Νάνος Βαλαωρίτης, Η Μπαλάντα του Ξενιτεμένου

Φωτογραφία: ένα έτσι

Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων
Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.
Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;
Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.
Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.
Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.
Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.

6.5.1983

Αλέξανδρος Χρονίδης, Καταγγελία θανάτου

Φωτογραφία: Antonio Palmerini

Αγαπημένοι μου άνθρωποι,
Λέτε πως δε μιλώ πολύ τον τελευταίο καιρό

Εγώ σας απαντώ
Μπορεί να περάσει μια μέρα που να μη μιλήσουμε για λεφτά;
Μπορεί να περάσει μια μέρα που να μη μιλήσουμε
για δυστυχήματα, για διαφθορά, για πολιτική,

Μπορεί να περάσει έστω μια μέρα που,
που να μη μιλήσουμε για πόλεμο, για θάνατο;

Ω ναι, τον θάνατο όλοι στο στόμα έχουμε, κι ας μιλάμε για μόδα,
για αυτοκίνητα, για παιδικά παιχνίδια και για κάθε λογής αξεσουάρ.

Ο θάνατος καραδοκεί στις παύσεις μας,
Στις καύσεις μας,

Στα πετρόκτιστα σπίτια που έμειναν μισοτελειωμένα,

Στις βελούδινες κορδέλες που ξεχωρίζουν την είσοδο από την έξοδο
στις πολυτελείς δεξιώσεις.

Η βενζίνη μεθυστικά μυρίζει θάνατο.
Ο παππούς στον δρόμο κράτα ένα μπαστούνι μήπως τον φοβερίσει.
Το μωρό που κλαίει γοερά, κλαίει γιατί ακούει συνέχεια θάνατο.
Οι τυμπανοκρουσίες στις εθνικές παρελάσεις βογκούν θὰ να τος –
θά να τος !

Οι ειδήσεις μιλάνε για θάνατο άμεσα
Κι ύστερα στα αθλητικά και στον καιρό, πάλι για θάνατο μιλούν
42 βαθμούς θάνατο θα κάνει σήμερα, κι ας τρέχουμε όλοι στις παραλίες
Τα βουνά θα ασπρίζουν με 30 πόντους θάνατο
6 μποφόρ θάνατο θα φυσάει όλη μέρα
κι η θάλασσα θα είναι λίγο ταραγμένη
με τόσο θάνατο γύρω της να την περικλείει ασφυκτικά!

Λέτε πως δεν μιλάω πολύ τελευταία.

Ίσως υπερβάλλω.

Ίσως είναι που έχασα και τη μάνα μου
Και χόρτασα
Χόρτασα θάνατο.

Μα η αγελάδα που ξυπνά βίαια το πρωί
Που καλωδιώνεται για να προσφέρει γάλα στους καφέδες σας,
Βούτυρο στα ψωμιά σας
Το γουρούνι που φορτώνεται πρωί πρωί στο συνωστισμένο
από τους ομοίους του φορτηγό
Η υπηρέτρια που έμαθε σχετικά εύκολα να σας ανάβει τα κάρβουνα
Ο πρόσφυγας στη βάρκα που αρμενίζει προς τη χώρα των προσφύγων
που δεν τον θέλουν
Κι η τελευταία λέξη της προσευχής του κάθε εργάτη
πριν πάει για ύπνο

Συνηγορούν υπέρ εμού
Συνηγορούν για τη σιωπή μου
Μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο

Του θανάτου.

*Από εδώ: https://perithorio.com/2025/03/07/αλέξανδρος-χρονίδης-καταγγελία-θανά/

Μάρκος Μέσκος, Η λάβα

Εφτάπηχα τείχη
σίδερο, γρανίτης σκληρός το πιο αδιαπέραστο μέταλλο
μια πόρτα όχι όρθιος νεκρός αλλ’ ατσαλένια δόντια
μέτρα πολλά μπηγμένα στα πλευρά της κατοικίας.

Τρία μερόνυχτα να ζήσουμε και ας μην αναπνέει εδώ
μήτε τριζόνι, να κρατήσουμε όταν τρελαθεί ο πανικός
και κλείσει τους δρόμους, τρία μερόνυχτα απ’ έξω η λάβα
γύρω και πάνω μας φωτιά.

