Στάχτη Παραδίνομαι στον άνεμο Ξαπλώνω στο στήθος του κόσμου Κόβω ένα κλαδί δαμάσκου και Με το μελάνι από σταφύλι Γράφω τ’ όνομά σου πάνω στη στάχτη
Εγκατάλειψη Όταν άφησα την πατρίδα άφησα τον εαυτό μου με το σπασμένο κεφάλι στα σοκάκια της παιδικής ηλικίας νύχτωσε και πέθανα ανάμεσα στις πέτρες το ξέρω… ακόμα κι αν ο Θεός με συγχωρέσει ποτέ δεν θα συγχωρέσω εγώ τον εαυτό μου
Ακολουθώντας Τα βήματά σου στο νερό κρατώ Μέχρι να βυθιστώ Κωπηλατώ ακούραστα Σε μια βάρκα από χαρτί Διασχίζω τους ωκεανούς Ακολουθώντας εσένα
Oνειρος Βαδίζουμε κάτω από την ουράνια βροχή Σταματά η θεϊκή βροχή στη γη Μα εγώ, στη δική σου βροχή στέκομαι Ονειρεύομαι
Σκληρότητα Η εξορία και η πατρίδα η μία πιο σκληρή από την άλλη όμως η εξορία είναι πιο ευγενής από την πατρίδα γιατί όταν τρώει τη σάρκα μας δεν επιστρέφει τα κόκαλά μας στην πατρίδα
*Ο Dilawar Qaradaghi γεννήθηκε το 1963 στη Σουλεϊμανίγια του Κουρδιστάν. Είναι ένας από τους ποιητές που εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια έχει καθιερωθεί ως σημαντική προσωπικότητα στους λογοτεχνικούς κύκλους του Κουρδιστάν. Ο Dilawar διαθέτει το δικό του μοναδικό ποιητικό όραμα και γλώσσα που αντικατοπτρίζουν την ιδιαίτερη καλλιτεχνική και αισθητική του ταυτότητα. Ξεκίνησε την ποιητική του πορεία το 1992 με τη συλλογή “Ένα Άγαλμα από Βροχή” και μέχρι σήμερα έχει εκδώσει περισσότερα από 10 ποιητικά βιβλία, καθένα από τα οποία εκφράζει την καλλιτεχνική του έκφραση, τη γλώσσα και τη λογοτεχνική του προσέγγιση. Τα ποιήματα του Dilawar Qaradaghi έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των αραβικών, περσικών, αγγλικών και σουηδικών, επεκτείνοντας έτσι την επιρροή του έργου του πέρα από τα σύνορα του Κουρδιστάν. Πέρα από την ποιητική του δημιουργία, ο Dilawar Qaradaghi είναι επίσης ένας ταλαντούχος μεταφραστής. Ασχολείται συνεχώς με τη μετάφραση και έχει αποδώσει στα κουρδικά πολλά μυθιστορήματα, διηγήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα. Ο συνολικός αριθμός των μεταφράσεών του μέχρι σήμερα ξεπερνά τα 50 έργα, αποτελώντας σημαντική γέφυρα πολιτισμικής ανταλλαγής. Αξίζει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι στο παρελθόν ο Dilawar έχει μεταφράσει τρία μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη στα κουρδικά και έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη γνωριμία του κουρδικού αναγνωστικού κοινού με τη σκέψη και τον λογοτεχνικό κόσμο αυτού του σπουδαίου Έλληνα συγγραφέα. **Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.
Δημήτρης Βούλγαρης, «Οι ένοικοι των ημερών», Σμίλη 2023
του Αργύρη Δούρβα*
Εισαγωγή
Δημήτρης Βούλγαρης έχει γράψει τα εξής βιβλία: Ερασιτέχνες εμπρηστές (Απόπειρα, 2017), το μυθιστόρημα Κονστάνς (Απόπειρα, 2015), Η αρχή του τέλους (Ars Poetica, 2015) και Οι ένοικοι των ημερών (Σμίλη, 2023).
Η αρχή του τέλους και η Κονστάνς εκδίδονται όταν ο Βούλγαρης είναι σε ηλικία μόλις 22 ετών και πρέπει να γράφτηκαν αρκετά νωρίτερα, ωστόσο ήδη φανερώνουν ότι ο ποιητής συγκροτεί έναν δικό του προσωπικό λόγο και μια ξεχωριστή ποιητική ταυτότητα. Η αρχή του τέλους είναι ένα βιβλίο που προκαλεί το ενδιαφέρον του Δήμου Χλωπτσιούδη (2016). Ο Χλωπτσιούδης τονίζει ότι ο Βούλγαρης «εκφράζει τον ψυχισμό των νέων που αισθάνονται να ματαιοπονούν σε μία κοινωνία που οδηγεί κομφορμιστικά στην αγχόνη τα ―ανήλικα σχεδόν― όνειρα των ανθρώπων, μία κοινωνία αδικίας». Ο κριτικός προσθέτει: «Η ποίησή του είναι κοινωνική στη ρίζα της με φυλλώματα υπαρξιακής αγωνίας. Το κοινωνικό συνδέεται με την υπαρξιακή αγωνία. Το άτομο δε στέκεται μακριά από την κοινότητα, δεν είναι απομονωμένο κυριολεκτικά, αλλά μόνο συναισθηματικά. Το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει τις αγωνίες του, τη μελαγχολία του».
Η Κονστάνς είναι ένα ποιητικό πεζό, που αποτελείται από σύντομες σημειώσεις-ποιήματα. Εκφράζει την ερωτική απουσία, την υπαρξιακή αγωνία, την πάλη με τις σκιές του εαυτού. Η Κονστάνς είναι σύμφωνα με τον επεξηγηματικό υπότιτλο του βιβλίου «71 σημειώσεις, απόπειρες συμφιλίωσης με τον χώρο, τον χρόνο και σένα που όλο φεύγεις». Στην Κονστάνς είναι έντονο το στοιχείο της εικαστικότητας όπως παρατηρεί η Ειρήνη Σταματοπούλου (2016), «η οποία γίνεται ανάγλυφη στα άυλα σχεδόν φασματικά, αλλού εκστατικά μορφώματα των εικόνων του».
Το 2017 εκδίδονται οι Ερασιτέχνες εμπρηστές. Το βιβλίο αυτό εστιάζει στην απώλεια των παιδικών ονείρων, στις διαψεύσεις μιας εποχής, στο αίσθημα μελαγχολίας και διάλυσης που διαπερνά το κοινωνικό υποκείμενο αλλά και ο υπαρξιακός τρόμος κάποτε βιωμένος και προσωπικός. Όπως σημειώνει ο ποιητής είμαστε «Ρακοσυλλέκτες μιας εποχής που έδυσε στα σκουπίδια/…/ Τίποτα δε γεννιέται πια». Ο Βούλγαρης μιλά για ένα είδος ήττας, προσωπικής ή και πολιτικής: «μετά τη φωτιά το σώμα ίδρωνε ξεχασμένα συναισθήματα/ εξιστορούσε τον πόλεμο/ επιβεβαίωνε την ήττα/ γυάλιζε τις πληγές χρόνων» και καταλήγει «δεν υπήρχαν επιλογή/ Μονάχα ο συμβιβασμός». Στους Ερασιτέχνες εμπρηστές ο Βούλγαρης πέρα από την υπαρξιακή θλίψη μιλά για την σύγχρονη εποχή των τεράτων όπου τίποτα καινούργιο δε γεννιέται, οι άνθρωποι εξιστορούν την ήττα, μετρούν τις πληγές τους και πολλοί συμβιβάζουν τα ιδανικά τους με τη σκληρή πραγματικότητα. Στη συνέχεια, θα εστιάσουμε στο καινούργιο βιβλίο του Βούλγαρη, τους Ένοικους των ημερών στο οποίο δείχνει σημάδια ποιητικής ωρίμανσης.
