Στεφάν Μαλλαρμέ, Ο καταραμένος γελωτοποιός και άλλα ποιήματα

Ανησυχία

Δεν έρχομαι να κατακτήσω απόψε το σώμα σου, θηρίο
Όπου ενός λαού οι αμαρτίες φτάνουν, ούτε να σκάψω
Καταιγίδα θλιβερή στα βρώμικα μαλλιά σου
Με του φιλιού μου την ανίατη πλήξη:

Ύπνο στο λίκνο σου βαρύ και δίχως όνειρα γυρεύω
Κάτω από πέπλα τριγυρνώ που δεν τα αγγίζουν τύψεις,
Ενώ εσύ από απάτες σκοτεινές μετά απολαμβάνεις,
Εσύ που ανύπαρκτη καλύτερα απ΄ τους νεκρούς γνωρίζεις.

Γιατί η Κακία, την έμφυτη ευγένεια ροκανίζει
Και όπως εσένα με στειρότητα με έχει σημαδέψει,
Μα ενώ στο πέτρινό σου στήθος κατοικεί

Καρδιά που αμαρτία καμιά δεν το πληγώνει,
Φεύγω ηττημένος και χλωμός, σάβανο με στοιχειώνει,
Φοβάμαι μην αφανιστώ, αφού κοιμάμαι μόνος.

***

Θλίψη του καλοκαιριού

Ήλιος, πάνω στην άμμο, κοιμωμένη ατίθαση,
Στων μαλλιών το χρυσάφι χαύνο λουτρό,
Σε παγωμένο μάγουλο θυμίαμα ανάβει
Κι ανακατεύει δάκρυα με φίλτρο ερωτικό.

Άφθαρτης ανακωχής λάμψη λευκή
Φιλιά μου ντροπαλά, θλιμμένα είπες,
“Ποτέ δεν θα γίνουμε μια μούμια απλά
Απ’ την αρχαία έρημο κάτω και τους ξένοιαστους φοίνικες! ”

Αλλά η κόμη ποτάμι ζεστό,
Την ψυχή που μας στοιχειώνει ατρόμητα πνίγει
Και βρίσκει για σένα Ανυπαρξία ανείδωτη.

Απ’ τα δακρυσμένα σου βλέφαρα τη σκιά θα γευτώ,
Για να μάθω αν θα δώσει στην καρδιά που τραυμάτισες
τη σκληρότητα του ουρανού και των βράχων.

***

Ο καταραμένος γελωτοποιός

Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές θυμωμένες,
Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.

***

Το κάστρο της ελπίδας

Χλωμή κυματίζει η κώμη σου
Μέσα από του κορμιού τα αρώματα
Παιχνιδιάρικη σημαία λευκή
Που το μετάξι της ξανθαίνει στον ήλιο.

Κουρασμένη από τη μάχη των θρήνων
Η ανάσα ενός τυμπάνου το νερό παγιδεύει,
Το παρελθόν της αρνείται η καρδιά μου
Και την πλεξούδα σου λύνει σε κύματα,

Επιτίθεται, ιππεύει – ή κυλά μεθυσμένη
Μέσα από αιμάτινα έλη, για να
Φυτέψει σημαία ολόχρυση
Στο σκοτεινό αυτό χάλκινο κάστρο

– Όπου, από αδιαφορία δακρύζει,
Την πλάτη η Ελπίδα γυρίζει και χαϊδεύει
Χωρίς κανένα αστέρι χλωμό να προβάλει
Τη σκοτεινή σαν κατάμαυρη γάτα Νυχτιά.

***

Αναστεναγμός

Στο μέτωπό σου η καρδιά μου όπου ονειρεύεται, γαλήνια αδελφή,
Ένα φθινόπωρο σπαρμένο φακίδες,
Και στα ουράνια όπου το αγγελικό σου βλέμμα πλανιέται
Υψώνεται, όπως σε κήπο περίλυπο,
Πιστή, ένα λευκό σιντριβάνι νερού προς το Γαλάζιο ανασαίνει!
– Προς το τρυφερό Γαλάζιο του χλωμού και καθάριου Οκτώβρη
Που αντανακλά στις μεγάλες δεξαμενές την άπειρη χαύνωση
Και αφήνει, στο πεθαμένο νερό όπου η πυρόξανθη αγωνία
Των φύλλων πλανιέται στον άνεμο και ένα κρύο αυλάκι σκαλίζει,
Να σέρνεται ο κίτρινος ήλιος από μια ακτίνα ατέλειωτη.

*Μετάφραση: Ανδρονίκη Δημητριάδου.