Ο Έρωτάς μας θα ’ναι το τελευταίο πράγμα εδώ.

*Από τη συλλογή “Μαυροβούνι” (1963).

**Από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2025/03/07/markos-meskos-i-lava-μάρκος-μέσκος-η-λάβα/ και εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2025/03/07/μάρκος-μέσκος-η-λάβα/

Κατερίνα Φλωρά, Πνιγηρή συγκυρία

Συμπίεση όταν όλα κωφεύουν
όλες οι φωνές σωπαίνουν ή φάλτσα πετάγονται
σαν βέλη του αέρα την ησυχία σκίζοντας με αγένεια και βία

Συμπίεση όταν δεν καταλαβαίνεις
όταν κανείς δεν κατανοεί την ανάγκη
που εξόφθαλμα το σώμα της προτάσσει

Αν τύχεις σε θολού ανθρώπου την ματιά
που τη ψυχή σου με στοργή δεν περικλείει
μεμιάς τράβα μια γραμμή σε χρώμα πορφυρό σαν κραυγή
να τρομάξουν τα πουλιά μακριά να πεταρίσουν

Αφροδίτη Κατσαδούρη, «Κάντε κανένα παιδί»

Käthe Kollwitz, Mothers (1918)

Να του πουλάμε καραμέλα‐τσαμπουκά και ξύλο στις διαδηλώσεις
να το σκοτώνουμε στα τρένα
να το μπαζώνουμε με πίσσα για να μην ξανά γκρινιάξει
να το φωνάζουμε στο δρόμο «πούστη»
να το βιάζουμε επειδή «άνδρες είμαστε και έχουμε ορέξεις»
να του κουνάμε
και να του τρώμε
το μεγάλο δάχτυλο
άμα τολμήσει
να γεννηθεί γυναίκα που έχει άποψη
αυτοδιάθεση και άνευ σπερματοζωαρίων γνώμη
να το εξουθενώνουμε με δωδεκάωρα
γκρεμούς από λογαριασμούς
ενοίκια άφταστα και ψυχοφάρμακα μαράτα
αν καταφέρει απ’ όλα αυτά και επιζήσει
Κάντε ΚΑΝΕΝΑ παιδί.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Θέλω να μιλήσω…

Θέλω να μιλήσω για πράγματα που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί.
Για αυτά που σχίζουν το στήθος και βγαίνουν σαν σμήνος από πολύχρωμα πουλιά.
Ο,τι γεννήθηκε μέσα μου ήρθε από νωρίς σε ρήξη με τον κόσμο.
Στο μεταξύ, μεγάλωσα μέσα σε αυτό το χάσμα, μην ανήκοντας εντελώς πουθενά.
Μίσησα αρκετά μέχρι να καταλάβω πως αγαπώ περισσότερο.
Άκουσα πολλά που δεν έλεγαν τίποτα και είδα μερικά να εννοούν τόσα.
Για αυτό, θέλω να μιλήσω για πράγματα που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί.
Μόνο γυρίζουν στα σωθικά και το φθείρουν αν δεν εκφραστούν.
Κάποιοι τα άκουσαν ευλαβικά σαν προσευχή.
Άλλοι σαν παράπονο με αγγαρεία.
Οι περισσότεροι όμως ήταν ήδη κουφοί απ’ την αδιαφορία.
Έτσι έπλεξα και εγώ τους στίχους μου, στο κενό του ουρανού
με το χρώμα εκείνων των πολύχρωμων πουλιών.

