(από κάπου θα αρχίζω και κάπου θα τελειώνω) κοιτάζω τις δύο μικρές δισκιέρες να περιστρέφονται την ώρα που παίζω μουσική στα μαγαζιά / όπως κοιτάζω τα πουλιά να πετάνε πάνω από την πόλη / με θαυμασμό / με αοριστία / η ώρα είναι δέκα, έντεκα, μία, τρεις / έπειτα παίρνω κάποια ευρώ και φεύγω / πηγαίνω σπίτι και τα μετράω / όπως μετράω τους μήνες που περιμένω και περιμένω και περιμένω να μου δώσουν άδεια για να κάνω μια ταινία / μετράω και ησυχάζω / πιπιλάω τους αριθμούς / δεν εκτοξεύομαι στο διάστημα / τουλάχιστον όχι σήμερα / όχι ακόμα / μετράω για να μη μου στρίψει / και βγω χωρίς βρακί στον δρόμο / κι αρχίζω να ψέλνω και να βρίζω / να ρίχνω μπουνιές στους κάδους και στους άντρες / μετράω κάτι που ξέχασα αλλά είναι εδώ / λεκές στον τοίχο / μετράω γιατί όταν μετράς υπάρχουν κάποια όρια, ας πούμε ανάμεσα στο 2 και στο 3, το ένα όριο είναι το 2 το άλλο το 3 / έτσι μπορώ ανάμεσά τους να κουλουριαστώ σαν γάτα και / να υπάρχω / να υπάρχω / γιατί από κάπου θα αρχίζω και κάπου θα τελειώνω / μετράω για να μην ακούω τα θλιμμένα τραγούδια και τον παππού σου που πριν πεθάνει ζητούσε τη μαμά του / μετράω για να μαζέψω πια κάτι για να μην είμαι άλλο ένα άθροισμα από τρύπες
Αποφάσισα να γεννηθώ στον κόσμο απ’ την αρχή ξανά, πόδια ξυπόλυτα ένιωσα στέρεα να πατάνε, δυο χέρια να βυθίζονται στη γη κι απ’ τις φτέρνες μου να με τραβούν, στο στήθος μου άρχισε να χτυπά χωρίς ντροπή η καρδιά μου, ανάσα των θνητών τραβήξαν τα πνευμόνια μου, τη μάνα μου έβλεπα μπροστά μου, κι ευθύς έκλεισα τα χείλη μου αχόρταγα στις ρώγες που γάλα ξεχείλιζαν, μητέρα πεινασμένη, μητέρα να χορτάσω, «μάνα» χωρίς ντροπή χάρασσαν τα ούλα μου στο σεπτό της δέρμα. «Παπούσα σε λένε από δω και πέρα», είπε και με φίλησε στο μέτωπο, «στείρα για χρόνια ήμουν, κι άτυχη, μα εδέησε ο Θεός μας κι άνθισε η μήτρα μου εσένα, κοριτσάκι». Παπούσα. Κούκλα στη γλώσσα των τσιγγάνων, της φυλής μας. Δεν φάγαμε αντίδωρο εκείνη τη χρονιά. Καταραμένη νόμιζαν πως είμαι, γεννημένη από ανύπαντρη γυναίκα. Με την αγάπη της μεγάλωνα, μες στη φτώχεια μας ψωμί και γάλα η μάνα μου με χόρταινε, καρπούς που μάζευε απ’ τα δέντρα, γλυκό νερό απ’ το ποτάμι, και μόνο ένα κρανίο είχα για παιχνίδι, της Πεντάμορφης Γοργώς: τον θάνατο κοιτά στα μάτια, σε πέτρα του παγώνει. Γύρω μας περιφέρονταν ακούραστα τσιγγάνοι, πεζοί αλλά και πάνω στ’ άλογά τους, δισάκια στους ώμους φορτωμένοι μα και τσουβάλια ολόκληρα, πηγαινοέρχονταν στον λάκκο των οστών, δενδρολίβανο, λεβάντα, θυμάρι και φασκόμηλο μαζεύαν για να στολίζουν κόκαλα όταν το μέλλον πάνω από σφαίρες γυάλινες θα προφητεύαν. Να ‘τοι μπροστά μου, ευθυτενείς, σαν καλαμιές ψιλόλιγνοι, στάρι μοσχοβολά το δέρμα τους, σαπούνι, άσπρα τα δόντια τους γυαλίζουν μέσ’ απ’ τα σκασμένα χείλη τους, στη θάλασσα βουτούν την παγωμένη να αφουγκραστούν της γης το ράγισμα, στων δέντρων τα κλαδιά πηγαινοέρχονται, φτερωτές ψυχές, μεταφέρουν των νεκρών μας τα μηνύματα, πουλιά οι άνθρωποι με τα φτερά σπασμένα, πετούν με τον παλμό κείνης της φλέβας που στον λαιμό τους ακούν να τραγουδά μες στης σιγαλιάς τη νύχτα. Να τοι μπροστά μου, παιδί εγώ, ν’ αναζητώ της μάνας μου το χέρι στο δικό μου για λίγο να ξεχνώ ότι πέρασε της μήτρας της η θέρμη, κι ο αφανισμός μας απειλεί. Να τοι μπροστά μου, παιδί εγώ, με τη σκιά του πίσω μου βαδίζω, κάποια μέρα στον ώμο μου θα με δαγκώσει, μαζί του θα με πάρει. Προσώρας στα όνειρά μου μόνο έρχεται, μα γλιστρώ από τα δάχτυλά του. Προχθές με δάγκωσε στο πόδι, κι η γιαγιά Ρόλντα πέρασε στην αντιπέρα όχθη, το σώμα της στον άλλον κόσμο είδα με τα σημάδια του