Έφη Καλογεροπούλου, από “Στο Μονοπάτι των Σκύλων”

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Δὲν ἦταν δύσκολο νὰ γίνει λέξεις
ἂς ποῦμε θνητότητα ἢ τρυφερότητα
εἶναι κι οἱ δυὸ μιὰ ἀλληγορία
τῆς σιωπῆς
ἕνα κρυπτογράφημα

Ἂν ὑποταχθεῖς στὴ φύση
αὐτὴ θὰ σοῦ μιλήσει, ἔλεγε
κι οἱ λέξεις της ἔκαναν
νὰ διαρκοῦν οἱ ἀστραπές

Μεταμόρφωνε ἕνα βράχο ἐδῶ
μιὰ συστάδα δέντρων ἐκεῖ
ἄλλωστε
μεταμφιεσμένη ἔρχεται
ἡ δοκιμασία καὶ μᾶς βρίσκει

Μέχρι ποὺ φόρεσε
ἕνα ἀνοιχτὸ παράθυρο
καὶ χάθηκε στὸ δάσος

*

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ

Ὑπάρχουν ἱστορίες ὁλόκληρες
ποὺ μοιάζουν μὲ ἀμμόλοφους
πατᾶς πάνω τους καὶ βουλιάζεις
σὲ ἀμίλητο παράπονο
Ἄλλες χάσκουν ἀνοιχτές, ἐρείπια
ποὺ τὰ ρήμαξε ὁ χρόνος
Κι ἄλλες κρεμασμένες στὴ ράχη
μιᾶς λέξης μένουν ἐκεῖ μετέωρες
γιὰ πάντα

Νὰ ζεῖς γενναῖα τὴ φθορὰ σημαίνει
νὰ διασώζεις τὸ ἄφθαρτο
μὲς στὴν ἀγάπη

*

ΣΤΗΝ ΚΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Παίζοντας ζάρια ὁ χρόνος
μᾶς ἔσπρωξε στοὺς κήπους του
γιὰ πάντα
στὴν πηχτὴ ζέστη τοῦ ἀπογεύματος
ἀπομεινάρια
Ποιός ξέρει ἂν θὰ σὲ συναντήσω
κάποτε
τόσο βαθὺ νερὸ ἀνάμεσα
ποὺ χάθηκε ὁ δρόμος
προσπαθεῖς νὰ θυμηθεῖς
μὰ δὲν μπορεῖς

Μιὰ ἔκρηξη θὰ μὲ σώζει πάντα
ἀστραπὴ ποὺ διασχίζει ἀκαριαῖα
σὰν φλέβα
τὸ φαράγγι τῆς στοργῆς

Χωρὶς σῶμα ἔρχεσαι
λέξη ἀπὸ πόρτα ἀνοιχτὴ
θυμίζεις μόλις ἀπουσία
Σ᾿ τὸ εἶπα φεύγοντας
ἀρκεῖ νὰ διασχίσεις τὴ σιωπὴ
καὶ τὸ ἄγριο ρόδο της πληγὴ
θὰ ἀφήσει στὴ σάρκα σου
τ᾿ ἀγκάθι της

*

ΙΣΩΣ Η ΣΙΩΠΗ

Ἀπόψε
Καθὼς βαδίζει δίπλα στὸ ποτάμι
ρίχνει τὰ φύλλα της σὰ δέντρο

Ἡ σιωπή της γλιστρᾶ σὰν λάμψη
πάνω στὸ νερό

Νιώθει εὐτυχισμένη ἀπὸ τύχη
Χρήσιμη ἴσως ὅσο μιὰ καρδιά
ἢ ὅσο ἕνας μικρὸς
κόκκος σκόνης

*”Στο Μονοπάτι των Σκύλων”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2024.

