Gentjan Tufa, άτιτλο

*Απόσπασμα από άτιτλο ποίημα του Gentjan Tufa

Τον φόβο σας
Που δεν ξέρω σε ποιον εύθραυστο ναό ζυμώθηκε
Σαν κατηφής Ρωμαίος στρατιώτης κάτω απ’ την ασπίδα του
Τον περιφρονώ με την ακάματη διαύγεια του νου
Όντας κτηνώδης και αταλάντευτος

Ούτε ψήγμα λύπης δεν με βαραίνει για όσα έκανα
Κι αν κάτι με ώθησε προς αυτό το ακατάβλητο σκότος
Eίναι οι βαθιές αναπνοές κάτω από ρυπαρά σκεπάσματα
Ο πιο λαμπρός ποιητής θα είμαι επί προσώπου γης
O πιο μεγαλειώδης

Θέλετε
Σε σταυροδρόμια τα φλογόπνοα άλογα
Με χτύπους άγριους των οπλών τους να θρυμματίζουν
πεζοδρόμια
Ύστερα σαν πετεινός ισχνός με λαιμό κυρτό
Κεραυνός τη θλιβερή τελμάτωση να φλογίσει
Η πέμπτη σάλπιγγα

Δεν θέλετε;!
Όπως επιθυμείτε. Δεν απελπίζομαι
Αργά ή γρήγορα θα σβήσουν τα κεριά
Η Τροία έπεσε όταν αλλοπαρμένη
Αποκάλεσαν οι Τρώες την Κασσάνδρα

*Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 32 (χειμώνας-άνοιξη 2025) του Τεφλόν, ως μέρος αφιερώματος στη σύγχρονη ποίηση από την Αλβανία.

Συνεταιρισμός θυρωρών ή Συνεταιρισμός ποιητών 

– γράφει η Βίκυ Κατσαρού

Αντώνης Τσόκος, Συνεταιρισμός θυρωρών, Κίχλη, Αθήνα 2024

Συνεταιρισμός λέγεται μια «αυτόνομη ένωση προσώπων που συγκροτείται εθελοντικά για την αντιμετώπιση κοινών αναγκών και επιδιώξεων. Η κύρια εργασία του θυρωρού είναι να ελέγχει τους διερχόμενους από τα σημεία πρόσβασης σε ένα φυλασσόμενο κτίριο, καθώς και η επίβλεψη της ασφάλειας και της λειτουργικότητας των κοινόχρηστων χώρων».

Ο Αντώνης Τσόκος, με τη νέα του ποιητική συλλογή Συνεταιρισμός θυρωρών, δημιουργεί έναν κόσμο όπου η ποίηση λειτουργεί ως καταγραφή και ταυτόχρονα ως υπαρξιακή αναρώτηση. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Η έννοια του συνεταιρισμού, συνυφασμένη με τη συλλογικότητα, και η φιγούρα του θυρωρού, ενός οριακά αόρατου προσώπου που βρίσκεται στο κατώφλι της καθημερινότητας, χτίζουν τον θεματικό πυρήνα αυτής της συλλογής.

Ο θυρωρός, άλλοτε παρατηρητής, άλλοτε προστάτης, αποτελεί μια φιγούρα που επιβλέπει, χωρίς όμως να εμπλέκεται ουσιαστικά. Αντίστοιχα, ο ποιητής του Τσόκου είναι ένας αυτόκλητος «θυρωρός» της ύπαρξης, ένας ποιητής-παρατηρητής που δεν μένει αμέτοχος. Αντιθέτως, λειτουργεί ως καταγραφέας, συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, στο συλλογικό και το ατομικό βίωμα.

Από τον τίτλο κιόλας, ο Τσόκος μας καθιστά κοινωνούς του θεμελίου γύρω από τον οποίο υφαίνει την ποιητική του πρόταση: την πράξη της (συν-)κατοίκησης με τον εαυτό, τον άλλον, τον χρόνο και τον κόσμο· τη διαρκή περιπλάνηση ανάμεσα σε εσωτερικά και εξωτερικά τοπία· τη συνειδητή παραμονή εντός μιας υπαρξιακής εγρήγορσης· τη φύλαξη και τη φροντίδα όσων συνιστούν τον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Με λόγο διακριτικό και εσωτερικά πειθαρχημένο, ο ποιητής αναλαμβάνει το χρέος μιας βιωματικής εγγραφής, καθιστώντας την ποίηση όχι απλώς τέχνη, αλλά κατάσταση ευθύνης και πνευματική συγκατοίκηση. Έτσι, χωρίς κραυγές και επιδεικτικότητα —όπως αρμόζει στην καλή ποίηση—, απευθύνει μια σιωπηλή, μα επίμονη, πρόσκληση στους συνοδοιπόρους του: να σταθούν με ευαισθησία, να διακινδυνεύσουν το βίωμα, να αναλάβουν την ευθύνη του είναι· να φυλάξουν, να υπερασπιστούν και να φροντίσουν εκείνα που επιτάσσει ο ποιητικός λόγος. Σε τελευταία ανάλυση, ο Τσόκος υπογραμμίζει —όχι μόνο με τη θεματική αλλά και με τον τρόπο του— ότι το να είσαι ποιητής είναι πάνω απ’ όλα ένας τρόπος να υπάρχεις, να συμμετέχεις και να συν-αισθάνεσαι.