χρόνου πάνω του αμείλικτα, φλέβες ανοιγμένες ξέχειλες ζωής. Νεκρή τη φίλησα προτού την καταπιεί το χώμα. Χαβ, πιάβ, τζιβάβ, μεράβ — σόσκετεχουλαϊνάβ ; Το παιδί μέσα της προσκυνώ και στων χωμάτων τα σπλάχνα παραχωρώ, την ανάστασή της προσδοκώ, παιδιά όλοι είμαστε με τα κορμιά μας πονεμένα. …/… Και τούτη η παραμυθία μου ήταν: Εάν οι άνθρωποι πεθαίνουν, πεθαίνει κι η ψυχή μου. Στις 30 του Δεκέμβρη του 1814, ξυπνήσαμε από έναν ολόλαμπρο ήλιο και τη φύση ανθισμένη. Όλοι τις πόρτες μας δειλά ανοίξαμε, πασχαλιά ευωδίαζε ο αέρας, δεν έβηχε κανείς. Στις 30 του Δεκέμβρη του 1814 η κατάρα λύθηκε και ήρθε ξανά η ζωή. Μετρήσαμε δεκάδες που είχανε φύγει. Κι εγώ γεννήθηκα ξανά, ήθελα να βοηθάω κι άλλο τους ανθρώπους. Και να με, ολόκληρη γυναίκα, φόρεμα από δαντέλα κόκκινη στο εξής φοράω, το στήθος μου γυμνό φωτίζει, ολοστρόγγυλος ο ποδόγυρος του, ψυχή να ξέρουν πως κι εγώ κατέχω, κάτω απ’ τους μαύρους τους βοστρύχους. Κι όλο το χωριό μαζέψαμε τα πράγματά μας, διαλύσαμε και φορτωθήκαμε τα σπίτια μας απάνω σε γαϊδούρια και κινήσαμε να κεντήσουμε σ’ άλλο της γης σημείο μια νέα αρχή. Προχωρήσαμε μήνες τρεις και μέρες δέκα, με τον χειμώνα να μας γδέρνει, να μας γυμνώνει από το δέρμα μας, ματωμένες πατημασιές αφήναμε στο χιόνι, κάποιοι όρθιοι πέθαναν, πάγωσαν στον ύπνο τους, και το μέρος στοίχειωσαν γιατί ακόμα νομίζουν ζωντανοί πως είναι. Οι υπόλοιποι φτάσαμε στη νέα μας πατρίδα, σ’ έναν παραθαλάσσιο κολπίσκο. Εμείς, της γης οι Ανέγγιχτοι, του Θεού το καραβάνι, απαγορευόταν στις πόλεις ολωνών να μπούμε. Μοναχά η Φύση μάς δεχόταν. Ήδη από πού ήρθαμε είχαμε ξεχάσει, η λησμονιά κι αυτή είναι βότσαλο της μνήμης, με το παρελθόν μας συζητάμε. Ποια κληρονομιά ν’ αφήσουμε, αν στο πετσί μας ζήσαμε πίκρες, μαστίγια και αρρώστιες; Ποια κληρονομιά στους επιγόνους μας αν το μόνο που ζήσαμε ήταν πόνος; Η λησμονιά είναι κι αυτή βότσαλο της μνήμης, να κυλάει στις κοίτες του παρόντος η ζωή. Μόνο έτσι μπορώ να ξεχνώ τον εξουσιαστή μου, τον βασανιστή μου, μόνο έτσι μπορώ να προχωρώ, την ελευθερία μονάχα όταν θυμάμαι. Ζυγό οι Ανέγγιχτοι κανέναν δεν γνωρίσαμε, ούτε όταν ο Βλαντ με τη βία πίσω μάς γύρισε να διασκεδάσει επιθυμώντας, ο σπόρος μας εύφορη γη βρήκε να φυτρώσει. Την προστασία της Εκκλησίας οι προπάτορές μου ζήτησαν, στα μούτρα τους τους έφτυσαν και τους αφόρισαν, λέγανε πως είμαστε φύτρα του διαβόλου. Καμία ηθική δεν έχουμε, η δουλικότητα δεν ξέρουμε τι είναι, ό,τι κατάφωρα δεσμά περνά στην ύπαρξή μας. Τρεις μήνες μετά και μέρες δέκα, ήρθαμε εδώ και το νερό ήτανε πικρό κι ο τόπος τούτος ονομάστηκε Πικρία. Και την επόμενη μέρα από τη νέα μας αρχή, απ’ τα πόδια έξω με σύρανε απ’ το σπίτι, να με διώξουν θέλανε γιατί έγραφα ποιήματα, γιατί κόκκινο ήταν το φουστάνι μου και θα ‘φερνα φωτιά στο ριζικό τους. Κι ο Ιβάν, του χωριού ο νεαρός μας βιολιστής, με το δοξάρι του χάραξε τα χέρια τους κι είπε γυναίκα δική του ότι είμαι. Μόνοι μας σαν μείναμε, μακριά απ’ των αρπακτικών τα μάτια, του φίλησα τα χέρια και του ορκίστηκα ευγνωμοσύνη αιώνια. …/… Στα χέρια των Τσιγγάνων έμεινα λιπόθυμη, έρμαιο του δίκιου τους. Στο σπίτι μου κλεισμένη τρεις μήνες και μέρες δέκα, γιατί το φουστάνι μου φοβόνταν απ’ το φαΐ τους μην περάσει, τότε το φαγητό να φαγωθεί δεν έπρεπε, ήταν μολυσμένο. Και της φυλής οι γέροντες ζυγίζανε τα λόγια μου που τους απηύθυνα απ’ τον βράχο. Μα κανείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι σημαίνουν, έτσι μου απαγόρεψαν να γράφω. Τα βράδια γύρω απ’ τη φωτιά μαζεύονταν και τον Άμπαμπα καλούσαν να τους χαρίσει φώτιση και άφεση των αμαρτιών