Οι ένοικοι των ημερών
Στους Ένοικους των ημερών συναντούμε 33 ποιήματα. Το βιβλίο αποτελείται από σπονδυλωτά ποιήματα που δημιουργούν μέσα από τις αναφορές, την ατμόσφαιρα και το θέμα τους την αίσθηση της ενότητας. Οι τίτλοι των ποιημάτων περιλαμβάνονται σε αγκύλες, γεγονός που δείχνει ότι θα μπορούσαν να παραληφθούν. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται ποιήματα που εκτείνονται από μία ως τέσσερις σελίδες. Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμείται από έργο του Δημήτρη Βούλγαρη που αναπαριστά τη θέα μιας πολυκατοικίας μέσα από ένα παράθυρο ενός χώρου σκοτεινού. Ίσως το παράθυρο στο εξώφυλλο του βιβλίου να αποτελεί για τον αναγνώστη ένα σημείο θέασης της αστικής πραγματικότητας, ένα σημείο όπου ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει σιωπηλά τους ένοικους των ημερών.
Το βιβλίο αφιερώνεται σε ό,τι μένει, χωρίς να προσδιορίζει περισσότερο τι είναι αυτό που μένει, ενώ ως μόττο ο ποιητής ενσωματώνει ένα σύντομο απόσπασμα από τον Φερνάντο Πεσόα. Το βιβλίο ξεκινά με το ποίημα, [Γέννα], θέλοντας να δώσει την αίσθηση μιας απαρχής. Το ποίημα [Ένοικοι των ημερών], που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, τοποθετείται περίπου στο μέσον του βιβλίου, αποτελώντας το κέντρο του. Τέλος, το βιβλίο ολοκληρώνεται με το ποίημα [Υστερόγραφο], τονίζοντας την αίσθηση της ολοκλήρωσης. Στο βιβλίο μπορεί κανείς να εντοπίσει επιρροές από τον Καρυωτάκη, από τον Γκίνσμπεργκ, τον Μπουκόφσκι και γενικότερα την μπιτ λογοτεχνία καθώς και από στίχους ροκ τραγουδιών.
Η Δήμητρα Διώνη (2023) υποστηρίζει ότι επίκεντρο του βιβλίου είναι η πόλη και οι άνθρωποί της. Το σκηνικό της ποίησής του βάφεται με σκούρα χρώματα καθώς η ζωή αφήνει βαρύ το φορτίο της πάνω στη σκέψη του ποιητή. Ο Βούλγαρης γράφει για σκοτεινά τοπία θέλοντας με την ποίησή του, να ξορκίσει την καταλυτική τους δύναμη, τη φθορά που φτάνει ως τα βάθη των ανθρώπων.
Η Λίνα Φυτιλή (2023) θεωρεί ότι ο Βούλγαρης, παιδί της κρίσης όπως τον ονομάζει η κριτικός, αρθρώνει στους Ένοικους των ημερών ένα λόγο διαμαρτυρίας σε έναν κόσμο δύσβατο και σιωπηλό. Επίσης, σημειώνει ότι η ποίησή του έχει κοινωνικό, πολιτικό και προσωπικό τόνο. Η Φυτιλή τονίζει ότι ο ποιητής αφουγκράζεται και μεταφέρει στο χαρτί, τα αμφίβολα όνειρα και τις δυσκολίες μιας ολόκληρης γενιάς.
Ο Γιώργος Μιχαηλίδης (2024) τονίζει ότι η ποιητική του Βούλγαρη είναι ένας υπαρξιακός τρόμος, ένας τρόμος που εδρεύει στις σύγχρονες συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας καθώς και της Ευρώπης, η οποία ταλανίζεται από οικονομική και πολιτική κρίση, που με τη σειρά της αποτυπώνεται πλέον στους κατοίκους, στους «ενοικιαστές» της.
Ο Γιώργος Δρίτσας (2024) υποστηρίζει ότι ο Βούλγαρης δημιουργεί στο βιβλίο του ένα σύμπαν αστικό, αποπνικτικό και πάνω απ’ όλα ρεαλιστικό. Σε αυτό το δυστοπικό τοπίο που σκιαγραφεί ο ποιητής ο αργός θάνατος και η αποσύνθεση των μορφών είναι κάτι δεδομένο. Τα ποιήματα του Βούλγαρη για τον κριτικό δεν είναι παρά απαύγασμα της πάλης του ποιητή με την υπαρξιακή του άβυσσο.
Ο Άκης Παραφέλας (2024) περιγράφει τον ποιητικό κόσμο του Βούλγαρη, ως έναν κόσμο ασφυκτικό που βρίσκεται σε νανοδευτερόλεπτα πριν την ιστορική του κατάρρευση. Κι αυτό όπως παρατηρεί έχει έναν τρόμο αλλά και μια προκαταβολή πένθους που διατρέχει την ατμόσφαιρα όλου του βιβλίου. Το μότο του βιβλίου
Κλειδί για την κατανόηση αποτελεί το μόττο στην αρχή του βιβλίου «Με σημαδεύουν οι πληγές από όλες τις μάχες που απέφυγα». Η φράση προέρχεται από το βιβλίο της ανησυχίας του Φερνάντο Πεσσόα. Η φράση αυτή πρέπει να ερμηνευτεί ως αποδοχή μιας παραίτησης, μια αποποίηση ευθυνών, μια εγκατάλειψη της προσπάθειας λίγο πριν την καίρια στιγμή. Αναφέρεται πιθανόν σε επιλογές που έπρεπε να γίνουν αλλά ο φόβος νίκησε πάλι. Πρόκειται για μια μάχη που δεν δόθηκε και βαραίνει τη συνείδηση ως βάρος και ενοχή. Είναι η αποδοχή της αποτυχίας να δοθεί η μάχη, είναι μια παραίτηση στην ουσία και όχι ήττα.
Στη συνέχεια, θα συνδέσουμε τους Ένοικους των ημερών με την έννοια της αριστερής μελαγχολίας, όπως αναπτύχθηκε από τον Βασίλη Λαμπρόπουλο ως κριτικό σχήμα για τη νέα ποίηση. Συνδεδεμένες έννοιες με την αριστερή μελαγχολία είναι οι έννοιες του παροντισμού, του μελαγχολικού υποκειμένου αλλά και του χώρου, ως τόπου μελαγχολικής αντίστασης.
Αριστερή μελαγχολία
Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος (2018) σε μια σειρά παρεμβάσεών του υποστηρίζει ότι η αριστερή μελαγχολία συνιστά μια μείζων τάση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης που γράφεται από τη γενιά της κρίσης. Η αριστερή μελαγχολία βασίζεται στον Μπένγιαμιν και στον Φρόιντ. Όπως υποστηρίζει ο Έντσο Τραβέρσο (2017), η έννοια της αριστερής μελαγχολίας δεν είναι καινούργια, αλλά η ιστορική καμπή του 1989 την έφερε ξανά στο προσκήνιο. Η έννοια της αριστερής μελαγχολίας αναφέρεται στην προσκόλληση του υποκειμένου στην ιδέα της επανάστασης ή της εξέγερσης, ενώ αυτή είναι ήδη νεκρή. Η μελαγχολία για την ήττα της εξέγερσης από τη μία και από την άλλη η επιμονή στο να επιμένει στο πρόταγμά της συνιστά τον πυρήνα της αριστερής μελαγχολίας. Στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να συνδέσουμε τους Ένοικους των ημερών με την έννοια της αριστερής μελαγχολίας.
Το βιβλίο του Δημήτρη Βούλγαρη δεν αναφέρεται άμεσα στην χαμένη επανάσταση ή εξέγερση. Δεν μιλά για την ήττα του κομμουνισμού με ευθύ και άμεσο τρόπο. Ίσως μάλιστα, ο υπαρξιακός τρόμος και η άβυσσος που αντικρύζει ο ποιητής να εξέχουν παραδειγματικά στους Ένοικους των ημερών. Ωστόσο, όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε η αριστερή μελαγχολία διαποτίζει με έναν τρόπο σιωπηλό και άδηλο τους στίχους του βιβλίου. Οι ένοικοι των ημερών είναι ένα βιβλίο που δεν διατυμπανίζει τις πολιτικές θέσεις του, που δεν κάνει θέμα την ήττα της επανάστασης αλλά τρέφεται από αυτά, ριζώνει μέσα στο χώμα της αριστερής μελαγχολίας και αναφύεται ως ποίηση κοινωνικής κριτικής. Το βιβλίο αναμφισβήτητα εκτός από έναν τόνο προσωπικά μελαγχολικό έχει μια πολιτική και κοινωνική διάσταση που θα ήταν λάθος να παραβλεφθεί.