«Ήμουν-είμαι-θα είμαι αυτός που ονειρεύεται»: Σκέψεις για την ποιητική του Γιώργου Μπλάνα

Τιτίκα Δημητρούλια*
Διαβάζω (ξανά) τα ποιήματα του Γιώργου Μπλάνα κι αναζητώ το ήθος και το ύφος της ποίησής του, το τι και το πώς της εγκόσμιας, παράφορης, στασιωτικής, ποιητικής του, το σχέδιο που συνέχει τον ποιητικό κόσμο του. Διαλέγω την επαγωγή. Παίρνω δυο ποιήματα, δυο «Στασιωτικά» στη σειρά, το 116 και το 117, και τα ορίζω ως (καίριο) εστιακό σημείο εκκίνησης.


Στασιωτικό εκατοστό δέκατο έκτο

Αν αντικρύσω άλλη φορά
εικόνα να κομπάζει πως δεν είναι
εικόνα, αλλά εικόνα· αν ξανακούσω
λόγια να επαίρονται πως είναι
σιωπή καταλογάδην, θα πάψω να πνέω.
θα μαζευτώ σε μια σπηλιά
και δεν θα βρίσκετε να θάψετε –έστω–
Ψυχή, Θεό είτε Λόγο.
Έτσι ανώνυμοι –σχεδόν ανύπαρκτοι– θα σέρνετε
το αναλφάβητο παρόν σας
άκρη-άκρη στον γκρεμό του μέλλοντός σας,
σαν τρομαγμένη απάντηση
στο άδειο σακούλι της απορίας: Γιατί
εδώ κι εμείς; Προς τι; Και το σακούλι ασκός
κανίβαλος: σάρκα νεκρή – ούτε φωνές, ούτε σκιές
να ψιθυρίζουν έναστρους τρόμους στη στέγη, ούτε
στρατιές προγόνων να χτυπούν τις πόρτες των ονείρων.
Έτσι! Θα μαζευτώ σε μια σπηλιά
και θα βγαίνω τ’ απογεύματα,
δυο ανάσες δρόμο μέχρι τα έσχατα έλατα
και θα καπνίζω την έσχατη ομίχλη
αργά ηδονικά και θα ’ναι
μια πίπα η πίπα μου – όχι μια εικόνα
που κομπάζει πως δεν είναι
εικόνα, αλλά εικόνα!
Έτσι! Ακούστε με αν μπορείτε ακόμα: μέχρι τώρα
πότε ερμηνεύατε, πότε θέλατε ν’ αλλάξετε τον κόσμο.
Τον ζήτημα είναι να τον ζήσετε. Έτσι· έτσι,
ασύστατοι· έτσι – όχι αλλιώς· αλλιώς,
σας λέω δροσερά και με πανσέληνο: εδώ
που φτάσατε ή απ’ την αρχή θα πάτε όλοι
κατά διαβόλου − και ο διάβολος θα λείπει
για δουλειές τους τελευταίους τρεις
τουλάχιστον αιώνες (μαζί του, ασφαλώς, το σκυλολόι
της κόλασης κι η κόλαση: μια ερημιά· εξόν ο Δάντης
να προσπαθεί να επιβιώσει, πουλώντας αναμνηστικά
σε αμνήμονες τουρίστες) ή …] είπε ο άνεμος.

Στασιωτικό εκατοστό δέκατο έβδομο

Γι’ αυτόν που αποφάσισε να πάει
σε τόπο μακρινό: «Να έχεις αίμα
δύο πληγών –έρωτας, θάνατος–
και να το κάνεις μελάνι με ρετσίνι
αμυγδαλιάς· να πας σε τόπο
ερημικό κι εκεί να γράψεις
σε δέντρο ή πέτρα – όμως γυμνός
όπως το δέντρο και η πέτρα:
ΗΜΟΥΝ – ΕΙΜΑΙ – ΘΑ ΕΙΜΑΙ – ΑΥΤΟΣ
ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ. Ύστερα κάνε πίσω
βήματα όσα τα χρόνια σου αιώνες
και γύρισε πάλι και τότε θα βρεις
ένα άλογο μαύρο. Ανέβα και πες:
Θέλω να πάω, ψυχή, εκεί
όπου ήμουν, είμαι και θα είμαι
αυτός που ονειρεύεται. Κι ευθύς
το άλογο θα σηκωθεί στον αέρα
και πρόσεξε μην φοβηθείς· βάστα καλά
και θα σε πάει στον τόπο
όπου ήσουν, είσαι και θα είσαι
αυτός που ονειρεύεται. Μόνο
μην ονομάσεις τόπο
και χρόνο, γιατί θα σε αφήσει
πάλι όπου βρίσκεσαι – ούτε δέντρο
ούτε πέτρα. Αυτή είναι η τέχνη
που κάνει άνθρωπο τον άνθρωπο,
δέντρο το δέντρο, πέτρα την πέτρα, σώμα
το σώμα, ψυχή την ψυχή,
κόσμο το σύμπαν και θεό
το παιδί στην αγκαλιά σου».