Τρία έψιλον (Ευσταθία Π.), Ποιήματα

όταν νυχτώνει στο λιμάνι ξέρω
πώς ακριβώς σκάει το χρώμα στο κύμα
κι αν κοιτάς στο βάθος ευθεία πάντα βρίσκεις τις νύχτες μισό το φεγγάρι

αν

έβγαζες απ’ την τσέπη σου ένα καλαμάκι και ρουφούσες τη θάλασσα, θα μου έπαιρνε περίπου
δέκα λεπτά να περάσω απέναντι

αν

δεν μπλέκονταν στα πόδια μου δόντια και μπουκάλια αναψυκτικών
αν
δεν κολυμπούσαμε στα ίδια νερά με δεκάδες ανθρωπιστικές αποστολές
από την δύση στην ανατολή και από την ανατολή στη δύση είναι
μια ανάσα δρόμος

θα το ήξερες αν είχες πάει στη μυτιλήνη

*

[λέσβος]

εκείνη τη χρονιά με τα 21 φεγγάρια, δε μίλησε κανείς
τότε πέρασε μια ολόκληρη γενιά που κανείς δε μιλούσε, και σαν να
μην έφτανε αυτό δεν έπραξε ποτέ κανένας, μέχρι που όλοι
ξέχασαν την έννοια της πράξης
πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που βάραγαν τα κεφάλια τους
στον τοίχο
δοκιμάζοντας αντοχή υλικών

*


θ’ ανοίξω μια τρύπα στον τοίχο ή στη μέση της θάλασσας,
σαν πηγάδι ψηλό να αλυχτάω την αγάπη μου,
ν’ αντιδρούνε οι πέτρες σαν τους πάγους να λιώνουνε,
να με πνίξουν αρκούδα στη μέση απ’ το δάσος του στέρνου σου

και μετά, θα διαβάσω ένα-ένα τα γράμματα που όλο λες πως θα έρθεις

μου γελάς στα μαλλιά, μου διαβάζεις τους στίχους μου, κι όταν λες πως φοβάσαι φωνάζω

οι καιροί επιτάσσουν σιωπή και στα πόδια γεμίσαμε κρίματα, μα
εγώ σαν κι εσένα δεν ξεπλένω τα χέρια μου σαν γυρνάω στο σπίτι,
το γυμνό φαγητό τ’ ακουμπώ με τα δάχτυλα και ας έχει ένα χρόνο
που πηγαίνω και έρχομαι μες στο ίδιο το δέρμα που φορώ
στη δουλειά και τα δόντια μου τρίζουν στον ύπνο

κι όλο κάτι μέσα μου καίγεται: όπως ανοίγω και κλείνω στο νησί
ή στην πόλη τα φρικτά μας παράθυρα, δε φοβάμαι

παύω πια να ξηλώνω, αφού γάμος δε γίνεται και δεν έχω μνηστήρες να τρυπήσω με τόξο

γι’ άλλη μια μου φορά δε σιωπώ, με τους τρίτους τη ζωή μου μοιράζομαι

κι είσαι εσύ η τρύπα στον τοίχο, στην καρδιά μου, στο πάτωμα,
στη μέση του δάσους, στο κέντρο της θάλασσας, στο δεξί μου το στήθος,
στο αριστερό σου αυτί, στο πλευρό

κι όλο τρύπες ανοίγουμε μα δεν μπαίνει θεός

*

[απάντηση]

Στον δρόμο απ’ την πατρίδα, όχι
Όχι δε συγχωρώ κανέναν όταν μου μιλάει στον δρόμο
Κι όπως επιστρέφω απ’ τη δουλειά πάντα κλαίω
Για τις φίλες μου, τα μηχανοκίνητα ψάρια,
που σαν λουλούδια με χαϊδεύουν απ’ την απέναντι όχθη
Κι όχι
Όχι δεν έχω πατρίδα
Έχω κάτι σημαίες μεσαίου μεγέθους
που τυλίγουν το δημοτικό σχολείο
σώματα αλυσίδες σε κάγκελα
Ωραιόκαστρο, Μυτιλήνη, του Λονδίνου Προάστια
Μπροστά στην εθνική υπερηφάνεια συστέλλομαι
Γίνομαι τόσο μικρή που χωράω στον χάρτη
Το χέρι του Θεού είμαι εγώ
Διαβρώνω ταυτότητες
Ξηλώνω σύνορα
Γίνεται το θέλημά μου
Αθήνα, Γάνδη, του Λονδίνου Προάστια
Από και προς τις φίλες μου
Στον δρόμο για αυτές διαρκώς μεγαλώνω
Κι ας ξέρω καλά πως ποτέ δε θα μου το συγχωρήσουν