Η γραφή του Αντώνη Τσόκου είναι βαθιά σωματική· μέσα στα ποιήματά του περιπλανώνται σώματα όχι απλώς ως φυσικές παρουσίες, αλλά ως ζωντανά δοχεία της μνήμης, της εμπειρίας και της διάνοιας. Σώματα που δεν διαχωρίζονται από το πνεύμα, αλλά δρουν μαζί του — συνεργοί του ποθούμενου και του βιωμένου. Έχουν έρθει για να μιλήσουν για όσα πέρασαν, να καταθέσουν αυτά που έζησαν, να διεκδικήσουν την παρουσία τους μέσα στο παρόν· ένα παρόν που διαρκεί όσο χρειάζεται για να γίνει «χθες» και, τελικά, ποίημα.

Ο ποιητής φορά πολλά πρόσωπα – όχι για να κρυφτεί, αλλά για να υπάρξει σε όλα τους. Ζει ως ένας καθημερινός άνθρωπος, με τις έγνοιες και τις ασχολίες του: εργάζεται, αγαπά, φροντίζει μια οικογένεια, πηγαίνει στην εκκλησία ακόμη κι αν αμφιβάλλει, γράφει ποιήματα, γελά και σιωπά· βιώνει τη μοναξιά και την αναγνωρίζει στον άλλον, ίσως και να την απολαμβάνει, γιατί είναι μια μοναξιά γεμάτη ήχους, φασαρίες, εικόνες και ίχνη.

Τα διακειμενικά ίχνη στην ποίησή του αφθονούν, μα δεν περισσεύουν — είναι παρόντα όσο πρέπει, ώστε στο τέλος να αναδυθεί ένα ποίημα που στέκει αυτοτελές, γνήσιο και ολόκληρο. Ο Τσόκος διαρκώς μετακινείται: άλλοτε ασκητικός, άλλοτε κοσμικός· πιστός και άπιστος, με τον τρόπο ενός ανθρώπου που αναζητά, που αμφιβάλλει με πίστη και πιστεύει με αμφιβολία. Ένας πνευματικός οδοιπόρος που δεν αποκλείει κανένα ενδεχόμενο· που ενσαρκώνει τις αντιφάσεις χωρίς να τις ακυρώνει· που γράφει για να συλλάβει το παρόν πριν χαθεί — και το μετατρέπει σε μνήμη, και τη μνήμη σε τέχνη.

Στα ποιήματα της συλλογής διακρίνεται έντονα η αίσθηση του εγκλωβισμού, τόσο σε φυσικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Το πρώτο ποίημα του βιβλίου, με τίτλο «Περίπατοι σε ανελκυστήρα δώδεκα ατόμων», μας συστήνει τον δημιουργό θυρωρό, τον πλάνητα ενός κτιρίου διακοσίων ατόμων, που φροντίζει όντας στο περιθώριο την ομαλή συνύπαρξή τους, με τον ίδιο να μοιάζει σαν να κατοικεί στα θεμέλια αυτού του μπλοκ.

Η κίνηση στον περιορισμένο χώρο του ανελκυστήρα γίνεται μεταφορά για τη στατικότητα της ζωής. Ο αφηγητής-θυρωρός βρίσκεται στο περιθώριο της ύπαρξης, παραμένοντας στις σκιές, στα «υπόγεια» της ανθρώπινης εμπειρίας. Ωστόσο, διατηρεί την ελπίδα για ένα ανέβασμα στο φως, για μια έξοδο προς την κοινωνία.

Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι επανέρχεται ως μοτίβο σε πολλά ποιήματα. Ο ποιητής μοιάζει να κινείται στα όρια, μεταξύ της επιθυμίας για κοινωνική συμμετοχή και της ανάγκης για απομόνωση. Η ποίηση εδώ δεν είναι απλώς μια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά μια πράξη επιβίωσης – ένας τρόπος να οριοθετήσει την ταυτότητά του, να υπάρξει μέσα από τις λέξεις.