Κομβικός στίχος που συνδέει την ποιητική του Βούλγαρη με την αριστερή μελαγχολία είναι ο εξής: «Ένας Κόσμος αποσύρεται/ Μια ολόκληρη γενιά εγκαταλείπει το μέλλον» [Παρακαταθήκη]. Μια προκαταρτική παρατήρηση είναι ότι οι δύο σύντομοι στίχοι παραπέμπουν στο Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ: «Είδα τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς µου ρημαγμένα/ από την τρέλα υστερικά, γυμνά, ξελιγωµένα,/ σερνάμενα χαράματα, σε δρόμους νέγρικους,/ ζητώντας µια άγρια δύση».
Ο Βούλγαρης μέσα από τους στίχους του μιλάει για την απόσυρση ενός κόσμου, ένα βούλιαγμα στη μελαγχολία και στην παραίτηση. Μια ολόκληρη γενιά εγκαταλείπει το μέλλον τονίζει εμφατικά, πιθανόν αναφερόμενος στη δική του γενιά, τη γενιά της κρίσης. Ο Βούλγαρης αποδέχεται ότι μιλά εξ ονόματος μιας γενιάς που εγκατέλειψε τα ουτοπικά σχέδια δημιουργίας ενός καλύτερου κόσμου και μιλά για τη συντριβή των ονείρων της. Με τη χρήση του όρου γενιά, ο Βούλγαρης μιλά για μια συλλογικότητα που βιώνει ένα αίσθημα ματαίωσης μετά τη συντριβή της επανάστασης/ εξέγερσης.
Ο Βούλγαρης περιγράφει την οξειδωμένη από τον χρόνο εξέγερση: «Τα χρώματα στους τοίχους αυτοκτονούν/ Σατιρίζοντας τη ζωή που υπήρξε./ Μυρίζει σκουριά» [Θέατρο σκιών]. Ο Βούλγαρης θρηνεί για τη συντριπτική ήττα κάθε προσδοκίας για την ανάδυση ενός νέου Κόσμου: «Δεν θα λείψουμε/ Παρά μόνο στον Κόσμο/ Που γεννήθηκε για να εκκολάψει/ Τη νίκη μας» [Διάφανος].
Η μελαγχολία για την πολιτική ήττα συνδέεται με το βαρύ και αθεράπευτο αίσθημα ότι οι αγώνες ξεπουλήθηκαν και οι αγωνιστές βολεύτηκαν και συμβιβάστηκαν: «Είναι ώρες/ Που η λύπη μπορεί απλώς και να σιωπά./ Να αφουγκράζεται./ Δεν θεραπεύεται/ Μα τουλάχιστον δεν ξεπουλιέται.» [Σιωπηλοί σκηνοθέτες].
Η μελαγχολία του υποκειμένου βασίζεται σε ένα ατομικό αλλά και συλλογικό τραύμα, μια πληγή που κρατά τον ποιητή άγρυπνο τις νύχτες: «Κι έχω κάπου/ Πάνω μου/ Μιαν αδιόρατη πληγή/ που ξημερώνει τις νύχτες./ Τις ώρες που η σιωπή αφήνεται/ Να ημερέψει το δέρμα» [Αγρύπνια].
Ο Κόσμος για τον Βούλγαρη εξαιτίας του ατομικού και συλλογικού τραύματος γίνεται αφόρητος, η πραγματικότητα ξεπερνά τα όρια αντοχής: «Έτσι ο Κόσμος περικλείεται σε αφορμές/ Που εντυπώνουν πραγματικότητες/ Μήπως και καταφέρει να απορρίψει όσα δεν αντέχονται» [Αμνημοσύνη].
Ο ποιητής παρά το τραύμα, δεν βυθίζεται σε μια καταπραϋντική νάρκη ή απραξία. Βρίσκεται ακόμη πιστός στα πολιτικά προτάγματά του. Για τον Βούλγαρη το σκοτάδι της νύχτας, πολιτικό και προσωπικό δεν φέρνει ύπνο και αδράνεια. Το σκοτάδι της νύχτας συνοδεύεται από αϋπνία, από μια κατάσταση που κρατά το υποκείμενο σε διαρκή εγρήγορση. Η εγρήγορση όμως αποκτά πραγματικό νόημα για τον ποιητή όταν γίνει συλλογική, όταν καταστεί κοινή, όταν καταφέρει να μοιραστεί: «Κι έπειτα έρχεται η νύχτα/…/ Κι ένας κύκλος απίθανες σκέψεις./ Ενώ το μόνο που χρειάζεται/ Είναι κάποιος/ Να μοιραστεί στα δύο η αϋπνία.» [Το μοίρασμα].
Ο τόπος ως χώρος αναπαραγωγής της εξουσίας και ως χώρος μελαγχολικής αντίστασης
Οι ένοικοι των ημερών είναι οι κάτοικοι της μεγαλούπολης, ως χώρου αναπαραγωγής της εξουσίας αλλά και ως τόπος μελαγχολικής αντίστασης. Στο βιβλίο περιγράφεται μια αστική περιπλάνηση, πρόκειται για μια ποίηση που απαρνείται τη νοσταλγική επιστροφή στην ύπαιθρο. Η πόλη μετατρέπεται σε τόπο όπου συμπυκνώνονται συναισθήματα, σκέψεις, μνήμες. Φαρμακεία, νεκροταφεία, τράπεζες, κωλόμπαρα, ΜΕΘ, περίπτερα, πλατείες, αστικά λεωφορεία, συγκροτούν τον σύγχρονο αστικό ιστό. Οι τράπεζες αποτελούν την αιχμή του χρηματιστηριακού καπιταλισμού και γεννούν τρόμο στους δανειολήπτες («Έχω μερικές στιγμές σιωπής…/ Φοβάμαι για αυτές/ Όπως ο νοικοκύρης για τις κλήσεις της τράπεζας»). Οι πλατείες δεν αποτελούν τόπους κοινωνικών διεργασιών αλλά κοινωνικής απόσυρσης και παράδοσης στον φόβο («Ένα κοπάδι από λεχρίτες της πλατείας/ Που πίνουν και σκέφτονται και ξαναπίνουν/ Χωρίς να σκέφτονται/ Γιατί εμφανίζεται ο φόβος»). Στα σκοτεινά καταγώγια κυριαρχεί φτώχια, η μοναξιά και η έλλειψη αξιοπρέπειας (Μέχρι και τα κωλόμπαρα ζορίζονται./ Έχασε ο κόσμος την τσέπη του, λέει./ Σίγουρα δεν βρήκε την αξιοπρέπειά του/ Μήτε εξάλειψε τη μοναξιά του») Τα φαρμακεία και τα περίπτερα αργά τη νύχτα προσφέρουν ανακούφιση, φιλοξενούν μια ποίηση που γράφεται με πόνο κι απόγνωση, αποτελούν τόπους μελαγχολικής αντίστασης στον σύγχρονο καπιταλισμό («Μέσα στις φλέβες γράφεται η ποίηση…Λουφάζει στα περίπτερα/ Τη νύχτα/ Ή στους σταυρούς των φαρμακείων»).
Παροντισμός
Ένα βασικό στοιχείο της αριστερής μελαγχολίας είναι η έννοια του παροντισμού. Όπως σημειώνει ο Έντσο Τραβέρσο (2017) στο βιβλίο του, Αριστερή μελαγχολία, η μαρξιστική έννοια της ιστορίας ήταν συνδεδεμένη με μια μνημονική διάσταση: το παρελθόν ενσωματώνονταν στην ιστορική μνήμη προκειμένου να προβληθεί στο παρόν. Ωστόσο, το τέλος του κομμουνισμού ράγισε αυτή τη διαλεκτική μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Μετά το 1990 εμφανίστηκε το καθεστώς ιστορικότητας που ο Φρανσουά Αρτόγκ (2014) αποκαλεί παροντισμό. Στον παροντισμό, κυριαρχεί το διασταλμένο παρόν το οποίο απορροφά και διαλύει εντός του τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον. Όπως τονίζει ο Τραβέρσο (2017), ο παροντισμός έχει διπλή διάσταση: «είναι το παρελθόν πραγμοποιημένο από μια πολιτιστική βιομηχανία που καταστρέφει κάθε μεταβιβασμένη εμπειρία καθώς και το μέλλον καταργημένο από τη νεοφιλελεύθερη χρονικότητα». Η έννοια του παροντισμού, εκφράζεται και στις συνθέσεις της ποιητικής γενιάς του 2000 όπως έχει δείξει ο Λαμπρόπουλος (2023), σε έργα του Γιάννη Δούκα, του Αλέκου Λούντζη, του Ζήση Αϊναλή, του Δημήτρη Πέτρου, του Δημήτρη Γκιούλου και του Γιώργου Πρεβεδουράκη. Στους ποιητές που μέσα από το έργο τους εκφράζεται η αριστερή μελαγχολία μέσα από την έννοια του παροντισμού μπορεί να προστεθεί ο Δημήτρης Βούλγαρης. Ο παροντισμός διατρέχει το σύνολο του έργου του, ωστόσο θα εστιάσουμε στους Ένοικους των ημερών.
