Emília Cerqueira, Ένα ποίημα

Ένα μπλε πουλί εισέβαλε
στον εθνικό μας χώρο

Ο στρατός κινητοποιήθηκε
Καθάρισε τους ιστούς αράχνης
από ένα υποβρύχιο

Σε κάθε γωνιά μια προειδοποίηση:
Σκοτώστε το! Μην αφήσετε να φύγει
το μπλε πουλί!!!

A blue bird invaded the national territory

The army was mobilized
Cleaned the cobwebs of a submarine …

In every corner a warning:
Kill him! Do not let the blue bird escape !!!

*Μετάφραση: Δημ. Τρωαδίτης.

Ο Ποιητής Μίλτος Σαχτούρης

Μίλτος Σαχτούρης
«Κύριε, είσαστε νεκρός;»

[Πολιτισμικοί Μετεωρίτες-Κωνσταντίνος Α. Ει. Παπαθανασίου]

Την Τρίτη 29 Μαρτίου, συμπληρώνονται έντεκα χρόνια από τον θάνατο του «τρελού λαγού» -ακόμη ενός μείζονος Έλληνα Ποιητή που ο «δρεπανηφόρος» επέλεξε να στείλει στ’ άστρα το μήνα αυτόν

Ο Μίλτος Σαχτούρης (29 Ιουλίου 1919-29 Μαρτίου 2005) φροντίζει να μας αποστομώνει πάντα και προκαταβολικά, όταν αναφερόμαστε σ’ αυτόν: «Προσωπικά πιστεύω ότι στο έργο ενός ποιητή δεν προσθέτει τίποτε η συμμετοχή του σε ποιητικά συμπόσια ή σε πνευματικές παρέες, στην πνευματική αγορά, όπως λένε. Κάποτε ο Ντίλαν Τόμας, ένας ποιητής που σέβομαι βαθύτατα και συχνά τον αναφέρω, σε ένα ποιητικό συμπόσιο διέκοψε τους ομιλητές και τρέχοντας στο παράθυρο φώναξε στους παρευρισκόμενους: “Πάψτε, πάψτε, ακούστε τα πουλιά πόσο καλύτερα τα λένε από εμάς”».

Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, το 1945, με τη συλλογή «Η Λησμονημένη» από τις εκδόσεις Ίκαρος με βινιέτα που σχεδίασε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Από τότε, και μέχρι το 1998, τύπωσε άλλες 13 ποιητικές συλλογές: «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Όταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Έκτοτε» (1996) και «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998). Στην τελευταία, μάλιστα, συλλογή του ο τόνος μπαίνει στην παραλήγουσα, όχι από λάθος. Σε συνομιλία που είχε με τον Βασίλη Κ. Καλαμαρά, και δημοσιεύτηκε στη «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», στις 23 Δεκεμβρίου 1998, δίνει μάθημα περί ρυθμού ή μέτρου, εάν θέλετε, που προσωπικά πιστεύω πως κανείς καθηγητής δεν θα μπορούσε να διδάξει: «Άμα δεν υπάρχει ρυθμός στην ποίηση, δεν είναι ποίηση. Δεν είναι τίποτα. Από εκεί καταλαβαίνει κανείς τους κακούς ποιητές. Τώρα που ελευθερώθηκε ο στίχος, δεν είναι αναγκαστικός ο ρυθμός, όπως ήτανε στην παλιά, την έμμετρη ποίηση. Άμα δεν έχει ρυθμό ο ελεύθερος στίχος δεν είναι ποίημα, δεν διαβάζεται. ‘Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια’. ‘Ανάποδα γύ…ρισαν τα ρολόγια’ δεν βγαίνει».

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919 με καταγωγή από την Ύδρα και ήταν δισέγγονος του ναυάρχου της Επανάστασης του 1821 Καπετάν Γιώργη Σαχτούρη. Σπούδασε νομικά στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά τα εγκατέλειψε και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην Ποίηση. Τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία και τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Πέθανε στην Αθήνα, το 2005, στην περιοχή της πλατείας Αμερικής στην Κυψέλη, όπου και κατοικούσε δεκαετίες στην οδό Μηθύμνης 14, σ’ ένα κλασικό μικρό αθηναϊκό δυάρι.

