Αντώνης Στασινόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Νίκος Ζήβας

Σώμα

ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΒΡΟΧΗΣ ασθενικής
-Ιούνος μήνας-
δρόσισε τα κορμιά μας.
Αναλογίζομαι τη μετουσίωση.
Μόρια διασκορπισμένα
συνθέτουν το σώμα του κόσμου,
ενός κόσμου που διυλίζεται στο χρόνο.
Αγαστή σύμπνοια.
και αφουγκραζόμαστε τον αγέρα
να αναμετριέται με τα αγάλματα.

***

Ο Μύθος

ΣΕ ΑΓΓΙΞΑ με λέξεις

Χρυσάνθεμο
Κυκλάμινο
Τριαντάφυλλο

Ουρανός
Θάλασσα
Γαλάζιο

Ηλιαχτίδα
Δέντρα
Πράσινο

Δροσοσταλίδα
Αγρίμια του δάσους
Σκιά

Σώμα γυμνό
Καρδιά
Ταξίδι

Οι λέξεις ντύνουν το μύθο

***

Πόρτο Χέλι

ΜΕΣΑ ΜΑΪΟΥ
ο ήλιος ψηλά
οι αχτίνες του καίνε το πρωινό στο Πόρτο Χέλι.
Ο θόρυβος της πετρελαιομηχανής ταράζει τη σιωπή.
Η ψαροπούλα σχίζει απαλά τη γαλαζοπράσινη θάλασσα.
Σε ποια πελάγη ανοίχτηκε;
Έχει καλή ψαριά;
Οι περιπατητές στο μουράγιο χαζεύουν τα σκαριά
που αναπαύονται
με τις άγκυρές τους
να τα κρατούν γερά
έτοιμα για το επόμενο ταξίδι.

***

Χαμόγελο

ΤΟ ΤΡΕΝΟ γλιστρά στις ράγες για το ταξίδι
μέρες και νύχτες θα περάσουμε μαζί.
Ένα χαμόγελο χαράζει από μακριά για τον καθέναν,
αρκεί να μας βρει έτοιμους να το δεχτούμε.
Όπως το κόκκινο του τριαντάφυλλου
συναντά το ηλιοβασίλεμα.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

Χαρτογραφώντας το άγνωστο – Τρεις περιπτώσεις

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ*

Αντώνης Ψάλτης
Βασίλειο για ένα μολύβι
Κέδρος, 2018
Σελ. 40

Κώστας Δεσποινιάδης
Ζέλμπα
Πανοπτικόν, 2018
Σελ. 56

Ζήσης Αϊναλής
Τα παραμύθια της έρημος
Κέδρος, 2017
Σελ. 64

Τα ποιήματα των τριών υπό παρουσίαση ποιητών συμβαίνουν επαναληπτικά στον χώρο. Είτε δυναμιτίζοντας και ξεπουπουλιάζοντάς τον, ως κάτι το ξένο που πλησιάζει απειλητικά (Δεσποινιάδης) είτε υποσκάπτοντας, διασχίζοντας και αυτo-ανατρέποντάς τον (Ψάλτης) είτε επανα-σχηματίζοντάς τον σε ένα σημειωτόν στο ερημικό κενό του, σε μια περιττή αντανάκλαση (Αϊναλής).

Πρόκειται για μια μετάβαση, κοινή και στους τρεις, από τη μάταιη απόπειρα αναζήτησης, όχι πια του Θεού, αλλά του εαυτού –ως στάσης–, στη δυνατότητα ή, έστω, στην πιθανότητα να ζήσει με αξιοπρέπεια ένας άνθρωπος «σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε κόλαση». Εκεί όπου ο ποιητής-ήρωας-πρωταγωνιστής δεν επιθυμεί να κρυφτεί ή να διαφύγει από κάτι, αλλά πλησιάζοντας εκτίθεται και επιθυμεί διακαώς να ξεκαθαρίσει τα πράγματα.

Να υπογραμμιστεί εξαρχής πως κανείς τους δεν αυθιστορείται ή αυτοβιογραφείται. Ούτε καν, π.χ., όταν μας λέει ο Δεσποινιάδης: «όταν χώνω τα μούτρα μου / στα σκέλια σου / δεν σκέφτομαι καθόλου», ο Ψάλτης: «ονειροπόλος φουμάριζε τις πιο αλλόκοτες ιδέες που του περάσανε ποτέ από τον νεφελοδαρμένο του νου», ή ο Αϊναλής: «ένας στρατός εγώ οφθαλμαπάτες ξυπόλητοι και να καίει το πέλμα από χίλιες πλευρές μια ζώσα σιωπή να κυκλοφέρνουν τ’ αρπακτικά το κουφάρι μου».

Και οι τρεις χαρτογραφούν το άγνωστο. Ο Δεσποινιάδης «ήρεμα» και με υπομονή, ο Ψάλτης αυτο-υπονομευόμενος με την ειρωνεία και τον αυτοσαρκαστικό του εξοπλισμό, και ο Αϊναλής περιδινούμενος μες στο μυθοποιητικό και παραμυθιακό του σύμπαν.

Χτυπώντας το ανερμήνευτο του επίγειου βίου, την κενότητα και σαφώς τη ματαιοδοξία των μετεχόντων. Με ποικιλόθεμα ποιήματα δείχνουν προς την ανάδυση μιας «διαφορετικής», μιας άλλης στάσης, χειρονομώντας εναντίον του ομοιόμορφου και του συντονισμένου. Προτάσσοντας τη σημασία της διαφοροποίησης ή και της αποκόλλησης, ως μιας αναγκαίας προϋπόθεσης για οποιαδήποτε αλλαγή ή ως μια μορφή αντίστασης. Η ποίηση και ως ένα μάθημα ηθικής.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης (1978), ιδρυτής από το 2001 του περιοδικού και των εκδόσεων Πανοπτικόν, ποιητής και δοκιμιογράφος, ένας από τους νεότερούς μας στοχαστές, δυναμιτίζει τα πράγματα από κάτω, παραμένοντας ανθρώπινος και ζεστός στην επαφή του.