**Ο Στεφάν Μαλλαρμέ (Stéphane Mallarmé) γεννήθηκε στο Παρίσι το 1842. H ζωή του πέρασε με σχετική στέρηση, κόπους και εξάντληση της υγείας του σώματος, μέχρι τον ξαφνικό θάνατό του στα 1898. Όλη η ποιητική προσπάθεια του Μαλλαρμέ αναζητεί την καθαρότητα, που εξαφανίζει τον ποιητή και αφήνει το προβάδισμα στις λέξεις που γίνονται μέσο αναγωγής του κόσμου: λέξεις που γίνονται αυτόνομες ολοκληρωμένες μονάδες με πολλαπλές σημασίες, μουσικότητα στη σύνθεσή τους και των οποίων η σύνταξη ακολουθεί τρόπους καινοφανείς. Η αληθινή ζωή για εκείνον βρίσκεται στην περιπέτεια του πνεύματος και της τελείωσης της γραφής, στην ποίηση που τη θεωρεί τη μόνη άξια απασχόληση για τον άνθρωπο. Η ποιητική εμπειρία του Μαλλαρμέ, που οδήγησε σε όλα τα νεωτερικά κινήματα του 20ου αιώνα είναι μοναδική. Στην ποιητική του τέχνη τον σημάδεψαν ο Μπωντλαίρ και ο Πόε, τον οποίο και μετέφρασε (Το Κοράκι, Ποιήματα). Αλλά από το 1864, ο Μαλλαρμέ ξεπερνάει το πρότυπό του τον Μπωντλαίρ και, συνθέτοντας την «Ηρωδιάδα», λυρικό δράμα που δημοσιεύτηκε ανολοκλήρωτο (1869), έχει συνείδηση ότι ανακαλύπτει μια καινούργια γλώσσα και μια καινούργια ποιητική “που δεν ζωγραφίζει το πράγμα, αλλά την εντύπωση που γεννά”. Άλλα του έργα: «Το απόγευμα ενός Φαύνου», «Prose des Esseintes», «Ποιήματα» (Poésies), «Σελίδες» (Pages), «Ποιήματα και Πεζά» (Vers et Prose), «Περιπλανήσεις» (Divagations).

***Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%BF/

Πανοπτικόν, τεύχος 22 (Ιούνιος 2017). Αφιέρωμα στον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου

pandoxeio's avatarΠανδοχείο

Είναι φανερό ότι ήμουν από τότε αναρχικός χωρίς να τα ξέρω. Ήμουνα οπαδός των «συμβουλίων» ή της «αυτοδιαχείρισης» – όπως προτιμάς. Έριξα το σύνθημα των ναυτών της Κροστάνδης: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ και όχι στα κόμματα» […] Ο μόνος τρόπος να αποφύγεις τον μακιαβελισμό είναι να παραιτηθείς από την κατάκτηση της εξουσίας. Κάθε άλλη προσπάθεια ηθικοποίησης, κάθε άλλος «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο θα αποδειχτεί αργά ή γρήγορα ατελέσφορος, όπως αποδείχτηκε ο χριστιανισμός και ο δεσποτισμός του «φωτισμένου ηγεμόνα»…

… έγραφε το 1976 ο Άρης Αλεξάνδρου σε επιστολή του προς τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που δημοσιεύεται ολόκληρη στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού. Πρόκειται για ένα βαρύνουσας σημασίας ντοκουμέντο που αποσιωπήθηκε ή υποβαθμίστηκε όλα αυτά τα χρόνια, καθώς μια τέτοια ταύτιση δεν θα βόλευε καμία αριστερή ή δεξιά ένταξη, όπως τονίζει ο Κώστας Δεσποινιάδης σε ένα από τα κείμενά του, επισημαίνοντας ένα βασικό στοιχείο που δεν έχει καθόλου τονιστεί από τους κριτικούς…

View original post 913 more words

Μαρία Γερογιάννη, Έξι ποιήματα


Έφηβη

Το δωμάτιο
Λευκοί οι τοίχοι
καθαγιασμός και αγνότητα
Το δάχτυλο προστάζει
οι σκέψεις δένονται

Τα χρόνια της κρατούν το μυστικό
Βουλιάζει στον μύθο της
κι η θάλασσα βουρκώνει
Λικνίζεται το όνειρο

Το χέρι της στο παγωμένο μάρμαρο
οι τοίχοι κατάλευκοι
Το βλέμμα ξανά στον ορίζοντα μέσα απ’ το θαμπό τζάμι

***

Τέλος

Ανάστατες θάλασσες
στη διαπασών της Ιστορίας
Μαρμάρινη Κλεοπάτρα
υποκλίνεσαι στο απόγειο των αισθήσεων
Στις χούφτες σου ο ήλιος
Περίμενες το πλοίο του πολέμου
Δεν άργησαν να έλθουν τα κακά μαντάτα
Ο ήλιος πήγε ξανά στη θέση του

***

Η μοναξιά ξαγρυπνά

Στο αθόρυβο βήμα σου που ενοχλεί τους άλλους
Στο χάδι που παγώνει το χέρι σου
Στα λόγια μαστίχα στα χείλη τους
Στις φωτογραφίες -χαμογελάστε, παρακαλώ-

Στις άφωνες αλήθειες

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012.

