Μαρία Γερογιάννη, Δύο ποιήματα

GRIECHENLAND

Μονοπάτια στην πανσέληνο,
το σώμα σου
Μαζεύουν οι παλάμες σου,
τον ουρανό

Οι θάμνοι σου,
καρποί μέσ τα μαλλιά σου

Τα πάθη σου,
στο έλεος των θαλασσών.

Φυτρώνεις λιμνοθάλασσες
Τους ίσκιους των βουνών ορίζεις

Ξεμοναχιάζεις πράσινες νιφάδες,
μυστήρια πουλιών

Πίνεις στα μισοφέγγαρα
Φιλήδονη Ανατολή
Σαγήνη αρωμάτων

Άφθαρτα όνειρα νερού,
σχίζονται πέτρες να τα δεις

Αγαλμάτινη,

Στον απόηχο οροειράς βλεμματων
Κορυφογραμμή,
Βαθειά σκαμένα μονοπάτια
Σπλάχνα ψυχής
Λυγμοί καμπάνας
Στάχτες σιωπών στους ανέμους των χαλασμών

Αγαλμάτινη,

Στον απόηχο των κρότων της φωτιάς
Λάγνος αφρός στα πέλματα των προσδοκιών
Απόσταγμα ορφάνιας των πουλιών
Ρυάκι από χείμαρρο που σβήνει

***

Η ΑΚΛΑΔΕΥΤΗ ΜΥΡΤΙΑ

Μονάχη απ’ το δρομάκι ξεπρόβαλε
Από τις στέγες κυλούν κόκκινα μήλα
στην καρδιά της νύχτας
Αναγνωρίζεται η ακλάδευτη μυρτιά

Η σιωπή ακούμπησε στο σώμα-
Μόνο η ανάσα του φεγγαριού
Μόνο το φέγγος της ευωδίας
Μόνο τ’ ανθίσματα των ήχων
Μόνο το κέντημα της Ίριδας

Μόνο ένα χάδι στη θλίψη
Μόνο της γης η παρηγοριά

*Από τη συλλογή “Φωνή φωνηέντων”, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2017.

Άρης Τσιούμας, Άγνωστο Πώς

η ανθρωπότητα ακολουθεί την κομμένη ρίζα της
ανακαλύπτει ξανά το Μηδέν
αποστοιχίζει το άπειρο
κουρνιάζει εξαντλημένη στα ζαρωμένα μέτωπα
λησμονημένων μαχών
παστρικά ξεσκονίζει τις σκουριασμένες επωμίδες
κάποιου αναίτιου θανάτου της

απορώντας σηκώνει ευθυτενώς το χέρι της
χαιρετά ερωτηματικά ένα γκρίζο πηλήκιο
αναμασά έπειτα την εντολή […]

σαν παιδάκι κοροϊδεύει τον εαυτό της στον
καθρέφτη
μεταμορφώνεται
αδέξια μπαλαρίνα σκέφτεται:
«αυτήν τη φορά θα τα καταφέρω»
-μετά-
αποσύρεται στην εξέδρα του αμφιθεάτρου
χειροκροτεί στην πρεμιέρα την ίδια τραγωδία

άλλοτε καθαρίστρια που αφήνει τη δουλειά της στη μέση
χάνει το χρόνο της γυαλίζοντας
τις μπρούτζινες επιφάνειες των κανονιών
προγραμματίζει εύτακτα
με λογιστική ευδαιμονία
νέους εκπατρισμούς
αύριο,
κάποτε,
θα ξεκουραστεί για ν’ ανασάνουν
όσοι την αγάπησαν.
Οι αφοσιωμένοι είναι νεκροί

κι αυτός που ονόμασε «19ο»
ήταν ο τελευταίος της αιώνας
η δίχως συνέχεια έκφραση μιας ανθρωπινότητας
που έχει μετρηθεί
σε ψεύτρα ζυγαριά
με σκάρτο ζύγι
-πάντα λειψή-
κι ό,τι λείπει, λείπει

ο εαυτός, ατίθασος, αλαζονικός και φίλαυτος
τζογάρει ποντάροντας όλο το είναι του… στον
εαυτό του
προβλέποντας την επερχόμενη συντριβή του
την αναπόδραστη εκμηδένισή του
αναλογίζεται την υπόσχεση για ένα ασφαλές
καταφύγιο
όταν ο πόλεμος θα έχει οριστικά χαθεί.
Το επόμενο πρωί της ολικής καταστροφής της,
η συντριβή θα υμνήσει την ειρήνη.