Στο λογοτεχνικό –και όχι μόνο– έργο του βρίσκεται στον τόπο μετά την καταστροφή. Θεωρώντας την απραξία ταυτόσημη με την ενοχή και άρα με τη συν-ενοχή, και αποκλείοντας τη δυνατότητα της όποιας λύτρωσης, επιλέγει, είτε πάνω σε έναν μαντρότοιχο είτε αποσυρόμενος στην οικεία των παιδικών ή των συζυγικών χρόνων, να κινηθεί στα σύνορα της αλλοτρίωσης, χωρίς να δογματίζει.

Άνθρωπος πνευματικά και ηθικά έντιμος αρνείται την «υποταγή» στις επιταγές και στους προσδιορισμούς και τους προκαθορισμούς των «άλλων» και επιλέγει να συμπορευτεί με τους διακειμενικά και δι-ιστορικά «οικείους» του.

Χωρίς να σχολιάζει ή να μεταπλάθει την εμπειρία, με αυτήν ως πρώτη ύλη πλάθει τις δικές του μορφές και τα δικά του συμβάντα, ανοίγοντας σε ένα σκηνογραφικό και σκηνοθετικό όραμα τα ποιήματά του.
Ο Αντώνης Ψάλτης (1977), με σπουδές νομικής στο ΑΠΘ και στη Χαϊδελβέργη, πόλη του ποιητή Χέλντερλιν, τον οποίο και μεταφράζει, μας δίνει την τρίτη του ποιητική κατάθεση, μετά το Ο ήρωας μέσα μου (2005) και Το καντήλι και άλλα ποιήματα (2013).

Με το νέο λυρικό του ένδυμα διαρκώς παρόν, μας παρασέρνει με την παιγνιδίζουσα σπιρτάδα του και το ειρωνικό του βάθος. Αξιοποιώντας προσφυή σχήματα και ευρηματικά λεξιπαίγνια, ισορροπεί περίτεχνα πάνω στην αμφισημία και την πολυσημία των λέξεων.

Αντιμάχεται με τα χάρτινα όπλα του (γράφει μάλιστα: «με τα όπλα του λοιπόν καθείς / ιππότης της ελεεινής γραφής») και ως άλλος Δον Κιχώτης τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του. Μετακινούμενος από στίχο σε στίχο ή από στροφή σε (απο-)στροφή και με το δονκιχωτικό του κοντάρι, δηλ. το μολύβι του, μας παραδίδει προσχέδια του αδύνατου –οποιουδήποτε– οριστικού σχεδίου. Αρα, όχι μόνον αδυνατεί να ολοκληρώσει μια αυτο-προσωπογραφία ή ένα θέμα ή μια τοπιογραφία, αλλά αυτο-παγιδεύεται στην οντολογική του σάτιρα και προσπαθεί να κρατηθεί από τα περικείμενα.

Βάζοντας εμπόδια και τρικλοποδιές στον εαυτό του και στους άλλους, με μια ποίηση καρυωτακικο-φιλυρικής προβολής, δανείζεται στοιχεία από τον καρναβαλικό Βάρναλη, τα οποία και αναμιγνύει με τα ερωτικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας –τα οποία επίσης μεταφράζει– για να τονίσει το αδύνατο της σύμπλευσης με την εποχή.

Ο Ζήσης Αϊναλής (1982), φιλόλογος και διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Paris 1, μακριά από ψευδο-λυρισμούς και λανθασμένα ή εύκολα αποδιδόμενες φυσιολατρίες, αποφασίζει να κινηθεί στο νέο του βιβλίο κειμενολατρικά, στοχεύοντας στην αλλαγή των σκιάσεων και των τόνων των πραγμάτων.
Στα «Παραμύθια της έρημος» λοιπόν, ο Αϊναλής όχι μόνο στέλνει κατεπείγοντα τηλεγραφήματα σε άγνωστο παραλήπτη, αλλά εξερευνά τα όρη και τα όρια της δικής του ενδοχώρας, με ένα επαναληπτικό σημειωτόν στην έρημο.

Ενώ προσπαθεί να μας παρασύρει με τον ψιθυρικό μονόλογό του, χωρίς να αυτοαναφέρεται, προβάλλει ένα φανταστικό τοπίο. Με την ορμή προς το ακατάληπτο παρούσα, μας παραδίδει μια ποίηση με χρησμώδη και σκοτεινά σημεία, φορτίζοντας επιτυχώς το αδιέξοδο του σύγχρονου ποιητή και οδοιπόρου στην όποια διαδρομή του.

Γνωρίζοντας πως είναι αδύνατον να αποφανθεί τελεσίδικα, όχι μόνο κάνει σημειωτόν στην έρημο, στο άκεντρο-κέντρο μιας εαυτότητας, αλλά αξιώνει τη συστηματοποίηση του παραλόγου. Με την οραματική αναζήτηση του αγνώστου και με την αναστοχαστική του διάθεση παρούσα, δείχνει προς το ασαφές και αχανές πέρας του. Το οποίο και αποπειράται να «κεντροποιήσει».

Ακολουθώντας τη γαλλική ποιητική παράδοση και ιδίως αυτή των «καταραμένων», όχι μόνο δεν κρύβει την μποντλερική του καταγωγή, αλλά ποντάρει στην ανάγκη για μια μελαγχολική, νεορομαντικού-μεσοπολεμικού τύπου, μνημείωση, την οποία όμως ενδυναμώνει με την αμεσότητα της απεύθυνσής του.

Με το διακείμενο των ποιητικών συνθέσεων ανιχνεύσιμο (Σολωμός, Κόλεριτζ, Μαστοράκη, Αρτό, Μισό, Σινόπουλος, Δάλλας) και οργανικά αφομοιωμένο, επιτρέπει και καθοδηγεί την ανάδυση της ιδιοπροσωπίας του. Κινούμενος εντός μιας περιδίνησης και ενός παραμιλητού στο συμπαντικό –και κατά έναν τρόπο– στο ιστορικό κενό, εκεί όπου η γήινη έρημος αντιστοιχεί στο κόκκινο χώμα του πλανήτη Άρη, προδιαγράφει ίσως και ένα κοσμολογικό σχέδιο.