τους, αμαρτίες που ξύπνησα εγώ, έλεγαν πως είμαι η απόγονος του Κάιν. Πως η μάνα μου δεν πήγε μ’ άντρα, ούτε η γιαγιά μου, ούτε καμία γυναίκα της γενιάς μου, κι όλες στον κόσμο έφερναν κορίτσια. Σε μήνες τρεις και μέρες δέκα, να με γυναίκα ώριμη εγώ, φόρεμα από χιόνι αψεγάδιαστο φοράω, το στήθος και τον λαιμό μου με τη λευκότητά του κρύβει, κανείς μη βλέπει τα ποιήματά μου, κάτω απ’ τους λευκούς βοστρύχους μου. Για χρόνια δέκα, μήνες τρεις και μέρες δέκα, το φέρσιμο είχα των δασών, της Θάλασσας, του ήλιου, της σελήνης, ποτάμι που κυλούσα αθόρυβα στην κοίτη των ανέμων. Ράβδο κρατούσα και νερά αγίαζα να ραντίσω τους αρρώστους, Αμπαμπίνα ψέλλιζαν τα στόματά τους καθώς ύψωναν τα χέρια, κι εγώ στα γόνατα χόρευα, με συνοδεύανε νταούλια. Γιεκ ντρομ, σινέ τα να σινέ. Και βεβαιωθήκανε τα λόγια που είπα κάποτε, πληθύνανε οι άρρωστοι, ο πόλεμος μας κύκλωσε. Μεγάλη η πείνα. Ούτε νερό, ούτε φωτιά, ούτε σκηνή, ο καπνός τους γκατζός τραβούσε, στο κρύο να ζήσουμε αδύνατο ήταν. Ξυπόλυτοι τρέχαμε στο χιόνι, να μας σκοτώσουν θέλανε απόψε κιόλας. Μαύρο το δάσος, του σπιτιού μου κάποτε θεμέλιο. Ο Θεός μαζί μας. Ο Σάσα με κουρέλια έσφιγγε τα κόκαλά του, οι μάνες δεν είχαν να ντύσουν τα παιδιά τους. Κι οι γέροντες, μ’ επίγνωση ότι το τέλος μας είχα προφητέψει, γύρω μου μαζεύονταν τα βράδια και στα πουλιά προσευχόμασταν τουλάχιστον ο Θεός να σώσει τα παιδιά μας. Τους γκατζός μπερδέψτε, τυφλώστε τους, σαν τις οχιές να τους πατήσετε. Θεέ μου, πόσο όμορφο να ζεις! Οι Άσπιλοι δεν θα μας αφήσουν… Κι ένα βράδυ που το φεγγάρι είχε σταθεί έξω απ’ το παράθυρό μου, δυο μάτια μέσα μου κοιτούσαν, σηκώθηκα την πόρτα να ανοίξω. Ένα όμορφο κορίτσι ήταν των Εβραίων, απ’ το κρύο έτρεμε, νερό και φαγητό ζητούσε. Της έδωσα ό,τι είχα. Πόσες δυστυχίες και πεινασμένοι, πόσες θλίψεις και δρόμοι, πόσες αιχμηρές πέτρες διαπέρασαν τα πόδια μας, πόσα πειράματα λόγχισαν τα σπλάχνα μας, πόσες σφαίρες πέταξαν από τα αυτιά μας! Με βάρκες στη Θάλασσα ορμούσαν να προλάβουν πριν ο εχθρός μάς φτάσει, και άλλοι ξεβράζονταν νεκροί άλλους τους ανασέρναμε με πνευμονία, αχ, Θεέ μου, πόσο ωραία η ζωή κι εμάς δεν μας την επιτρέπουν. Κι η προφητεία μου πληρώθηκε κι ήρθε ο αφανισμός μας. …/… Μεγάλωσα στο δάσος, ηλίανθος που κέντησαν φεγγαραχτίδες και διαμάντια. Αγαπάω τη φωτιά με την καρδιά μου όλη. Οι άνεμοι με βύζαξαν και με κοιμίζανε στην αγκαλιά τους, το χώμα μού ανακούφιζε την πείνα, με ξεδιψούσε η θάλασσα, οι βροχές ξεπλένανε τα δάχτυλά μου, ο ήλιος ήταν ο πατέρας μου κι η μάνα μου μικρή τσιγγάνα που χρώματα όμορφα έδωσε στο δέρμα, στην καρδιά μου. Με θρέψανε λουλούδια και άγουροι καρποί, η νύχτα τα μαλλιά μου φίλησε, προτού το χιόνι τα χαϊδέψει, η νύχτα φίλησε τα μάτια μου προτού απ’ τα ρυάκια κλέψουνε τη δύναμή τους. Στο δάσος τη ζωή μου έζησα, της φύσης ερωμένη, λουλούδι ψήλωσα με πέταλα χρυσά, τη φωτιά αγαπάω με όλη την καρδιά μου. Καταρράκτες τα μαλλιά μου κατέληγαν εκεί που τα ποτάμια έσμιγαν και λουζόταν το Φεγγάρι, άνεμοι κι αέρηδες με πήραν και με σκόρπισαν μακριά στον κόσμο, οι βροχές τα δάκρυά μου ξέπλεναν, το δέρμα μου στέγνωνε ο ήλιος ο χρυσός μου. Πόσο όμορφα μες στη σκηνή μου ήταν, πόσο όμορφα να τραγουδούν οι άντρες και η φωτιά να καίει, να κλαψουρίζουν τα παιδιά και με τις φτέρνες μας στις φλόγες να κεντάμε παραμύθια. Περάσανε πια τα νεανικά μου χρόνια, και της ωριμότητας επίσης, και να με καταλάβει δεν μπορεί κανείς παρά μονάχα τα δάση και οι λίμνες. Το νερό πίσω δεν κοιτά, ρέει κλωστή ασημένια, στις φλέβες μου, στον ήχο των ματιών μου, στις τρίχες των μαλλιών, πάντοτε