Ο ποιητής μοιάζει να έχει αποτραβηχτεί εκούσια από την επιφάνεια της γης. «Ξημερώνει ἀργὰ κάτω ἀπ’ τὴ γῆ/δεκατρία χρόνια μὲς στὸ σκοτάδι». Έχει επιλέξει τη μοναξιά, γνωρίζοντας την κακοδαιμονία της πραγματικότητας, το έλλειμμα της κοινωνίας, και για αυτό έχει αποφασίσει να μην πίνει από τη στέρνα των πολλών. Ωστόσο αχνοφαίνεται η ανάγκη για ανάδυση στο φως: «Εἶναι νύχτα/κι ἀκόμη κατοικῶ στὸ δεύτερο ὑπόγειο». Διακρίνεται όμως και η ανάγκη για συντροφιά, «περιμένω πῶς καὶ πῶς τὸν πρῶτο ἔνοικο/ποὺ θὰ φτάσει στὴν εἴσοδο/φορτωμένος μὲ τὰ ψώνια τῆς ἡμέρας./Μόλις τὸν δῶ/πετάγομαι σὰν ἐλατήριο ἀπὸ τὴ θέση μου/τρέχω, ἀνοίγω τὴν πόρτα τοῦ ἀνελκυστήρα/καὶ τὸν συνοδεύω ὣς τὸ διαμέρισμά του», αλλά στο τέλος υπερισχύει η ανάγκη του εαυτού, να παραμείνει αντιμέτωπος ή μοναδικός σύντροφος του εαυτού του, κι οι άλλοι να έχουν λειτουργήσει απλώς ως σημείο αναφοράς του ίδιου, ως μάρτυρες και της δικής του ζωής. Αυτό χρειάζεται κι αυτή είναι η επιβεβαίωση της επιλογής του, ότι στο τέλος θα περιπατήσει στον ανελκυστήρα δώδεκα ατόμων, αλλά θα είναι μόνος, με το βάρος της δικής του ύπαρξης, όντας στο σκοτάδι, αναζητώντας το φως, καθώς όταν η σκιά αμφισβητεί το φως, το φως γίνεται πιο δυνατό, και μέσω της αμφισβήτησης, η αλήθεια δοκιμάζεται.

Κι αυτή την αλήθεια αναζητά ο ποιητής, ως πνευματικός αναζητητής όπως προείπαμε, αμφισβητώντας την, άρα δίνοντάς της χώρο να αποκαλυφθεί κι όχι να αναδιπλωθεί. Η αμφιβολία είναι πνευματική γενναιότητα και δείχνει μεγαλοψυχία. Ο αέναος μηχανισμός σκέψης, όπου βασίστηκε κι η φιλοσοφία, είναι η αδιάκοπη αποδοκιμασία της αλήθειας, καθώς δεν αποτελεί κάτι στατικό.

Θα ήθελα όμως να σταθώ λίγο παραπάνω σε ένα σημαντικό ποίημα της συλλογής ώστε να αναλυθεί προσεκτικά στα συστατικά του, που είναι και ενδεικτικά της ποίησης του Τσόκου, με τίτλο «Με άφησες χωρίς Θεό, Πατέρα».

«Απόψε ὁ Θεὸς σοῦ μοιάζει, πατέρα / βαδίζει ἀόρατος στὸ ξύλινο πάτωμα».

Η απουσία του πατέρα γίνεται αντιληπτή μέσα από τις αισθήσεις – σαν ένα βήμα που δεν ακούγεται, μια σιωπηλή παρουσία. Ο Θεός δεν είναι εδώ η απόλυτη θεότητα· έχει την ανθρώπινη μορφή του πατέρα, γιατί ο πατέρας ήταν ο Θεός του ποιητή. Δεν υπάρχει ιερότερο πρόσωπο γι’ αυτόν· αυτός τον δίδαξε τη φροντίδα, την ασφάλεια, την αγάπη – και όταν έφυγε, πήρε μαζί του την ίδια την έννοια του θεϊκού.

«Εκεῖνος ἄφησε τὰ πάντα στὴν τύχη / ἐσὺ προετοίμασες σχολαστικὰ / ἀκόμα καὶ τὸν θάνατό σου».

Ο «Θεός» εδώ είναι ο παραδοσιακός, απόμακρος Θεός, που μένει σιωπηλός, δεν δίνει σημάδια, δεν επεμβαίνει. Ο πατέρας, αντιθέτως, είναι αυτός που φρόντισε, σχεδίασε, υπήρξε ως στοργή, ακόμη και στον θάνατό του. Η αντιπαραβολή αυτή έχει θεολογική και συναισθηματική βαρύτητα: ο πατέρας δεν είναι απλώς «καλός» – είναι ανώτερος από τον Θεό, γιατί υπήρξε παρών.