Από τα ποιήματα αυτά κρατώ τη σχέση του κόσμου με την εικόνα του στον λόγο, έναν λόγο που δεν ονομάζει «τόπο και χρόνο» αλλιώς δεν είναι· την ερμηνεία και την αλλαγή του κόσμου ως οντολογικά-πολιτικά προτάγματα που χάνουν το νόημά τους έξω από το εδωνά είναι της θνητότητας και του καθ’ ημέραν βίου· την επιλογή του φτερωτού, ελεύθερου ανέμου ως ενός από τα πολλά προσωπεία του ποιητή· τις δυο πληγές που ορίζουν το αίμα του, τον έρωτα και τον θάνατο – και θυμάμαι ένα άλλο Αίμα του ποιητή, του Jean Cocteau, ο οποίος όριζε όλες τις εκφάνσεις του έργου του ως τροπικότητες της ποίησης, «μυθιστορηματική ποίηση», «εικαστική ποίηση», «κινηματογραφική ποίηση», όπως αλλού κι αλλιώς κι ο Μπλάνας…

Κρατώ το όνειρο, το οδηγημένο από το μαύρο άτι της ψυχής πέρα μακριά σε μια τέχνη-τόπο του ονείρου ως μόνης αλήθειας του ποιητή, στην οποία διαρκώς επανέρχεται («Η αλήθεια μου», Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά):

…Έτσι τρέφεται,
με όνειρα, η αλήθεια μου, γιατί
είναι κάτι παράδοξο. Κι αν όχι,
έτσι τη θέλω εγώ. Δικό μου
είναι το όνειρο, δικό μου και το ψέμα.

Μια τέχνη που δημιουργεί τα φυσικά και τα μετά τα φυσικά, τα έμψυχα και τα άψυχα, την φύση και το σύμπαν, τον άνθρωπο και τον θεό του στο μέτρο της δικής τους αλήθειας.
Κρατώ τη συναίρεση της ποίησης με την, ή έστω μια, οντολογία με τον τρόπο της παραλογής, της ριζωμένης στο λαϊκό ασυνείδητο γιατί γέννημά του· τον αναποδογυρισμένο Magritte και τον εξόριστο εις τους αιώνες Δάντη.
Κρατώ τη σκέψη που πυρπολείται από την εικόνα και γίνεται τραγούδι και ψαλμός και ο ψαλμός γίνεται οντολογική διερώτηση κι απάντηση σε όσα απάντηση δεν χωρά.

Κι από το μερικό στο γενικό, διαβάζω μια ποίηση ουσιωδώς αλλά και μαζί ακούσια φιλοσοφική επειδή πάνω από όλα μοιραία, όπως ζητούσε ο Baudelaire – με τη διαφορά ότι ο Μπλάνας καταφάσκει εξίσου στη σκέψη και στη φαντασία, που «αντιλαμβάνεται, πέρα από φιλοσοφικές μεθόδους, τις μύχιες και μυστικές σχέσεις των πραγμάτων, τις αλληλουχίες και τις αναλογίες». Πέρα από κάθε διδαχή και από την υποψία της ακόμη, η φιλοσοφία, που αναδύεται εξαρχής ως απορία στην ποίησή του και ως συνομιλία λίγο αργότερα, κεντιέται στο τραγούδι, λυρικό και επικό, επιστρέφοντας στην καταγωγική της συνύφανση με την εικόνα και τη μουσική· στον μονόλογο-διάλογο προς εαυτόν και προς τον άλλον, υποστηρίζοντας την αποστασιοποίηση μέσα στην παραφορά. Κι αμφισβητεί κι αυτή τον εαυτό της.

