Αλέξης Τραϊανός, Θανάτοψις

Ώρες των ματιών κοιτάζοντας μέσα στο ψύχος
Ένα θάνατο τον ανθρώπινο θάνατο

Να πεθαίνουμε είδαμε πώς γίνεται να πεθαίνουμε
Σ’ ένα ρηχό πρόσωπο πιο χαμηλά κι απ’ τα χόρτα
Ήταν η ανάγκη
Ανάμεσα σ’ εκείνους που πέθαναν το δικό τους θάνατο
Κι εκείνους που πέθαναν έναν ξένο θάνατο
Ήταν η ανάγκη
Γι’ αυτό το ταξίδι το κομμάτιασμα
Να βρεις τη ζωή και το θάνατο το δικό σου
Εσύ που πνιγμένος ήσουν έρχεσαι και κάθεσαι
Σ’ αυτό το κάθισμα το πέτρινο το γλειμμένο απ’ το αλάτι
Σώμα βαρύ βουλιαγμένο ανάμεσα στα πρώτα όστρακα
Στα πρώτα θαλασσινά κοχύλια
Και το πρόσωπό σου κενό μουσικής ποντισμένης στο χάος
Εκείνο που μας δέχεται μόνο γυμνούς
Και τα λόγια σου στάζοντας σαν το λιωμένο κερί
Βαθιά μες στις μασχάλες πίκρα πενία και ντροπή
Βαθιά μέσα σε μια σχισμή αρμών εξαρθρωμένων
Ανοίγοντας μες στο ακύμαντο γαλάζιο χέρια ακύμαντα
Έπειτα ήρθε τ’ απομεσήμερο όλο φως και κούραση
Ακίνητο μ’ ένα πουλί που βάθαινε στον ουρανό
Ραγίζοντας προς το σούρουπο τ’ ακύμαντα χέρια σου
Και το σβησμένο σου πρόσωπο
Και τα σημάδια των ποδιών σου
Κάτω από ’ναν ήχο ωρών εσπερινών
Πώς γίνεται
Κι όμως πεθάναμε για να γεννηθεί ο θεός μας
Πέφτοντας μέσα στη νύχτα απ’ το πιο μυτερό μεσημέρι
Άστρα σαν τα νησιά μια νύχτα φυγής
Σ’ αυτό το ψύχος το σκοτάδι τη σιωπή
Στο πουθενά τούτο
Κάνει κρύο μες στο σκοτάδι σε τούτα τα κλίματα
Κι η ατέλειωτη άμμος ασπρίζει σα χιόνι
θα κρυώνεις τ’ ακύμαντα χέρια σου
Το σβησμένο σου πρόσωπο
Θα πεθαίνεις τόσες φορές σ’ έναν άλλον
Κι αυτός άλλες τόσες φορές μέσα σε σένα
Και δε θα ’χεις το θάνατο μέσα σου
Και δε θα ’χεις φωνή μήτε κι άνεμο
Για τ’ ακύμαντα χέρια σου
Να καρφώσεις το αίμα που τρέχει

*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες” (1973).

Γιάννης Ευσταθιάδης, Ποιήματα

Σχεδιάζω έτσι
αυτό το ποίημα
ώστε οι επισκέπτες
να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα

κάθε στίχος με δική του
έξοδο
και κάθε νόημα ολοκληρώνεται
χωρίς να περνά
απ΄ τον προθάλαμο

προκατασκευασμένες παρομοιώσεις
και συμβολισμοί
τυποποιημένες λέξεις
όλα προσαρμοσμένα
σ’ ένα σύγχρονο τρόπο ζωής

έτσι που οι αναγνώστες
να μπορούν να φύγουν
τούτη τη στιγμή
απαρατήρητοι
χωρίς να ενοχλήσουν
τις προθέσεις
του συγγραφέα

*

Τόσα χρόνια ζώντας
στη φυλακή
της ελευθερίας μου

*

Και σείς
ρήματα χρόνου παρατατικού
τι εννοούσατε;