*Από την «Εφημερίδα των Συντακτών» στο http://www.efsyn.gr/arthro/hartografontas-agnosto

Τζόις Μανσούρ, Άσε με να σ’ αγαπώ

Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

*Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2018/04/01/ase-me-na-se-agapo-joyce-mansour/

Γιάννης Γκούμας, Πέντε ποιήματα

Η ζωή του ποιητή

Όχι τόσο ανηφορική
όσο ορθοστασία
καθ’ όλη τη διαδρομή.

Πιο πολύ τον έσυραν σ’ αυτήν
παρά
την έζησε.

Μεγάλωσε ξαφνικά
δραματικά
από έλλειψη παιδικής ηλικίας.

Αγωνίστηκε
για χάρη του προσωπείου κάποιου άλλου
όσο και για το δικό του.

Ήταν το θύμα που ανέβαινε στην αγχόνη
κι ο δήμιος που κατέβαινε
απ’ αυτήν.

Ήταν ένα βέλος καθ’ οδόν προς
το στόχο του –
κι ο περίγελός του.

Έγραφε
με το χέρι του
σαν καρδιογράφημα.

***

Καλλιτέχνης του οίνου

Ο πατέρας δεν ενδιαφερόταν για την τέχνη.
Περισσότερο τον αφορούσε μια σειρά ποτήρια κολονάτα,
που την κάθε κίνηση της σερβιτόρας
μετέτρεπαν σ’ έργο του Μοντιλιάνι.

***

Στο λεωφορείο

Το ποίημα εν των γίγνεσθαι μέσα μου
(ή το ίδιο το ποίημα)
ζυγίζει λιγότερο από τον αντίχειρα
που ολοένα τρίβεται
στου κόσμου την πιο μοναχική περιφέρεια,
στο ισοσκελές της χειρολαβής.

***

Έλλειψις

Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι
παίζουν πάω σε μια μαντεμμιά αυλόπορτα
που θυμίζει ρουνική αλφάβητο…

Ακούω, ακούω ότι ήμουν παιδί…

***

Κενότης

Νύχτα διογκωμένη από ιδιωτικό σκοτάδι

Το λιωμένο χαλάκι της ξώπορτας
διαθέτει την αμεσότητα χέρσας γης.

Κανένας δεν προφέρει το όνομά του
ούτε και το αντίστοιχο στο κουδούνι.

Αν υπήρχε ένα άδειο κλουβί ψηλά
θα κελαηδούσε.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή των άλλων”, Εκδόσεις Κέδρος, 1997.

ένα έτσι, ενδιάμεσοι στίχοι

Η ανάσταση καλλωπίζεται με μια μεγαλειώδη αποκοτιά.
Το αλάτι σπινθήρες μνησικακίας.
Χρεωστικά χειροκροτήματα ελέους.
Πρόγκα θησαύρισε στο αγέρι.
Κριτήριο μεταποιείται για ηδονή.
Η σκέψη καμώνεται τον λόγο.
Περιορίσου στο απόρρητο.
Υφολογικοί συνδαιτημόνες.
Γούρνα, μηδέν του ορίζοντα, κρατήρα κατόπτρου.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/03/30/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%AF%CF%87%CE%BF%CE%B9/

Νίκος Βουτυρόπουλος, από τα “Εργοτάξια Τύψεων”

A
Έλα να γίνουμε ανόητοι, ν’ αντέξουμε
μόδες και πλαίσια
θυσία να γίνουμε θες
στη Θεία Κατανάλωση;
Πιες κι άλλο ψέμα
λικνίσου ανεκπλήρωτα
άκου τη μαμά σου
άκου την καλά
πλύσου φάε ντύσου
μη σε βρει κρύψου
γίνε του ονείρου σου σκιά
σε περιμένει μια κόλαση άδεια
καημένε…
Άκου τον διευθυντή σου
άκου τον καλά
έλα φέρε φύγε
φάντασμα γίνε παιδικής ηλικίας
ν’ αντέξεις λόγια και συντάξεις.
Ακου τη γυναίκα σου
άκου την καλά
γίνε αυτό που ονειρεύεται
εραστής αδέρφι μπαμπάς.
Άκου τα πάντα
διαφημίσεις πολιτικούς
διανοούμενους σκουπίδια
στην οθόνη καρφώσου
μανιακός με τα πλήκτρα
δεν έχεις διέξοδο άλλη.
Τράβα στα μπαρ κατάπιε πετρέλαια
πληρώνεις στην έξοδο πάντα
τις πολυτέλειες άλλων
βγάλ’ τα πέρα μετά με τη ζήλεια σου
καημένε…
Άκου τον ψυχολόγο σου
άκου τον καλά
γίνε όσο πιο ανασφαλής μπορείς
αυτό επιτρέπεται ασφαλώς
όπως οι καραμέλες βλακείας
στον καναπέ ξάπλωσε
με μια γλάστρα παρέα
ασκήσου στην ακινησία νεκρού
κάνε γιόγκα βόγγα
μελλοθάνατος είσαι
πώς να το κάνουμε;
Άκου κάτι του συρμού
να ’σαι πάντα ο εαυτός σου
καλό ανέκδοτο έτσι;
Μπορεί βέβαια να εξελιχθείς σουρεάλ
να σκέφτεσαι χήνες με γόβα στιλέτο
εδώ που τα λέμε τα πάντα
μπορείς να σκεφτείς
να γράψεις να πεις
μέχρι να γίνεις
του αέρα κατακτητής
καημένε χασομέρη…

Β
Ξημέρωσε χρώματα
στους δρόμους ήλιος κύλησε
φωλιάζει στις καρδιές ο φόβος
οικοδεσπότης εκπλήξεων.
Πιτσιρικάδες περπατούν ανέμελοι
κατοικούν ερείπια
και να που βράδιασε πάλι
με δυνάστη τ’ όνειρο
θα πιούμε την Άνοιξη
σα να ’ταν σούπα.