Την εποχή που κατοικούσα στην περιοχή -στην οδό Ι. Δροσοπούλου & Μυτιλήνης γωνία, στάση Λυσσιατρείο, 7 στενά ακριβώς, παράλληλα με την οδό του Ποιητή- πέρασα ώρες στα μαρμάρινα σκαλιά της πολυκατοικίας του, προσπαθώντας να πάρω θάρρος και να του χτυπήσω το κουδούνι. Δεν το έπραξα ποτέ, και μάλλον καλά έκανα, μια και τόσο η ηλικία μου όσο και η ιδιοσυγκρασία μου μάλλον θα τάραζε τον ηλικιωμένο Σαχτούρη. Ή εάν έγραφε και τον διέκοπτα να… : «Άμα γράφω ένα ποίημα και μου έρχεται η έμπνευση και μου μιλήσεις, εκείνη την ώρα μπορεί να σε σκοτώσω…», (από τη συνομιλία του με τον Θανάση Λάλα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 5 Φεβρουαρίου 1995).

Πολλά οφείλουμε στον ποιητή και κινηματογραφιστή-σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλο, που κατέγραψε συνομιλίες με τον Ποιητή. Επίσης στον Γιάννη Δάλλα, για την πρώτη σοβαρή μελέτη-αποτίμηση του έργου του. Ακολούθησαν κι άλλοι. Ο Μίλτος Σαχτούρης πάντα αναφερόταν στη μεγάλη τετράδα της Ελληνικής Ποιήσεως: Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Καρυωτάκης. Ειδικότερα τους Σολωμό-Καβάφη, τους αναφέρει πάντα στις ελάχιστες συνομιλίες-συνεντεύξεις που μας έχει αφήσει παρακαταθήκη. Επιρροές του ο Ρίλκε, ο Κάφκα και ο Ντίλαν Τόμας, κι άλλοι που τους μνημονεύει και στα ποιήματά του. Ιδιαίτερη η σχέση του με τη ζωγραφική, άλλωστε και η σύντροφός του, από το 1960 έως το τέλος της ζωής του, ήταν η ζωγράφος Γιάννα Περσάκη. Αδικημένος από την κριτική, όπως κι άλλοι της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, δικαιώθηκε στην πορεία και το έργο του παραμένει ακρογωνιαίος λίθος και μεγάλη στιγμή στους αιώνες που μετράει η Γλώσσα και η Ποίησή μας.

Στις παρακάτω παραγράφους παραθέτω κάποιες πικραμένες και μη επόψεις του που αφορούν, αναμφισβήτητα, μεγάλους Έλληνες ποιητές και φίλους του.

Σαχτούρης & Σεφέρης
«Όταν γνώρισα τον Σεφέρη στη μοναδική φορά που πήγα σπίτι του, μετά την επιστροφή του από τη Μέση Ανατολή, με ρώτησε: ‘Δοκίμια δε θα γράψετε;’ Και του είπα ‘Ποτέ’. Γυρίζει στη γυναίκα του και λέει: ‘Μαρώ, δες, δε θα γράψει δοκίμια’.», (συνομιλία με τον Λευτέρη Ξανθόπουλο, «Εντευκτήριο», τχ. 20, Σεπτέμβριος 1992). «Νομίζω η γενιά του ’30 ήταν πολύ φειδωλή. […] Ο δε Σεφέρης είπε: ‘Έντιμος ποιητής ο Σαχτούρης’. Έντιμος δε θα πει τίποτα.», (συνομιλία με την Όλγα Σελλά, «Η Καθημερινή», 20 Φεβρουαρίου 2000).

Σαχτούρης & Εγγονόπουλος
«Ο Εγγονόπουλος, όταν του πρωτοδιάβασα τη ‘Λησμονημένη’ -το θυμάμαι, ήταν συγκινητική ημέρα για μένα: πήγα στο ατελιέ του, αυτό το υγρό υπόγειο που είχε χώμα κάτω κι εκεί έζησε και κοιμότανε όλα τα χρόνια, αλλά είχε γερή κράση κι άντεξε- συγκινήθηκε πολύ. Ο Εγγονόπουλος άμα χαιρόταν του ανέβαινε μια κοκκινίλα στο στέρνο εδώ (δείχνει το στέρνο του) μέχρι πάνω στο κεφάλι… Κοκκίνισε ολόκληρος λοιπόν και μου είπε: ‘Κύριε Σαχτούρη, είστε ποιητής’. Σηκώθηκε, πήγε στη βιβλιοθήκη του, πήρε έναν ‘Μπολιβάρ’ που μόλις είχε βγει -το ’44 ήταν- και μου έγραψε μια αφιέρωση: ‘Στον κύριο Μιλτιάδη Σαχτούρη’ -Μιλτιάδη, όχι Μίλτο- ‘που είναι’ -το είναι μεγαλύτερο από τις άλλες λέξεις- ‘ποιητής’! Εγώ τρελάθηκα… Πήγα στη μάνα μου και της το ’δειξα. Ήταν μεγάλη συγκίνηση… », (συνομιλία με τον Θανάση Λάλα, «Το Βήμα», 5 Φεβρουαρίου 1995).

