Νίκος Σπάνιας, Φέρτε μου μπόλικο χαρτί

Φέρτε μου μπόλικο χαρτί.
Θα πιαστώ από έναν απλούστατο συλλογισμό.
Θα τον τραβήξω σα λάστιχο.
Θα τον αφήσω λίγο πριν εκραγεί
Και σας τυφλώσουν τα κομμάτια του.
Το σοκ. Ο αιφνιδιασμός. Το αίσχος.
Σαν σαστισμένα πρόσωπα που τρέχουν
Σαν μερμήγκια που παραλίγο
Να τα λιώσει μια πατούσα….

Φέρτε μου μπόλικο χαρτί.
Με τα μωσαϊκά της ποίησης
Θέλω να πω με τις παραλλαγές της
Εξηγώ τον εαυτό μου στον εαυτό μου.
Φρίκη!
Με τα μωσαϊκά της ποίησης εξηγώ πρώτα
Τον εαυτό μου στον εαυτό μου
Κι ύστερα στους άλλους.
Πάλι φρίκη
Με τα μωσαϊκά της ποίησης
Συγχύζομαι μέσα στους άλλους.
Κοιτάχτε είμαι μια κλωστή
που περνά μέσα από το λεπτό μάτι της βελόνας.

Λεπτεπίλεπτα
Θα σας ράψω
Στο τομάρι μου….

*Από τη συλλογή “Φόρος Τιμής στον Giorgio de Chirico”, Εκδόσεις “Γνώση”

Idra Novey, Stranger / Ξένος

Person not a member
of a group. A visitor
guest, or the breast
that brushes your arm
on the subway. Person
with whom you’ve had
no acquaintance but who’s taken
your rocking chair
from the curbside
and cults up in it
and closes her eyes.
Person in line
behind you now, waiting
for a glass off water,
Of whiskey, or elixir.
Person logging online
at the same second
from the Home Depot in Lima
or in search of the Dalai Lama.
Person not privy or party
to a decision, edict, etcetera,
but who’s eaten
from the same fork
at the pizzeria
and kissed your wilder sister
on New Year’s. Person assigned
to feed the tiger at the zoo
where you slipped your hand
once
into the palm
of somebody else’s father.

Μη Μέλος
ομάδας. Επισκέπτης,
φιλοξενούμενος, ή το στήθος
που στιγμιαία αγγίζει το μπράτσο σου
στο μετρό. Αυτός
που δεν
συνάντησες αλλά πήρε
την κουνιστή πολυθρόνα που άφησες
στην ανακύκλωση
και κουλουριάστηκε μέσα της
κλείνοντας τα μάτια.
Αυτός
πίσω σου, που στέκεται στην ουρά για νερό,
ουίσκι ή ελιξίριο.
Αυτός που μπαίνει στο διαδίκτυο
την ίδια στιγμή
απ’ το πολυκατάστημα Home Depot στη Λίμα
ή ψάχνει τον Δαλάι Λάμα.
Αυτός που ούτε γνωρίζει ούτε συμμετέχει
σε αποφάσεις, διατάγματα, κτλ.,
αλλά έφαγε
από το ίδιο πιρούνι
στην πιτσαρία
και φίλησε την ατίθαση αδερφή σου
την πρωτοχρονιά. Ο φύλακας που
ταΐζει την τίγρη στο ζωολογικό κήπο
όπου γλίστρησες τα δάχτυλα σου
κάποτε

στην παλάμη
του πατέρα κάποιου άλλου.

*Από το βιβλίο “Το βλέμμα σου, κόσμε”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2022. Μετάφραση: Μαριάννα Πλιάκου, Jane Gregercen.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι υποσχέσεις είναι βροχή

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

οι υποσχέσεις είναι βροχή
που τρέχει κάτω από κίτρινα φύλλα

η σκιά του δέντρου βιάζεται
να μπει κάτω από τα βράχια

μια παλάμη ξαναμμένη
γεμίζει τις τρύπες της θάλασσας

πουλιά καθρεφτίζονται

το φεγγάρι ξεστρατίζει
διαπερνώντας τα πρόσωπα

διασταυρώνεται
με τα χλωμά αστέρια

Δημήτρης Μπαλτάς, Έγκλημα

«Το έγκλημα σε βάρος των εργαζομένων δεν θα
περάσει!»

«Οι εργαζόμενοι κατέλαβαν το εργοστάσιο.
Συνεχίζουν τον ηρωικό τους αγώνα.»

«Όλοι αύριο στο συλλαλητήριο των εργαζομένων στην
πλατεία Συντάγματος!»