δραπέτης, περιπλανιέται αιώνια, το νερό πίσω δεν κοιτά, βράχος κανείς δεν γίνεται πατρίδα του, κελί του. Στο βαθύ νερό ανήκω. Να σβήσει επιτέλους η φωτιά μου. Στην κοιλάδα της Σκιάς Του περπατώ, ανάμεσα σε θάλασσες δικαιοσύνης και δάση χλοερά, το άφθαρτο φως με οδηγεί και τα δεινά μου πάψαν όλα, κρασί ξεχειλίζει το ποτήρι μου, λάδι το μέτωπό μου. Ανάμεσα σε δέντρα άφθαρτα και λουλούδια από ζαφείρια, βλέπω όλη τη φυλή μου, λευκά ανεμίζουν τα μαλλιά τους, η γιαγιά Ρόλντα και πίσω της όλες οι γυναίκες της γενιάς μου, όλες οι γυναίκες που κάποτε υπήρξα. Κι η μάνα μου ακριβώς μπροστά τους.
κοινωνικό και πολιτικό πρόσημο» – Ο Ν. Γ. Λυκομήτρος συνομιλεί με την Κατερίνα Λιάτζουρα
Φιλοξενούμε σήμερα στο Literature τον ποιητή Ν. Γ. Λυκομήτρο με αφορμή την δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο “Ο Ήχος της Απώλειας” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Βακχικόν. Μια ποιητική συλλογή όπου η κοινωνική ευαισθησία εμπλέκεται με την ενσυναίσθηση, αφυπνίζοντας έτσι την ατομική ευθύνη· μια ευθύνη που οφείλει να αναπτύξει κάθε σκεπτόμενο πολιτικό ον απέναντι σε όσα συμβαίνουν στον κόσμο γύρω του. Μια ποιητική συλλογή που μας καλεί να στοχαστούμε και να αντισταθούμε σε όλα όσα μας κατακλύζουν και μας αποχαυνώνουν σε μια εποχή όπου οι αξίες θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν και οι ανθρώπινες σχέσεις να επανεκκινήσουν.
Ο Ν. Γ. Λυκομήτρος γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία κι έκανε μεταπτυχιακό στη Μετάφραση – Μεταφρασεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Toν ευχαριστούμε θερμά για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε.
Στην πρόσφατη ποιητική συλλογή σας με τίτλο “Ο Ήχος της Απώλειας” γράφετε ποιήματα που τη θεματολογία τους την αντλείτε από ζητήματα που αφορούν στην κοινωνία. Πείτε μας ποια είναι αυτά τα ζητήματα. H συλλογή απαρτίζεται από διαφορετικά μεταξύ τους ποιήματα που πραγματεύονται ζητήματα όπως η λαίλαπα του μικροαστισμού, η επανεμφάνιση του φασισμού, η πυρηνική απειλή, η έμφυλη βία, η νόσος του καρκίνου του μαστού, οι ψυχικές διαταραχές, οι ερωτικές σχέσεις, η μοναξιά της μητρόπολης αλλά και η ασφυκτική ζωή στην επαρχία, η ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας και η αλλοτρίωση του ανθρώπου μέσω του σύγχρονου τρόπου ζωής. Ο συνδετικός κρίκος που τα ενώνει είναι η ανάγκη μου να εκφραστώ και να καταδείξω αλλά και να καυτηριάσω τα κακώς κείμενα, αφήνοντας τον αναγνώστη/την αναγνώστρια να αναζητήσει τις διεξόδους.
Θεωρείτε ότι η ποίηση έχει τη δύναμη να αφυπνίσει συνειδήσεις και να συμβάλλει σε κοινωνικές αλλαγές; Πεποίθησή μου είναι ότι ο ποιητής/η ποιήτρια δεν μπορούν να ζουν απομονωμένοι σε ένα γυάλινο πύργο όταν όλα γύρω τους καταρρέουν. Πιστεύω στην Ποίηση με κοινωνικό και πολιτικό πρόσημο, μακριά από κομματικές εξαρτήσεις, που μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε συλλογικό και το αντίστροφο, προσπαθώντας να κινητοποιήσει τον αναγνώστη/την αναγνώστρια, να αφυπνίσει συνειδήσεις όπως λέτε, και συνάμα να κινητοποιηθεί από αυτόν/αυτήν. Ωστόσο, η Ποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης των κοινωνικών αλλαγών. Θα μπορούσε, όμως, πράγματι να συμβάλλει προς αυτήν την κατεύθυνση δημιουργώντας ρήγματα στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και βοηθώντας τους αναγνώστες/τις αναγνώστριες να διαμορφώσουν ένα νέο κοινωνικό πρόταγμα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι αλλαγές δεν μπορούν παρά να αποτελέσουν έργο των ίδιων των κοινωνικών υποκειμένων.