Μια ποίηση της φύσης κατά τους προσωκρατικούς, αλλά και κατά Marx και Hölderlin και κατά Σολωμό, ως ενός όλου που ενοποιείται εν διαφορά και ως δρώσας δύναμης συνάμα.
Μια ποίηση του ερριμμένου στον κόσμο υποκειμένου, σε διαρκή, τραγική, εκκρεμότητα («Στασιωτικό 86»):

Αδάμ ή Προμηθέας, Ιώβ, Οιδίπους ή απλά
άνθρωπος αρπαγμένος απ’ τα κλαδιά του: δέντρο
και άκρη ακρότατη γκρεμού – και πέφτει
μες στον γκρεμό του ο γκρεμός
κι ο γκρεμισμένος μέσα στην εποχή του· η εποχή
μες στ’ όνομά της… Συμπαιγνία: μπρος γκρεμός
και πίσω θάνατος ! Τι θράσος·
να λες: «το Ον», αυτά τα δυο
ισόβια βήματα προς τον αφανισμό.

Ενός υποκειμένου που παραμένει εντούτοις αδιαπραγμάτευτα κι αυτό μια κραταιά δρώσα δύναμη, ποιητική με τη διπλή σημασία του όρου, εντός και πέραν της θνητότητας και σε αναγκαία σχέση με τον άλλον.

Μια ποίηση του όντος (και) ως πληγής που «τρέχει ανθρώπινη ιστορία» («Στασιωτικό 6»), η οποία συλλαμβάνει, κατά Benjamin, την (πολύτιμη για το μέλλον) εικόνα του παρελθόντος καθώς αναγνωρίζεται κι αστράφτει πριν χαθεί για πάντα και τη μνήμη σε μια στιγμή κινδύνου.

Ο Μπλάνας δουλεύει τον λόγο από την καλή κι από την ανάποδη, ως έκφραση του υποκειμένου και όρο ανάδυσης μιας αναστοχαστικής υποκειμενικότητας, θεμελιωμένης (και) έξω από τον εαυτό της. Ο λόγος του είναι πολιτικός και θεολογικός, πολυφωνικός και διαλογικός, οικουμενικός (και) γιατί ελληνικός, με το έθνος να ορίζεται όμως κι αυτό κι από την καλή κι από την ανάποδη: χάρτινο, γυάλινο, τρώγλη, η τρέλα που κρατάει τους Έλληνες «στα καπούλια μιας κουτσής, ψωριάρας Ιστορίας» («Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάτσης στον Giovanni Jiustiniani – 27 Μαΐου 1453», Τερατούργημα) – όπως και ο λαός εξάλλου. Είναι ο βαθιά τραγικός λόγος της αβύσσου που ανοίγεται στην επαφή του ανθρώπου με τον κόσμο και κάποτε γεμίζει άνθη αλλά ποτέ δεν κλείνει· της παραδοχής της απουσίας του θεού· της οντολογικής αντινομίας και του ιλίγγου της· της επίγνωσης της έσχατης απειλής και της έξαψης που γενναία την αψηφά, αποδεχόμενη την πληγή και το αίμα.

