει στη δανεική γλώσσα τα άγνωστα και αδήριτα που μαίνονταν μέσα του. «Οσο περισσότερες λέξεις, τόσο περισσότερα θραύσματα».

Μολονότι η αφήγηση του Κατσαμπάνη είναι εντόνως ενδοστρεφής, οι λέξεις του αποζητούν την εξωστρέφεια, αδημονούν να απελευθερωθούν από την αυτοαναφορικότητα για να διερευνήσουν ανύποπτους δεσμούς με τον κόσμο. Η δραματικότητα του λόγου του έγκειται στην επιθυμία του να εποικίσει τον λόγο τού άλλου. «Η μητρική γλώσσα ήταν πια μια γλώσσα για μονόλογο». Η ξένη γλώσσα, πάλι, έσφυζε από σιωπές, ανείπωτο θυμό και άλαλα ξεσπάσματα. Μπορεί μιλώντας την ο αφηγητής να απαλλασσόταν από το βάρος του αυτοειδώλου, αρθρώνοντας μια αλλότρια φωνή, αλλά νοσταλγούσε το εγκαταλελειμμένο του ιδιόλεκτο, τη δυνατότητα της μητρικής γλώσσας «να πλημμυρίζει». «Η γλώσσα μου, αυτό το μητρικό σώμα, κούρνιαζε μέσα μου σαν κουβάρι. Εχανα σιγά σιγά κάθε βεβαιότητα».

Η απώλεια της μητρικής γλώσσας φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης μια άλλη, οδυνηρή, απώλεια, εκείνη του πατέρα. Η εσωτερική περιπέτεια του αφηγητή εκκινεί από την προσδοκία μιας νέας αρχής, όπου υποβόσκει η απαντοχή μιας πατρογονικής αρχής. Επιζητεί τον νόμο του πατέρα και αυτή η διακαής ανάγκη υπονοείται στην τεταμένη σχέση του με έναν πανεπιστημιακό. Εναν αλαζονικό, αδιάφορο, απαραίτητο, ωστόσο, πατέρα, που αποκαθιστούσε την, πλασματική έστω, αρτιμέλεια του οιονεί γιου. «Το άπειρο ως μεταμόρφωση του νεκρού πατέρα δεν αντεχόταν», συλλογίζεται ο συγγραφέας.

Ο Τάκης Κατσαμπάνης στο πρώτο του βιβλίο μάς υπενθυμίζει με τη στοχαστική γραφή του πως η γλώσσα δικαιώνεται όταν αποτολμά να καταβυθιστεί στην πρωτογενή πηγή της, το συναίσθημα. Οι λέξεις του διατρέχουν αλγεινές ιστορίες μετανάστευσης μέσα από τις οποίες επιχειρούν να αποτιμήσουν τη δική τους εξορία, τον μετεωρισμό τους ανάμεσα στο ρητό και το άφατο. Ο αναστοχασμός της θλίψης και της αγωνίας των λέξεων συνιστά αναμφίλεκτα μια αξιοπρόσεκτη λογοτεχνική επίτευξη.

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη Δοκιμάζοντας το ποίημα

Δεν είναι ένα έκτενες βιβλίο, όχι καθόλου.
Ούτε έχει στίχους παραδοσιακούς, άλλωστε γράφω σε ελεύθερο στίχο
Και αφουγκράζομαι τους άλλους ποιητές.
Ίσως και οι λέξεις τους να γεννούν τις δικές μου λέξεις· ναι σίγουρα αυτό συμβαίνει!
Μα είναι γνωστό πως παρθενογένεση στην τέχνη δεν υπάρχει
Αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι περισσότερο να διαβάζει κανείς παρά να γράφει.
Ζωή δική τους έχουν τα ποιήματα, αυτόνομη πολλές φορές ζωή
Ο ποιητής σέβεται τη ζωή των ποιημάτων, πώς αλλιώς;
Ναι! λέω στους νόμους των λέξεων
Τίποτα δικό τους δεν λησμονώ
Αθώες γραφές δεν γράφω
Σιωπής δρόμους ακολουθώ, ωστόσο!