——


Η σιωπή

Στοχάζεται
Αναπολεί το πορφυρούν,
το ουρανί, το κίτρινο των σπαρτών,
τους θάμνους του ενός πρωινού

Τώρα
κουφάρια ξύλινα τα δάση

Και η σιωπή λαλέουσα:
Πόσο μεγάλωσες μικρό μου!
Έκανες και παιδιά

***

Έρωτας

Το σώμα της,
σώμα της λύρας
Το βλέμμα του,
δοξάρι
Η νύχτα αγκαλιάζει

Τον Έρωτα τον τίμησαν
μ’ όλα τα σύνεργα του φεγγαριού.

Άχρονη ατελεύτητη στιγμή
στην αιωνιότητα

Μέσα σε μυστήριο
Μέσα στα άχραντα μυστήρια
γεννήθηκε με σκέψεις Θεϊκές

***

Η σκιά

Πώς να σε ντύσω
Πώς να σε βάψω
Να σου φορέσω ψηλά τακούνια,
ψηλόλιγνη φιγούρα
Πώς τα μαλλιά σου να χτενίσω,
να γράψουν λέξεις να τις δω

Σου ζήτησα να φέρεις χρώματα,
του καραβιού σου τα πανιά να ζωγραφίσω.

Άσπρα τα θέλεις τα πανιά σου

*Από τη συλλογή “Φωνή φωνηέντων”, Εκδόσεις Μελάνι, 2017.

Θεοδοσία Μαρινούδη, Τρία ποιήματα

Don’t you ever meet me

Εδώ στην Κυψέλη
οι ημικρανίες
μέρα και νύχτα χτυπάνε
σαν τις καμπάνες του Ταρκόφσκι.
Εδώ στην Κυψέλη
εγώ δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά.
Γιατί εγώ
η αγάπη είναι
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ

***

Τα βράδια στη Φωκίωνος

Όταν κλείνουν οι ουρανοί της Κυψέλης
Οι γάτες της κλείνονται στις χορδές των πιάνων.
‘Έτσι είναι μέσα στα παλιά αρχοντικά.
Τα κόκκαλα στα σπλάγχνα των πιάνων
δεν τα αγγίζει κανείς.
Όχι όχι δεν τσακίστηκε η ποιήτρια
στον πεζόδρομο.
Θα είναι οι γάτες που ανοίγουν
τους ουρανούς της Κυψέλης.

Είναι η τελευταία σου ευκαιρία
Για ένα τουλάχιστον σημείο στίξης.

***

Τα βράδια που σε περιμένω

Όταν τα βράδια μου γυρίζουν ανάποδα
Αδειάζουν μέσα από τις χούφτες τους
Ζωηρά ποντίκια που πεθάναν.

Απ’ τα μαλλιά τα χέρια μου τα αφτιά.
Νεκρά ποντίκια.

Τα βράδια
αγκάθια στον ύπνο μου
στάζουν τα σεντόνια, γυμνά.

Ας μη νυχτώσει ξανά.

*Από τη συλλογή “τα καρφιά από μέσα”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.

Κωνσταντίνος Γαλάνης, Τρία ποιήματα

Έκλειψη

Μαχαιρώνεις τ’ αστέρια
Καθώς αιμορραγούν,
οι ευχές ξεψυχούν
Δεν αλλάζει τίποτα.

Μόνο τα όνειρα
όσων πετούν κηλίδες
στο συντριβάνι τ’ ουρανού.

***

Καμβάς

Σταγόνες μουσκεύουν το κορμί,
μα την καρδιά βαραίνουν.

Αδιάβροχοι διαβάτες σ’ αδιέξοδα
κι εσύ αποπροσανατολίζεσαι
στου λαβύρινθου το χρώμα.
-Μα πού είναι ο Μινώταυρος;

Προσδοκάς να βρέξει κι άλλο.

Έστω τα σαλιγκάρια να πουν μια καλησπέρα.