Μια φλόγα καίει ακόμα
στην άκρη της θύμησης
τραβά τα σεντόνια
πυρετούς μυρωδιές μοιράζει
με σύννεφο μοιάζει περαστικό.
Είναι τότε που θαρρείς
γκρεμίζονται ορίζοντες
καταπακτές ανοίγουν
το παρελθόν αμούστακο χορεύει
στον κήπο των στιγμών.
Τότε που χαρές και πίκρες
γίνονται γουλιές αγανές
και με βλέμμα μετέωρο
μόλις ν’ αγγίξεις τολμάς
σύρτες πόθων μακρινών.
Είν’ η ζωή μας αστραπή
για όσους προλάβανε να τη δουν.

*“Εργοτάξια Τύψεων”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Το μυστικό πρότζεκτ

Η Βαρβάρα είναι ένα κορίτσι που κάθεται πάντα στο τελευταίο θρανίο. Ζωγραφίζει σχεδιάκια καρδούλες παντού. Στα βιβλία, στα διαγωνίσματα, στα χέρια της, στα τετράδιά της, στο θρανίο. Το μαρκαδοράκι της είναι μαύρο και ανεξίτηλο. Πηγαίνει στο μάθημα με την μωβ τσάντα της. Πάνω έχει κολλήσει κονκάρδες με διάφορα συγκροτήματα. Της αρέσουν οι Ramones. Διαβάζει βιβλία με χαϊκού. Πηγαίνει στην βιβλιοθήκη κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Τα δανείζεται την Παρασκευή, τα επιστρέφει το Σάββατο. Δεν έχει αδέρφια. Θα ήθελε να έχει. Να της κάνουν παρέα. Ζει με τη μαμά της. Το δωμάτιό της είναι και αποθήκη παλιών ρούχων και πραγμάτων από το προηγούμενο σπίτι τους. Το περιποιείται όμως και το κρατάει, όσο γίνεται, καθαρό. Έχει βάλει όλα τα ρούχα και τα πράματα στη μια πλευρά του δωματίου. Στην άλλη έχει αφίσα με τους Ramones και σχεδιάκια που έχει κάνει με το μαρκαδοράκι της. Ο μπαμπάς της δεν θέλει να την ξέρει. Οι γονείς της πήραν διαζύγιο, όταν η Βαρβάρα ήταν έξι χρονών. Στα δεκατέσσερά της, δεν την ενδιαφέρει πού είναι ο μπαμπάς της. Έχει αποδεχθεί πλέον την κατάσταση. Χωρίς μπαμπά είναι καλύτερα. Δεν ζηλεύει τα άλλα παιδιά. Απορεί γιατί να χρειάζονται οι μπαμπάδες.

Η μαμά της μπορεί να διαφωνεί λίγο σε αυτό. Πίνει κάποιες φορές. Αγοράζει τα μπουκάλια και τα χώνει μέσα στα λαχανικά και τα κορν φλέικς για να μη φαίνονται. Το αγαπημένο της είναι η φθηνή βότκα των Λιντλ. Η βότκα είναι διάφανη και μοιάζει με νερό. Αλλά η Βαρβάρα το βλέπει κάθε φορά το μπουκάλι. Καταλαβαίνει πότε η μαμά της πίνει και πότε όχι. Τα ξέρει όλα. Η μαμά της προσπαθεί να το κρύψει. Το φέρνει σπίτι σε πλαστική σακούλα, χωμένη μέσα στη μεγάλη τσάντα της. Κάνει μερικές δουλειές. Για να φανεί απλώς ότι κάνει κάτι. Ή για να ξεχαστεί. Φωνάζει τη Βαρβάρα και της δίνει διαταγές. Την αποκαλεί βουβάλα. Της λέει ότι δεν νοιάζεται για τίποτα μέσα στο σπίτι. Η Βαρβάρα τρέχει. Πλένει τα πιάτα. Βάζει πλυντήριο, περιμένει να τελειώσει, βγάζει τα ρούχα, τα απλώνει, περιμένει να στεγνώσουν, τα μαζεύει, τα διπλώνει, τα βάζει στη θέση τους. Η μαμά της, στο μεταξύ, λέει ότι πρέπει να πιει κάτι. Έχει κουραστεί. Ήταν δύσκολη μέρα στην δουλειά. Κάνουν συνέχεια τα ίδια πράγματα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Πρέπει να χαλαρώσει. Πίνει. Δεν κάνει φασαρίες. Κάθεται ήσυχη σαν μωρό. Βλέπει τηλεόραση, διαβάζει άρλεκιν που δεν αρέσουν στη Βαρβάρα, βγαίνει έξω καμιά φορά με τις φίλες και τους φίλους της. Κοιμάται νωρίς, γιατί δουλεύει σε ένα εργοστάσιο επίπλων. Είναι αυτή που κάνει τα ραψίματα και τα δέρματα πάνω στα έπιπλα. Η υφαντουργός. Σύντομα θα πάρουν μηχανή για να τα κάνει αυτά. Το αφεντικό της είπε ότι θα τη διώξουν. Η μαμά της Βαρβάρας περιμένει τη μηχανή. Την αντικαταστάτριά της. Θα τη διώξουν και το ξέρει. Μέχρι τότε, δουλεύει πολλές ώρες. Έχει γεράσει σε αυτή τη δουλειά. Δεν κάνει τίποτα άλλο. Δεν γελάει ποτέ. Είναι ανήσυχη και αγχώνεται συνέχεια. Φορτώνει τη Βαρβάρα συνέχεια, με δουλειές και κατηγορίες.