«Μὲ ἄφησες χωρὶς Θεό, πατέρα. / ῎Ησουν ἡ μοναδική μου πίστη / ἡ πιὸ σεμνή μου ἀνυπομονησία».

Η σχέση με τον πατέρα ήταν μορφή λατρείας· ήταν το πιο σταθερό στοιχείο της ζωής του ποιητή, η προσδοκία του καλού. Με τον θάνατό του, χάνεται η ίδια η έννοια της πίστης· όχι απλώς η εμπιστοσύνη, αλλά και η ελπίδα, το νόημα.

«Ανάμεσά μας / φύτρωσε ἕνας μαρμάρινος οὐρανός».

Ο ουρανός είναι το όριο ανάμεσα στον ζωντανό και τον νεκρό κόσμο, ένας «μαρμάρινος» ουρανός — ψυχρός, άκαμπτος, νεκρικός, που δεν φωτίζει, δεν συνδέει. Το ρήμα «φύτρωσε» δίνει και μια τραγική ειρωνεία: ό,τι γεννήθηκε ανάμεσά τους δεν είναι ζωή, αλλά θάνατος.

«σὲ ἀκούω ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ σὲ δῶ / μὲ βλέπεις ἀλλὰ δὲν μπορεῖς νὰ μὲ ἀκούσεις».

Εδώ έχουμε μια σχεδόν μυστικιστική διπλή αδυναμία επικοινωνίας. Ο ποιητής ακούει την ανάμνηση, ίσως τον ρυθμό της παρουσίας, αλλά δεν βλέπει το πρόσωπο. Ο πατέρας ίσως τον βλέπει από το «επέκεινα», αλλά δεν μπορεί να απαντήσει. Η μονομέρεια του πένθους είναι τραγική: η απουσία δεν καταργεί την αγάπη, αλλά ακυρώνει τον διάλογο.

«Ο γάτος ἐγκαταστάθηκε στὴν πολυθρόνα σου / σὲ περιμένει / νὰ διαλύσεις μὲ τὸν ἦχο τῆς ἐφημερίδας / τὴ σιωπὴ ποὺ τυλίγει τὸ δωμάτιο».

Η ζωή συνεχίζεται, αλλά η παρουσία είναι σκαλισμένη στις λεπτομέρειες: στην πολυθρόνα, στον ήχο της εφημερίδας, στη σιωπή που δεν σπάει πια. Το ποίημα τελειώνει χαμηλόφωνα, όχι με έκρηξη πόνου, αλλά με μια καθημερινή, σχεδόν οικιακή απουσία, που την καθιστά ακόμα πιο σπαρακτική.

Το ποίημα είναι μια θρηνητική λειτουργία, αλλά και ένας ύμνος στην αγάπη: ο πατέρας είναι το μόνο ιερό που βίωσε ο ποιητής. Ο θάνατός του σπάει τον κόσμο στα δύο: στο πριν και το μετά, στο εδώ και το άπιαστο. Δεν πρόκειται για απλό πένθος· πρόκειται για υπαρξιακή κατάρρευση και αναζήτηση νέας πίστης. Η ποίηση εδώ προσπαθεί να γεμίσει το κενό της απώλειας – όχι να το απαλύνει, αλλά να το ονομάσει, να το υψώσει σαν μνημείο.

Πυρήνας του βιβλίου είναι το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα «Συνεταιρισμός θυρωρών». Παρατίθεται αυτούσιο: «χτίσαμε ἕνα νεκροταφεῖο γιὰ μυρμήγκια, τὸ ἔργο μας ἴσως μείνει στοὺς αἰῶνες ἄσημο. Τ’ ἀχάριστα αὐτὰ πλάσματα μετέτρεψαν τοὺς τάφους τους σὲ ἀποθῆκες, κουβαλώντας μέσα κάθε εἴδους τροφή· δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ διαχωρίσουν τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατο. Στὰ κυπαρίσσια τοῦ κοιμητηρίου σμήνη τζιτζικιῶν παρουσιάζουν ἀφιλοκερδῶς τὸ πρόγραμμά τους».

Το ποίημα στηρίζεται σε μια παράδοξη και ποιητική μεταφορά: η ανθρωπότητα χτίζει ένα νεκροταφείο για μυρμήγκια, μια συμβολική κατασκευή, που από την αρχή δηλώνεται πως ίσως παραμείνει «ἄσημο». Η ματαιότητα του ανθρώπινου έργου προβάλλεται από την πρώτη κιόλας στροφή.