Ο Βούλγαρης στο ποίημα [Αμνημοσύνη] τονίζει ακριβώς το σβήσιμο της μνήμης, του παρελθόντος, που ισοδυναμεί με σταμάτημα της ζωής: «Κι όμως πάντα το ίδιο ελάττωμα./ Η ίδια αδυναμία της μνήμης/ Και του λόγου της/ Η απαράμιλλη ζωή έξω από τη ζωή». Ο χρόνος διατρυπά το μελαγχολικό υποκείμενο σαν αιχμηρή κλωστή, μετατρέπεται σε κάτι στιγμιαίο, σε κάτι απροσδιόριστο χρονικά, σε καιρό, που τελικά ακινητοποιεί τη συνεχή ροή των γεγονότων, δημιουργώντας μια ασφυκτική αίσθηση: «Περνούσε από μέσα μου ο καιρός/ Σαν μια διάφανη κλωστή αιχμηρής ακριβείας/ Κι έραβε όλο και πιο σφιχτά τα περιθώρια». Το σταμάτημα του χρόνου, η καταναγκαστική επανάληψη του τραύματος της ήττας περιγράφεται με σαφήνεια στους Ένοικους των ημερών: «Δε βρίσκει φως/ Ο δρόμος να συνεχίσει/ Και περιορίζει τα γεγονότα σε καταναγκαστικό κύκλο». Ο δρόμος προς το μέλλον είναι φραγμένος με αποτέλεσμα οι ένοικοι των ημερών να βιώνουν τα γεγονότα ως ένα διαρκές παρόν, ως μια αέναη λούπα του επαναλαμβάνεται στο διηνεκές. Η προοδευτική αντίληψη της ιστορίας και η σιγουριά για τη νίκη του κομμουνισμού έχει αντικατασταθεί από την άρνηση της ιστορίας ως αυτής που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον. Η ίδια αίσθηση χρονικότητας κυριαρχεί στο ποίημα [Αποδόμηση των στοιχείων]: «Η πόλη/ Σηκώνει το φόρεμά της/ Κι απομακρύνεται./ Στη θέση της/ Αιωρείται/ Μια θολή επανάληψη σκηνικών». Η πόλη αποτελεί τον τόπο της μελαγχολικής αντίστασής ενός ο χρόνος που διατρέχει τον αστικό ιστό είναι ο χρόνος που αέναου παρόντος.
Το μελαγχολικό υποκείμενο: Οι ένοικοι των ημερών
Αν η πόλη είναι ο τόπος της μελαγχολικής ποίησης του Βούλγαρη και το διαρκές παρόν ο χρόνος των ποιημάτων, τίθεται το ερώτημα: ποια υποκείμενα κατοικούν εντός των στίχων του; Ο Βούλγαρης περιγράφει με πολλούς τρόπους τους Ενοίκους των ημερών: είναι αυτοί που επιμένουν να τρέχουν με χέρια ιδρωμένα, είναι όσοι απουσιάζουν από τις μέρες και παλεύουν με τον θάνατό τους, είναι υπάλληλοι του δήμου που βρίζουν τα χαράματα, είναι καλλιτέχνες, είναι εκείνοι που ακούμε τις ζωές τους να σπάνε, είναι εκείνοι που πονά η πλάτη τους σε όλα τα σημεία από τα ελατήρια που χάσκουν στο στρώμα, είναι εκείνοι που γυρίζουν σε ένα ξέστρωτο κρεββάτι και γερνούν παρέα με τον θάνατό τους, είναι ένα κοπάδι από κοπρίτες που πίνουν και σκέφτονται και ξαναπίνουν χωρίς να σκέφτονται, είναι ο νοικοκύρης που φοβάται τις κλήσεις της τράπεζας. Οι ένοικοι των ημερών σύμφωνα με τον Βούλγαρη είναι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου, άνθρωποι εύθραυστοι, αγχωμένοι, χρεωμένοι, άνθρωποι που ξεσπάν στο ποτό για να μην σκέφτονται το τραύμα, άνθρωποι που περιμένουν άπραγοι τον θάνατό τους στο κρεβάτι. Είναι κουρασμένοι και απογοητευμένοι, είναι αντιπροσωπευτικές μορφές της σύγχρονης εργατικής τάξης και των αδιεξόδων που αυτή βιώνει. Πρόκειται για ανθρώπους που βιώνουν τη μελαγχολία ως υπαρξιακό κενό και ταυτόχρονα ως πολιτική θέση και στάση. Από την άλλη, στους μελαγχολικούς ένοικους των ημερών ο Βούλγαρης αντιπαραθέτει αυτούς με το μεγάλο στόμα και τις σιδερωμένες γραβάτες. Πιθανόν, ο ποιητής αναφέρεται στους πολιτικούς ως φλύαρους ή ψεύτες, βολεμένους που πολλές φορές πρόδωσαν τις ιδέες και τα ιδανικά τους ή στους αγωνιστές που συμβιβάστηκαν με την κυρίαρχη ιδεολογία και συναίνεσαν στην παρούσα κατάσταση.
Τελικές σκέψεις
Η ποίηση του Δημήτρη Βούλγαρη ζωογονείται από το ρεύμα της αριστερής μελαγχολίας. Ο ποιητής περιγράφει στο βιβλίο του, το πώς μια ολόκληρη γενιά εγκαταλείπει το μέλλον. Η γενιά του ποιητή, η γενιά της κρίσης, έζησε τη διάψευση των προσδοκιών, την κατάρρευση της αριστεράς, την αποτυχία της εξέγερσης. Η διάψευση των προσδοκιών αποτέλεσε ένα συλλογικό τραύμα, μια πληγή που δεν αφήνει τον ποιητή να κοιμηθεί. Οι αγώνες προδόθηκαν, οι αγωνιστές ξεπουλήθηκαν, φόρεσαν γραβάτες και έμειναν στις μεγαλόστομες κουβέντες. Ο χρόνος για το μελαγχολικό υποκείμενο καθηλώθηκε σε ένα διαρκές παρόν, σβήνοντας κάθε προσδοκία για το μέλλον και παραλείποντας κάθε μνήμη του παρελθόντος. Η πόλη μετατράπηκε σε τόπο μελαγχολικής αντίστασης αλλά και αναπαραγωγής της εξουσίας. Η εργατική τάξη, δημόσιοι υπάλληλοι, καλλιτέχνες, αλήτες, ξενύχτηδες βιώνουν την μελαγχολική παραδοχή ότι ο άλλος κόσμος στον οποίο πίστευαν δεν ήρθε ποτέ. Στους Ένοικους των ημερών κυριαρχεί η μελαγχολία που ορισμένες φορές φτάνει στην απόγνωση και ο υπαρξιακός τρόμος συνοδεύεται από ένα αίσθημα συντριβής. Η ποίηση του Βούλγαρη έχει σαφείς πολιτικές και κοινωνικές υποδηλώσεις. Η υπαρξιακή άβυσσος με την οποία έρχεται αντιμέτωπο το ποιητικό υποκείμενο συναντά την αριστερή μελαγχολία και την κοινωνική διαμαρτυρία για μια αφόρητη πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που βιώνεται ως πληγή. Το βιβλίο του Βούλγαρη είναι η έκφραση της ματαίωσης των προσδοκιών για έναν καλύτερο κόσμο, είναι η σκληρή αστική πραγματικότητα που διαπερνά την καθημερινότητα, είναι ο κόσμος των εργατών και των ξενύχτηδων που βιώνουν τη διάψευση των