*Από το βιβλίο “σπαράγματα φόνων”, Εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2017.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Οι ένοικοι

James Abbott-McNeil, Whistler

Στον Δημήτρη Τ.

Οι ένοικοι της πολυκατοικίας
κλειδώνουν νωρίς το βράδυ
πίνουν καφέ ή τσάι νωρίς το πρωί
αποπληρώνουν διακανονισμούς
συμπληρώνουν λαχεία ή στοιχήματα
συγκεντρώνουν κουπόνια σούπερ-μάρκετ
χαμηλώνουν ομόφωνα την κεντρική θέρμανση
μένουν μακριά από μπλεξίματα και φασαρίες
κάθε Τρίτη ψωνίζουν στη λαϊκή
κάθε Κυριακή εκκλησιάζονται ―
πηγαίνουν βόλτα ή γήπεδο
και κάθε δεύτερο χρόνο
εκλέγουν το διαχειριστή τους.

τοπικότητα

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Κάποτε θα σβήσουν κι οι αστερισμοί
κι αυτός ακόμη ο Σταύρος του Νότου που τόσο τραγουδήθηκε,
όσο ήμασταν παιδιά
σε ασφυκτικά δωμάτια 
ή στις συναυλίες
και ο Α του Κενταύρου κι ο νοσταλγικός Μ 81
θα σβήσουν
κι εμείς ακόμη πιο νεαροί
από σφαιρικά σμήνη ή από μεσοαστρική σκόνη
θα σβήσουμε επίσης
αφού πρώτα γίνουμε άστρα
στο πλάι των αγαπημένων μας/
μα κάποιος θα μένει πάντα πίσω και θα παρατηρεί
έναν έναν τους υπερκαινοφανείς
πως θα αναβοσβήνουν στο στερέωμα/
έτσι λειτουργεί το μακρύ χέρι
της αιτιότητας:
αδύνατον να παίζει ένας τέτοιος θίασος,
δίχως θεατές/
ΚΛ – 02/10/2017

View original post

Γιώργος Κορδομενίδης, Η υποψιασμένη απελπισία της Κατερίνας Γώγου

H φωτογραφία της στο εξώφυλλο, μετωπική, με βλέμμα ευθύ και διεισδυτικό, με τη μορφή της σχεδόν αυστηρή ―αν εξαιρέσεις μια υποψία πικρού χαμόγελου στα χείλη―, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στους ανειδίκευτους αναγνώστες για την ταυτότητα του προσώπου και του ονοματεπωνύμου της εικονιζόμενης: Kατερίνα Γώγου, ηθοποιός (από την Όμορφη πόλη του Kακογιάννη στις ταινίες της Φίνος Φιλμ της δεκαετίας του ’60 κι από κει στη Φιλουμένα Mαρτουράνο πλάι στην Eλλη Λαμπέτη) και ποιήτρια.

Kατερίνα Γώγου. Mε λένε Oδύσσεια. Aθήνα, Eκδόσεις Kαστανιώτη 2002, 133 σελ.

Στο σανίδι από τα πέντε της χρόνια (γεννήθηκε στην Aθήνα το 1940), στα δώδεκά της μαθήτρια στη σχολή Mουζενίδη, κάνει νωρίς την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση κι αμέσως μετά συμμετέχει ―στη “χρυσή” εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου― σε περισσότερες από 50 ταινίες, που την έκαναν γνωστή στο κοινό σαν το δροσερό κοριτσόπουλο με τα κοντά μαλλιά και τη μίνι φούστα, που χοροπηδούσε φωνάζοντας γιούπι!

Aλλά τόση προκάτ ευδαιμονία δεν την αντέχει ένας υποψιασμένος και ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένος άνθρωπος όπως η Kατερίνα Γώγου.

Tο 1979 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή: Tρία κλικ αριστερά. Tα ποιή ματά της διαβάστηκαν όσο λίγα, και το βιβλίο έχει κάνει μέχρι σήμερα περισσό τερες από 20 εκδόσεις, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Aμερική. Aπό ένα σημείο και πέρα ήθελα να σπάσω την απομόνωση ―όχι την προσ ωπική, αλλά όλων σαν εμένα―, χωρίς όμως μ’ αυτό να θέλω να πω ότι την ψώνισα να κάνω την αγία ή την αρχηγίνα, θα πει σε μια συνέντευξή της στον Δημήτρη Γκιώνη (Eλευθεροτυπία, 13.10.1980). Tα μάζεψα λοι πόν [: τα ποιήματα] και πήγα σε δύο ανθρώπους που πίστευα ότι δεν είναι και τόσο πουλημένοι, και τους τα έδωσα να τα διαβάσουν. Φαίνεται ότι τους άρεσαν. Λέω πως θα με είδαν κάπως έτσι: «Για κοίτα ρε που σκέφτεται, για κοίτα που γράφει ― και γράφει και καλά». Προχώρα και βγάλτα, μου είπαν. Kαι τα ‘βγαλα.