Η Βαρβάρα κάθεται συχνά στον καναπέ. Περιμένει συνήθως τη μαμά της από τη δουλειά. Μέχρι αυτή να έρθει, βλέπει τηλεόραση. Της αρέσουν οι εκπομπές μαγειρικής. Μερικές φορές, γράφει τις συνταγές και τις φτιάχνει. Ξέρει να μαγειρεύει φασολάκια, μπριάμ, φακές, αυγά, πατάτες γιαχνί, φυσικά μακαρόνια, φασολάδα και πάρα πολλά ακόμα. Έμαθε να μαγειρεύει από τα εννιά, γιατί η μαμά της βαριόταν. Ό,τι φτιάχνει το καταβροχθίζει με ικανοποίηση. Με μπόλικο τυρί, λάδι, αλάτι και ψωμί. Πίνει αναψυκτικά για να πίνει κάτι. Της αρέσει η κόκα κόλα. Μπορεί να πάει να αγοράσει και καμιά πάστα, αν της αφήσει χαρτζιλίκι η μαμά της.
Το ζαχαροπλαστείο στη γωνία της κεντρικής οδού, λίγο πιο κάτω από το σπίτι της, είναι το καλύτερο. Έχουν όλων των ειδών της πάστες. Και της φέρονται πολύ ευγενικά και γλυκά. Οι πωλήτριες είναι ψηλές και όμορφες. Χαμογελάνε συνέχεια και παίζει ωραία μουσική, παλιά τζαζ. Της αρέσει και η τζαζ, αλλά δεν το έχει ψάξει πολύ ακόμα. Το ζαχαροπλαστείο είναι σαν μικρός παράδεισος φτιαγμένος από ζάχαρη. Τα ράφια είναι πάντοτε γεμάτα. Σοκολατίνες, καριόκες, μπλακ φόρεστ, τσίζκεϊκ, προφιτερόλ, τουλούμπες, μπακλαβάδες, όλα τα σιροπιαστά και μπισκότα, γεμιστά, αμυγδαλωτά με κανέλα, με κομμάτια σοκολάτας, με άρωμα πορτοκάλι. Όταν η μαμά της θυμάται να της δώσει τα είκοσι ευρώ της εβδομάδας, τα δίνει όλα στα γλυκά. Τα γλυκά την κάνουν ευτυχισμένη και πλήρη. Έστω για λίγο.

Η Βαρβάρα δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνει. Θα της άρεζε να κάνει ξιφασκία, αλλά δεν έχουν πολλά λεφτά. Βαριέται το σχολείο. Το σχολείο είναι χάλια. Της αρέσει να ακούει μουσική στο Mp3 της. Όλα τα παιδιά έχουν i-phones και android κι αυτή έχει ξεμείνει στο Mp3. Δεν είναι στη μόδα. Δεν έχει παρέες. Φοράει αιλάινερ, φτιάχνει τα μαλλιά της πάντοτε σε γαλλική πλεξούδα. Έχει μάθει να την κάνει μόνη της. Είδε πώς σε ένα βίντεο στο ίντερνετ. Φοράει μεγάλα και συνήθως σκούρα ρούχα, γιατί έχει μεγάλο σώμα. Αυτό είναι και το πρόβλημα. Πάντα. Όχι το δικό της. Των άλλων. Ενοχλεί. Δεν αρέσει. Δεν είναι καλό. Δεν είναι υγιεινό. Δεν είναι σωστό. Δεν είναι όμορφο. Δεν είναι ευχάριστο. Δεν είναι ευγενικό. Την κοιτάνε όλοι περίεργα κι αυτοί που δεν τις λένε τίποτα, τη λυπούνται ή χαίρονται που είναι πιο αδύνατοι. Η Βαρβάρα κοιτάει συχνά στον καθρέφτη. Νιώθει πιο άσχημα. Αλλά συνεχίζει να κοιτάει. Λέει στον εαυτό της συνέχεια ότι είναι πανκ ρόκερ και δεν την νοιάζουν αυτά. Η πανκ αποδέχεται τα φρικιά. Αυτή είναι φρικιό. Να πάνε να γαμηθούνε όλοι. Της αρέσει να φοράει μεγάλα τι σερτς με συγκροτήματα. Έχει ένα με τους Ramones, γκρι και μαλακό και δεν θέλει να σταματήσει να το φοράει. Το έχει λιώσει. Το πλένει, φοράει ένα άλλο. Και περιμένει να πλυθεί. Το στεγνώνει με το πιστολάκι και το ξαναφοράει. Συνέχεια αυτό. Γιατί λατρεύει τα μπλουζάκια με συγκροτήματα. Φοράει τσιμπιδάκια στα μαλλιά για να πιάνουν την πλεξούδα της. Και πολλά μαύρα βραχιόλια. Πλεκτά, σχοινάκια, πλαστικά. Οι καρποί της είναι γεμάτοι. Θέλει να τη λένε Judy, γιατί κι αυτή είναι πανκ ρόκερ.

Τα βράδια, ειδικά του καλοκαιριού, δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Γι’ αυτό τρώει παραπάνω. Στο σχολείο, στα διαλείμματα κάθεται μόνη της γιατί δεν έχει παρέα. Αλλά ακούει μουσική και παρατηρεί τους άλλους. Είναι όλοι βαρετοί και πηγαινοέρχονται σαν κοιμισμένα πρόβατα. Δεν τρώει στο σχολείο κι αν το κάνει πάει στις τουαλέτες και ανοίγει το σάντουιτς ή τη σοκολάτα που έχει πάρει και κλέβει δαγκωνιές. Αν τη δούνε να τρώει θα την κοροϊδέψουν. Θα την πιάσουν επ’ αυτοφώρω. Προτιμάει να είναι διακριτική και να κρύβεται.

Ήταν μια Τετάρτη μεσημέρι, όταν η Βαρβάρα για πρώτη φορά είδε αίμα στο βρακί της. Γύρισε από το σχολείο. Άπλωσε την τσάντα της στον καναπέ κι άνοιξε την τηλεόραση. Σκόπευε να περιμένει τη μαμά της. Άνοιξε το ψυγείο πήρε μια κόκα κόλα και ένα περιοδικό και διάβασε για το πώς να αποκτήσετε σώμα παραλίας με δέκα πανέξυπνους τρόπους. Ευεξία, υγεία κι ευτυχία. Τι έκανε η Kate Moss στην πασαρέλα. Πώς να κάνετε τους άνδρες να λιώνουν για εσάς. Δέκα και ένας τρόποι για να αποκτήσετε το ιδανικό σώμα για το καλοκαίρι. Το περιοδικό δεν της άρεζε καθόλου. Της ερχόταν να ξεράσει με αυτά που διάβαζε. Διαβάστε ένα τέτοιο περιοδικό για να σας έρθει να ξεράσετε ό,τι φάγατε και θα αδυνατίσετε στο λεπτό. Η μάνα της διάβαζε μόνο σκουπίδια. Το παράτησε μετά από καμιά δεκαριά σελίδες. Έβαλε λίγο τσίλι με πατατάκια και άνοιξε τη μουσική τέρμα.