ελπίδων. Μέσα από αυτή τη μελαγχολική διάθεση, ο Βούλγαρης ανοίγει μικρά παράθυρα, επιτρέπει σύντομες ανάσες, απατηλές υποσχέσεις για έναν διαφορετικό, καλύτερο κόσμο. Είναι στο ανοιχτό παράθυρο που επιτρέπει το φως να εισέλθει στο εξώφυλλο του βιβλίου, είναι στο πρώτο ποίημα, [Γέννα], όπου ο ποιητής τονίζει «Μέσα από αίμα και βλέννη/ συνεχίζεται ο Κόσμος στο σημειωτόν του». Στον στίχο αυτό, ο ποιητής μιλά για τη γέννα-απαρχή του βιβλίου αλλά σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι έναν είδος οραματισμού ενός νέου καλύτερου κόσμου. Επίσης ο ποιητής μιλά στο ποίημα [Στο σιωπηλοί σκηνοθέτες] για «όσους επιμένουν να τρέχουν/ με χέρια ιδρωμένα», ίσως μια σύντομη αναφορά σε εκείνους που επιμένουν να αγωνίζονται. Η ποίηση αποτελεί για τον Βούλγαρη διαρκές καταφύγιο και ελπίδα. Μιλά για την ποίηση ως βίωμα, ως διαρκή υπενθύμιση της ζωής, για την ποίηση που «Ορθώνεται μέσα από ζόρικο αίμα/ κι επαληθεύεται στα γεγονότα». Ο Βούλγαρης μιλά για την ανάγκη να γίνει η κοινωνική εγρήγορση κοινή, να μοιραστεί στα δύο η αϋπνία όπως γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα [Το μοίρασμα]. Κλείνοντας το βιβλίο ο ποιητής δηλώνει στο [Υστερόγραφο] την πίστη του στην ανάδυση ενός νέου, μελλοντικού κόσμου μέσα από την προσδοκία για «ανάσταση ζωντανών».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Αρτόγκ, Φ. (2014). Καθεστώτα ιστορικότητας. Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου, εκδ. Αλεξάνδρεια. Διώνη, Δ. (2023). Οι ένοικοι των ημερών του Δημήτρη Βούλγαρη. Οδός Πανός, τχ. 199, 122. Δρίτσας, Γ. (2024). Δημήτρης Βούλγαρης. «Οι ένοικοι των ημερών». Οδός Πανός, 204, 130-131. Λαμπρόπουλος, Β. (2018). Η αριστερή μελαγχολία στην ελληνική ποιητική γενιά του 2000. Ανάκτηση από https:// thraca. gr/ 2018/ 12/ 2000_ 15. html Λαμπρόπουλος, Β. (2023). Ιστορικότητα και πολιτική στις συνθέσεις της ποιητικής γενιάς του 2000, Τα ποιητικά, 48, 5-10. Μιχαηλίδης, Γ. (2024). Νοικιάζοντας μέρες και ζωή. Ανάκτηση από https:// www. efsyn. gr/ nisides/ 431075_ noi kiaz onta s- meres- kai- zoi Παραφέλας, Α. (2024). Για το βιβλίο του Δημήτρη Βούλγαρη «Οι ένοικοι των ημερών». Ανάκτηση από https:// frear. gr/? p=36518& fbc lid=IwY 2xja wGDb gdle HRuA 2Flb QIxM QABH aUSh oSMA S0ZT _ 6bvYbN- rxu GGhh Mpt5 8Phm vJb3 OSxy dyiD nZ15 kCvm Lw_ aem_ CzC shZJ YucV pvm1 x8yP 5wQ Σταματοπούλου, Ειρ. (2016). Ανασκευάζοντας τη λογοτεχνική συγγραφή. Ανάκτηση από http:// www. oan agno stis. gr/ ana skev azon tas- ti- log otec hnik i- sin graf i/ Τραβέρσο, Ε. (2017). Αριστερή μελαγχολία, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Φυτιλή, Λ. (2023). Δημήτρης Βούλγαρης. Οι ένοικοι των ημερών. Ανάκτηση από https:// www. periou. gr/ lina- fytili- dim itri s- vou lgar is- oi- enoikoi- ton- imeron- ekd osei s- smili/ Χλωπτσιούδης, Δ. (2016). 7+1 προτάσεις για τον Φεβρουάριο. Η αρχή του τέλους, ποίηση, Δημήτρης Βούλγαρης. Ανάκτηση από https:// www. vak xiko n. gr/ 71- %CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82- %CE%B3%CE%B9%CE%B1- %CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82- %CF%84%CE%BF%CE%BD- %CF%86%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%AC/
Καταξιωμένος ποιητής, συγγραφέας και θεατρικός ηθοποιός, ο Κοσοβάρος Shpëtim Selmani ανθολογείται στο τεύχος 32 του εκλεκτικού περιοδικού Τεφλόν. Με αυτήν την αφορμή, συζητάμε μαζί του. Με πάθος και ειλικρίνεια.
Γράφεις ποίηση και πρόζα, ενώ είσαι και καταξιωμένος θεατρικός ηθοποιός. Η ποίηση ή η υποκριτική ήρθε πρώτα στη ζωή σου; Ποιες ανάγκες εκπληρώνει η καθεμιά; Είμαι παιδί της δεκαετίας του 1990, όταν η χώρα μου περνούσε σε μια σκληρή πολιτική, κοινωνική και ψυχολογική κρίση, που είχε ως αποτέλεσμα τον πόλεμο. Ο πατέρας μου μού είχε φέρει διαφορετικούς τίτλους βιβλίων από το εργοστάσιο στο οποίο δούλευε. Είχαν μια βιβλιοθήκη που είχε αρχίσει να καταστρέφεται από το σερβικό καθεστώς εκείνη την εποχή. Θυμάμαι ότι τα είχα διαβάσει γρήγορα. Ήμουν ένα ντροπαλό, περιορισμένο και περίεργο παιδί, με ερωτήσεις οι οποίες ανησυχούσαν τους συγγενείς μου. Ίσως όπως κάθε παιδί. Αυτά τα ερωτήματα ήταν και εξακολουθούν να είναι το θέμα της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία αφορά στις απαντήσεις σε ερωτήσεις που προέρχονται από ένα παιδί. Ακόμα και σήμερα. Κατά κάποιον τρόπο. Η λογοτεχνία, λοιπόν, μού ήρθε νωρίς. Όταν ήμουν παιδί, έπαιζα επίσης διαφορετικούς ρόλους εμπνευσμένους από γεγονότα στα οποία συμμετείχα ή που παρατηρούσα. Άρα ήρθαν με φυσικό τρόπο. Γενικά, δε θέλω να επιβάλλω τα πράγματα. Λογοτεχνία και θέατρο διαφέρουν ως μέσα, αλλά φυσικά υπάρχουν και μεγάλες ομοιότητες. Η λογοτεχνία είναι κάτι ατομικό. Το θέατρο είναι ομαδικό. Έχουν εκπληρώσει μια ανάγκη που μου ήταν απαραίτητη ως νεαρού ανθρώπου αλλά παραμένει ακόμα μυστηριώδης. Έχω μεγαλώσει πια. Οι δαίμονες μέσα μου και η πραγματικότητα έξω από μένα σχεδόν θέλουν να με καθορίσουν. Συνεχίζω να πιστεύω σ’ αυτήν την παρόρμηση την οποία είχα ως παιδί.