Σαχτούρης & Ελύτης
«Όχι δεν αναγνώριζαν την αξία μου… Με αγνοούσαν… Ακόμη κι οι φίλοι μου… Τα ’χω πει, κι ο Ελύτης φουρκίζεται άμα τα λέω. Με τον Ελύτη παίζαμε καρπαζιές, τρόπος του λέγειν, και μου έλεγε: ‘Δεν είναι ποίηση αυτή που γράφεις… Είναι γκραν γκινιόλ!’.», ((συνομιλία με τον Θανάση Λάλα, «Το Βήμα», 5 Φεβρουαρίου 1995). «Με τον Ελύτη ήμαστε φίλοι, όμως δεν είπε ποτέ για μένα κάποιον έπαινο.», (συνομιλία με την Όλγα Σελλά, «Η Καθημερινή», 20 Φεβρουαρίου 2000).

«Ο πυρετός της χαράς»

Ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή
ηλεχτρικοί πολυέλαιοι
δυο πρωινά παράθυρα
δυο μάτια φωτισμένα
η σκιά τ’ ανθρώπου διαβαίνει
μέρα να ’ναι για νύχτα
κι η φωνή: Μην τρέχεις μη φεύγεις
σ’ αγαπώ
La voix du rêve

*(“Η Λησμονημένη”, 1945

**Δημοσιεύτηκε στην ομώνυμη στήλη, στο πολιτιστικό ένθετο, «Ηδύφωνο», της ελληνοκυπριακής εφημερίδας, «Η Σημερινή», την Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016, σελ. 4. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://reousis.blogspot.com.au/2016/07/19_31.html?spref=fb

Greek Poetry and the Revolution in the 2000s

Vassilis Lambropoulos's avatarPiano Poetry Pantelis Politics

In the early 21st century, for the first time in its modern history, Greek poetry lost its faith in the Revolution.

Not just individual poets but the collective poetic project abandoned political messianism. The “generation of the crisis” (poets born around 1980), the generation maturing in the 2000s, did not express any positive literary interest in the gradual rise of the Left to power. When the victory appeared imminent, even those poets who voted for Syriza did not record in their work any anticipation for the historic development. As they had announced already in 2011, their leftist commitments had been radically refocused on a “new political consciousness.’

In the current British election campaign, 21 poets who support a particular candidate for Labour Leader have contributed to an ebook with the self-explanatory title 21 Poems, 21 Reasons for Choosing Jeremy Corbyn.  Can anybody imagine a similar poetry collection offering reasons…

View original post 422 more words

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

ΚΑΠΟΥ ΣΑΝ ΠΕΡΑΣΜΑ


Κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου
γράφεται το ποίημα
Κάπου ανάμεσα σε φαντασία
και βίωμα
Κάπου ανάμεσα σε απόλυτη μοναχικότητα
και μοίρασμα
Κάπου ενδιάμεσα σε αλήθεια
και ψέμα
Κάπου ανάμεσα σε απρόσμενη χαρά
και λύπη
Κάπου μέσα σε παιχνίδισμα
και ξαφνικό μεγάλωμα
Και το ποίημα σίγουρα είναι και καταγραφή
και εξομολόγηση
Γι’ αυτό δεν πειράζει, ας είσαι πού και πού
ξύπνιος αντί να ξεκουράζεσαι
Ας πατάς, όταν χρειάζεται, με το ένα πόδι
στην πραγματικότητα
και με το άλλο πόδι στο όνειρο
Κι ας λένε κάποιοι πως τα βήματά σου
δεν είναι αρκετά βαριά όταν συμβαίνουν
Ξέρεις, μερικά πράγματα δεν είναι ανάγκη να ακούγονται
με τόση δύναμη

***

FLATLAND

Τρομερή η γεωμετρία
Χωράει παντού
Μέσα σε σπίτια
Μέσα σε σκέψεις

Έτσι είσαι και συ
Σχήμα που δε βγήκε ποτέ
Αλλάζεις μορφή και ξανάρχεσαι
Άλλοτε σαν κύκλος
Άλλοτε σαν παλιό γνώριμο τετράγωνο