Tο γράψιμο αποτέλεσε σταθερή διέξοδο στα τελευταία 15 χρόνια ζωής της Kατερίνας Γώγου. Tο δεύτερο βιβλίο της, Tο ιδιώνυμο (1982) έχει κάνει κι αυτό πάνω από 15 εκδόσεις. Tο ξύλινο παλτό (1982) βρίσκεται στη 10η έκδοσή του, ενώ οι Aπόντες (1986) στην 4η έκδοση. Oλα τα προαναφερθέντα βιβλία της, καθώς και O μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988) κυκλοφορούν από τον Kαστανιώτη. Tο τελευταίο της βιβλίο, Nόστος, το έβγαλε το 1990 από τα Nέα Σύνορα.

O Nίκος Φωκάς, ένας από τους πιο σημαντικούς σημερινούς ποιητές μας (κι ο μόνος, όπως προκύπτει από το αυτοσχέδιο αρχείο μου, μη δημοσιογράφος που ασχολήθηκε με την ποίηση της Γώγου), έγραφε στη Φιλολογική Kαθημερινή (31.5.1979): Tο Tρία κλικ αριστερά είναι ποίηση πολιτική, αλλά με μια σημαντική διαφορά. Διαφορά ποιοτική. H γλώσσα είναι ενεργητική στο βαθμό που την ενεργοποιεί και την αναγκάζει το πάθος. Συγχρόνως όμως επώδυνα ουσιαστική, κόβεται ακριβώς μια στιγμή πριν γίνει συναισθηματολογία ή ρητορικός στόμφος. Eίναι ένας λόγος με κύρος και θυμό, που, μένοντας πολιτικός, είναι υποχρεωμένος να είναι εξαιρετικά σαφής, εφόσον υποθέτω υπολογίζει σε κάποια αποτελέσματα, δίχως να χάνει χρόνο και δύναμη σε ωραιολογικούς ακκισμούς ή ευκαιριακές επιδείξεις.

Σ’ αυτό το μεταθανάτιο βιβλίο της Kατερίνας Γώγου περιέχονται τα τελευταία ποιήματά της, που κινούνται στους ίδιους άξονες μ’ αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με στίχους σπαρακτικότερους από κάθε άλλη φορά:

[…]
Πώς θα γυρίσω
που βρίσκομαι χωρίς σκαρί
συντρόφους, από τ’ άγγιγμα της Kίρκης, γουρούνια
χωρίς αέρα και πανιά
όμοιο εγώ διαζευτικό καταμεσής της θάλασσας;

Xωρίς εισπνοή πώς εκπνοή της άνοιξης να γίνω
κι έτσι ξυπνητή νεκρή ζωντανή
τους κοιμισμένους θεούς μέσα μου
να μην τους ξυπνήσω;

Mε λένε Oδύσσεια.
Aνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει
[…]

Στις επόμενες σελίδες, πεζά ποιήματα με βιωματικά στοιχεία, αλλά και μικρά πεζά, με περισσότερο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και περιστατικά από τη ζωή της και την καριέρα της (όπως στον σύζυγό της και πατέρα της κόρης της, Mυρτώς, σκηνοθέτη Παύλο Tάσιο, ή στην Eλλη Λαμπέτη, συνόψεις σεναρίων.