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Μια αφαλάτωση που διαρκεί μια ζωή – Ελίνα Αφεντάκη  «Από αλάτι», εκδόσεις Θίνες 2024

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος //

Δεύτερη ποιητική συλλογή της Ελίνας Αφεντάκη μετά το «Παγοθραυστικό», (που είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις Θράκα, το 2018). Σε έναν κομψό τόμο φτιαγμένο από ποιοτικά υλικά, φροντισμένο από τις εκδόσεις Θίνες. Ο ίδιος ο τίτλος μας καθοδηγεί για το περιεχόμενο και είναι όμορφο μια ποιητική συλλογή να έχει ένα κέντρο βάρους, να συγκεντρώνει ποιήματα που ακολουθούν μια λογική είτε περιεχομένου, είτε αισθητικής. Όπως μας λέει και το εξαιρετικό μινιμαλιστικό, ομότιτλο της συλλογής ποίημα της σελ. 37, τα ποιήματα που θα διαβάσουμε είναι φτιαγμένα Από αλάτι. Σε αυτό δηλώνονται με σαφήνεια η προέλευση, η υπόσταση και η συνείδηση της φθοράς της ποίησης που θα διαβάσουμε στο βιβλίο.

Ας δούμε λοιπόν αυτή την ποίηση σαν να είναι ένα σπήλαιο όπου τα άχθη του βίου συλλέγονται ως πολύτιμοι κρυστάλλινοι σχηματισμοί, βαριές και τραχείς ενώσεις, άλατα του ασβεστίου που εγκαταλείπουν σιγά σιγά την υγρασία τους και στερεοποιούνται σχηματίζοντας μνημεία της λήθης, ορυκτά που γλύφονται στάλα στάλα, σταλακτίτες και σταλαγμίτες, που άλλοτε συνυπάρχουν με το νερό κι άλλοτε παρασύρονται από αυτό. Η ποιήτρια καλείται από τον τίτλο να μιλήσει απευθείας για τα υλικά της όμως, ενώ κανείς δε φτιάχνει ποιήματα για να τα παραδώσει στη φθορά (τουναντίον ο άνθρωπος γράφει για να καταστεί αθάνατος), εκείνη παραδέχεται με ειλικρίνεια: Ό,τι φτιάξω θα είναι από αλάτι διότι:

α) το κορμί μου είναι ένα φίλτρο διήθησης που συλλέγει αυτά τα αλάτια σ’ όλη του τη ζωή και

β) αυτό έχω να καταθέσω, αυτή είναι η αλμυρή, δίχως εξωραϊσμούς και υπεκφυγές, αλήθεια μου.

Με αυτά τα ποιήματα λοιπόν επέρχεται η αφαλάτωση, το ξεσκαρτάρισμα από τη συσσώρευση των αλάτων, ο εξαγνισμός, η εξιλέωση. Αυτός ο εξαγνισμός είναι άλλοτε των δακρύων, άλλοτε του αίματος κι άλλοτε του θανάτου, διότι ο θάνατος πρώτος από όλους καταλήγει (και ενδεχομένως δικαιώνει). Αυτές οι τρεις συνθήκες διατρέχουν τη συλλογή και έτσι προκύπτει και η οντολογική υπόστασή της: μια κατάθεση τραύματος, μια απόλυτη έκθεση που μοιάζει πολύ περισσότερο με ψυχαναλυτική συνεδρία πάρα με τη διατύπωση μιας σειράς από φιλοσοφικές διερωτήσεις. Η αφαλάτωση είναι επομένως μια διαδικασία εξιλέωσης για την ποιήτρια, μια διαρκής ψυχοθεραπεία.

Και ποια είναι τα περιγραφικά χαρακτηριστικά της ποίησης αυτής; Μια γλυκόπικρη αίσθηση απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις καθώς το υποσυνείδητο εκτίθεται με «εκκωφαντική» ειλικρίνεια και αναλαμβάνει την ισχύ της αυθεντίας, την ισχύ ενός παντοδύναμου Υπερεγώ, διαμοιράζει ρόλους και κατευθύνει τη γραφή με σχεδόν πεζογραφική αφηγηματικότητα και θεατρικότητα. Πολλές φορές αποκομίζουμε την εντύπωση ότι διαβάζουμε ένα διήγημα ή ότι ακούμε κάποιον θεατρικό μονόλογο. Αυτή η έντονη θεατρικότητα και η παραγόμενη εικονοποιία, πλουμίζονται από ένταση, διάρκεια, πόθο, βιωματικό περιεχόμενο, πανανθρώπινη αγωνία και ευαισθησία, κυνική τρυφερότητα.