*

Ονειρεύομαι έναν κόσμο
κατ’ εικόνα και ομοίωση
αυτού του ποιήματος
όπου όλα επιτρέπονται

*

Στίχοι όχι για μελοποίηση
Ούτε για απαγγελία
ούτε καν για χαμηλόφωνη ανάγνωση
μόνο για εσωτερική αποστήθιση
σαν μια επιτομή την σύγχρονης αμηχανίας
Σαν μονό τον πρωινή γυμναστική
Κι άσκηση μοναξιάς

*Από τη συλλογή “Ενικού αριθμού”, Αθήνα 1985. Συλλογή εκτός εμπορίου.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Άσκηση καθ’ υπόθεσιν ρομαντισμού

Artwork: Sue Welfare

Σαν τη βουή μέσα στο δάσος
σκίζεται στα ξερόκλαδα
που είν’ έτοιμα να πέσουν
παρασέρνει φύλλα
κιτρινωπά που μόλις πήραν να ξεραθούν
χώμα και χαλίκια κοφτερά
 
βγαίνει στο ξέφωτο
όταν αρχίζει η βροχή
τσαλαβουτά με δύναμη στα ποτάμια
και τις στέρνες, σκοτώνοντας
τους νεογέννητους γυρίνους
 
φτάνει ψηλά στους λόφους
στα φτερά της πετροπέρδικας
και της κίσσας -πώς τα θερίζει!
και αυτά χτυπούν λίγο πάνω απ’ τη γη
σαν τύμπανα πένθιμων εμβατηρίων
 
ξεχύνεται στη θάλασσα
σαν κλέφτες πολλοί μαζί
μα ακέραιοι και δυνατοί
που παραμερίζουν αστόχαστα ευχές
ψάχνουν στο πέλαγος
να βρουν κατάρτια και πανιά
 
Σαν τη βουή η ψυχή μου
πληγωμένη περηφάνια
τρέχει μακριά από τη σάρκινη ζωή της
όταν με αγνοείς
με τόσο θόρυβο που σπαρταρώ
κάθε που σε συναντώ

Γιώργος Κοζίας, Στον Καύκασο το φως

Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα
στο φτερούγισμα των αγγέλων;
Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ
ο μέγας προσωπάρχης

Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη
κανένας θεός στη μάχη
κανένας ήρωας στον θρίαμβο
και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας
Oι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί

Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός
αυτού του κούφιου κόσμου
Που πας ψυχή μου με τέτοια ανθρωπότητα;

Ψάξε πουλάκι σε κλαρί
βρες μιαν αγάπη δροσερή
μίλα τη γλώσσα των βουνών

Στον Καύκασο του τρελό-Χάιλντερλιν το Φως.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.

Βαγγέλης Κάσσος, Δύο ποιήματα

ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ

είναι μια έρημος
που τώρα περνώ
το κορμί μου
όταν πεινώ όταν διψώ
όπως το μάννα βρέχει την ψυχή μου
θάνατος δεν υπάρχει
μόνον ο χωρισμός απ΄ τη μητέρα
μετά όλα είναι ίδια
στην ψυχή ενωμένα
όπως το χώμα
τι λοιπόν βλέπω τι δακρύζω
τα μάτια μου έχει πνίξει το χώμα
οι άνθρωποι τα σπίτια τα δέντρα
συνεχίζουν το χώμα
εξέχουν δειλά τα βουνά
καθώς το χώμα απορώντας
σηκώνει τους ώμους
είναι όλα απλά
ο ήλιος μόνο περισσεύει

*

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ

έχει πέσει παντού
ένα χιόνι γαλάζιο
αγαπημένο μου λέω
και σκύβοντας
αγκαλιάζω σαν βρέφος το χιόνι
πού είμαι συνέχεια ρωτώ
πού άραγε έχω ξυπνήσει;
το κρύο μόνο με ακούει
και απαντά με το κορμί μου
τι συμβαίνει;
τι άραγε μου συμβαίνει;
κάθε στιγμή
σαν να έχω βγει από όνειρο
μα δεν ξυπνώ
αγρυπνώ προς τα μέσα