Το ποίημα μένει ανοιχτό, το ποίημα πρέπει να μένει ανοιχτό
Ο ποιητής πρέπει να το αντέχει το ποίημα και το ποίημα να αντέχει εκείνον

Πρόκειται για 2+2 στοιχεία. Είναι στην ουσία δύο ποιήματα -δοκίμια και δύο κολάζ που τα συνοδεύουν.
Ονειρεύομαι να τις περπατώ τις λέξεις, να τις διασχίζω. Εδώ τις ζωγραφίζω επίσης!
Ίσως ποίηση να είναι πολλά πράγματα μαζί
Η σκέψη πάνω στην εμπειρία είναι ποίηση
Με τούτο το βιβλίο διερευνώ την αλήθεια και το «ήθος» του ποιήματος
Αισθάνομαι και είμαι παρούσα στων λέξεων και των ιδεών τη σύναξη.[1]

*Από εδώ: https://koukidaki.blogspot.com.au/2017/06/i-asimina-ksirogianni-dokimazontas-to-poiima.html

ονειροκρίτης

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα “άσπρο άλογο”:
“μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει”/

ΚΛ – 25/07/2017

photo: Jerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

View original post

Λεωνίδας Γαλάζης, Εγκαρτέρηση

Photo: Giorgos Papavlassopoulos

Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές πυλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.

*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.

Λεύκιος Ζαφειρίου, Στο γκρίζο φως

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τζέζαρε Παβέζε
“δεν θα ξαναγράψω πια”

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νυχτα

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

*Από το Ένεκεν”, Νο 43, Ιανουάριος-Μάρτιος 2017.

Μιχάλης Κατσαρός, Πώς να καταχωρήσω

Πώς να καταχωρήσω τόσα γεγονότα –
τόσες απόπειρες

Πώς να μιλήσω;
Ενώ οι φωνές επιμένουν -οι ίδιες φωνές-
ενώ αποκρούομαι – πώς θες να μείνω
μια αστραπή ένα κυκλάμινο μια ρομφαία –
πώς θες να μείνω επιτύμβια στήλη
σε πεδίο μαχών
σε ποιο σταθερό δάπεδο να οχυρώσω
τις λεγεώνες μου;

Ο επίμονος θόρυβος σε οχήματα πόλεις αίθουσες
οι αδέξιες φωνές σε χώρους εναλλασσόμενους
το πλήθος έντρομο ενώ προχωρεί γυρίζει απότομα
κοιτάζει σε ορισμένο σημείο και κουρασμένο
κλαίει –
δεν ξέρει
δεν υπάρχει
δεν εξουσιάζεται.

Για τούτο υψώνω το λάβαρο τη νύχτα λευκό
μετά το σπάω και γίνομαι σίδερο
φωνασκώ υποκρίνομαι παραδίδω τις εντολές
παραδίδω κλειδιά πολιτείες μπετόν και σημαίες.

Μπορούσα να χαμογελώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα ν’ αγαπώ καθ’ όλην την διάρκεια.
Μπορούσα να κλαίω μιλώντας για την Ειρήνη.

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:

Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των
παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
το 1917
το 1936
το 1944
ανάβουν τις πυρκαγιές τα φλογερά λόγια
ανάβουν το δάσος μου που μου παρέδωσαν και
ανεμίζει.

Πώς θέλετε να οχυρώσω τις λεγεώνες μου
σε πονηρά κατάστιχα και σε ντουλάπια
πώς θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;

Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος.

Δημήτρης Γκιούλος, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΤΡΑΪΚΗ

Στα κάγκελα της πατραϊκής
βρίσκεται παγιδευμένο
όσο απέμεινε
σώμα
τάξης
εργατικής.