Διαβάζοντας τα ποιήματα σας αντιλαμβάνεται κανείς τις υπαρξιακές σας ανησυχίες και διακρίνει τους φιλοσοφικούς σας στοχασμούς. Είναι ο ποιητής ένας εν δυνάμει φιλόσοφος; Ομολογώ πως η ερώτησή σας με φέρνει σε δύσκολη θέση, καθώς περιλαμβάνει σε μία πρόταση δύο έννοιες με βαρύ εννοιολογικό φορτίο, «ποιητής» και «φιλόσοφος». Εις ό,τι με αφορά, θα έλεγα ότι, πράγματι, στα ποιήματά μου υπάρχουν υπαρξιακές ανησυχίες και ψήγματα φιλοσοφικού στοχασμού, ωστόσο δεν μπορώ να αποδεχθώ τις ιδιότητες στις οποίες αναφέρεστε. Είμαι, απλώς, ένας εραστής της Ποίησης, που ενίοτε διατυπώνει τις απόψεις του για τα θέματα που απασχολούν πολλούς από τους συνανθρώπους του στην καθημερινότητά τους. Γενικά μιλώντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, στο διάβα του χρόνου, υπήρξαν ποιητές και ποιήτριες των οποίων το έργο βρίθει φιλοσοφικού στοχασμού. Υπό αυτή την έννοια, θα μπορούσε, λοιπόν, να ειπωθεί ότι «ο ποιητής [είναι] ένας εν δυνάμει φιλόσοφος».
Τα ποιήματα σας έχουν έντονα εικονοπλαστικά στοιχεία που δημιουργούν ένα περιβάλλον σχεδόν θεατρικό. Ως ποιητής θέλετε να στέκεστε επί της σκηνής να είστε μέρος των όσων διαδραματίζονται ή προτιμάτε να κάθεστε σε ένα σκοτεινό σημείο της πλατείας και να παρατηρείτε από μια ασφαλή απόσταση τα όσα συμβαίνουν γύρω σας; Καταρχάς, θα ήθελα να πω ότι με τιμά το σχόλιό σας, διότι αγαπώ ιδιαιτέρως το θέατρο. Πρόσφατα, μάλιστα, διατέθηκε εκ νέου σε έντυπη έκδοση το θεατρικό μου έργο «DeadEnd: Μητροπολιτικό Ψυχόδραμα σε Τρεις Πράξεις» (Εκδόσεις Βακχικόν). Για να επιστρέψω, όμως, στην ερώτησή σας, θα έλεγα ότι θεωρώ θεμιτά και τα δύο. Δηλαδή, από τη μία πλευρά είναι ευκταίο ο ποιητής/η ποιήτρια να συμμετέχει ενεργά στα δρώμενα και να μην είναι παρατηρητής αλλά, από την άλλη πλευρά, χρειάζεται ορισμένες φορές να αποστασιοποιείται από τα δρώμενα και να αφουγκράζεται το κοινό. Εξ ου και στα ποιήματά μου συνυπάρχουν οι προσωπικές, βιωμένες εμπειρίες με τα βιώματα άλλων, τα οποία εξιστορώ ως παρατηρητής. Αυτό που δεν θεωρώ θεμιτό, όπως προανέφερα, είναι ο ποιητής/η ποιήτρια να βρίσκεται σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον (εκτός σκηνής και εκτός πλατείας για να χρησιμοποιήσω το παράδειγμά σας) και να απαγγέλει αποφθέγματα ως τιμητής των πάντων και ως φωτεινός παντογνώστης.
Στο ποίημα σας “Αυτοί που δεν έχουν φωνή” (σ. 38) αναφέρεστε σε όσους θεωρείτε ότι βρίσκονται στο περιθώριο της ανθρώπινης ιστορίας. Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια;
Το ποίημα «Αυτοί που δεν έχουν φωνή» το εμπνεύστηκα όταν είδα τη φωτογραφία μίας νεαρής Αφγανής στο εξώφυλλο του περιοδικού National Geographic. Η φωτογραφία τραβήχθηκε το 1984 και απεικονίζει τη Sharbat Gula, ένα δωδεκάχρονο (τότε) κορίτσι που κατέφυγε ως πρόσφυγας στο Πακιστάν κατά τη διάρκεια του σοβιετικού πολέμου στο Αφγανιστάν. Η ιστορία της Sharbat παρέμεινε άγνωστη για χρόνια, αν και η φωτογραφία της έγινε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Το καθάριο, καταπράσινο βλέμμα της έχει μείνει χαραγμένο στην ψυχή μου. Εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν καθημερινά από τους πολέμους που διεξάγονται με στόχο των έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και την κατάκτηση περισσότερης γεωπολιτικής ισχύος. Άλλοτε το δράμα τους υπερτονίζεται από τα καθεστωτικά ΜΜΕ για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και άλλοτε τα βάσανά τους εξαφανίζονται από τη δημοσιότητα, όταν η ανάδειξή τους δεν εξυπηρετεί το κυρίαρχο αφήγημα. Η Ποίηση, απαλλαγμένη από κομματικές αγκυλώσεις, οφείλει, κατά την άποψή μου, να είναι apriori στο πλευρό των κατατρεγμένων και να γίνεται η φωνή εκείνων των οποίων η κραυγή ή ο ψίθυρος δεν μπορεί να φτάσει στα αυτιά μας.