*Από τη συλλογή “Μουσική για την υποδοχή της ψυχής”, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2024.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα για τα Τέμπη

ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ

Η μάνα είχε βγει στην αυλή με το λάστιχο.
Κοιτούσε στο τσιμέντο τα ρυάκια του νερού και δεν έβλεπε.
Χελιδόνια πετούσαν χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της.
Δεν τα’ βλεπε.
Είχε μάτια για το τσιμέντο μοναχά.
Για τις βρώμικες πλάκες του πεζοδρομίου.
Κι έριχνε το νερό με μανία να ξεπλύνει το κρίμα.
Τις νύχτες
Ερχόταν το κορίτσι της
Μαμά μου
Άσε το πια το λάστιχο
Μια ζωή σκυμμένη στα νερά
Μαμά μου
Δες τα χελιδόνια
Είναι πολλά
Και πετούν χαμηλά
Κι εσύ μαμά μου είσαι μοιρασμένη στα δυο
Και δεν βρίσκεις τον τρόπο να το πεις
Το κρίμα σου
Σε άνθρωπο
Που με γέννησες στη χώρα του ήλιου και της θάλασσας
Που αχρείοι κυβερνούν
Για να πεθάνω
Στο τραίνο τους
Ξημερώματα Τρίτης
Στα δεκαεννιά μου

*

ΚΛΑΟΥΝΤΙΑ
Την κόρη μου την είπα Κλαούντια.
Μα τον τελευταίο χρόνο τη φώναζα γιατρίνα
Ξέρετε
Η κόρη μου έφυγε από τη Λάρισα
Και πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές.
Γιατρίνα τη φώναζα με καμάρι
Κι αυτή θύμωνε
Και μου’ λεγε
Μαμά ακόμη στη σχολή είμαι
Περίμενε να τελειώσω
Κι έπαιρνε το τραίνο να πάει στη σχολή της
Κι εγώ τη σταύρωνα κρυφά
Να την προσέχει η Παναγιά
Κρυφά
Γιατί η γιατρίνα μου
Δεν πίστευε σ’ αυτά.
Τώρα περνώ από τον δρόμο που φτιάξαν, λέει, προς τιμήν της .
Της άλλαξαν το όνομα.
Την είπαν Αλεξάνδρα.
Φαίνεται για το κράτος που τη σκότωσε
Ακόμη και μετά θάνατον
Το Κλαούντια
Δεν ήταν αρκετά ελληνικό
Για να μπει στην ταμπέλα του δρόμου.

*

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΓΩ

Είμαι η Ιφιγένεια
Η γεννημένη από τη δύναμη
Ματωμένη με αποθέσαν απ’ τα σκέλια της μάνας μου
Στο στήθος της
Με κοίταξε με μισάνοιχτα μάτια
Και πόνεσε
Γιατί το βρήκε σημάδι κακού
Σκουπίστε το παιδί μου
Τα αίματα ειναι σημάδι
Φώναζε
Μα οι άσπρες νοσοκομειακές ρόμπες
Τη βρήκαν υπερβολική
Δεν πίστευαν στα σημάδια
Και κύλησε καιρός
Και ήρθε η μέρα
Που η Ιφιγένεια εγώ
Από τη δύναμη γεννημένη
Έγινα ένα όνομα μονάχα
Να σέρνεται στα χείλη των αναιδών
Είμαι η Ιφιγένεια
Τη μάνα μου δεν άκουσε κανένας

Κλυταιμνήστρα τη φώναζαν τότε
Που με θυσίασαν
Για να φύγουν τα πλοία των φονιάδων
Για την Τροία

Τη μάνα μου δεν άκουσε κανένας
Σαν καταριόταν τον πατέρα μου
Το παγωμένο στήθος της κανείς δεν ένιωσε
Και τώρα
Με φέραν πάλι ματωμένη στο γυμνό της στήθος
Οι άσπρες νοσοκομειακές ρόμπες
Κι αγνόησαν τα ουρλιαχτά της
Μη
Είναι σημάδι κακού
Το αίμα σκουπίστε