Η πρώιμη ποίησή σου κυριαρχείται από την απεικόνιση της ζοφερής, ασφυκτικής ζωής των κατώτερων τάξεων των Βαλκανίων και του Κοσόβου, μιας ζωής που περιγράφεται ως «αμερικανική κόλαση» (Γράμμα σ’ έναν άγνωστο Γάλλο ποιητή). Νιώθεις κοντά στο βαλκανικό προλεταριάτο; Και γιατί η ζωή του είναι μια «αμερικανική κόλαση»; Επέτρεψέ μου να σου εξηγήσω το πλαίσιο εντός του οποίου γράφτηκε το ποίημα. Συνδέεται περισσότερο με ορισμένες σιωπηλές προκαταλήψεις σχετικά με το ότι είμαστε μια αμερικανική αποικία. Πολλοί Ευρωπαίοι έχουν καλλιεργήσει μια προκατάληψη εναντίον μας ως χώρα. Θυμήσου πως ήμασταν απομονωμένοι για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Δεν είχαμε ελεύθερη μετακίνηση. Στο μεταξύ, ως κοινωνία προερχόμασταν από έναν πόλεμο και ήταν απαραίτητο για εμάς να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας και να δούμε πιο μακριά. Το «αμερικανική κόλαση» είναι ειρωνικό, κυνικό και φυσικά σκωπτικό. Έναντι όλων όσοι τρέφονται με λανθασμένες και συχνά γελοίες πληροφορίες. Απέναντι σε όλους αυτούς που εξακολουθούν να καλλιεργούν έντονες διαχωριστικές γραμμές στον χάρτη και να κρίνουν την αδυναμία. Είναι καλύτερο να πεις πως δεν ξέρεις πού βρίσκεται η Ελλάδα παρά ότι η Ελλάδα είναι κοντά στην Πορτογαλία. Και να είσαι σίγουρος για αυτό. Για κάτι περισσότερο από αυτό. Αυτό το ποίημα αποτελεί μια έκκληση σε όλους τους ανθρώπους να γνωριστούν μεταξύ τους. Και να είναι πάνω από έθνη. Αναφέρεται στο έθνος σαν έναν παραλογισμό. Οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Είναι ελεύθεροι. Παντού. Σε κάθε έθνος. Κάτι άλλο συμβαίνει. Η βλακεία είναι ισχυρή και η άγνοια είναι σαν ένα επικίνδυνο υποβρύχιο. «Tα Bαλκάνια είναι σφαγείο/ γεμάτο βαριεστημένα μοσχάρια. […] Δεν υπάρχει ούτε Παράδεισος ούτε Κόλαση/ στα Βαλκάνια, η ενοχή ευδοκιμεί/ περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο αμάρτημα», γράφεις στο Βαλκάνια.
Γιατί, κατά τη γνώμη σου, τα Βαλκάνια είναι χώρα αμοραλισμού και ενοχής; Επέτρεψέ μου να εξηγηθώ μέσα από το ακόλουθο ποίημα. Δε μου αρέσει να χρησιμοποιώ ποιήματα σε συνεντεύξεις, αλλά νομίζω ότι είναι η κατάλληλη ώρα: «Οι Έλληνες δε συμπαθούν τους Μακεδόνες και επειδή δεν τους αρέσουν Οι Μακεδόνες έγιναν Βόρειοι, Καθετί που δε μας αρέσει βρίσκεται στον Βορρά, Οι Μακεδόνες δε συμπαθούν τους Έλληνες, Από την άλλη, οι Έλληνες δε συμπαθούν τους Τούρκους, Οι Τούρκοι είναι ισχυροί, λένε ‘Τρώμε Έλληνες’, Οι Έλληνες δε συμπαθούν ούτε και τους Αλβανούς, Οι Αλβανοί δε συμπαθούν τους Έλληνες, Οι Μακεδόνες και οι Αλβανοί δεν αλληλοσυμπαθιούνται, υπάρχουν εντάσεις μεταξύ τους, Έπειτα οι Σέρβοι δε συμπαθούν τους Αλβανούς, τους Κροάτες και τους Βόσνιους, Οι Σλοβένοι μάς κοιτούν από απόσταση, Οι Αλβανοί, οι Κροάτες και οι Βόσνιοι δε συμπαθούν τους Σέρβους, Οι τυχεροί και σοφοί Σλοβένοι κοιτάζουν τους Μαυροβούνιους και τους Αλβανούς απέναντι, να πίνουν καφέ σε ξεχωριστά τραπέζια σε ένα μπαρ. Οι Σλοβένοι φαίνεται να διατρέχουν λίγο μεγαλύτερο κίνδυνο από τους Ευρωπαίους, που αναλογίζονται το βαλκανικό κουβάρι».
«[Τα Βαλκάνια] είναι εκ φύσεως τόπος εγκλημάτων, γενοκτονιών και πραξικοπημάτων», συνεχίζεις. Γιατί «εκ φύσεως»; Ειρωνικό είναι. Στο τέλος ρίχνουμε την ευθύνη στη φύση. Είναι υπεύθυνη για τα πάντα, κι έτσι να συνεχίζουμε να της δείχνουμε τα μπράτσα μας. Και να σκοτώνουμε περισσότερο. Φυσικά και είμαστε κακοποιητές. Επί αιώνες διαπράττουμε καθετί πρωτόγονο, για να σκοτώσουμε τους άλλους, επειδή είναι οι άλλοι. Και ναι, υπάρχει η φύση για να διατυπώσει πολλές ερωτήσεις.
Το Libërthi i dashurisë (Bιβλιαράκι αγάπης), EUPL 2020, είναι μια αντανάκλαση της σχέσης σου με τον πατέρα σου, την σύντροφό σου, τη λογοτεχνία, τον εθνικισμό και τον καταναλωτισμό, καθώς κι εσύ ετοιμάζεσαι να γίνεις πατέρας. Πώς έχει αλλάξει η οπτική σου για τον εαυτό σου, τον κόσμο, τις σχέσεις με τους άλλους και τη λογοτεχνία αφότου έγινες πατέρας; Πώς ιεραρχείς τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις ευθύνες σου ως γονιός και ως πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης; Ο ρόλος μου ως πατέρας έχει ασφαλώς αλλάξει την αντίληψή μου σχετικά με κάποιες αποφάσεις. Δεν είναι εύκολο για μένα να είμαι πατέρας. Στην αρχή με έλουζε ιδρώτας. Έκλαιγα κι είχα πολλά ερωτήματα για τον εαυτό μου. Η πατρότητα με βοήθησε, όμως, να αυξήσω την υπευθυνότητά μου. Παλαιότερα, δεν είχα υπάρξει και πολύ υπεύθυνος. Αναμφίβολα, υπάρχει και πολλή αγάπη. Πολλή ενσυναίσθηση. Ο γιος μου έχει αρχίσει να διαβάζει και με ευχαριστεί πολύ όταν τον βλέπω να το κάνει. Είναι κάτι ανεκτίμητο.
Δεδομένου του ότι κατάγεσαι από μια μικρή βαλκανική χώρα, έχεις βιώσει υποτιμητική ή πατερναλιστική συμπεριφορά εκ μέρους των δυτικοευρωπαϊκών λογοτεχνικών φεστιβάλ/ιδρυμάτων ή μεμονωμένων καλλιτεχνών; Ναι, οι μεγάλες χώρες ή οι ισχυρές χώρες παράγουν άτομα που εκμεταλλεύονται αυτό το πλεονέκτημα.
Αλλά ο Μάρτιν Έιμις έγραψε κάποτε πως η δημογραφία είναι ένα τέρας. Θα πρέπει να το ξέρουμε αυτό. Έτσι, και πάλι η φύση μπαίνει στο παιχνίδι. Για κάποια πράγματα πρέπει όντως να κατηγορηθεί ή όχι; Φαίνεται ότι αυτές τις μέρες με γοητεύει η σχέση φύσης και ανθρώπου. Ως συγγραφέας πρέπει πάντα να μιλάω ως πολιτικός σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις γιατί το κοινό ενδιαφέρεται να ρωτά πάντα για τη σύγκρουση Κοσόβου και Σερβίας. Για μια στιγμή βλέπω τον εαυτό μου ως πολιτικό. Και θυμάμαι την Βισουάβα Σιμπόρσκα όταν λέει πως το να ζεις ή να μη ζεις είναι ένα πολιτικό ζήτημα. Ας γίνουμε και πολιτικοί τότε, αλλά καλοί και δίκαιοι – αν μπορούμε. Ας γίνουμε, λοιπόν, άνθρωποι πρώτα.
Γενικά, σε ποιον βαθμό η βαλκανική λογοτεχνία υποεκπροσωπείται στους λογοτεχνικούς κύκλους της Δυτικής Ευρώπης και ως προς τη διαθεσιμότητα στο ευρύτερο κοινό μέσω ενός συντονισμένου προγράμματος μεταφράσεων; Νομίζω ότι η βαλκανική λογοτεχνία έχει κάτι το θλιβερό. Η μνήμη είναι ακόμα νωπή σε σχέση με τον πόλεμο. Έχω διαβάσει σύγχρονους Βαλκάνιους συγγραφείς και είναι όλοι μηδενιστές, περιφρονητικοί και αποκρουστικοί σε βαθμό ο οποίος συχνά είναι αφόρητος. Και χωρίς να θέλω να μιλήσω για τον εαυτό μου βρίσκομαι, όμως, εκεί. Νομίζω πως πρέπει να υπάρξουν περισσότερα λογοτεχνικά δρώμενα που να διευκολύνουν αυτήν την αναγνώριση. Για παράδειγμα, δεν ξέρω αν υπάρχει φεστιβάλ αφιερωμένο στη βαλκανική λογοτεχνία. Στην Πρίστινα διοργανωνόταν ένα υπέροχο φεστιβάλ το οποίο έπαιξε αυτόν τον ρόλο με δυνατό τρόπο. Τώρα, όμως, δεν υπάρχει πλέον ή έχει αλλάξει μορφή.