Kι ακόμη, κείμενα με ημερολογιακό χαρακτήρα, καταγραφές σχεδίων («Nα βρω και να δω και να μάθω πώς έβγαλε την τελική σκηνή η Kαπρίσκι στη Δημόσια γυναίκα του Zουλάφσκι» ― «Kάποιος να μου δανείσει ένα καλό μικρό κασετόφωνο να θυμηθώ τη φωνή μου»), γράμματα στον εαυτό της αλλά και στον πατέρα της: Tι καλός που είσαι που μ’ έμαθες από πέντε χρόνων να διαβάζω εφημερίδα! Eσύ που ξέρεις τόσα, μα τόσα πολλά, πήρα το κώνειον, έφαγα όλο μου το φαΐ, όλα μου τα χάπια. Eρχόμουνα, όπως με είχες εκπαιδεύσει στη Bία, να σε βρω στο καφενείο, στου Mακρυγιάννη, που έπαιζες πρέφα, να σου θυμίσω να με δείρεις αλλά δεν είχε τελειώσει η παρτίδα και μου ‘λεγες: «Ξανάλα σε μια ώρα», κι εγώ ξαναρχόμουν ξανά και ξανά, μέχρι να αισθανθώ τη βία σαν λύτρωση, μαθαίνοντας να προσεύχομαι σ’ αυτό που δεν ήξερα, στο Θεό, να με δείρεις με την πέτσινη λούρα σου, να με χτυπάς στα γόνατα και στα καλάμια με τα μυτερά σου καφετιά παπούτσια […]

Aλλά και γράμματα στην κόρη της, και πάλι στη μάνα της, και πάλι στον εαυτό της, γράμματα γεμάτα αποσιωπητικά πριν από την οριστική σιωπή, στην οποία κατοίκησε ανεπιστρεπτί την Kυριακή 3 Oκτωβρίου 1993.

*Δημοσιεύτηκε στον “Αγγελιοφόρο της Κυριακής”, στις 21.4.2002. Εμείς το πήραμε από το Εντευκτήριο εδώ: http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/10/blog-post.html

άπελπις ονειροπομπός

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Γράμματα που κρύβονται μέσα στη λέξη
ως και λέξεις ολάκερες
μα πάντοτε το όνομα σου,
μια απειλή που άργησε πολύ
να αγαπηθεί και να ριζώσει,
απανωτές έξοδοι
στην ίδια ξανά ιστορία,

ενός άλλου                 .

View original post

Λουκάς Λιάκος, Από τη “Στροφορμή”

Έργο του Jörg Heidenberger

Γεωγραφία απλών ονομάτων

Κάποτε ο τρόμος προκαλεί να ‘σαι σαράντα χρονών κι ο ήλιος να είναι πίσω σου και να περνάει χωρίς ενθουσιασμό από τις κούφιες γειτονιές στο Παρίσι στο Μοντεβιδέο στην Κουάλα Λουμπούρ να σε έχει συνεπάρει ο ρόλος του το να μην έχει προορισμό όπως εσύ γεμάτες σελίδες πτώματα παντογνώστες εσύ έψαξες για τα πρόσωπά τους εσύ ως συγγραφέας για να τους πετάξεις στο λάκκο σ’ αυτό το ευτύχημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην καρδιά του φαραγγιού επτά χρόνια μετά την καταστροφική πυρκαγιά του Ξ από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ εσύ πια το αγκάθι κι αυτό δεν είναι προσποιητό να διαλέγουν την αγωνία και τη γιατρειά ένα βήμα από το Ξ να μην παραμένουν στη θέση τους εσύ να τους λες θέλω να φτάσω ψάχνοντας για τη σκέψη πως δεν έχω τίποτα να κάνω να τους λες δεν μ’ αρέσει αυτή η ώρα αυτή η στιγμή εσείς δεν μ’ αρέσετε εσείς κι η πόλη όπως έχει χτιστεί δεν μ’ αρέσει και ξέρεις πως θα προσβληθούν γιατί αυτή είναι η ντροπή που μάχονται έντονα όταν λένε να ο αιώνιος φίλος μας είναι σπουδαίο να μας περιγράφει σαν τα λεμόνια μες στη ζέστη και εσύ να κλαις κλαίω-κλαίω μπρος στα ανοιχτά σας στόματα και τους χρειάζεται να νιώσουν τους χρειάζεται να σωθούν μα χαμήλωσαν τα μάτια, χαμήλωσαν το κεφάλι και έραψαν φύλλα συκής και εκρύβην.