Πήγε να κατουρήσει. Ένιωθε λίγο περίεργα εκείνο το πρωινό. Κάτω της. Σαν να κατουριόταν πολύ. Σαν να γαργαλιόταν η κοιλιά της. Είδε το μπάνιο με τα ξερατά της μάνας της από το προηγούμενο βράδυ. Πήρε τη σφουγγαρίστρα και τα καθάρισε λίγο προσεκτικά. Έπειτα έφτιαξε τα μαλλιά της και τα τσιμπιδάκια της. Κατέβασε το βρακί της. Κάθισε στη λεκάνη. Ξαφνικά συνέβησαν όλα. Αίμα. Στο βρακί της, το γαλάζιο με την καρδούλα από έξω που έλεγε WEDNESDAY. Τα βρακάκια αυτά της τα είχε πάρει η μάνα της. Είχαν τις μέρες της εβδομάδας. Άρχισε να κλαίει και να πανικοβάλλεται. Ήξερε τι ήταν. Αλλά δεν το είχε ξαναδεί. Περίοδος. Όλα τα κορίτσια της ηλικίας της είχαν. Σε αυτήν είχε αργήσει. Η μαμά της δεν της είχε μιλήσει. Το είχε ψάξει στο ίντερντετ, όπως και όλα όσα δεν ήξερε. Μην φοβάσαι, έλεγαν στο φόρουμ. Φόρα σερβιέτα ή ταμπόν. Είχε δει τις οδηγίες για να είναι έτοιμη. Αλλά τώρα ήταν εκεί. Υπήρχε αίμα στο βρακί της. Κοίταξε τον καθρέφτη του μπάνιου και είδε την εαυτή της να κλαίει. Ήταν χοντρή και άσχημη. Ήταν το χειρότερο πλάσμα του κόσμου. Δεν άρεζε σε κανένα αγόρι πριν. Και τώρα που θα πέθαινε ακόμα χειρότερα. Ήλπιζε να μην πεθαίνει. Να είναι απλά η περίοδος. Ναι. Περίοδος ήταν μάλλον. Κατάπιε μετά δυσκολίας. Το αίμα βρωμούσε. Ήταν άσχημο. Δεν ήθελε να το βλέπει. Έβγαλε το βρακί της, το έβαλε στα σκουπίδια, κάτω από τα χαρτιά για να μη φαίνεται. Πήρε ένα άλλο από το δωμάτιό της, τρέχοντας. Δεν μπορούσε να ακούσει τους Ramones τώρα. Ο κόσμος της είχε διαλυθεί εντελώς.

Σκέφτηκε ότι θα την κοροϊδεύουν στο σχολείο. Ότι θα τη μυρίζουν όλοι και θα τη δείχνουν με το δάχτυλο όταν πηγαίνει στην τουαλέτα. Σκέφτηκε ότι θα είχε πολλές ασθένειες. Θα κολλούσε ίσως AIDS. Θα πέθαινε. Μπορεί να τη βίαζαν. Ή να της έκαναν κακό. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Η Βαρβάρα ένιωθε ξεχωριστή. Και ήταν. Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς της ερχόταν στη μνήμη συνέχεια. Όμως δεν ήθελε να τον σκέφτεται.

Όμως θυμήθηκε. Τον καθηγητή των καλλιτεχνικών. Τον κύριο Λάμπρο. Ο κύριος Λάμπρος ήταν ένας μεσήλικας καθηγητής Γυμνασίου. Φορούσε γυαλιά στρόγγυλα σαν του Χάρι Πότερ. Ήταν ψηλός και πάρα πολύ αδύνατος. Άπλωνε συνεχώς τα χέρια του παντού και μιλούσε με περίεργα ψιλή φωνή. Του άρεσαν τα ριχτά πουκάμισα και τα στενά παντελόνια. Τον έλεγαν καλλιτέχνη, επειδή είχε κάνει εκθέσεις και ήταν διάσημος. Η Βαρβάρα τον θυμόταν πολύ καλά τον κύριο Λάμπρο. Όχι γιατί είχε κάνει εκθέσεις και είχε τη φήμη που είχε. Η Βαρβάρα τον είχε γνωρίσει, αλλά αλλιώς. Τον θυμόταν τον κύριο Λάμπρο. Θυμόταν τα πάντα που της είχε κάνει. ΘΥΜΟΤΑΝ. Της είχε πει στην αρχή πως είχε ταλέντο στα καλλιτεχνικά. Κι ότι θέλει να τη γνωρίσει περισσότερο.

Καθόταν μόνη της στο θρανίο. Δεν της είχε ξαναμιλήσει ποτέ άνδρας έτσι. Αυτός ερχόταν από πάνω της και την κοιτούσε πολλή ώρα. Καθόταν και δίπλα της καμιά φορά. Ήταν περίεργος. Την κοιτούσε έντονα. Αποκρουστικός. Γλοιώδης. Με τη βρωμερή ανάσα του να φτάνει στα ρουθούνια της. Το πόδι του να ακουμπάει επίτηδες το χέρι της. Το χέρι του να πειράζει τα μαλλιά της. Της έλεγε ότι έκανε πολύ ωραία πλεξούδα. Κανείς δεν της το είχε πει αυτό. Κανείς δεν είχε προσέξει τα μαλλιά της. Ο κύριος Λάμπρος τα πρόσεξε. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Της έβαζε είκοσι, ακόμα κι αν έκανε μια μουντζούρα. Της έλεγε ότι οι ζωγραφιές της του θυμίζουν τον Πικάσο. Φαινόταν πως λέει ψέματα. Η Βαρβάρα έκανε όντως μουντζούρες. Για να δει τι θα πει. Και πάλι τα ίδια έλεγε αυτός. Ταλέντο. Μεγάλο ταλέντο. Ήταν ψεύτης. Την πίεζε να μένει μέσα στα διαλείμματα. Και της μιλούσε όση ώρα μπορούσε. Αυτή τον κοιτούσε. Κοιτούσε τη φαλάκρα του και τα αραιά μαύρα γένια του. Τις τρίχες στη μύτη του και τα ξεραμένα χείλια του. Τον σιχαινόταν. Τον κοιτούσε έντονα και τον περιεργαζόταν.