Άλλη μια εταιρεία βάζει λουκέτο και απολύει
εργαζομένους·

άλλη μια κυβέρνηση νομιμοποιεί το ρήμαγμα των βιοπαλαιστών, τους ξεσπιτώνει μαζί με τις οικογένειές τους,
τους καταδικάζει στην ανέχεια, τους κλέβει ακόμα και
το ελάχιστο ξεροκόμματο που τους πετούσε
φροντίζοντας τάχα να ζουν αξιοπρεπώς·

άλλη μια ανθρωποθυσία τελείται
στον βωμό του κέρδους σε αυτόν τον κόσμο που εσείς
ονομάζετε αναπτυγμένο, όπου τάχα κόπτεστε για τα
ανθρώπινα δικαιώματα·

άλλος ένας συλλογικός αγώνας για την εργατιά, που με
λύσσα θέλετε να συνθλίψετε, είναι προ των πυλών.

Κι αν εσείς απαντάτε με γκλομπ και μολότοφ,
εγώ απαντώ με τούτο το ποίημα.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή «Υπό καθεστώς ομηρίας», Εκδόσεις μετρονόμου, 2025.

Μαρία Λατσάρη, Δύο ποιήματα για τα Τέμπη

Χαρα (υ)γή

Δύο θανάτου
ευθείες γραμμές,
τρένου ράγες

η στιγμή

ημερολόγια ολόκληρα
σε μια σελίδα συγκολλούνται

που
ελεύθερη τον ουρανό αγγίζω
τη θέση σου να πάρω
σ’ εκείνο το παιχνίδι τρόμου
28 Φλεβάρη.

*

Αντροπόκαινο

28 Φλεβάρη του ‘23
Άλλαξε της ζωής ο ρους
Αφήνει πόνο ο χειμώνας

Ξέφτια σε σάβανο
καμένες σάρκες
σε μπάζα μέσα
δίχως σώμα
οστά θαμμένα

Σταχτονιφάδες να
σκεπάζουνε τα δέντρα τις ταράτσες
Δεν έχει βλέφαρα η στάχτη
να φιλήσετε μανάδες
τα μαλλιά σας μόνο ασπρίζει
Χτύπησε κόκκινο η ύβρις
Τους φαύλους δες
που σας κοιτάζουνε στα μάτια
δώστε τους πίσω το άδειο μνήμα

Αθανασία Δρακοπούλου, Δεν έχει μετά

Artwork: Max Beckmann

Θα σηκωθείς ή θα σε πατήσουν;
Θα μιλήσεις ή θα σε σβήσουν;

Θα κρατήσεις το ζεστό καρβέλι στα χέρια
ή θα σκύψεις να μαζέψεις ψίχουλα;

Θα σταθείς απέναντι
ή θα χαθείς μέσα στο πλήθος;

Η άνοιξη δεν κάνει πίσω!

Μα ο άνθρωπος, αιώνες υποτάσσεται.
Κι η αξιοπρέπεια δεν περιμένει.
Ή την έχεις, ή σε σέρνουν αυτοί που τη φοβούνται!

Άνοιξη όπως λέμε Αξιοπρέπεια!

Λουλούδι ή σύρμα σκουριασμένο;
Καρδιά ανοιχτή ή στόμα ραμμένο;

Γέλιο που σπάει σαν κλωνάρι
ή σιωπή που μαζεύει αράχνες;

Να ανθίσεις ή να βολευτείς;
Να σταθείς ή να γονατίσεις;

Η άνοιξη δεν σε περιμένει.
Ή την ακολουθείς, ή τη βλέπεις να φεύγει.
Και η Αξιοπρέπεια, το ίδιο.

*Στ’ άναρχα της πόλης φυτρώνουν οι ελπίδες

Michael March (Νέα Υόρκη, 1946 – Πράγα, 23/2/2025), Πράσινο σαν μεσάνυχτα

Αντικατέστησα το μέλλον — με το μέλλον
οι υποσχέσεις έμειναν στο παρελθόν
Η ιστορία έζησε στις πρασινάδες
ανάμεσα στα δάχτυλα του ποδιού πανάρχαιων θαλασσών

Σαν φίδι ήρθε ο θάνατος — πράσινος σαν τα μεσάνυχτα
«μία ακύρωση της δικαιοσύνης» κάθε μέρα και πιο αδύναμος
Τα ψεύδη συνέχισαν το ταξίδι τους — πανηγυρίζοντας τη ζωή

«Δώσε πίσω τον γαλάζιο ουρανό»
«αναίσθητες ρόδες σταφυλιού στα χέρια σου»
Δώσε πίσω μια ξέπλεγη καρδιά
την ιερή σκόνη πέταξαν μακριά

Είδα τον αποχωρισμό
τον είδα να περνά
τίποτα η καρδιά μου
στο πέρασμά του

Πηγή: Michael March, «Όπου μας πήγε» στο: (δίγλωσση έκδοση) Η απατηλή ερμηνεία του χρόνου —The False Explanation of Time, μετάφραση: Βερονίκη Δαλακούρα, Αθήνα: Άγρα 2022.

Κυκλοφορεί: Γιώργος Πρεβεδουράκης, Δίστομο

Το έκτο ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Πρεβεδουράκη από το Πανοπτικόν από το οποίο κυκλοφορούν επίσης τα έργα του “Κλέφτικο”, “Χαρτάκια”, “Οδός Ρόδων”, και “Μικρά ονόματα”.