***

Στο βρώμικο πάτωμα

Τελειώνουμε με μικρούς πόνους, ώστε η ανταλλαγή τους να μας γίνει συνήθεια. Όμως απόψε δεν έρχομαι να δώσω μα να πάρω τα πάντα. Άνοιξε το στόμα των νοικοκυριών. Τα θέλω θα στα πω με την ευκρίνεια πίνακα που βγάζει σ’ αδιέξοδο. Να με ακούς για την αυταπάρνηση και το δηλητήριο να είναι ταυτόχρονο.
Στα ξεκάθαρα θέλω, μου συμβαίνουν σιχαμένα κάποιοι στις ρουφηξιές, να έχουν το χείλος του γκρεμού, το τέρμα του διαδρόμου. Η δική σου περίπτωση είναι ζωντανή, μα εγώ σφυρίζω απ’ έξω. Ας μιλήσουμε σκούρα και πράσινα, με τον εξοπλισμό ενός δαίμονα. Θέλω να ‘χω καταβληθεί. Ξαπλώνοντας σ’ αυτό το δωμάτιο που έχει τόσο ήλιο, που έχει μια φούστα και μια κυψέλη να με μαραίνει. Που έχει κουμπιά στα οποία βουτά αποκλειστικά η αφεντιά μου. Κι ακόμα, ένα κομμάτι σου για όργωμα, ένα τσιγάρο. Αφήνοντάς με έτσι να με αφήσεις, μια μέρα, δυο μέρες, να ασελγήσω πάνω στην αγία σου τράπεζα. Θα γονατίσουν τότε πλάι μας δυο κτήνη. Στη θρησκεία μιας συναλλαγής θα γονατίσουν. Στα κλινοσκεπάσματα. Το πρωί, το άλλο πρωί, δεν θα ζητήσω τίποτε άλλο, παρά τη φιλία σας.

μα η γυμνότητα σου μεταμορφώνεται
αλλάζει σε ένα κενό που μου είναι οικείο
αιώνια κι αιώνια
εκεί που δεν συμβαίνεις

*“Στροφορμή”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2016.

Αγγίζοντας αυτή τη νεότητα – Νίκος Καρούζος, Ποιήματα (1961)

F.'s avatarΜονοπάτια

Despair

Περίμενα όλο το βράδυ με τα μύρα
είχε πεθάνει μια γυναίκα
τα χαράματα
οι άνεργοι με τα φτυάρια περίμεναν
στην πρωινή πλατεία του ταχυδρομείου
λίγο σκοτάδι έμενε ακόμη
και βασίλευεν η θαλπωρή που δίνει
η μια καρδιά δυστυχισμένη με την άλλη—
της χαραυγής μικρά εστιατόρια
φως αχνισμένο πάνω στους υαλοπίνακες.
Η Αττική τη νέαν ημέρα υφαίνε στα μάτια
πονούσαν μέσ’ στους άδειους δρόμους τα βήματα
ο βαθύς αυτός όρθρος.
Άλλοτε η χαρά ήτανε πιο βαθύ ποτάμι
με κρύσταλλα μοναχικά στην επιφάνεια
μ’ ένα θεό κρυμμένο καθαρά
και δέντρα μόλις
καθρεφτισμένα.
Βαθύ ποτάμι της ιαχής τώρα βαδίζω
στην οδό κι οι άνθρωποι δεν έχουν λόγια
να μιλήσουν τι να πουν…
Κοντές ελληνίδες άτονες μητέρες καθαρίστριες
πηγαίνουν στα σιωπηλά οικήματα
με λίγη άμυνα ρουχισμού στο κρύο τόσο λίγη
δεν έχουν στα φτηνά φουστάνια τους άνθη.
Κι άλλες γυναίκες μάταια προσμένουν
έρωτα θάνατο χαρτονόμισμα
είναι αργά η νύχτα στάθηκε σκληρή…
Δίνω το χαρτονόμισμα…

View original post 69 more words

Άτιτλο, Σωτήρης Παστάκας | μτφρ. από αγγλική Mitko Gogov

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (3)

Сотириус Пастакас
(Грција)

Редица за храна
Ја поставив масата за еден.
За мене. Го вклучив тевето.
Седнав. За да се спаси капитализмот
потребно е да се жртвува секој од нас.
Телефонот заѕвони. Ти праша
дали може да дојдеш.
Можеш. Го исклучив тевето.
Станав. Капитализмот
крвари и умира. Реков.
Го сменив чаршавот.
Ја поставив масата за двајца.

***

Έστρωσα το τραπέζι για έναν.
Για μένα. Άναψα την τιβί.
Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός
απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες
αν μπορούσες να περάσεις.
Μπορούσες. Έσβησα την τιβί.
Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός
αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα.
Άλλαξα τραπεζομάντιλο.
Έστρωσα το τραπέζι για δύο.

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Για κάθε ποίημα που γράφεται
ένα άλλο ποίημα παραμένει άγραφο.
Με λίγη προσπάθεια
αυτό θεωρείται ποίημα.
Είναι, καλώς η κακώς, ένα ποίημα
που αποτρέπει την σύλληψη
ενός άλλου ποιήματος.

View original post