ο.ς. φωτίου, το θάμπος το γυάλος το φέγγος

Artwork: Olga Karapanagioti

το θάμπος το γυάλος το φέγγος
Η-]ΑΝά[ ] -]~ λα~[b]bee |
με]τάέπετε,– Η~ Λα~μπρή |οι βροντές οι άστρα]πές -]’’το
μπαμ’’-το μπουρίνι |ο βαρκάρης η βάρκα – η θύελλα-η[ ]~
~λά~μπα |
-] η θύελ~λα~τω[ ]ν θύελλω[ ]ν η[ ]αυθ’ [χ]ε[Π]πί [ ]βο[Λ]λί |
ενικός αριθμός – της θυέλλης – εκ περι ΤΡΩ[Π]πί ς -|αντι κα
Τ ΡΩ πτ]Ή ζΩν -]γαλά ζ ι Ον| Ω[ ] α καμα]ΤΗς ΤΗς ΤΟΥ
ΤΟΥ[ ] ΦΩ ς]ΤΌς |–Ω[ ]Ή ’λ ι Ος |
Η[Ν]νί χτα ,Η Α |- ΤΟ[ ]Ω –φεγγ’ Άρη[ι]ς- Ω δρΏ[ ]’μ Ος |
ΤΟ[ ]-ά φεγγ’ Ος |-γελείοπράμμα-ΟΙ ΦΑ νο ΣΤΑ]Τες στη[ ]ν ‘’ευ’’θεία|
Ο[ ]
‘Σύ ρει Ος |
-]ΟΙ φτέρνες ΤΟΥ[ ] ΩρίΩ[ ]ν Ος |
του κλέφτη το πουλάρι | τα σκιάχτρα δια φράγμα]τα |ΤΗ[ ]ς κα~λα~[Μ]
μί ά[ ]ς το θρό ι σμα |Η κλαίουσσα ιτιάαα | Η ΙΤ ιά Η[ ]κλέους ah- α θόρ
ΥβΟς –σταμάγου~λα~2δάκρ
Υ[γ]ια ΤΟΥ[ ]αν αίμους|-στον ε Ώ να-|
η αυλαία |η-[Π]πί χ τ’ρα αυλή-Η[ ]αυλαία |
το μαγγανοπήγαδο |
του ναι ρούς του[Π]πί γ άδειού[ ]ς –του[Π]πί γ άδειού[ ]ς του ναι ρούς Ω
[ ]πάΤΟς |
το φίλτρο- η[ ]αυγή |-η καθ’ιζησις-το κατακάθι |Το α λο[‘ ]Ον ΤΟΥ Ον
Ω[ ]Ο
μόχθΟς]ΤΩ[ ]ν]
-όντΩς-[ ]ν|Ω[ ]ΓΗ Τ’’ευ’’]ΤΉς ]ΤΩ[ ]ν |
η ποτίστρα |-]το πότισμα ΤΟ[ ]άρΩ Τ ΡΩ[ ]ν |
”η βροχή-του α’ργά]ΤΗ|-]Η ΑΝά -] μπου μπου~λα ~λα~λα~λα~α α α |
τα δύχτια ”το κανάλι τα ψάρια ο δυναμίτης ”τα ψάρια[ ]”χωρεί |
-]η σοδειά
το -]ξεπάστρεμα ο
-]γόνος ”η απληστία η-ας[Φ]φί[Ξ]ξί α-ah α [Ξ]ξί α”και σκάει-άς
προ κρέας στο θολό]τω[ν] της τσιπούρας το μάτι | ”φρέσκο αίμα |
Ή 0[Μ]μί δε[ ]ν |-]ΤΟ κα μά ‘κει καρα ‘δω ‘κεί |κόκκινΟ α χ ΡΏ
μα ά χ ΡΩ μα |
”κόκκινΟςκάμπΟς – κάμά]κΏμα[,][ ]κόκκινΟς θα να ]Τ Ός Ah Δίά
φανός|
μ]άβρΌ[ ]ς
που~λΆ~ρη [ ]ς γοργΌς- -ξε σα[ ]μά ΡΩ]ΤΟ[ ]ς-
-]1α[ ] μπουκάλα whisky να ‘κει λΎ συ ΤΟ |
‘κει[ ]1α[ ]ποτήρι-]1α[ ]] δάκρΥ[γ]ιο-]μεςΣΤΟ[ ]πο
]ΤΟ ΤΑ[ ]Emma]ΤΑ |
‘1α[ ]κοκτέιλ στις ράγες ΤΟ[ ] ‘’bar ΤΟΥ[0][Μ]μί δενΌς’’|
-‘κει[ ]1α[ ] ‘’στερητικό’’απ]τα[ ]soft drinks ”στο βαγό[Ν] νί 2 – Η 6’ΑΕΊ λ’
Ω[ ]’σεις |’πΩς το ούζο στο στρείδι |του στρειδιού ΤΟ[ ]τι γ ΑΝ Ή ‘ζμα
-]H6’ατ[Μ]μί[Σ]σί[ ]ς ._
-[ ]———————————————–+[λ]λο[‘]Ή ‘κεί Εις τεΡία|