Νικήτρια φαίνεται να βγαίνει η ποιήτρια από αυτή τη διαδικασία, όχι τόσο ως ποιητικό υποκείμενο, αλλά ως ένας ενδιάμεσος φορέας της ποίησης, ως μέντιουμ. Παρότι ματώνει, δεν αφήνει να φτάσει στον αναγνώστη παρά η καταγραφή της πληγής -δίχως να υποβαθμίζει την ένταση- και κρατάει για τον εαυτό της το τραύμα. Έτσι λοιπόν ολόκληρη η συλλογή μοιάζει με ένα κάδρο που εκθέτει με απόλυτη σαφήνεια μια μάχη που εξελίσσεται εκτός κάδρου. Αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο μεταβολίζεται η βιωματική ποίησή της σε τέχνη του λόγου. Ο αναγνώστης, έχοντας ανάγκη να εμπιστευτεί μια υπεροντότητα που αφηγείται και δεν φθείρεται, έναν Θεό της ποίησης, παραδίδεται στα χέρια της και βγαίνει κερδισμένος.

Ας περάσουμε σε μια πιο αναλυτική αποτίμηση ομαδοποιώντας τα ποιήματα σε κατηγορίες ανάλογα με τα εργαλειοκρατικά ή αισθητικά ή εννοιολογικά τους χαρακτηριστικά.

Κοινωνική συνιστώσα και πατριαρχία

Ίσως τα πλέον συγκλονιστικά ποιήματα της συλλογής είναι αυτά που ελέγχουν με ποιητικό τρόπο την ισχύ της πατριαρχίας εν συνόλω και βρίσκονται σκόρπια στο βιβλίο σε καίριες θέσεις. Ο λόγος τους είναι κοφτός, πυκνός και κοφτερός σαν ξυράφι. Διαβάζοντας, επιστρέφεις σε αυτά και δυο και τρείς φορές υπακούοντας στην ένταση του συναισθήματος. Η διαχείριση του υλικού αυτού – το αλάτι του οποίου είναι σαφές ότι δεν είναι ούτε ανθός, ούτε Ιμαλαΐων – γίνεται από την ποιήτρια με τρόπο υποδειγματικό με τρόπο που θα έπρεπε να διδάσκεται, όπου διδάσκεται τέλος πάντων η ποίηση και αν υπάρχει κάτι τέτοιο στις μέρες μας που είναι πλημμυρισμένες από την τηλεοπτική αποτύπωση και τον δημαγωγικό εντυπωσιασμό. Επιγραμματικά αναφέρω από το ποίημα

Άχνη σελ. 15 τον παρακάτω διάλογο: εσύ όχι!/ Τί όχι μάνα;/ Μη γίνεις η πέτρα της υπομονής!

Άλλα χαρακτηριστικά ποιήματα αυτής της κατηγορίας:
Του γκρεμού σελ. 9
Πέτρες και κόκκαλα σελ. 27
Η Σκύλα σελ. 24
Ανεμοδείκτης σελ. 45

Η επιλογή του είναι και του φαίνεσθαι

Η ουσία της συλλογής είπαμε πως είναι η αφαλάτωση κι αυτή δεν είναι για την ποιήτρια ούτε περιστασιακή ούτε δευτερεύουσα παρά μια σταθερή και επίμονη επιδίωξη/ επιλογή ζωής, ένα κάλεσμα της ανθρωπιάς, της ενσυναίσθησης, της τρυφερότητας, της ευγένειας, της ειλικρίνειας, της ουσίας, ένα ολόκληρο εργοστάσιο αφαλάτωσης που σχεδόν γεννιέται ταυτόχρονα με την ποιήτρια και εγκαθίσταται στην πλάτη της, φιλτράρει δε, από τα μικράτα της, ολόκληρο το σύμπαν της εμπειρικής της παρακαταθήκης. Ζηλευτά ποιήματα υπακούουν σε τούτη την εμμονική προσκόλληση σε όσα κάνουν τον άνθρωπο άνθρωπο. Ενδεικτικά αναφέρω:

Αιόλου 20-22 σελ. 11 όπου η ποιήτρια υπογραμμίζει επιγραμματικά:
ό,τι κατάφερες σε έχει διαλέξει

Τελευταίο θρανίο σελ. 13
Όπου συνοψίζει ολόκληρη τη στάση ζωής της στη φράση
καλύτερα τυμπανιστής παρά σημαιοφόρος

Άχνη σελ. 15 που ήδη σχολιάσαμε
Κούκλα πτυσσόμενη, αυτός σελ. 17 ένα από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής

Απεταξάμην σελ. 19 όπου η ποιήτρια ξεφορτώνεται τις Bollywood υπερπαραγωγές και τα αλάτια όλων των λέξεων από Χ και κρατάει τις χίμαιρες και τα χαϊκού ως μνημεία απλότητας.

Ντροπή σελ. 51 χαρακτηριστικό της περιβαλλοντικής και κοινωνικής ευαισθησίας της

Ο απόλυτος έρωτας

Ο έρωτας (κυρίως ο έρωτας που απομένει) είναι κι αυτός προϊόν αφαλάτωσης. Τρυφερός και κυρίαρχος διατηρώντας ταυτοχρόνως και το εξωγενές του άλας, φωτίζεται ικανά στο βιβλίο και είναι ένας έρωτας ουσίας (έως και πεμπτουσίας). Ένας διαβασμένος αποτιμητής των πόθων και της παρόρμησης, ένας «ώριμος» και σοφός σαμάνος, ένας μάγος. Που αναμετράται με τα θεριά και τα ενσωματώνει, που αυτοαναφλέγεται, που αποταμιεύει τις γεύσεις, τις μυρωδιές, τα αγγίγματα. Ένας σύντροφος για να καείς μα και για πιείς ένα ούζο. Ένας γκουρμέ οδηγός απόλαυσης της θρούμπας. Μια συνθήκη απαραίτητη. Ένα προαπαιτούμενο. Χαρακτηριστικά ποιήματα:

Δυτικό Λονδίνο σελ. 28
Από Άνθρακα σελ. 29
Απρίλιος 1899 σελ. 30
Καλλιθέα σελ. 31
Polaroid σελ. 32
Nocturne σελ. 35
Η πολυθρόνα σελ. 36
Εσύ σελ. 39
Θρούμπας εγκώμιον Ι και ΙΙ σελ. 46,47

Το μονοπάτι της απώλειας και η αλισάχνη των γονιών
Ένα ευαίσθητο για μένα θέμα, και ίσως το πλέον δύσκολο για να το διαχειριστεί η συνείδηση, είναι το θέμα της απώλειας των γονιών. Εδώ έχουμε τρία ποιήματα ενδεικτικά μα και υποδειγματικά, ένα για τον κάθε γονιό κι ένα ποίημα που τοποθετεί την ποιήτρια σε μια «σκουληκότρυπα Χόκινγκ» ανάμεσά τους.

Λέει για τη μάνα της: Αν ήταν μουσικό όργανο,
θα ήταν κανονάκι φτιαγμένο από τριανταφυλλιά

ενώ ρίχνει μια ζακέτα στην πλάτη του πατέρα της να μην κρυώνει. Και πάλι με σοφή και ισορροπημένη παράθεση, βαθιά συναισθηματική, καθόλου γλυκανάλατη. Ισχυρές στιγμές της συλλογής.

Μάνα σελ. 42
Αγνοούμενος σελ. 43
Τσάρλεστον σελ. 57

Συμβολισμός και υπερρεαλιστική διάθεση

Τέλος, περιορισμένο αλλά διακριτό ρόλο διατηρεί ένας ατμοσφαιρικός υπερρεαλισμός όπως για παράδειγμα στα ποιήματα

La hora azul σελ. 16 που παραπέμπει σε ένα Σαχτουρικό σύμπαν και
Cadenza σελ. 55 που φέρνει στο νου την Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας του Μπονιουέλ
Τέλος ένα δίστιχο για το αγαπημένο της νησί μοιάζει να τα λέει όλα:

Τήνος σελ. 53
Δεν είναι τόπος αυτός
αγρίμι είναι με ανθισμένες οπλές.