Πόσο είναι “δύσκολο να υπολογίσεις το κόστος μιας ανθρώπινης ζωής” (Το πέταγμα του πελαργού σ. 13); Εξηγήστε μας. Όπως γράφω και στους τελευταίους στίχους του ποιήματος με τίτλο «Το πέταγμα του πελαργού» από το οποίο αφορμάται η ερώτησή σας είναι πράγματι «Δύσκολο να υπολογίσεις / το κόστος μιας ανθρώπινης ζωής». Ωστόσο, η σκληρή πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα στη χώρα μας στους χώρους εργασίας, στα νοσοκομεία και αλλού αλλά και η κατάσταση που επικρατεί σε διεθνές επίπεδο, δείχνουν ότι, για ορισμένους, μια ανθρώπινη ζωή δεν κοστίζει και πολύ. Το βλέπουμε με τα δεκάδες εργατικά ατυχήματα, με τη θυσία χιλιάδων ανθρώπων στους πολέμους ανά την υφήλιο, με την εξόντωση χιλιάδων μεταναστών στα διεθνή ύδατα, κ.ο.κ. Καλούμεθα, λοιπόν, να απαντήσουμε στο ερώτημα αν το κόστος μιας ανθρώπινης ζωής είναι τόσο ευτελές όσο μας το παρουσιάζουν ή αν υπάρχει μια άλλη ανάγνωση της πραγματικότητας.
Κάπου διάβασα ότι η συλλογή σας “Ο Ήχος της Απώλειας” κυκλοφορεί με δέκα χρόνια καθυστέρηση. Γιατί τώρα; Υπάρχουν στην ποίηση χρονικά όρια; Πράγματι, η συλλογή αυτή ήταν έτοιμη εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια. Προέκυψε ως φυσική συνέχεια της πρώτηςμε τίτλο «Ιχνηλάτες του Τέλους» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης το 2010. Ωστόσο, διάφορα οικογενειακά και προσωπικά προβλήματα δεν μου επέτρεψαν να προχωρήσω νωρίτερα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αυτό το δυσανάλογο κενό μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης συλλογής. Όταν τελικά βελτιώθηκαν κάπως τα πράγματα και προέκυψε η κατάλληλη συγκυρία, μπόρεσα, σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Βακχικόν, να υλοποιήσω αυτή την έκδοση. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, θα σας απαντούσα ότι δεν θεωρώ πως υπάρχουν χρονικά όριαστην Ποίηση. Όποτε ο/η δημιουργός αισθανθεί έτοιμος/η, τότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του/της. Όπως μας έχει αποδείξει η Ιστορία, μπορεί κανείς να ξεκινήσει από τα εφηβικά του χρόνια ή από τη μέση ηλικία. Υπάρχουν λαμπρά παραδείγματα και από τις δύο περιπτώσεις που αποδεικνύουν περίτρανα ότι στην Ποίηση δεν υπάρχουν βεβαιότητες, ούτε έτοιμες συνταγές.
Ως επίλογο της συλλογής σας επιλέξατε από το ποίημα “Επίλογος” του Μανόλη Αναγνωστάκη τους στίχους: “Έστω./ Ανάπηρος. Δείξε τα χέρια σου./ Κρίνε για να κριθείς.” Προσδιορίστε τον εαυτό σας και την ποιητική σας γραφή μέσα από αυτούς τους στίχους. Η δική μου ερμηνεία γι’ αυτούς τους στίχους του σπουδαίου ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη εδράζεται στην παρότρυνση να αναμετρηθεί κανείς με τα πράγματα (ή έστω με την Ποίηση υπό μία στενότερη έννοια), όποιες κι αν είναι οι δυνάμεις του/της. Θεωρώ, δηλαδή, ότι ο ποιητής μας παροτρύνει να τολμήσουμε κι ας μην είναι το (ποιητικό) μας μέγεθος μεγάλο. Κι από εκεί και πέρα, η τόλμη ανάγεται και σε ένα δεύτερο επίπεδο, ήτοι όχι μόνο να τολμήσουμε να εκφραστούμε αλλά να εκφράσουμε και την κρίση μας για τα πράγματα. Από τη μία αυτός ο στίχος γκρεμίζει διάφορες ελιτίστικες αντιλήψεις που πρεσβεύουν ότι η Ποίηση (ή η γραφή γενικότερα) είναι για τους λίγους και εκλεκτούς και από την άλλη δηλώνει ότι αφού κανείς θα εμπλακεί αξίζει να το πάει μέχρι τέλους. Βεβαίως, θα πρέπει να είναι έτοιμος να κριθεί και ο ίδιος. Αν θέλετε να το αναγάγω σε προσωπικό επίπεδο, θα έλεγα ότι με τις μικρές μου δυνάμεις μπήκα στον στίβο της Ποίησης με στόχο να εκφράσω με τόλμη τις απόψεις μου για τα πράγματα αλλά και έτοιμος να δεχθώ την κρίση και την κριτική των άλλων. Κανείς, βεβαίως, δεν είναι προετοιμασμένος γι’ αυτό που θα αντιμετωπίσει, καθώς και ο λογοτεχνικός χώρος δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Ωστόσο, η καλόπιστη κριτική σε βοηθά να βελτιώσεις τη γραφή σου και να καταλάβεις ποια είναι τα όριά σου.