Τα μυρμήγκια παρουσιάζονται ως συλλογικά, εργασιομανή πλάσματα, ανίκανα να διακρίνουν το ιερό από το χρηστικό. Αντί να «σεβαστούν» τους τάφους τους, τους μετατρέπουν σε αποθήκες – μια ειρωνική πράξη που παραπέμπει σε έναν κόσμο χωρίς μεταφυσική διάσταση, έναν κόσμο που όλα γίνονται «χρήσιμα», ακόμα και ο θάνατος. Εδώ ο ποιητής φαίνεται να ειρωνεύεται την ανικανότητα του καθαρά υλικού νου να συλλάβει την έννοια του ιερού ή της μνήμης.

Η φράση «δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ διαχωρίσουν τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατο» είναι καίρια. Δεν αφορά μόνο τα μυρμήγκια: είναι και για τον άνθρωπο — έναν άνθρωπο που συχνά ζει μηχανικά, χωρίς επίγνωση της φθαρτότητας, χωρίς χώρο για υπαρξιακή περισυλλογή. Ο θάνατος χάνει την ιερότητά του· η αποθήκευση αντικαθιστά την ανάμνηση.

Η τελευταία εικόνα προσθέτει μια λεπτή ποιητική ειρωνεία και μουσικότητα: τα κυπαρίσσια, σύμβολα θανάτου, γίνονται σκηνή για «σμήνη τζιτζικιών» που τραγουδούν το πρόγραμμά τους — αφιλοκερδώς.

Αυτός ο υπέροχος επίλογος εμπεριέχει μια πικρή χαρά: η τέχνη (των τζιτζικιών) συνεχίζεται χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς εξηγήσεις. Μέσα σε έναν κόσμο αχαριστίας, χρησιμοθηρίας και αφωνίας, κάποιος ακόμα τραγουδά. Και μάλιστα χωρίς να ζητά τίποτε.

Η ποιητική συλλογή Συνεταιρισμός θυρωρών υμνεί τη δημιουργική πράξη της ποίησης και την αναγκαιότητά της για να αντέξουμε, με συγκλονιστικό τρόπο, μέσα από το ποίημα «Στὸν τρυγητὴ μὲ τὶς τιράντες», στη μνήμη του Σάμη Γαβριηλίδη. Παρατίθεται αυτούσιο: «χῶμα, κλῆμα, νερό, σταφύλι, μοῦστος/μονὴ ἀπόσταξη, κρασὶ/διπλὴ ἀπόσταξη, ρακή./χῶμα, πεῦκο, νερό, χαρτί, βιβλίο/μονὴ ἀπόσταξη, λόγος πεζὸς/διπλὴ ἀπόσταξη, λόγος ποιητικός./ Θνητοὶ σὰν τοῦ μωροῦ τὸ κλάμα/ἀθάνατοι ὡς ἡ σιωπὴ στ’ ἀμπέλι/οἱ τρυγητὲς ποὺ μέθυσαν/τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα».

Ο ποιητής, άνθρωπος χοϊκός, γράφει σκαλίζοντας τη σάρκα του σαν χώμα, που την πλάθει στα χέρια του, χέρια που γράφουν, για να ανθίσουν τα ποιήματα των δέντρων και να δώσουν καρπό. Ποτίζει και θρέφει το σώμα του ως άμπελος, κι αυτός ο γεωργός καθαρίζει και δρέπει τον καρπό. Από το ζύμωμα και την απόσταξη εξαρτάται και το αποτέλεσμα. Μονή, κρασί, διπλή, ρακή. Το κρασί σε μεθά, η ρακή είναι το πρωτοστάλαγμα του πνεύματος όπου επίκειται η έκρηξή του. Η ρακή μοιάζει με το ποίημα γιατί είναι το αφυδατωμένο στέμφυλο, εκείνο που μένει μετά από μια μεγάλη επεξεργασία. Το ποίημα είναι η εύφλεκτη, αποσταγμένη ουσία.

Από το ίδιο χώμα που πλάστηκε, παλαιοδιαθηκικά, η σάρκα, από το ίδιο γεννιούνται και τα δέντρα· κι εκείνα ζητούν πότισμα και φροντίδα, για να χαρίσουν το χαρτί — και πάνω του να αποσταχθεί ξανά ο Λόγος.