Και διαρκώς επανεπινοείται, συναιρώντας τα είδη, τις μορφές, τις τονικότητες και τους ρυθμούς, ριζωμένος στο παρελθόν και το παρόν και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον του κόσμου και του λόγου – ένα μέλλον από το οποίο ο ίδιος ο ποιητής ποτέ δεν θα λείπει: «“Αν κάποτε φύγω”, τους έλεγα, “θα ’ναι μέσα στης νύχτας την αδιάβατη ερημιά για να σας βρω”» (Νύχτα, 10). Τον ξαναφτιάχνει συνέχεια από την αρχή ο ποιητής, αυτός που πάντα ονειρεύεται, εντός της κοινωνίας και εκτός των μέτρων της, τέρας και μετανάστης του Λόγου, ένας από τους λίγους που «που παν κοντά στη στοιχειωμένη τη ζωή» (Ωδή στον Καραϊσκάκη). Όσο κι αν οι λέξεις του παραδέχονται «[…]τη μόλυνσή τους: / μια τυφλή πληγή που μας χαρίζει / το τραγικό σαν αναγκαία επιπλοκή της αθωότητας» (ό.π.), σώζεται από η γλώσσα του, «τρέλα καλά γαλβανισμένη» (Ωδή στον Καραϊσκάκη), από τη φωνή του, «στολισμένη τη σιωπή και τη φωνή της» («Στασιωτικό 40»), «λόγο(ς) σκιερό(ς)», «πηγή λαλίστατη», με και με δίχως «τα αίματα βαθιά και σκοτεινά της» (Ωδή στον Καραϊσκάκη).

Αυτά για το ήθος και το ύφος της ποίησης του Μπλάνα, όσο μπορεί κανείς να τα παραστήσει έναν κόσμο αναπαράγοντας, εξ ορισμού ατελέσφορα, το σχέδιό του: «Ο κόσμος μένει άφαντος κι αν ξέρεις / το σχέδιο που μπόρεσε τη συνοχή του» (Νύχτα, 2).
Όσο για το ύψος, ως την «ηχώ μιας μεγάλης ψυχής», ας το μετρήσουμε αλλιώς: «…κατέφυγε(ς) στον θάνατο κι απάντησε(ς) καθέτως τον ήλιο τροπαιοφόρο στην κεφαλή του Λόγου» (Ωδή στον Καραϊσκάκη).

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2025/02/18/ήμουν-είμαι-θα-είμαι-αυτός-που-ονειρε/

Βερονίκη Δαλακούρα, Φαντάσματα

1

Τώρα που ονειρεύτηκα τον αγαπημένο
Να κοιτά το άπειρο ξασπρισμένο
Σαν τα δικά του κόκαλα
Επιβεβαιώθηκε η νοθεία του αισθήματος.
Σπαθί του είναι τα μυτερά δόντια
Κι όταν το χέρι απλώνω στο συγχυσμένο
Κεφάλι
Αιχμαλωτίζει η μέγκενη των αστραφτερών
Κυνοδόντων.
Πατέρα απάλλαξε απ’ αυτόν το πόνο
Συγγενικό με το δικό σου χαμό.
Όμορφη μέρα της νύχτας
Η καρδιά νομοθετεί
Εισδύει με το στόμα μισάνοιχτο
Έτοιμη να δαγκώσει
Ερημική συνέχεια.

2

Αυτό το γραφτό δεν είναι θέατρο όπως κι εγώ δεν έχω
Σχέση με το δράμα.
Ένα φιλί θα σκοτώσει αν η αγάπη δεν γίνει θάνατος
Απλός σαν βήμα εξόδου.
Κάτι με οδηγεί προς την ελευθερία: είναι ο παιδικός
Φόβος μπρος στο κιβώτιο της άγρυπνης θέλησης.
Οροσειρές διασταυρώνονται με τον πανικό στο κήπο
Που ζει η οικτρή επανάληψη. Τίποτα δεν θυμίζει
Τα ηλιόλουστα απογεύματα. Καθισμένη στο παρκάκι
Απέναντι ακριβώς από το Ίδρυμα περιμένω, σίγουρη
Ότι αυτή η συνάντηση θα είναι καθοριστική. Δεν
Τίποτα βλέποντας γκρεμισμένη τη φυλακή μου,
Ο βράχος δεν έχει σχέση με τη φλεγόμενη μάζα, το
Αποκορύφωμα της λύσσας όσο αυτή η μανία διαρκεί.
Κι όταν αργά αποχωρίζεται από το σώμα,
Μεταμορφώνεται σε χορό που οι περίοικοι
Αγριεύοντας στήνουν.