Εν τέλει, ποια είναι τα χαρακτηριστικά των ηχητικών κυμάτων της ποιητικής συλλογής “Ο Ήχος της Απώλειας”; Τα ηχητικά κύματα της συλλογής «Ο Ήχος της Απώλειας» φέρνουν στο αναγνωστικό κοινό τις ανησυχίες μου για τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, μεταφέρουν τα συναισθήματα που προκαλεί η απώλεια της προσωπικής αυτονομίας, της ψυχικής υγείας και της σωματικής ακεραιότηταςκαι παρουσιάζουν ένα μωσαϊκό προσωπικών και αλλότριων εμπειριών που με έχουν στιγματίσει. Κλείνοντας αυτή τη συνέντευξη και αφού σας ευχαριστήσω θερμά για τις πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σας, θα ήθελα να σημειώσω ότι στόχος αυτής της συλλογής είναι τα ηχητικά της κύματα να φτάσουν στους ανθρώπους που μοχθούν καθημερινά και υποφέρουν (είτε στο εργασιακό περιβάλλον είτε στην προσωπική τους ζωή) και να τους μεταφέρουν το μήνυμα ότι τα βιώματά τους, τα βιώματά μας, μπορούν να αποτελέσουν καύσιμη ύλη για την Ποίηση, ώστε να συσπειρώσει γύρω τους κι άλλους ανθρώπους και να τους δώσει δύναμη, οικοδομώντας εστίες κατανόησης, αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας.
Όταν το ευθύβολο βλέμμα κουραστεί τότε η ώρα αυτή πουν ξεχασμένη ακόμα στη νύχτα της αρχής -κάπως έτσι αποφασίστηκε- ακριβό παιδί του παραμυθιού Βαρύ στα μάτια της έλλειψης που γίνεται αλήθεια θα επιστρέψει σα σιωπή που γνωρίζει το στέρξιμο της Περσεφόνης.
*
Δεν ξεδιψάει με νερό από εξασκημένο χέρια κι ούτε όποιος τον έθρεψε μα που τον έζησε το θάνατο θα τον κερδίσει μ’ ένα βραβείο ανεπίδοτο κι ό,τι δεν ήτανε να συγχωρήσει.
*
Ο άγγελος δεκατεσσάρων ή κάτι τέτοιο, στον ύπνο έστεκε να κοιτάζει τη σιωπή μου – είπε
Του μίλησα όταν ξύπνησα χρόνια μετά στη μέση ενός χειμώνα που δεν καταλάβαινε από σκεπάσματα.
*
Ακολουθώντας την Κλαρίσσα και τις άλλες, βαδίζω για να δω “το πράγμα” γυμνό από παλιές λέξεις.
*
Οι γυναίκες ταξιδεύουν εύκολα στην ξένη χώρα· έτσι περνάνε τη ζωή τους φροντίζοντας αποσκευές και κάποτε θυμούνται εκείνα τα σκαλιά της βεράντας σκεπασμένα από το φως των χιλιομέτρων.
*Από τη συλλογή “Περασμένη χώρα”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017.
Αυτός που φτιάχνει το σκοινί κι αυτός που το ρίχνει κι αυτός που το γραπώνει για να βγει έξω κι αυτός που τον σπρώχνει για να πέσει κι αυτός που πέφτει κι αυτός που σκάβει στα τοιχώματα γυρεύοντας τ’ όνομά του κι αυτός που το θάβει κι αυτός που ο ρόγχος του καθώς σβήνει αντιφεγγίζει στο σώμα του διπλανού κι αυτός που ονειρεύεται ότι μακριά, πέρα από το λάκκο, υπάρχει η φαντασμαγορία της μέρας και της νύχτας.
*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2022.
I wish you endless dreams and the furious desire to realize some of them. I wish you to love what must be loved, and to forget what must be forgotten. I wish you passions. I wish you silences. I wish you birdsongs as you wake up and children’s laughter. I wish you to respect the differences of others, because the worth and virtues of each person often remain to be discovered. I wish you to resist the stagnation, the indifference, and the negative values of our time. I wish you at last to never to give up the search, for adventure, life, love. For life is a wonderful adventure and no reasonable person should give it up without a tough fight. I wish you above all to be yourself, proud of being and happy, for happiness is our true destiny.
Σου εύχομαι ατελείωτα όνειρα και τη μανιώδη επιθυμία να πραγματοποιήσετε κάποια από αυτά. Σας εύχομαι να αγαπάτε ό,τι πρέπει να αγαπηθεί και να ξεχνάτε ό,τι πρέπει να ξεχαστεί. Σας εύχομαι πάθη. Σας εύχομαι σιωπές. Σας εύχομαι τα κελαηδίσματα των πουλιών καθώς ξυπνάτε και το γέλιο των παιδιών. Σας εύχομαι να σέβεστε τις διαφορές των άλλων, γιατί η αξία και οι αρετές του κάθε ανθρώπου συχνά μένει να ανακαλυφθούν. Σας εύχομαι να αντισταθείτε στη στασιμότητα, την αδιαφορία και τις αρνητικές αξίες της εποχής μας. Σας εύχομαι επιτέλους να μην εγκαταλείψετε ποτέ την αναζήτηση, για την περιπέτεια, τη ζωή, την αγάπη. Γιατί η ζωή είναι μια υπέροχη περιπέτεια και κανένας λογικός άνθρωπος δεν πρέπει να την εγκαταλείψει χωρίς σκληρή μάχη. Σου εύχομαι πάνω απ’ όλα να είσαι ο εαυτός σου, περήφανος που είσαι και ευτυχισμένος, γιατί η ευτυχία είναι το αληθινό μας πεπρωμένο.