Η διπλή απόσταξη θέλει υπομονή· τα πάντα να κινούνται αργά μες στο καζάνι, η φωτιά να σιγοβράζει και να ελέγχεται, ώσπου ο ποιητής ν’ αρχίσει να μαζεύει τις σταγόνες: τις λέξεις που σταλάζουν, μία μία, στο δοχείο του. Κι ο εκδότης, αδελφός του ποιητή, συνεταιρίζεται μαζί του· γιατί κοινός είναι ο σκοπός: να συλλαβίζονται οι λέξεις της μέθης που λέγεται ζωή.
Η ποιητική γλώσσα του Τσόκου είναι λιτή, αλλά ποτέ απλοϊκή. Το σώμα και η υλικότητα παίζουν κεντρικό ρόλο στους στίχους του, καθώς οι εικόνες του είναι απτές, σχεδόν αισθητηριακές. Η ποίησή του δεν είναι αφηρημένη, αλλά ριζωμένη στην καθημερινότητα, γεμάτη από υλικά στοιχεία που αποκτούν συμβολικό βάρος.

Παράλληλα, η ποίηση διατρέχεται από έντονη διακειμενικότητα· αναφορές λειτουργούν σαν υπόγεια ρεύματα, που εμπλουτίζουν το νόημα και προσδίδουν βάθος στην ανάγνωση. Δεν πρόκειται για μια ποίηση απομονωμένη ή αυτάρκη, αλλά για έναν λόγο που συνομιλεί ανοιχτά με την παράδοση, διατηρώντας ένα σταθερό υπόβαθρο θρησκευτικής και φιλοσοφικής αναζήτησης, ενώ ταυτόχρονα παραμένει στενά δεμένη με την καθημερινή εμπειρία και την ανθρώπινη συνθήκη. Ο Συνεταιρισμός θυρωρών είναι ένα βιβλίο που ισορροπεί ανάμεσα στην προσωπική εξομολόγηση και τη συλλογική μνήμη, ανάμεσα στην απομόνωση και την επικοινωνία, ανάμεσα στον θάνατο και τη δημιουργία. Ο Αντώνης Τσόκος δεν γράφει απλώς ποιήματα, αλλά διαμορφώνει μια ποιητική κοσμοθεωρία, όπου η γραφή γίνεται τρόπος να υπάρχουμε μέσα στον κόσμο.

Η ποίησή του είναι μια υπενθύμιση πως η ζωή και ο θάνατος δεν είναι αντίθετα, αλλά κομμάτια της ίδιας διαδικασίας. Όπως οι θυρωροί που φυλάνε τα όρια μεταξύ του μέσα και του έξω, έτσι και η ποίηση του Τσόκου στέκει ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος. Είναι μια ποίηση που δεν κραυγάζει, αλλά επιμένει, μια ποίηση που δεν καταγράφει μόνο, αλλά μεταμορφώνει.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ (frear.gr).

Μαρία Χριστοδούλου, Γλάρος

Σιωπή.
Εγώ δεν ανήκω εδώ.

Αλλόκοτες κεραίες στο κεφάλι
βάδισμα ξέφρενο
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
χορός τρελός
στους τρούλους των κυμάτων
ίδιος ο Ιωνάθαν
με το σκαρφάλωμα άγριο
στις άπαρτες βουνοκορφές του Ολύμπου.

Στην όψη της ασημένιας γραμμής
σκορπώ ηχητικά κύματα.
Δακρύζω στη διερώτηση
της μικρής ανεμώνας.

Μεθάω με τα χρώματα της γήινης παλέτας.
Παίζω κρυφτό στις δρύινες συστάδες
με τις νύφες του μύθου.

Ακολουθήστε τον άνεμο
των πατημασιών μου.

*Από τη συλλογή “Χειρονομίες στο φως”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Αγγελική Κουντουράκη, Nigredo

Δύση στον θρήνο της νύχτας
πόθος αγγέλου
σφηνωμένος σε βρώμικη γλώσσα
Γλύφω συμπόνοια
από τον φόβο στα μάτια τους
Οργή εκπνέω
από τον δεμένο στη μέση τους οίκτο
Πώς να ξεκάνω το κορμί;
Πώς να φυλάξω την ύβρη;
Το όνομά σου ποτάμι πορφυρό
οστά και σάρκα
κυλάει καίγοντας ψυχές
με κραυγές στα θηρία
σε παγανιστική τελετουργία σε βαφτίζω
πρώτη επιθυμία και οριστική
Να διψάει η κοιλιά για θάνατο
Να μαυρίζει το χώμα για βεβήλωση
Ανείπωτη η πίστη
να αποκεφαλίζεται μπροστά μας
σαν θυσία
σαν θύμα
σαν μέλλον
Γνωρίζω με δάκρυα
Τελειώνω με ύλη
Η μοίρα αναφλέγεται
στη διαδρομή μια ετοιμόρροπης οδύνης
Αιχμάλωτη της απώλειας
ολόκληρη η ποίηση μας

Nigredo* es mi nombre

Nigredo: Στη φιλοσοφία ο όρος χρηιμοποιείται σαν μεταφορά για τη συνάντηση μνε την “μαύρη νύχτα της ψυχής”, όταν δηλαδή ένας άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τη σκιά που έχει μέσα του.