Εύκολα, αλλάζοντας απλώς τον τίτλο, μπορεί κανείς να πάρει έναν ορισμό της ποιητικής της που ισχύει για ολόκληρη τη συλλογή.

Ποίηση
Δεν είναι τόπος αυτός
αγρίμι είναι με ανθισμένες οπλές._
Ξενοδοχείο Colors
22/4/2024

*Η Ελίνα Αφεντάκη ζει στην Αθήνα. Το 1988 κυκλοφόρησε η νουβέλα της «Σιγά, η θεία Λένα κοιμάται», εκδόσεις Τσουκάτου. Ακολούθησε η ποιητική συλλογή «Παγοθραυστικό», εκδόσεις Θράκα (2018). Στίχους της έχει μελοποιήσει ο Γιώργος Ανδρέου για τον δίσκο «Τραγούδια του παράξενου κόσμου» με ερμηνεύτρια την Τάνια Τσανακλίδου. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και σε λογοτεχνικά περιοδικά.
(Πηγή: “Εκδόσεις Θίνες”, 2024)

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/apo-alati/

Σύγχρονη ποίηση από την Αλβανία

Εντέλα Ταμπάκου, Είμαι μια φιάλη μελανιού

είμαι μια φιάλη μελανιού γραφής
μικρή
Πεπλατυσμένη
με πάτο φαρδύ και στόμα στενό
γεμάτη μαύρο μελάνι
λίγο παχύρρευστο
και με τη μυρωδιά παλιών καιρών
εν αναμονή της ελπίδας
είμαι φτερό
που βίαια το μάδησε
γαλήνιο πουλί
και ακονίστηκε ένα βράδυ
μ’ ένα ξυράφι
προς τις φλέβες σπλαχνικό

*

Φλουράνς Ίλια, Dalbania

Σε διαφορετικούς καιρούς
δεν είμαστε οι ίδιοι αναγνώστες
δεν είμαστε οι ίδιοι
που ήμασταν πριν από 24 μεταφορές

Πώς θα ήταν οι ζωές μας αν δεν υπήρχε
το γλυκό πουλί του παράδοξου;

Εκεί όλα τα ρήματα φωλιάζουν
για όσους αγαπούν τη φωλιά
follement

Σαν σε νησί
η ανθρώπινη παρουσία
μοιάζει με θαύμα
Ανάμεσα στα θηρία και τις ακτές
στιγμή βιολοντσέλου
χιόνι απάτητο
φύλλο λευκό

“Όλοι νοικάρηδες είμαστε
σ’ αυτή τη τη γη, Πηνελόπη μου,
μ’ ένα κιλό μέλλον
στη σακούλα με τα τρόφιμα”

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται σε αφιέρωμα του περιοδικού “Τεφλόν” για τη σύγχρονη αλβανική ποίηση, στο τεύχος 32, Χειμώνας – άνοιξη 2025.

Dylan Thomas, Έχω ποθήσει να ξεφύγω

Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το φίδι
της ψεύτικης ηµέρας
κι απ’ των αρχαίων τρόµων τον κατασπαραγµό,
γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η µέρα πέφτει
από τον λόφο σε απροσµέτρητο βυθό·
έχω ποθήσει να ξεφύγω
απ’ των χαιρετισµών
το πήγαινε-έλα. Ο αέρας
γέµισε πνεύµατα, πνευµάτων ήχους το χαρτί,
βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.
Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όµως φοβάµαι·
λίγη ζωή περισωσµένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού µου φόβου αποκαΐδι,
ανάερα σκάζοντας και µ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια µου σµιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα µε τσάκιζε αµέσως του θανάτου το φτερό;
∆εν φοβάµαι µην πεθάνω απ’ αυτά,
µισά συµβάσεις, ψέµατα τ’ άλλα µισά.

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.