Όλες οι ονειρικές πόλεις Είναι σαν τις γυναίκες που ποθήσαμε Απρόβλεπτες Άγριες Άφταστες Με σπασμένο βλέμμα Με τρεμάμενα χείλια Με έρημους δρόμους που γυρίζουν στον εαυτό τους σαν ένα πλεγμένο κουβάρι σαν την Zobeide ξεχασμένες ετοιμόρροπες μαγικές να τραγουδούν στριφογυρίζοντας με μάτια κλειστά Λουσμένες τη νύχτα
Ο Φλεβάρης ετούτος δεν είναι σαν τους άλλους Απολεπίζεται αποστειρώνεται μετά δείχνει τα δόντια του στιλπνά και πεντακάθαρα βγάζει τα ρούχα του όλα τα κρεμάει στο σύρμα της αλήθειας και αναλύει κάθε απόγευμα το DNA της θολής του ύπαρξης Απογοήτευση! Ετούτος ο Φλεβάρης δεν είναι σαν τους άλλους
Γιατί ασχολούμαι όμως μαζί του; Γιατί του γράφω στίχους; Γιατί τον αγγίζω με γάντια τραχιά Γιατί σαν τον κοιτάζω κατάματα ο οισοφάγος μου συσπάται από έναν απροσδιόριστο πανικό; Αναρωτιέμαι Τόσα σπασμένα ποιήματα τόσοι σπασμένοι άνθρωποι τόσες σπασμένες ψυχές Γιατί;
Παρόλα αυτά η ζωή συνεχίζει να ανασαίνει συνεχίζει να βαδίζει με ατσάλινα υποδήματα ανθεκτικά άφθορα απρόσβλητα -θαρρείς- από το οξύ του θανάτου
Κι εμείς; Όλοι εμείς που αμφισβητούμε κάθε στιγμή την παντοδυναμία της πώς αντέχουμε να γράφουμε στίχους φθαρτούς και να βαφτίζουμε τις κραυγές μας ποίηση; Πώς;
Ο Φλεβάρης ετούτος δεν μοιάζει με κανέναν άλλον Ρίχνει σκοινί στον πάτο του Άδη και ατάραχος αλιεύει κάθε φωτεινό σκοτάδι που τσιμπάει το φτηνό του δόλωμα Κι εγώ απολύτως ενσυνείδητα σκοτώνω με κάθε μου στίχο την αλλόκοτη ψαριά του και δεν ντρέπομαι να δηλώνω ένοχη για τον φόνο αυτό…
“Χαίρε Γιώργο, Τα ποιήματά σου, λόγω του Θάνου Μικρούτσικου, έφτασαν σ’ εμένα με παράδοξο τρόπο: πρώτα τα δέχτηκαν τ’ αυτιά κι ύστερα τα μάτια μου. Ετσι παίζει ο Θάνος. Κάνει μια ξαφνική κατεβασιά στη μικρή περιοχή του ποιήματος, κι ενώ όλοι περιμένουν η μπάλα ν’ ακολουθήσει την αιωνιότητα, που μόνο τα δίχτυα γνωρίζουν, εκείνος την πετάει στην εξέδρα.
Τα ποιήματά σου δε θυμίζουν τίποτα, δεν ακουμπάνε σε καμιά αξιοθρήνητη γενιά. Νιώθεις αμέσως ότι κινδυνεύεις μαζί τους και γι’ αυτό, γοητευμένος, τα ακολουθείς. Παραφράζοντας τον γέρο Εζρα, θα έλεγα πως δεν έχεις καμία απολύτως σχέση ούτε με τη Μούσα ούτε με τον Μωυσή. Ο τρόπος σου είναι ακαριαίος, απαγορεύοντας στο έμπειρο μάτι ν’ αποτυπώσει το θαύμα για να το παραδώσει ύστερα (σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την αγία οικογένεια της ζωής) στο χειρουργείο. Και ο αναγνώστης, μιας και κανείς δεν είναι σε θέση – ευτυχώς – να του εξηγήσει για την ίδια του τη ζωή, αν είναι αποφασισμένος, θα γίνει μόνιμος κάτοικος του κύκλου σου. Με τη δύναμη των στίχων θα πάψει να είναι αναγνώστης, θα γίνει ο Πατρέας (από το ποίημά σου «Η επινόηση»). Αυτό δεν είναι το ζητούμενο; Να καταργήσουμε τους ρόλους και τις ιδιότητες;
Τα ποιήματά σου είναι μακριά από τη γέρικη σοφία και μπορούν να διαβάζονται σαν παραβολές που δεν καταδέχονται ν’ ασχοληθούν με το θεό ή το διάβολο. Οι ιστορίες σου δεν είναι της μιας χειρονομίας, κι αυτό το κατορθώνεις χάρη στο ταλέντο που σου δόθηκε απλόχερα. Αρχίζοντας από το τέλος, λύνεις τα χέρια στους ήρωές σου και τους αφήνεις ελεύθερους.
Είμαι ενθουσιαστικά δίπλα σου. Εύχομαι και προσεύχομαι το έργο σου να πολλαπλασιάζεται”.