*Από τη συλλογή “Nigredo”, ΑΩ Εκδόσεις, 2023.

Λίνα Βαταντζή, Πέρα από την χίμαιρα / Beyond the mirage

Και η ίδια η ποίηση 
είναι μάχη να διαπλέουμε
μέσα στις λέξεις,
κωπηλατούμε πάνω στο σώμα των προτάσεων, 
μαχαιρώνουμε την ραχοκοκαλιά του ποιήματος,
και κουβαλώντας το βάρος των σκέψεων 
σχηματίζουμε συναισθήματα 
για να δημιουργήσουμε συνείδηση 
με
φύλλα και ζωές,
αναλαφρές καρδιές και σκοτεινές ψυχές, 
ουρανούς και κόλαση
και τη συνεχώς επώδυνη
ιστορία 
του ανθρώπινου είδους, 
τόσο απάνθρωπου και αιμοβόρου,
τόσο ακατανόητου και δυστυχώς προβλέψιμου
μέσα στην μορφή μας.

*

Beyond the mirage

Poetry itself is 
a struggle to navigate
through words
and row on the body of sentences,
stab the bone of poem structure,
and carry the weight of thoughts
and shape feelings 
create conscience
through 
leaves and lives,
light hearts and dark souls, 
skies and hell
and the continuous agonising 
history
of human mankind
so inhuman and fierce
so incomprehensible and sadly predictable
into the shape of us.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Λόγια αυτόχειρα

Ψαρεύω λόγια απ΄το στόμα
αυτόχειρα
ενώ οι σκέψεις του δυσκίνητες, κολυμπούν στο μέλι.
Πηκτή πολύ πηκτή αλήθεια η ζωή
τις απογευματινές ιδίως ώρες
όταν έρχονται ψηλοτάκουνες εξελιγμένες
οι ιδέες του θανάτου
συνοδοί κυρίων έτσι μου συστήνονται
να με συνοδεύσουν θέλουν
γυμνός τηλεθεατήςς της ζωής μου
εμμονικός, δεν θέλω να την αφήσω έτσι καταλαβαίνετε
γραπώνω τον καναπέ μου, εγώ,
αφήνω τη λύπη μου σαν χαρταετό, εγώ,
να πετάξει πάνω από μία ακόμα μέρα
‘που επικράτησε η λογική.

*Από τη συλλογή “Διάδοχος χρόνος”, Εκδόσεις Οδός Πανός.

Νεκτάριος Μπέσης, Θα σε περιμένω στα σύννεφα

Αυτό το πρωί παγώνει το φως,
μόνο τα χέρια μου κινούνται.
Ένα μικρό, γλυκό χαμόγελο,
τα κλειδιά πεσμένα στο πάτωμα,
όλα ξαπλωμένα από την ίδια μεριά.
Σελίδες τσαλακωμένες,
δεν φταίω εγώ,
αλλόκοτη γραφή,
σαν δυόσμος που δεν θυμάται το στόμα σου.
Κανένας δεν βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση.
Όταν φτάσει αυτή η μέρα,
όταν τα πουλιά μαζευτούν,
γύρω από τα κτίρια που αγάπησες,
θα αρχίσει άλλη μια ιστορία,
ένα φωτεινό άρμα με λαμπάκια,
παρέλαση από φτερωτά μυρμήγκια,
μακρινό ταξίδι με πλοίο,
μαλλιά στον άνεμο.
Όταν γυρίσεις να με βρεις,
θα ‘χω σκορπιστεί στα δέντρα,
θα ‘μαι μια χούφτα χώμα,
θα εξατμιστώ ως τα σύννεφα,
θα σε περιμένω να έρθεις,
θα σε περιμένω να γυρίσεις,
θα σε περιμένω… στα σύννεφα.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Βάτοι κι αγκάθια (Τώρα τα πουλιά)

Ενίσταμαι για την παύλα
στο μεσόφρυδο την κάθετη
που επιμένει να συνδέει την αρχή
με το επερχόμενο κάποτε τέλος
Όχι γιατί αρνούμαι το αναπόφευκτο
Αλλά γιατί συνήθως, μεταβάλλεται σε λύπη
Αφήνοντας στην μέσα φόδρα
κάτι το ανεξίτηλο
Όπως σταμάτησαν τα δευτερόλεπτα
στην τσέπη του παλτού
Λες και οι δείκτες στόμωσαν και συνωμότησαν
Για να βαραίνουν την ψυχή

Αν είχε πρόωρα φυτρώσει μέσα μας
λίγο χορτάρι εκεί στη χάσκουσα σχισμή
Η ώρα θερινή θα βλάσταινε στο πέτο
Το κίτρινο του φόβου μας
Θα ήταν καναρίνι.