Μπαίνεις σε βιβλία, σε χαρτιά και ποιήματα
Κάθεσαι σαν τρίγωνη βάση στο δωμάτιο και κρυφοχαμογελάς

Άλλοτε γίνεσαι η ευθεία που πάνω της περπατώ
Άλλες φορές η τελεία που μόνη μου έθεσα
Το ένα σημείο της άγριας αναστροφής
Άλλοτε είσαι το ίδιο το ατύχημα από το οποίο
ποτέ δεν γλίτωσα κι όλο πάσχιζα να προσπεράσω τις διακεκομμένες
γραμμές σου

Πρόσφατα, δηλαδή μόλις χθες, σε ένιωσα πάλι σαν συναίσθημα
μέσα σε όλες τις κρυμμένες γωνίες και
άρχισα να κάνω τη γνωστή τραμπάλα ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον
Άλλοτε το σχήμα σου γίνεται ακανόνιστο και ταιριάζει τόσο καλά
στις δικές μου ελλείψεις
Σαν τα δόντια του καρχαρία που ταιριάζουν τόσο καλά
τα πάνω με τα κάτω,
το ένα μέσα στο άλλο
Εσύ το είπες κάποτε

Μου έκανες δώρο κι εκείνο το μικρό μυθιστόρημα με τα επίπεδα
και ψάχνω μες στα ποιήματα να δώσω όγκο στο ύψος των περιστάσεων
Μήπως και σε κάνω απτό και ξεκολλήσω κι εγώ από το ξύλινο πάτωμα
που μέσα του κρύβω μισοβγαλμένες κραυγές και ψευδαισθήσεις

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Αγγελίνα Ρωμανού, Χωνευτήρι των βαλέδων ημών

Χωνευτήρι των βαλέδων ημών
εις την πνοήν των νόσων, των ισθμών,
των επί της γης των παπουτσιών, των
λαβάρων των ασήκωτων μελών
αμήν εις την μηδενικήν των ένδεκα θεών
επί των γλουτών μου να συρθείς ως
χάρτης ανοιγμένος στη βορά της εσώτερης
σπηλιάς του μυελού που ξεκινά
(το πήδημα)
ο πίδακας του ενός υπό του άλλου και
ρέει σιντριβάνι πικραμύγδαλου με μια
ομπρέλα δώρο από το
μπαρ της φυλακής.

Η ποίηση δεν θα σώσει παρά μονάχα τον εαυτό της

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Μην περιμένεις να τελειώσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Μην περιμένεις για τον στίχο
που θα ανασύρει τον ήλιο.
Μην περιμένεις για την λέξη
που θα σε επαναφέρει.
Μην περιμένεις να ξεκινήσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Η ποίηση απώλεσε, πια, τέτοιου είδους δικαιοδοσίες.
Δυστυχώς, προς όφελός της.
( Ο _ Ο κόσμος εξάλλου έχει, ήδη, κριθεί.)


View original post

Νίκος Βουτυρόπουλος, Η ίδια όψη των πραγμάτων (απόσπασμα)

Artwork: Édouard-Boubat

Ζήσαμε χωρίς να ξέρουμε του ωκεανού τη θλίψη
έτσι την ονομάσαμε όπως συνταιριάζαμε
λέξεις για μια κατάρα που κανείς ποτέ δεν εξήγησε.
Σαύρες φτωχές στου φεγγαριού τη διαύγεια
για λάθη μιλούσαμε κάτι σαν εξομολόγηση
της πέτρας στον άνεμο. Κι οι μέρες στρίβανε
σα τον κισσό κοιτάζαμε τα πρωτολούλουδα
της άνοιξης τα χελιδόνια ενώ μας τρέλαιναν
στις αυλές με τα όνειρα. Γρήγορα γίναν όλα
αστικά: ο πολιτισμός της ασφάλτου οι εποχές
του γκρίζου με το πορτοφόλι-ήρωα ν’ αναζητάμε
περιπέτεια και ψέμα. Τα χέρια πλήθαιναν αρπακτικά
και ρόδες ορίζανε τη ζωή μας. Τριγύρω οι άνθρωποι
αφορμές χωρίς πρόσωπο. Στο μεταξύ λιώναν
οι πάγοι και αμμοθύελλες κρύβαν με λάσπη
πένθη και βλέμματα. Σκόνη απ’ την έρημο έφτανε
ως το λαρύγγι υπενθύμιση του άγνωστου
όπως αντικρίζαμε τις σειρήνες του μέλλοντος.
Από συνήθεια δίναμε υποσχέσεις κάτι σαν ξόρκια
νεκρολογικά ξενυχτούσαμε σ’ αμμουδιές όλο αιτίες
και ψέματα για προσκέφαλο σέρναμε επιθυμίες
καθώς δαγκώναμε την περασμένη ώρα
με σκέψη άνυδρη από ταξίδια στη στέρηση.
Αλλά δεν χάθηκε τίποτα όσο ακόμα
υπάρχουν γυναίκες που φροντίζουν λουλούδια
και βρέφη αρχαγγελικά στο χαμόγελο.