Υπήρχαν στιγμές που ξεχνιόταν με τον κύριο Λάμπρο. Ήταν ο μόνος που της μιλούσε τόσο πολύ. Φαινόταν πως την ήθελε, πως ήθελε κάτι παραπάνω από αυτήν. Μετά από ένα μάθημα της είπε ότι πρέπει να παραμείνει κι άλλο στο σχολείο. Και ίσως αυτό να γίνεται γενικά κάποιος φορές. Έπρεπε να μείνει, της είπε. Κι αυτή τον υπάκουσε. Είχαν φύγει όλοι. Η διευθύντρια είχε δώσει την άδειά της. Ο κύριος Λάμπρος ήταν καλλιτέχνης. Χαμογελούσε με τα ολόισια δόντια του και η διευθύντρια του έδινε ό,τι της ζητούσε. Ο κύριος Λάμπρος είχε ζητήσει από τη Βαρβάρα να μείνει παραπάνω. Και η διευθύντρια το επέτρεψε. Αυτός την περίμενε. Στο τέλος του μαθήματος μείνανε μόνοι τους στην αίθουσα και δεν την άφησε να φύγει. Την έβαλε να σταθεί όρθια μπροστά του. Της έσιαξε τους ώμους. Την άγγιζε με τα χέρια του. Της είπε ότι θα κάνουν ένα πρότζεκτ.
Το πρότζεκτ ξεκίνησε. Η Βαρβάρα δεν είχε ξανακούσει τέτοιο πρότζεκτ. Ήταν η πρώτη της φορά. Δεν υπήρχαν μπογιές, δεν υπήρχαν χαρτιά, πινέλα, παλέτες και μολύβια. Υπήρχε μόνο ο κύριος Λάμπρος και τα χέρια του. Τα χέρια του στον κώλο της. Τα χέρια του στο στήθος της. Τα χέρια του στα πόδια της, στο στομάχι της, στην πλάτη της, στο πρόσωπό της. Τα χέρια του. Πάνω της. Τον σιχαινόταν.

Αλλά δεν μπορούσε να πει όχι. Δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Είχε σφηνώσει. Είχε σταματήσει. Η καρδιά της. Πονούσε το κεφάλι της. Πιεζόταν. Δεν ήξερε σε ποιον να το πει. Η μαμά της. Η μαμά της δεν μπορούσε να προσέξει τον εαυτό της. Είχε δουλειές. Είχε να σκεφτεί άλλα πράγματα. Οι κυρίες του ζαχαροπλαστείου. Ούτε αυτές. Αυτές θα το έλεγαν παντού. Θα γινόταν ρεζίλι. Δεν θα ήταν σωστό. Δεν θα ήταν. Η Βαρβάρα δεν ήταν σαν τα άλλα κορίτσια. Φοβόταν. Πολύ. Δεν ήξερε τι να κάνει. Γυρνούσε σπίτι της, κλεινόταν στο δωμάτιό της και έβαζε τέρμα τη μουσική. Ήθελε να μη σκέφτεται. Να σταματήσει εντελώς.

Το πρότζεκτ διήρκησε κάποιον καιρό. Ήταν ένα διαρκές βασανιστήριο. Μέχρι που ο κύριος Λάμπρος πήρε μετάθεση σε άλλη πόλη κι εξαφανίστηκε μια μέρα. Η αίθουσα είχε γίνει ο εφιάλτης της Βαρβάρας. Κάθε φορά που τελείωνε το σχολείο, έκανε να φύγει. Αλλά πάντα ο κύριος Λάμπρος την περίμενε στην πόρτα. Όλοι ήξεραν ότι η Βαρβάρα ζωγράφιζε για το πρότζεκτ και ότι ο κύριος Λάμπρος ήταν ο καλλιτέχνης. Η διευθύντρια έδινε στον κύριο Λάμπρο την άδειά της. Κι αυτός έλεγε στη Βαρβάρα, ότι αν πει σε κανέναν για το μυστικό πρότζεκτ, θα τη διώξει από το σχολείο και θα τη βγάλει τρελή. Της είχε δείξει τον πούτσο του και τον είχε χαϊδέψει μπροστά της. Της ζητούσε να τον χαϊδέψει. Να τον τρίψει. Ήταν μακρύς, λεπτός και πολύ άσπρος. Κάποιες φορές ήταν μαλακός και άλλες σκληρός. Τον σιχαινόταν. Ήταν μεγάλος. Σαν τη μαμά της και πιο πολύ. Τον μίσησε. Ευτυχώς, δεν έγινε τίποτα άλλο. Εκείνος πήρε μετάθεση κι έφυγε. Το πρότζεκτ δεν τελείωσε ποτέ. Πήγε αλλού. Σε άλλη. Σε άλλες. Να ξεκινήσει νέα πρότζεκτ.