«Κοίτα πώς παγιδεύτηκε ένα κούτσουρο, μοιάζει με σώμα ανθρώπου»,
θα πεις με έκπληξη βγάζοντας το κινητό να το φωτογραφίσεις.

***

ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

ο ψυχίατρος μού είπε πως είμαι οργισμένος και πως ο καλύτερος
τρόπος να διοχετεύσω δημιουργικά την οργή μου είναι να γράψω ποίηση.
Ύστερα, οι κριτικοί μού είπαν πως η οργισμένη ποίηση είναι μέτρια
ποίηση, πως η ποίησή μου είναι μέτρια ποίηση.

Τώρα, ούτε οργή έχω, ούτε όρεξη γΐα κάποιου είδους δημιουργία ή
καταστροφή.
Δεν πάω πλέον στον ψυχίατρο.
Του πηγαίνω όμως τα παλιά μου ποιήματα, ώστε να ξεπεράσουν το
τραύμα της κριτικής.

Όλα είναι όπως πρέπει.
Ο ψυχίατρος έχει πάντα δουλειά κι οι κριτικοί νιώθουν δικαιωμένοι.

***

ΠΑΛΙΑΤΖΟΥΡΕΣ

Αγόρασα ένα βιβλίο μεταχειρισμένο
και μέσα βρήκα μια αφιέρωση από το 1987.
Τώρα η Άννα του τότε
μπορεί να έχει γάτες
παιδιά
εγγόνια
ή σκουλήκια.

Κάτι θα ‘χει
δεν μπορεί.

***

Η ΣΤΕΡΙΚΗ

Όπως και να το προφέρεις
εσύ στερείσαι
και γω
και γω χάνω.

*Δημοσιεύονται στο τελευταίο τεύχος (Νο 17, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2017) του περιοδικού “Τεφλόν”.

Θανάσης Αθανάσιος, Τρία ποιήματα

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

1914 – Τα παράθυρα δεν έχουν χείλια -προσμένουμε
1918 – Τρύπησαν το στέρνο του προβάτου
1919 – κηδεία του προβάτου, επίσημη εκλογή νέου αντιπροσώπου (χωρίς εκλογές)
191 7 – Φτερά και φτέρες -καμία δήλωση
1916 – γρήγορη αναπροσαρμογή των γιων στη θέληση του μαστιγίου στη θέληση του βόθρου
1915 – φιλτραρισμένη κηδεία
τα βαφτίσια έγιναν μα με καθυστέρηση

***

ΕΝΑ ΚΑΠΕΛΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Μια γυναίκα δούλευε ως λαθρέμπορος.
Η Κοιλιά της ήταν μια ευκλείδεια σχισμή διότι ποτέ
δεν φθάνει ένας κουρέας για να θρυμματίσει τους καρπούς των χεριών μας.
Οσο κι αν αγαπάμε τις αστυνομικές βολίδες που κρέμονται απ’ το εκκρεμές των
πτηνών ποτέ δεν θα δεχθούμε τα ανείπωτα δάκρυα των λιμνών.
Τα λεπτά σκιρτήματα της ύλης δεν χαλιναγωγούν
πια τα γαλλικά κηπάρια που επωάζονται στους ίσκιους των ακτών και των αράδων.
Το μελάνι γεννά τις σουπιές.
Εν τω μεταξύ, για να ‘μαστέ πλήρως σύμφωνοι με το εργατικό πνεύμα ενός
εγελιανού φαροφύλακα, αξίζει
να αποζημιώσουμε τις σαρκικές μας ώσεις όσο αυτές αγριεμένες και θυελλώδεις
κατασπαράζουν τα μηνίγγια των ναυτών.
Ένας κουρέας ποτέ δεν είναι αρκετός για να θρυμματίσει τους καρπούς των χεριών
μας. Ένας αφέντης και δέκα αφεντάδες, 10 ή και 1000, δεν φθάνουν για να
δαμάσουν την καθεαυτότητα των συνόρων μας.