Έτσι γερνάμε μέσα απ’ της μνήμης περνάμε
το ρημαδιό σαν τα σκυλιά που γλείφουν
νυχτιάτικα κόκαλα σα φύλλα που τρέμουν
τα βρόχινα χαστούκια. Άλλα ποτάμια δεν υπάρχουν
παρά οι μαίανδροι της ύπαρξης όπως ορίζουν
αρχαίες γραφές. Στ’ ουρανού το μάγουλο
ενώ κυλά ο πόθος γυρεύουμε σελίδες κενές
στο λεξικό των αισθήσεων. Γίναμε σάρκες
φορτικές ξεχάσαμε η βροχή πως είναι
δείγμα του πολιτισμού των συννέφων.
Μας περιμένουνε μάτια που δεν έχουμε
καν φανταστεί χειρονομίες και πόρτες
ως τώρα κλειστές και μια απεραντοσύνη
πέρα από κάθε σκοτάδι ένα νησί στο τέρμα
της θάλασσας ένα παιδί στο πρωινό της σελήνης.

Έτσι γερνάμε μες την γεωγραφία των λέξεων
με την ανάσα περισπωμένη στη νύχτα.

Τα μάτια όπως ανοίγουμε στου ήλιου τη σκληρότητα
ηχούν οι μυλόπετρες του ύπνου ρημάζουν οι αισθήσεις
στοιχειώνουν τα λόγια από αιωνιότητα. Ποιοι είναι
αυτοί οι μεγάλοι δάσκαλοι του ανέφικτου;
Μια μπουκιά είμαστε της Μικρής Αρκτου
όπως ανοίγει το στόμα. Αίνιγμα ωστόσο παραμένει
η κλήση των ουσιαστικών: η γενική της ύπαρξης
η αιτιατική της αμφιβολίας ο ενικός της συνείδησης.

Κάτω από σκιές δέντρων βραδιάζει Παρασκευή
και το διήμερο θριάμβου για τη μεσαία τάξη.
Η Δευτέρα είναι των δολοφόνων.
Σε πόλεις από σωλήνες και σύρματα σβήνει
το φεγγάρι πνίγεται μέσα σ’ άναρθρα όνειρα,
λογαριασμοί απλήρωτοι και άλλες αγωνίες.

Για σταθείτε! τι είν’ όλα αυτά τα τερατώδη;
σκοτάδια; λερναίες χίμαιρες; σφίγγες αινιγμάτων;
Υπάρχουν άνθρωποι που μας ακούνε. Γι’ αυτό μιλάμε.
Γιατί δεν φταίει ο θάνατος αλλά η ομορφιά.
Γιατί το δάσος της καρδιάς είναι γεμάτο μελωδίες.
Γιατί στη γλώσσα μας λιώνουν παγετώνες.
Οι ουρανοί δεν αρρωσταίνουν τα βήματα
στο φως λάμπουν σαν τις γαρδένιες.
Αυλές είναι η αθώα μνήμη και ψέμα δεν υπάρχει
παρά σαν κάτι αστείο στην ηλικία της χώρας μας.
Γιατί είμαστε φωνές που ακούσαμε σε περασμένα
ξενύχτια
ποτήρια ξέχειλα από χαμόγελα
στήθη ανοικτά στην ανάσα των κήπων.

“Η ίδια όψη των πραγμάτων”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούλιος 2013.

Πέτρος Σκυθιώτης, Από τη “Συνθήκη ισορροπίας”

Yin Yang, Posters

14.