Ζώντας σε μια ταραγμένη και με ουλές από επιφανειακά επουλωμένα τραύματα περιοχή, ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν το Κόσοβο και τα Βαλκάνια σε πολιτιστικό, πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό επίπεδο σήμερα; Τώρα, το ζήτημα είναι να θεραπευτούμε από το παρελθόν και να δούμε το μέλλον ως κάτι κοινό. Στις μέρες μας, όλος ο κόσμος φλέγεται. Κι αυτό είναι βασανιστικό για εκείνους που τον αντιλαμβάνονται ως κάτι κοινό. Δεν υπάρχει, ωστόσο, τίποτα πιο ανθρώπινο από αυτήν τη στάση, αυτήν τη δήλωση. Ο κόσμος μάς ανήκει. Καθετί ανθρώπινο διατρέχει κίνδυνο στις μέρες μας. Είμαστε, ωστόσο, εδώ για να το πούμε ηχηρά. Η τέχνη δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο – κι η ποίηση ακόμα λιγότερο. Μπορεί, ωστόσο, να αμφισβητήσει -κι έτσι δυνητικά ν’ αλλάξει- στάσεις, νόρμες και προκαταλήψεις, κατά τη γνώμη σου; Η τέχνη δεν μπορεί ν’ αλλάξει κάτι, αλλά μπορεί να βρει μερικές αλήθειες αν δεν αφεθούμε να χειραγωγηθούμε από αυτή. Εκείνες οι αλήθειες μπορούν να είναι σημαντικές στην κατάστασή μας.
Ευχαριστώ τον Shpëtim Selmani για την ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας του που συνοδεύει το κείμενο.
Καλοκαιρινή γνώση είναι το αεράκι που φυσά τις πευκοβελόνες του δάσους. Καλοκαιρινή γνώση είναι ο υάκινθος που ξεράθηκε και του χρόνου θα αναστηθεί. Καλοκαιρινή γνώση είναι τα κουρασμένα τρυγόνια που ξαποσταίνουν στις καλαμποκιές και μια χούφτα σκόνη που τη νύχτα με τυραννεί. Ό,τι υπήρξαμε και είδαμε χάθηκε. Γλίστρησε από τα μάτια μας και έδυσε, μαζί με το κόκκινο μελόδραμα του δειλινού. Ακόμη και αν χαϊδέψαμε κάποτε το τρίχωμα του σκύλου, την αίσθηση αυτή ξεχάσαμε. Ή αν μοιραστήκαμε ευτυχισμένοι τη μυρωδιά της γαρδένιας, η ευτυχία μας εκείνη έσβησε, όπως κι όλες οι υπόλοιπες. Ο Φθινόπωρος που γουρμάζει στους σταφιδόκαμπους της Ηλείας, η αχλαδιά που κοκκινίζει στο ποτάμι κι η γριά που χτενίζει τα μαλλιά της στο μπαλκόνι είναι η γνώση του καλοκαιριού. Είναι η γνώση που πάντα έψαχνες αλλά δεν έβρισκες. Γιατί σε ξεγέλασαν από μικρό και είχες το νου σου αλλού. Ό,τι σου ‘λεγαν, χαζούλη, εσύ το πίστευες. Μα κι αυτοί είχαν εξαπατηθεί νωρίτερα σαν μικροί κι εξαρτημένοι κι έτσι αγνοούσες όσα σε νοιάζονταν αληθινά και σε έκαναν χαρούμενο. Το αεράκι φυσά αλλά αυτή δεν μπορεί να το νιώσει. Το αεράκι φυσά αλλά αυτή έχει πεθάνει. Το αεράκι που φυσά, όταν θα σχηματίσει τον κύκλο του δικού μου ουρανού, τα μάτια μας σαν άστρα θα λάμψουν και τότε θα ανταμώσουμε πάλι για μια αιωνιότητα γαλήνης.
*
Η ώρα περνά
«Θα πλαγιάσω κατά τις 12», είχα πει «Δυο στίχους μονάχα θα γράψω». Μα χάθηκα στους δυο αυτούς στίχους και δεν το αντιλήφθηκα. Και πρόφτασε να ξημερώσει καινούργια μέρα. Στο γλυκοχάραμα τώρα πλήρως θα αφεθώ. Ό,τι και να γράψω, ό,τι και να πω είναι πια περιττό. Είμαι τόσο νέος κι όμως τα χέρια μου τόσο ροζιασμένα… Το ρολόι 6 το πρωί δείχνει. Ο ήλιος χαράζει. Οι γλάροι βροντοφωνάζουν. Οι άνθρωποι κοιμισμένοι περπατούν στα πεζοδρόμια. Έφθασε η ώρα για το μεροκάματο.
*
Τυχαία
Αρχές Φλεβάρη. Βρίσκομαι Ανδραβίδα. Έχω να κοιμηθώ μια εβδομάδα από την κηδεία. Τα μάτια μου έχουν πρηστεί κι έχουν σχηματιστεί δυο μαύροι κύκλοι σαν μύδια.
Τα σούρουπα τρέχω με τον Μάρλεϊ στα χωράφια. Αφού διασχίσω τις ράγες των τρένων, ανοίγεται ολόκληρος ο ορίζοντας. Εκεί κάθιδρος, βαριανασαίνοντας, κοιτώ να χάνονται της φύσης τα σχήματα.
Δεν έχω δύναμη να σταθώ. Δίχως πολλές σκέψεις ξαπλώνω στη γη, το κεφάλι μου βουτά μες τη λάσπη. Μια μέρα ακόμη πιο κοντά, γιατί να με ανησυχεί μην λερωθώ;
Τα λιόδεντρα από δω κάτω φαίνονται σαν να οδηγούν στα ουράνια. Τα χρωματιστά νέφη μοιάζουν με τα παιδικά μας σκίτσα. Και το μακρύ γρασίδι σαν τοίχος με κρύβει από την ανθρωπότητα.
Βραδιάζει. Όλα τα πουλιά που πετούν είναι μαύρα. Μαύρα σαν τα ρούχα του κυρτού κόσμου στην εκκλησία. Ο λυγμός του ενείχε μια εξουθενωμένη υποκρισία. Αίτια θανάτου: πνευμονική εμβολή. Άραγε όταν ένιωσε τον πόνο στα στήθη, τι να σκέφτηκε; Όταν έπεσε στην αγκαλιά της μάνας, ποιες εικόνες να επανέφερε;
Ακούω τον Μάρλεϊ να γαβγίζει. Ίσως να ξέθαψε κι άλλον σκαντζόχοιρο. Βουλιάζω! Δεν δύναμαι να σηκωθώ. Αχ, πες μου, θέμα τύχης δεν είναι όλα; Τυχαία είμαι εγώ εδώ να σκέφτομαι αυτά που σκέφτομαι και να κοιτώ τον μαύρο ουρανό. Ενώ αυτή να ‘ναι θαμμένη στα 2 μέτρα.
Στη συμμαθήτριά μου, Δήμητρα
*Από τη συλλογή “Παπαρούνες του Γενάρη”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.
ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΝΔΡΩΝ, ΠΟΜΠΗΙΑ, 2020 μ.Χ. Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν εκεί —κατάχαμα— τους βρήκαν τεφρωμένους και γύψο χύσαν στα σφιγμένα μέλη να σαρκωθεί ο σπάνιος σπαραγμός τους Ο ένας —είπαν— θα ’ταν δούλος, σκλάβος από τους πολλούς που εμπορεύονταν στα fora και τα σκλαβοπάζαρα —λάφυρο πιθανώς κάποιου πολέμου— Τον βρήκε μέσα σε λιτό χιτώνι η ώρα κείνη της καταστροφής – θα κουβαλούσε κάποιο του αφέντη του άχθος πάνω απ’ τους σακατεμένους απ’ τα μυριάδες κρίματα σπονδύλους σαν άρχισεν η γη να τρέμει.