*Από τη συλλογή “Συρτός στα τρία”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2023.

Στέλιος Ροΐδης, Διαφάνεια

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Όλα αυτά τα προϊόντα μπροστά σου είναι η μόνη βροχή που
θυμάσαι, στάχυα που κουνάει ο άνεμος, τιράντες κυρίων που
διαβάζουν, κοφτές ματιές αντιζήλων, ταξί που αργούν να έρθουν,
κανένα λυπημένο κορίτσι στην χαρά των φημισμένων και μεγάλων,
φεύγεις με το ίδιο βιβλίο που πήγες, ο έρωτάς σου είναι κάτι άλλο,
βιτρίνες που δεν προσέχεις, λένε την ιστορία τους, προσέχεις τις
σόλες σου σβήνεις ένα τσιγάρο, το σημείο παραμένει, προσέχεις
τον τελευταίο περαστικό στο βάθος, μετά αλλάζεις δρόμο,
καταναλώνεις τόση ώρα για να βρεις ένα μέρος που δεν ήταν τελικά
εδώ, ένα κομμάτι στο πιάνο, θυμάσαι ένα φως πριν τριάντα χρόνια,
ένα κουδούνι που χτύπησες και κάτι που δεν θα έκανες ποτέ αν
ήσουνα αλλού, και πρέπει να πας αλλού σκέφτεσαι, ήτανε χάλια
απόψε, πρέπει να πας αλλού σκέφτεσαι, αλλάζεις δρόμο, κοιτάς
γύρω σου, στολίζεις την πόλη με τις ίδιες λέξεις, τι θέλεις να πεις,
προχωράς, προχώρα ανόητη που ποτέ δεν καταλαβαίνεις, τώρα
πολυσύχναστη νύχτα, ίδια ρουτίνα, όλοι διαφέρουνε, κανένας δεν
διαφέρει, κάθε τι σε τραβάει να το προσέξεις, το αποφεύγεις, θυμάσαι
εκείνο τον δρόμο που ήταν, και δεν γυρίζεις πίσω, δεν γυρίζεις πίσω,
θυμάσαι τώρα, ήταν μπροστά.

Νίκος Κωσταγιόλας, Λείψανα ανδρών, Πομπηία 2020μΧ

Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν
εκεί —κατάχαμα— τους βρήκαν τεφρωμένους
και γύψο χύσαν στα σφιγμένα μέλη
να σαρκωθεί ο σπάνιος σπαραγμός τους
Ο ένας —είπαν— θα ’ταν δούλος, σκλάβος
από τους πολλούς που εμπορεύονταν
στα fora και τα σκλαβοπάζαρα
—λάφυρο πιθανώς κάποιου πολέμου—
Τον βρήκε μέσα σε λιτό χιτώνι
η ώρα κείνη της καταστροφής
– θα κουβαλούσε κάποιο του αφέντη
του άχθος πάνω απ’ τους σακατεμένους
απ’ τα μυριάδες κρίματα σπονδύλους
σαν άρχισεν η γη να τρέμει.
Ο άλλος
είπαν πατρίκιος. Μια πλουμιστή
χλαμύδα φόραγε όταν η λαίλαπα
κατάπιε μια για πάντα το κορμί του
και λίπος θά ’τρεχε απ’ τα χείλη του
όταν στο έλεος παραδινότανε
το εύπορο σαρκίο του της στάχτης
κι η σκοτεινιά τού έπαιρνε την όραση
—δε θα ξανάβλεπε ποτέ του μάλαμα
μήτε του ήλιου τ’ ακριβό το φως—
Εκεί, λοιπόν, κατάχαμα τους βρήκαν
δύο μάζες απολιθωμένης λάβας
τον πλούσιο, τον φτωχό ένα κουβάρι
– μονάχ’ από τα δόντια τους ξεχώριζες
που λαμπυρίζαν κάτασπρα εξώκοσμα
στιλπνά – στο τελευταίο τους καταφύγιο
Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν
– γι’ αυτόν όλοι ό μ ο ι ο ν οβολό κομίζουμε.

*Από τη συλλογή “Ακούγοντας δάση”, Εκδόσεις Βίργκω.