3

(φάντασμα αγάπης)
Είδα τις πράξεις μου να χορεύουν σ΄ ένα ακρογιάλι.
Να ποιο είναι το ξίφος, είπα της σκευωρίας. Μη
Μαστιγώνεις το φάντασμα των μαύρων νερών μην
Κλείνεις τα μάτια στη διαυγή επιφάνεια πάνω από τη
Βυθισμένη πολιτεία. Μη αρνηθείς τη γλώσσα που
Μιλιόταν παλιά. Μην ακολουθείς τη λαίλαπα, το
Σκοτάδι την ξηρασία. Μες στο νερό ακολούθησε τον
Ουράνιο πατέρα που αποκτά το αίσθημα όταν
Κρυστάλλινο δέος δονεί.

Hunter S. Thompson, We Are All Alone / Είμαστε όλοι μόνοι

We are all alone,
born alone, die alone,
and – in spite of
True Romance magazines –
we shall all someday
look back on our lives
and see that, in spite
of our company, we were
alone the whole way.
I do not say lonely –
at least, not all the
time – but essentially,
and finally, alone. This
is what makes your
self-respect so important,
and I don’t see how you can
respect yourself if you must
look in the hearts and minds
of others for your happiness.

Είμαστε όλοι μόνοι

Είμαστε όλοι μόνοι,
γεννηθήκαμε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι,
και -παρά τα
Αληθινά ρομαντικά περιοδικά-
όλοι μια μέρα
θα κοιτάξουμε πίσω στη ζωή μας
και θα δούμε ότι,
παρά τις παρέες μας,
ήμασταν μόνοι
σε όλη τη διαδρομή.
Δεν λέω μοναχικοί…
τουλάχιστον, όχι όλη
την ώρα, αλλά ουσιαστικά,
και τελικά, μόνοι.
Αυτό είναι που κάνει
τον αυτοσεβασμό σου
τόσο σημαντικό,
και δεν βλέπω πώς μπορείς
να σέβεσαι τον εαυτό σου αν πρέπει
να κοιτάξεις στις καρδιές
και τα μυαλά των άλλων
για την ευτυχία σου.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Χαράλαμπος κ. Βάιος, Τρία ποιήματα

Αποσπάσματα Ρέμβης και Μοναξιάς

1.

Δυνάμωνε ο πελαγίσιος άνεμος…

Τα μακρινά πρόσωπα
οι σπίθες που άναβαν
να ‘ταν να τα κρατήσουμε
για μια στιγμή
μόνο για μια στιγμή

Να φυλακίσουμε
τις πεταλούδες των ξανθών μαλλιών
τα μάτια
με τα γιασεμιά του ύπνου
μόνο για μια στιγμή.

Όλο και φεύγουν οι φωνές
τα βήματα
τα μακρινά πρόσωπα
τα μάτια
με τα γιασεμιά του ύπνου…

2.

Μακριά απ’ τον ήλιο
πίσ’ απ΄τον ήλιο
από το φράχτη έξω
απ’ τις ανασαμιές των λουλουδιών
μακριά.

Οι αποσκευές κλειστές
ερμητικά
πια
για να μην ανοίξουν
άδειος ο σταθμός…

Δεν έχουν μάτια οι απουσίες
χέρια
δεν έχουν καρδιά.

3.

Έμεναν πίσω
δε μας φώναζαν
δε λαχταρούσαμε να πάμε
πια
σιμά τους.

Απόμακρα
όπως τα χιόνια
σε κορφές απάτητες
κι εμείς
δεμένοι με το καλοκαίρι εκείνο…

Έμεναν πίσω
δεν ξανάφερναν οι δρόμοι
εκείνη
εκείνος
ο άλλος
πρόσωπα πολλά…

Η μνήμη δεν αντέχει στον καιρό.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 1944-1964”, Εκδόσεις Πλέθρον, 1988.