***

ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Αποδοκιμάζοντας τους ευήλιους τιμητές της εκατονταρχίας υπογράφουμε άφωνοι,
κάτω απ’ την αμετάκλητη ροπή των ανθρωπίνων πόρων,
τις καταφατικές δοξασίες των σωφρονισμένων κώλων. Υπάρχει εδώ ένα ιδιότυπο
τηγάνι, υπάρχει εδώ ένας θάμνος που φαρμακώνει τα κλαδιά του
ενώ μυρίζει ένα παπούτσι. Υπάρχει εδώ μια κλήση δυνητικής παθογένειας που
τεντώνει τους δικτυακούς ποταμούς των επιθέτων μέσα στον ένσκοπο χάρτη των
μελλοντικών ψιθύρων.
Υπάρχει ακόμα ένας μοχλός με τον οποίον τα άστρα γίνονται προβατίνες και οι
αξιώσεις μας σημεία.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.

Άννα Αχμάτοβα, Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης

Κρύα πέτρα μου πλάκωνε τα στήθη
μα ήταν ανάλαφρα τα βήματά μου.
Έβαλα το ζερβί στην ταραχή μου
γάντι, στο χέρι το δεξί μου.

Πολλά φαινόντανε τα σκαλοπάτια
κι ας ήξερα πως ήταν μόνο τρία!
Μέσα απ’ τα σφεντάμια ο Νοέμβρης μού λέει:
‘‘Έλα να πεθάνουμε μαζί!’’ και κλαίει.

‘‘Γελάστηκα – ακούς; – από μια μοίρα
άπιστη, μοχθηρή, δίχως καρδιά.’’
‘‘Κι εγώ, γλυκέ, γλυκέ μου – κάνω –
θα ’ρθώ μαζί σου να πεθάνω’’.

Του στερνού ραντεβού είναι το τραγούδι.
Στρέφω, το σκοτεινό σπίτι κοιτάζω.
Στην κάμαρα κεριά ανάβαν μόνο
με αδιάφορη κίτρινη φλόγα. Κρυώνω.

Καθώς με καλαμάκι την ψυχή μου ήπια.
Ξέρω τη γεύση της: φαρμάκι που μεθάει•
μα το μαρτύριο δεν χαλάω με ικεσίες•
γαλήνη τόσων ημερών, που πήες

*Το ποίημα γράφτηκε το 1911 και εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1912 στη πρώτη συλλογή της Αχμάτοβα “Εσπέρα” στην Αγία Πετρούπολη και η συλλογή εξαντλήθηκε εντός του έτους.
**Μετάφραση Ρίτα Μπούμη-Παππά. Μελοποίηση; Πέτρος Σατραζάνης. Ηχογράφηση: 17 Νοέμβρη 2016 στο στούντιο Submarine του Γιώργου Θεοδωράκη ο οποίος κάνει και τη δεύτερη φωνή. Βίντεο στο youtube Γιάννης Αντιόχου.

Στρατής Φάβρος, Μαδριγάλι

Στο μισοσκόταδο γυμνό
το στρογγυλό κορμί σου
εσένα ελένη ιουδήθ
άννα μαρία περσεφόνη
σύλβια ή καλυψώ
να θέλω για τιμόνι
γυμνό λευκό κορμί
με φουντωτό γλυπτό μουνί
σαν ευωδάτο κρίνο

ξαπλώνω δίπλα σου και
τραγουδώ τον ύμνο
του έρωτός μας
τέλεια έτσι και ζεστά
μ’ αυτό το μαδριγάλι
πλοίο που χάθηκε
νωρίς σε ρώτα μεθυσμένη
είναι η ανάμνηση σου που κρατώ
το κάθε μου ακρογιάλι

*Από την ανέκδοτη συλλογή “Αφροδίτες”.