Είχαν τότε φέρει από πολύ μακριά
κάτι φωτιές
που τις ονόμαζαν
έρωτες
τις άπλωσαν δίπλα δίπλα
και φώτιζαν
όλο τον ουρανό

άνθρωποι μαζεύτηκαν πολλοί πάρα πολλοι
που τις ψάχναν απο καιρό
και φώναζαν σα να μη ξαναείδαν

θαύμα στη ζωή τους

15.

Αύριο θα ‘ναι μια Τρίτη σαν όλες τις άλλες
θα ‘χω κοιμηθεί περίπου τέτοια ώρα
και θ’ αργήσω στο σχολείο
σύννεφα θα χαμηλώνουν σιγά σιγά
ώσπου να γίνουν ομίχλη
– το τέλειο καμουφλάζ δηλαδή –
θα δώσω ένα σάλτο
να χωθώ βαθιά στην κρυψώνα
κι ύστερα εύχομαι να σηκωθώ
μόνο με λίγο πονοκέφαλο
κι ένα περίεργο όνειρο

16.

τα όνειρα
σαν τα ρούχα τα παιδικά
αλλάζεις αλλάζεις
κι έρχεται
η στιγμή
που πια δε χωράς
όσο αγαπημένα κι αν
ήταν

17.

Στο όνειρό μου υπάρχει ένα
σπίτι

στο σπίτι μου υπάρχει ένα
όνειρο

αν βάλεις τέτοιους κρίκους στη σειρά
και δεν σπάσει ούτε ένας
είναι ικανοί να σε

πνίξουν

18.

Αναρριχώμαι
κάτι ανάμεσα
στο ισορροπώ και το παρασιτώ

πάντοτε θα βρεθεί
ένας τοίχος αρκετά καταθλιπτικός
ώστε να σ’ ευγνωμονεί

που τον καταστρέφεις

19.

Κυνηγώ ακόμα να σε σκοτώσω
στο πάρκο με τους καθρέφτες

όποιος ξεφύγει απόψε για πάντα θα ξεφύγει

και διήρχετο ώρες δέκα
εκ της λεωφόρου ο τρόμος

ο τρόμος μην τυχόν και πρόωρα
ξημερώσει

*”Συνθήκη ισορροπίας”, εκδόσεις Θράκα, Φλεβάρης 2014.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ποιήματα

ας φέγγεις τώρα τόσο μακριά στο έκτο πάτωμα. Εγώ
γιορτάζω ακόμα την επέτειο της άμμου γαντζωμένος χρόνια
και χρόνια σε κείνο τον Αύγουστο. Δεν θέλω να ξεχάσω
τίποτα – είν’ εύκολο να ξεχνάς, κι είναι σαν να πεθαίνεις.

Ι

Τα δάση που ονειρεύεσαι καίγονται τα χαράματα

φεύγουν οι φίλοι ένας-ένας, τους παίρνει το ασανσέρ
η χλόη γίνεται άχυρο κι η νιότη μνήμη χλόης
τα δάση που ονειρεύεσαι καίγονται τα χαράματα

μπουζούκι και μπετόν αρμέ – κάτω απ’ αυτή την μπότα
μεγαλώσαμε
όμως θέλω να ξέρεις
δεν κλαίω δεν τραγουδάω δεν ελπίζω τίποτα

μόνο αποχαιρετάω τούτο το χρυσάφι που κυλάει χωρίς επιστροφή
απ’ τις δικές μας φλέβες στα ξένα χρηματοκιβώτια

ΙΙ

Η δενδροφύτευση δεν πέτυχε

ξεθώριασαν οι εκδρομές κιτρίνισαν τα 19 μας χρόνια στις φωτογραφίες
κουφάρια από παλιά τραγούδια αγιάζουνε τη σκόνη του δρόμου
τη σκόνη των χειλιών
ώρες κομμένες σύρριζα απ’ τη νιότη μας ώρες ολοζώντανες
ακόμα μοιρασμένες σ’ όλα τα φέρετρα
στο γράσο στο μελάνι και στο μέταλλο

Η δενδροφύτευση δεν πέτυχε παλιέ μου φίλε
κοίτα σε πόσο χαμηλές ελπίδες έδυσε το μέλλον
κοίτα που κείτονται οι άνεμοι που ανάθρεψες σελίδα τη σελίδα
χαρτιά χαρτιά χαρτιά που δεν θα γίνουνε ποτέ σημαίες

τρικάταρτα όνειρα που λιώνουνε στην πρωινή ομίχλη

*Από την ενότητα “Σημειώσεις για μια επέτειο γενεθλίων” (1966) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ραγισμένο ταμπούρλο”, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Νοέμβρης 2006.