================28 Φλεβ’ ΆΡΗ 2023 Δία Παν]ΤΌς

Ardita Jatru, Τρία ποιήματα

Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια

Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια
δεν τα φοράω πια.
Τα χάρισα στην κόρη μου.
Πάρε τα, της είπα,
για να νιώσεις τον πόνο της ομορφιάς
και κάνε λίγο θόρυβο όταν περπατάς
διότι μια μέρα άλλο πια δεν θα τα θες,
τη μέρα εκείνη που θα καταλάβεις
ότι στη μήτρα της γης
βαδίζουμε ξυπόλυτοι.

*

Οι δυο πληγές

Το βράδυ
ξαπλώνουν οι δυο πληγές
σε μαλακό κρεβάτι.
Ανάμεσά τους αφήνουν ένα κενό
για τα όνειρα
να μην συγκρούονται η μία με την άλλη.
Σκεπάζονται με μια κουβέρτα
η καθεμία γυρνά από την αντίθετη πλευρά.

Κοιμήθηκες;
Δεν μπορώ.
Ούτε εγώ μπορώ.

Σηκώνονται οι δυο πληγές από το κρεβάτι
τυλιγμένες με τις κουβέρτες
θρυμματίζουν καπνό
και τον τοποθετούν εκεί όπου στάζει αίμα.
Κάθονται στις καρέκλες
σαν δύο αρχαία αγάλματα
που έχουν μόλις
αποκαλυφθεί,

οι δυο πληγές
γλείφουν η μία την άλλη
ακριβώς εκεί που τους πονά.

*

Απόπειρα

Φοράω τα γυαλιά μου
για να εισχωρήσω
κάτω από το δέρμα μου
μα σκαλώνω
στη μεμβράνη της καρδιάς
πάνω σε μια σκουριασμένη καρφωμένη θύμηση.

*Από τη συλλογή “Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάκτων.

ένα έτσι, το να μένεις μόνος

Φωτογραφία: ένα έτσι

το να μένεις μόνος
είναι μια άσκηση

όπως και το να αγαπάς
είναι μια άσκηση

μα το να αγαπάς
είναι σαν τη μορφίνη

απαλύνει τον πόνο
μα δεν γιατρεύει την πληγή

το να μένεις μόνος
αποδέχεται την πληγή

ως το μόνο πράγμα
που έχει πραγματικά αξία

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/

Jorge Luis Borges, Ποίημα στους φίλους

Φωτογραφία: Robert Doisenau

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

*Μετάφραση: Δ. Καλομοίρης

**Από εδώ: https://perithorio.com/2025/02/21/jorge-luis-borges-ποίημα-στους-φίλους/