Κατερίνα Φλωρά, Λησμονημένοι μαζί

Artwork: Narasimma Balaji

Από το τούτο και το εκείνο
υπάρχει και το κάτι ακόμα
που αναμένει στη ραχοκοκαλιά
ριγώντας να αναδυθεί

Υπάρχει της φθοράς η άνωση
του χαμένου η νικηφόρος ζέση
του τίποτα το ξεχασμένο κάτι

Από το άλλο το οικείο και το δικό μας ξένο
το άγριο ξεφυτρώνει χορτάρι
μέσα απ’ της πέτρας την ψυχρή μήτρα

Νάνος Βαλαωρίτης, Το Ονειροδρόμιο

“Τι κρύβεις στην κωλότσεπη;” 1969 Αθήνα. Έργο του Κωστή Τριανταφύλλου

Στο αιχμηρό διψασμένο θέρος
που θερίζει
του Κωστή
κι όπου παραθερίζει χαράζοντας άξονες
στον καθαρό αέρα ενός πρωινού
όταν φαινόταν ακόμα η Ανδρομέδα
με γυμνό μάτι.
Τώρα που μόνο με τηλεσκόπιο φαίνεται
ας του ευχηθούμε καλή γειτονιά και εύγε
τρισάξιε Κωστή!
Η Ανδρομέδα σίγουρα μας πλησιάζει
με ταχύτητα 8 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο,
να μας καταβροχθίσει.
Σε λίγο θα γεμίσει ολόκληρος ο ουρανός με τ’ άστρα της καπάκι…
Από δεξιά του Πολικού Αστέρος και της διψασμένης Άρκτου.
Όλα αυτά στο Ονειροδρόμιο του Κωστή,
στον εκθαμβωτικό ουρανό της Ακροστιχίδας Ανδρομέδα
και του δικού μας Γαλαξία – όταν
ένας αλχημικός γάμος
θα λάβει χώρα με ανθρωπόγριφους
έτοιμους να φάνε ο ένας τον άλλον με
κανιβαλική – καρναβαλική όρεξη και
“γλωσσική” διάθεση κυριολεκτικά.

*Το ποίημα είναι αφιερωμένο στο έργο “Ονειροδρόμιο” του Κωστή Τριανταφύλλου.

Αργυρώ Αξιώτη, Τρία ποιήματα

Ακρυλικά

Πατούσαμε τότε
πάνω σ’ αφράτη σαντιγί
που άφησε στον ουρανό
ένα μόλις διερχόμενο αεροπλάνο.
Γελούσες.
Έδειχνες τις ριγέ τέντες
τα μπαλόνια το συντριβάνι.
Μύριζε ροδόνερο γιασεμί μαστίχα.
Σε ποτήρια θολά κοιτούσαμε
το βυθισμένο υποβρύχιο..

Πέρασαν χρόνια
σκοτεινά
πολύχρωμα
τα πινέλα δε μας λείψανε.

Κάθε που βάζω κόκκινο κραγιόν
αναρωτιέμαι
πού πήγε όλο αυτό το άσπρο.

*

Φωνολογία

1
Συνήθιζα ν’ ακούω στ’ όνομά σου
γυρίζοντας αυθόρμητα από την πρώτη συλλαβή.

2
Μπέρδευα συχνά τα διπλά σύμφωνα
δεν άντεχα τα δυο ν’ ακούγονται ένα.

3
Όταν μου απαγόρευσες τα φωνήεντα
έφτιαξα τραγούδια σιωπηλά με σίγμα συριστικό.

4
Έχεις τη βραχνάδα του ανθρώπου
που σκέφτεται πολύ
πριν ανοίξει το στόμα του,
είπες.

5
Αρθρώθηκα δίπλα στη θάλασσα
με μια κάποια καθυστέρηση
από γη και δυο παλλόμενα ρο.

*

Η νύφη

Γυμνόστηθη γελώντας
στάθηκε στο βατήρα
πιο έτοιμη από ποτέ
να βουτήξει επιτέλους
στην πήλινη γαβάθα
με το πηχτό ρυζόγαλο.