***

Αυλαία

Δεν ξημέρωσε.

Άγγελοι τιμώρησαν τ’ άστρα στο ένα πόδι.

Μια καληνύχτα ασελγεί σε όνειρα λαθρεπιβάτες.
Οι λέξεις απέχουν απ’ τις προτάσεις της ζωής.

Οι συλλαβές βαδίζουν στο κενό,
κρατώντας με το χέρι έναν κόκκο άμμου.

Τα κάστρα έπεσαν, γιατί δεν χτίστηκαν ποτέ.

*Από τη συλλογή «Καρτ ποστάλ», εκδ. Εκάτη. Εμείς τα πήραμε από εδώ: http://fractalart.gr/carte-postale/

Μαρία Πισιώτη, Μελαγχολία

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μελαγχολία

Συννεφόσκεπη η καρδιά μου
πνίγεται στην ομίχλη της πλήξης,
της ανίας και της απογοήτευσης.
Τα όριά μου εξανεμίζονται
μπρος στην αδιαφορία.
Στο φουρτουνιασμένο μυαλό μου
ένα ρήμα κυριαρχεί.
Να φύγω.

Το κεφάλι μου βαρύ.
Τα μάτια μου καίνε.
Κύματα οργής γίνονται
στάλες βροχής.
Ξεσπώ.

Η κούραση σκιάζει
την ψυχή μου.
Τίποτε δε μ’ αγγίζει.
Τίποτε δε μ’ ευχαριστεί.
Τα μάτια μου κλείνουν.
Κουράστηκα.

Ώρα να φύγω.
Έστω μέσα απ’ το όνειρο.

Από τη συλλογή Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου (2001) της Μαρίας Πισιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πισιώτη

View original post

Constantine P. Cavafy: Biographical Note

Mayanaam's avatarManolis

‘I am from Constantinople by descent, but I was born in Alexandria— at a house on Seriph Street; I left at a young age and spent many of years of my childhood in England. I visited that country later on as an adult although for a short period of time. I also lived in France. During my adolescence I lived in Constantinople for about two years. I haven’t visited Greece for long time. My last employment was as a clerk at a Government office under the Ministry of Public works of Egypt. I speak English, French, and some Italian.’

This auto-biographical note of Constantine P. Cavafy or Konstantinos Petrou Kavafis, (Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης), published in 1924 in the celebratory issue of the magazine New Art, may be supplemented with the following.

Cavafy was born on April 17/29th of 1863. Son of a family of merchants, he had eight…

View original post 793 more words

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η Επανάσταση του κύριου Παπαδημητρίου

Edvard Munch, Melancholy

​Η επανάσταση του είναι ψίθυροι. Δικοί του ψίθυροι:
Μερικά “πονάω” μέσα στην ημέρα
μονάχα για τ’ αφτιά του.
Τρέμει σε κάθε ψίθυρο (κατά τη διάρκεια ενός meeting
ή όταν εκείνη έχει αποκοιμηθεί)
μη τυχόν και ο ψίθυρος ακουστεί από άλλα αφτιά.
Είναι η τελευταία επανάσταση που του έχει μείνει.
Πιο σιγά με τον επόμενο ψίθυρο, πιο σιγά. Μπορείς να το ψιθυρίζεις, αλλά
πιο σιγά, πιο σιγά.
Η τελευταία επανάσταση που σου έχει μείνει.

*Εάν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα από τον Αλέξη Αντωνόπουλο πηγαίνετε εδώ: http://www.alexantonopoulos.com

No 121 ( υπόσχεση)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Ένα
καρτούν
στα μυαλά,
σοκολατούχο γάλα οι λέξεις της
και το
μαχαίρι
για να μεταβολίζει
ψυχές
~
Με
άφησε να φύγω,
έκοψε πρώτα από τα γένια μου
λίγο
αίμα,
παίρνω αντιπηκτικό
της είπα,
μόνο μια φωνή μου έδωσε,
αν θα ζεις
θα τα ξαναπούμε.
~
(alexmil)

View original post

Τοπία

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_1360

paysages pour courir les plaies, l’acier , l’éclat, le mal,
l’époque, la corde au cou, la mobilisation,
Paysages pour abolir les cris.
Paysages comme on se tire  un drap sur la tête

Τοπία για να τρέξουν οι πληγές, τ’ ατσάλι, η λάμψη, ο πόνος,

η εποχή, ο κόμπος στο λαιμό, η κίνηση,.

Τοπία για να καταργηθούν οι κραυγές.

Τοπία όπως τραβάμε ένα σκέπασμα πάνω στο κεφάλι.

Henri Michaud, « Peintures»

View original post