Safia Elhillo, Αυτοπροσωπογραφία χωρίς σημαία 

δηλώνω πίστη στις κολλητές μου
στις μικρές και δροσερές παλάμες της μάνας μου
στο κενό μεταξύ των δύο δοντιών του αδελφού μου
και στα καλά μελαμψά χέρια της γιαγιάς μου
στα καλά δυνατά μελαμψά χέρια που αγκαλιάζουν τα γυμνά μου πόδια πάνω στην ποδιά της

δηλώνω πίστη στη μαζική αποστολή μηνυμάτων
δηλώνω πίστη στο γέλιο και σε όλα τα αγόρια που έχω ερωτευθεί
δηλώνω πίστη στη γλάστρα μου με τον δυόσμο
στην ψαλίδα μου
στο μυαλό του παππού μου και στο σταχτί αριστερό του μάτι.

κατάγομαι από δύο ξοφλημένες πατρίδες
και τις επιστρέφω
αρνούμαι να δηλώσω πίστη σε κάποια χώρα
στα σύνορα που χαράχτηκαν δια της βίας για να ρουφήξουν αίμα
αρνούμαι να δηλώσω πίστη στην κυβέρνηση
στη συνάθροιση των λευκών αντρών που τεμαχίζουν τον χάρτη με τους μαρκαδόρους τους

επιλέγω τραπέζι στο σπίτι της βάφλας
με όλους τους αγαπημένους μου να στριμώχνονται στους καναπέδες
επιλέγω το λαμπερό σκοτάδι των προσώπων μας μέσ’ απ’ το λεπτό πέπλο του καπνού
το ακτινοβόλο σκοτάδι των προσώπων μας στιλπνό κάτω από τα στρώματα ιδρώτα
επιλέγω τον κόσμο που φτιάχνουμε με τον τρόπο που ζούμε
αρνούμενες να μας ξεκάνουν όλα αυτά που μας περιβάλλουν
επιλέγω να μαζευτούμε στην άκρη της λίμνης με το φως ν’ αντανακλάται στο νερό και στα δόντια των γελαστών προσώπων μας
και στο ζωντανό σκοτάδι των μαλλιών μας
και αυτή είναι η μόνη μου πατρίδα

*Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης, “Αραβίδες ντίβες”, σε μετάφραση Πίτερ, Ράνιας, Ελένης. Μια έκδοση του Αρχείου 71 και του περιοδικού “Τεφλόν”.

**Η Safia Elhillo είναι ποιήτρια σουδανικής καταγωγής και μεγάλωσε όπως λέει η ίδια “σε ένα Σουδάν μέσα στην Αμερική”. Γεννημένη το 1990 στο Μέριλαντ μέσα από την ποίησή της μιλάει για τις συμφορές που προκάλεσε η αποικιοκρατία στον κόσμο, αφηγείται ιστορίες από τη ζωή των μεταναστών και των μεταναστριων, αντιμετωπίζει με χιούμορ το χάσμα των γενεών στην αραβο- αμερικανική κοινότητα. Χρησιμοποιεί αραβικές λέξεις και φράσεις χωρίς να τις μεταφράζει, αποφεύγει την στίξη και τα κεφαλαία γράμματα ενώ η γλώσσα των ποιημάτων της προσιδιάζει στα αγγλικά που μιλούν οι Άραβες μετανάστες και μετανάστριες στις ΗΠΑ.

Τάσος Κόρφης, Των μοναχικών ποιητών

Κοσμική δεξίωση ποιητών

Και, βέβαια, η ποίηση δεν υπάρχει εδώ
Στα πολυτελή σαλόνια με την λαϊκότροπη μουσική,
Στους επώνυμους, φουσκωμένους διάνους,
Στην κοσμική ηθοποιό,
Που με συγκινημένη, τάχα, φωνή απαγγέλλει
Τα ονόματα των διάσημων ξένων ποιητών: Ενός φίλου
Του Πωλ Ελυάρ, ενός μεταφραστή της Βίβλου
Κι εκείνου του παμπόνειρου Ναπολιτάνο
Με το ψαλιδισμένο μουστακάκι και τα πανούργα μάτια.

Καημένε Κέρουακ, εσύ που ξέρεις πόσο μεγάλοι
Είναι οι δρόμοι, που δεν οδηγούν πουθενά,
Κι ακροβατείς σε μια τροχισμένη λεπίδα
Μαχαιριού, περιφρονώντας κάθε εξουσία
Για τη νύχτα, εσύ ερωμένε κι εραστή,
Κρίνο της θάλασσας, που ανοίγεις και πεθαίνεις
Την ίδια στιγμή, εφήμερο έντομο,
Οδήγησέ μας από τα μονοπάτια του θανάτου
Στην πραγματική ζωή.

*Από το βιβλίο “Εγκώμια”, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα, 1993.