*Από τη συλλογή “τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις των άλλων, 2021.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Δύο ποιήματα

ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΑΣ ΚΑΤΣΟΥΦΗΣ

Όχι με τις φιλοδοξίες ενός καναρινιού
δίπλα στο γαλάζιο μικροαστικό ψυγείο
αλλά μικροί πολύ μικροί
στη ζεστή ιστορία του κρεβατιού μας
όπου κοιμάσαι
εξουθενωμένος σαν βυζαντινή εικόνα
απ’ τα θυμιάματα σε μια πλωτή εκκλησία.

Μέσα στην πρωινή σιωπή του δωματίου
είσαι ολόκληρος
κουλουριασμένος στο γκρι, μια φέτα
από ψωμί γιασεμιού
κι όπως η κουβέρτα έμεινε ώρες στάσιμη
υγρός μουσκεμένος σαν από συννεφένια βενζιναντλία
και οι πνοές σου σμάρια μικρών πουλιών
σε τσιμεντένια γούρνα.
Έρχομαι τότε ήσυχα στο αυτί σου
με τα χείλη μου να το πλάσω
τις γροθιές σου να κάνω μια γλαστρούλα
ηρεμίας πλάι στο στόμα
ανακατεμένης με υπνόσκονη
που σε κάνει έτσι αστείο.

*

6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στις επετείους ένα πλήθος μακρομάλληδων χορεύει μακεντόνσκι * κάτω απ’ τον φωτισμό του δήμου που κρύβει το μισό τους πρόσωπο σε κάτι κίτρινο σαν μέλι και σαν μίσος ο χτύπος συλλέγεται απ’ το αυτί όπως κι οι μέρες που συμβιώσαμε έχουν την αίσθηση γεμίσματος και περικύκλωσης και τέλος πάντων τέτοια μέρα μαζεύουμε δυνάμεις για να πούμε τι καλά που νικήσαμε αριθμούς κι ανθρώπους σπίτια δρόμους κι ίσως τους οδηγούς ταξί που νύχτα προς Καλαμαριά ξεφυσάν κι αγανακτούν με μετανάστες στα πλυντήρια αυτοκινήτων. Όλα νικήθηκαν αλλά μαζί κι η ζέστη απ’ το αγκάλιασμα το μάζεμα του σώματος τη νύχτα στιγμές στιγμές που θύμιζε ρούχο καλά διπλωμένο. Η νίκη απλώθηκε άφθονη αέρας σ’ άδειο υπόγειο κι αιχμηρά κενά κοχύλια που ματώνουνε το πέλμα και όλα εντάξει.

*Η σλαβόφωνη γλώσσα που συνόδευε τη μουσική της Μακεδονίας με χάλκινα, πνευστά και κρουστά. Επειδή το επίσημο Ελληνικό Κράτος, κατά τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα, απαγόρευσε τη γλώσσα, τα τραγούδια αυτά ονομάστηκαν «Μουγγά τραγούδια».

**Από τη συλλογή «Ίσως φύγεις στο εξωτερικό», Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Μάτση Χατζηλαζάρου, στίχοι

Είναι η καρδιά μου
το εκστατικότερο καστανό μάτι.
Τα δάκρυα στέρεψαν,
τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε,
σ᾿ όλα μου τα βουνά
δε βρίσκω πια ούτε πηγή,
ούτε δέντρου φυλλωσιά,
ούτε νύχτα δε βρίσκω
απάνω στα βουνά μου,
είναι πάντα μέρα.
Κάνουμε την ποίησή μας στο χαρτί,
γιατί χάσαμε στη ζωή
τον οίστρο κάποιου λυρικού τραγουδιού.
Η αρμονία μας υπάρχει (όταν τη βρούμε)
μες στον κάλυκα
ενός μηδαμινού αγριολούλουδου
την άνοιξη στην παλιά Κόρινθο.
Θα παίζω πάντα εκείνο το παιχνίδι
που δεν ξέρω τους κανόνες του.
Θα μπαρκάρω στο καράβι
που δεν πιάνει σε λιμάνι.

*Από τον τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2021.