Ο άλλος είπαν πατρίκιος. Μια πλουμιστή χλαμύδα φόραγε όταν η λαίλαπα κατάπιε μια για πάντα το κορμί του και λίπος θά ’τρεχε απ’ τα χείλη του όταν στο έλεος παραδινότανε το εύπορο σαρκίο του της στάχτης κι η σκοτεινιά τού έπαιρνε την όραση —δε θα ξανάβλεπε ποτέ του μάλαμα μήτε του ήλιου τ’ ακριβό το φως— Εκεί, λοιπόν, κατάχαμα τους βρήκαν δύο μάζες απολιθωμένης λάβας τον πλούσιο, τον φτωχό ένα κουβάρι – μονάχ’ από τα δόντια τους ξεχώριζες που λαμπυρίζαν κάτασπρα εξώκοσμα στιλπνά – στο τελευταίο τους καταφύγιο Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν – γι’ αυτόν όλοι ό μ ο ι ο ν οβολό κομίζουμε.
*Από τη συλλογή ”Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.
-Στουπί από ‘να χύμα μαγειρείου-Γριά εξ Αλεξανδρείας και Καΐρου – Το σπίτι της ψαχούλευε του βίου – Το σπίτι της εκείνο που εγεννήθη – Μακριά στο Ελληνικό Νοσοκομείο – Εκεί που ποιητής περιπλανήθη – Τετράγωνα με σβούριζε στο κρύο – Το χάραμα πεζή περιπολία – Mας έκοψε τον δρόμο για το σπίτι – Μας ‘γράψαν ως συμβάντο τους στο Τμήμα – ”Ναυάγιο με οδηγό έναν αλήτη’’ – Στο αίμα μου μαρκάρανε τη λήθη – Σαν βρίσκανε γι’ αυτήν πτωχοκομείο –
Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ: Ο στόχος εύρετρα – Μα η γραία – Με εξαφανίσεων καρτέλα – Κι ”Ύπνους” στην τσάντα που το σκάει – Σχέδιο μιας κόρης της στο λάδι – Καυτό από ‘κείνη μες στα χρόνια – Να τη ρημάζουν τα πρεζόνια – Μια γραία με βόμβα – Που δυστυχώς γυρίζει σώα – Κι η κόρη της ουρλιάζει ”Ας ψόφαγες τρελή σ’ ένα χαντάκι” – Κι οι μπάτσοι ξεψαχνίζουν τα χαρτιά μου – Πώς βρήκε τον μπελά της η ανθρωπιά μου –
*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2016.
ΜΠΑΡ “ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ”
-Το μπαρ “Τσαϊκόφσκι” μες στην κάπνα – Με ξεχασμένες σερπαντίνες – Από πινέζες να γυ- ρίζουν – Στη σκοτεινιά – Κανένα μούτρο – Του μαγαζιού – Να το αντικρίζουν – Και το κορίτσι του ιδιοκτήτη – Με έναν καημό – Που στη ζωή της – Δεν τα κατάφερε να γίνει – Μία χορεύτρια μπαλέτου – Όταν το μπαρ το αγοράζει – Ο “ιδιοκτήτης” – Για να είναι – Μια πολεμίστρα μες στη νύχτα – Ενός ακήρυχτου πολέμου – Του το ζητά – Το μπαρ – “Τσαϊκόφσκι” να βαφτίσει – Κι αυτός “Τσαϊκόφσκι” – Μες στο “χιόνι” – Xωρίς κουβέντα το βαφτίζει – Και με τη μούρη να χιονίζει – Τη θέλησή της – Τη “Λίμνη των Κύκνων” – Να χορεύει – Αμέσως θα πραγματοποιήσει – Και τα κουμάσια του “Τσαϊκόφσκι” – Για ένα βράδυ αντικρίζουν – Μια μπαλαρίνα μες στην κάπνα – Να ξεπροβάλλει – Με γαλήνη – Και φως στο σκότος τους να ρίχνει – Και τον Κακό Μάγο – Τον Ρόθμπαρτ – Με την Οντίλ – Τον Μαύρο Κύκνο – Να ξαποστέλνει ο πορτιέρης – Με τις κλωτσιές-Λίγο πριν κλείσει –
*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ“, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα, Φεβρουάριος 2025.
Θυμήθηκα πάλι εκείνες τις αλλόκοτες νύχτες. Καθώς αιωρούμασταν σαν σχισμή δέρματος κρεμασμένη από ένα ξεχειλωμένο καρφί. Τα σώματά μας έσταζαν αλάτι από αδικοχαμένα θηράματα. Η μία μου πλευρά ήταν αχρείαστη μια σκοτεινή σελήνη Η άλλη σπαρταρούσε πριν την πτώση. Παραδομένοι σε έναν κατάκοπο χρόνο βαρύ σαν τσουβάλι. Διογκωμένοι με τις κοιλιές ανάσκελα. Θυμάμαι τα χέρια σου σαν δυο κουρασμένα έντομα. Και μια μυρωδιά από καμένη αγρύπνια.
Τι νιώθει η έρημος όταν μακρινός άνεμος αποθέτει πάνω της ένα σπόρο; Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι; Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις; Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου; Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου; Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους; Η μετάνοια θυμάται αλήθεια ότι κάποτε λεγόταν τόλμη; Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται πάνω από το κενό της έλλειψης; Πώς νιώθει τάχα η νύχτα μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της ωραία ή σημαδεμένη; Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται; Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του περίστροφο ή όνειρα; Τα πούπουλα του μαξιλαριού] ονειρεύονται ακόμα τα ύψη; Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη όταν την αγγίζει ο θάνατος τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει; Είναι το σκοτάδι που ’ναι τυφλό ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;
Δεν είναι από λάθος μου αν τα μπούτια μου είναι καλοχυμένα μες στο πετσί μου Δεν θέλησα να ξεσηκώσω το μορφασμό του πόθου σου Όταν έβγαλα τη φούστα μου φασκιωμένος από ευτυχία κατάχτησες τη σχισμή μου
Δεν είναι από λάθος μου αν ήχησε ο συναγερμός και παγιδεύτηκε το χέρι σου ξεριζώθηκε καταδικάστηκε ανατράπηκε κι απ’ το λαιμό κρεμάστηκε όμοιο με κούκλα από κρέμα Δεν είναι από λάθος μου Ήθελα να σε συγχωρήσω
μαυρισμένα από το καλοκαίρι χέρια χλωμά σαν πεθαμένα.
Το χρώμα αυτό το σκοτεινό πώς πήρε τέτοιο χέρι;
Στις λίμνες μήπως πλένοντας του αισθησιασμού; Το πρόσωπο αγγίζοντας γεμάτου φεγγαριού που κύλησε στην αγκαλιά του ήρεμου νερού; Τη ζέστη τάχα ρούφηξε βάρβαρου ουρανού στη λυπημένη μοναξιά κάποιου μεσημεριού;
Κι έκαψε με τη θέρμη του τα χέρια τα γερά ακουμπισμένα ήσυχα σε γόνατα κομψά; Τί χέρια τάχα να ναι αυτά;..
Χέρια που επανάσταση ξέρουν να τραγουδούν της παρηγόριας προσευχές δε κάθονται να πουν.
Απ΄το λαιμό αν θέλουνε μπορούν να σας αρπάξουν εσάς αριστοκράτισσες, ευγενικές αστές, τα τρυφερά τα άκρα σας, λευκά και βυσιννιά να τα συνθλίψουν μονομιάς σαν τα ξερά κλαδιά, με τούτες τις παλάμες τους τις τόσο δυνατές
Η καστανή η λάμψη σας, χέρια αγαπημένα, τ΄αθώα πρόβατα τραβά Στα δάχτυλά σας τα καρυκευμένα ρουμπίνι αφήνει ο ήλιος όταν τα κοιτά
Η λαική καταγωγή τα κηλιδώνει, το καφετί τους χρώμα αμαρτωλό λεκέ απ΄το χθες ζητάει να θυμίσει, όμως περήφανος επαναστάτης δεν υπάρχει που αυτά τα χέρια δεν λαχταράει να φιλήσει!
Υπέροχα τα χέρια τούτα, χάρισμα ενός ήλιου με αγάπη φορτωμένου πάνω στο μπρούτζινο των όπλων χρώμα του Παρισιού του επαναστατημένου.