Η Βαρβάρα ένιωθε προδομένη. Από την εαυτή της. Από το φύλο της. Θυμήθηκε πώς την κοίταζαν οι άλλοι. Αυτή που την αποκαλούσαν χονδρή ή φακλάνα. Αυτή που οι βλάκες τη βρίζανε για το βάρος της. Όμως αυτήν είχε επιλέξει ο κύριος Λάμπρος. Για το μυστικό του πρότζεκτ. Η Βαρβάρα από τότε που έκανε το πρότζεκτ με τον κύριο Λάμπρο δεν ήθελε να μεγαλώσει. Γίνε γυναίκα. Τόσο το καλύτερο. Συνέχεια. Όλοι το λένε. Σου λένε ψέματα. Ότι όλα θα πάνε καλά. Ότι όλα θα λειτουργήσουν. Δεν ήθελε να γίνει γυναίκα. Δεν ήθελε να είναι αυτή που ήταν. Δεν ήθελε να έχει κοιλιά και να την κοροϊδεύουν. Ήθελε να χάσει τα κιλά της. Ή να ηρεμήσει. Ήθελε να ελευθερωθεί. Όλοι ήταν ηλίθιοι. Δεν καταλάβαιναν τίποτα. Δεν ήξεραν. Τους απεχθανόταν όλους. Τα δάκρυά της τρέχανε ποτάμι. Θα έσπαγε με χαρά τον καθρέφτη. Με το σκληρό σαπούνι για το πρόσωπο. Ή την κολόνια που έκλεβε από τη μάνα της. Ή ακόμα καλύτερα το σαμπουάν που είχε για την πιτυρίδα. Ή την πέτρα που είχαν φέρει από την παραλία, μια φορά από τις έντεκα που είχαν πάει με τη μάνα της στην Επανωμή. Πήρε την πέτρα στο χέρι και την άφησε την επόμενη στιγμή. Δεν άξιζε. Τα πράγματα είναι τόσο κενά. Θα την έβριζε η μάνα της. Θα την έκανε να νιώθει ακόμα πιο άσχημα. Θα την ξέσχιζε. Κατέληξε. Θα άφηνε τον καθρέφτη έτσι και θα έκανε πως δεν βλέπει πώς είναι.

Δεν ήθελε να σκέφτεται. Μπήκε στο ντουζ κι έκανε μπάνιο με κρύο νερό. Αυτή θα γινόταν πωλήτρια σε ζαχαροπλαστείο ή ζωγράφος. Ναι. Σίγουρα. Πώς. Όλοι κάνουν όνειρα. Καμία γυναίκα δεν γίνεται αυτό που θέλει. Η κυρία Αναστασία στο ζαχαροπλαστείο ήθελε να γίνει χορεύτρια. Γνώρισε άνδρα κι έκανε παιδιά. Η μαμά της ποτέ δεν ήθελε να δουλεύει σε εργοστάσιο. Γνώρισε άνδρα κι έκανε παιδιά. Άρχισε να νιώθει αφόρητους πόνους. Ο κύριος Λάμπρος ήταν καλλιτέχνης κι έκανε πρότζεκτ. Λύγισε στα δυο, γιατί δεν άντεχε. Ήθελε να πεθάνει. Η Βαρβάρα δεν ήταν όμορφη. Οι όμορφες μόνο πηγαίνουν καλά. Οι όμορφες γίνονται ηθοποιοί και σταρ και έχουν άνδρες και δεν έχουν παιδιά. Οι όμορφες είναι πετυχημένες, στα περιοδικά, στον κόσμο, στο σούπερ μάρκετ, στις διαφημίσεις, στις ταινίες. Παντού. Όμορφες παντού.

Η Βαρβάρα είναι μικρή. Και δεν θέλει ποτέ να μεγαλώσει.

Φραντζέσκα Άβερμπαχ, Δύο ποιήματα

1
Οι άνθρωποι
δεν λυγίζουν εύκολα πια.
Αφού μπορούμε και κρατιόμαστε
ζούμε μια ακόμα προσδοκία.
Τρέμουμε βέβαια
πίσω στις γωνίες
σε σχήμα αλτουριστικό.

Η υπόσχεση ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
παραμένει μια υπόσχεση
αφού ζούμε σ’ ένα περιθώριο
εξαρτημένοι και αβέβαιοι.
Το καινούργιο σε γοητεύει
μέχρι να πεις
«ως εδώ»
και ν’ απελπιστείς.

Θα τρομάξεις.
Θα ησυχάσεις.

Αφού τώρα μπορώ και σου γράφω
σημαίνει πως ξεχνάω.

Κι αν χαθείς κάπου,
θα βρούμε άλλους.

2
Το δέντρο της απροθυμίας σώπασε.
Μερικές φορές
είναι καλύτερα να είσαι ένα αγρίμι
παρά να κοιμάσαι σε όρθιες ουρές.

Όλα μπορώ να στ’ αφήσω
προχωράμε μες στη βουβαμάρα
δίχως ίχνος τραγικότητας.
Σήμερα μιας και φεύγουμε σιγά σιγά
λέω να παίξω με το σχήμα σου
(( < > (?) – — … .. )

Αγαπούλα,
θα καούμε έτσι.
Άσπριζες μέρα με τη μέρα
μπρος στα μάτια μου.
Εάν πράγματι θέλεις να ζήσεις
πέρα απ’ τις θεωρίες
μάθε να είσαι ελεύθερος,
θέλει τρελά κότσια
ν’ αφουγκράζεσαι το σκοτάδι μέσα σου.

Αν και μου ταράζεις το αηδόνι
που είχα αφήσει σκεπασμένο πάνω στη σκεπή
το κορμί μου σύντομα θα το ελευθερώσει ο Δίας.

Αλλά μην παρανοείς.
Είναι τ’ όνειρο
όχι το θλιβερό σου μάτι.

Περιμένω το πως θα έλθει το βασίλειο μου:
η επιθυμία για όλα αυτά
που μας κρατάνε ζωντανούς.

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τί μένει;
Μένει κάτι
κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
μένει:
μισή μποτίλλια αλκοολικού παρασκευάσματος
ο ήλιος του καλού Θεού και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το
φεγγάρι
πανσέληνο.

*Το ντεμπούτο του Πητ Κουτρουμπούση στα γράμματα, στο περιοδικό “Αθηναϊκά Γράμματα”, τεύχος 10/1958. Το ποίημα και οι δύο φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο facebook.