Η πρώτη φράση του ποιήματος
κοστίζει ακριβά
όταν το υπόλοιπο ποίημα
δεν έχει ακόμα αρχίσει.
————————-
Δεν έχει ακόμα αρχίσει
όταν το υπόλοιπο ποίημα
κοστίζει ακριβά
η πρώτη φράση του ποιήματος.
Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το ερπετό
της ψεύτικης ημέρας
κι απ’ τον αρχαίο τρόμων τον κατασπαραγμό,
γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η μέρα πέφτει
από το λόφο σε απροσμέτρητο βυθό∙
έχω ποθήσει να ξεφύγω
απ’ των χαιρετισμών
το πήγαινε-έλα. Ο άνεμος
γέμισε πνεύματα, πνευμάτων ήχους το χαρτί,
βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.
Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι∙
λίγη ζωή περισωσμένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού μου φόβου αποκαΐδι
ανάερα σκάζοντας και μ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια μου σμιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα με τσάκιζε αμέσως του θανάτου το φτερό;
Δεν φοβάμαι μην πεθάνω απ’ αυτά,
μισά συμβάσεις, ψέματα τ’ άλλα μισά.
I have longed to move away
From the hissing of the spent lie
And the old terrors’ continual cry
Growing more terrible as the day
Goes over the hill into the deep sea;
I have longed to move away
From the repetition of salutes,
For there are ghosts in the air
And ghostly echoes on paper,
And the thunder of calls and notes.
I have longed to move away but am afraid;
Some life, yet unspent, might explode
Out of the old lie burning on the ground,
And, crackling into the air, leave me half-blind.
Neither by night’s ancient fear,
The parting of hat from hair,
Pursed lips at the receiver,
Shall I fall to death’s feather.
By these I would not care to die,
Half convention and half lie.
Εκείνος που χάσκει λαμαρίνες
Εκείνος που περπατά κάτω από βροχή
σαπισμένων μορμόνων
Που κάνει κουβαρίστρες από μαλλιά οιωνοσκοπήσεων
Σε διχάλα λάβας ρίχνει τρύπιες κάλτσες
και αρβύλες από κάρβουνο
Εκείνος που κατρακυλά στο πταίσμα της νεύρωσης
και γλυκαίνει την κουβέντα με έκζυμα μαρουλόφυλλων
Εκείνος που αναδύεται από στοίβες κοπριάς
Ηγείται ενός στρατού από τραπεζομάχαιρα
Σταυροφόρος που χτυπά ροζ ελέφαντες
και πούτσες μπλε
Εκείνος ο απροσμέτρητα αειθαλής διώχτης κοσμογονιών
Ο πατέρας μιας φυλλοβόλου κόρης
Την ώρα που η λάμψη των αντικειμένων διαθλάζεται
Εκείνη την ώρα εκείνος πεθαίνει
Επωδός
Καιρός φέρνει τα λάχανα…
Ενώ, ένας πόλεμος στο κελλάρι σας ΤΩΡΑ γεννιέται!
Όταν ξεμένει
κι όταν ξεμένω και εγώ
– και δεν είναι λίγες οι φορές
που συμβαίνει κάτι τέτοιο –
με την μάνα μου
καπνίζουμε
από μισό τσιγάρο. Το σπάζει
στη μέση και
καπνίζουμε. Και όπως κάθε
Μάνα
που προσέχει τα παιδιά της
μου δίνει το κομμάτι
που κρατά το φίλτρο.
Εντάξει… νοιώθω λίγο ριγμένος
με τη μοιρασιά
αλλά απ’ την άλλη
Τί να πεις; μάνα μου
είναι.
Πάλι καλά
που δεν
καπνίζει και η αδερφή μου
να λέω!
βρέχει
συνέχεια βρέχει
και δε μπορούμε μια απεργία της προκοπής
χωρίς ομπρέλες και βραχνούς τηλεβόες
συνέχεια βρέχει
σκυφτοί να μην μπαίνουν σταγόνες στα μάτια
μην πουν πως δακρύσαμε
λυγίσαμε κι ακόμα δεν άρχισε το πάρτυ
στους δρόμους κάθε μέρα πιο πολλοί
μ’ ότι έχουμε από σκεπάσματα
χαρτόκουτα κι ένα ποτήρι για ψιλά
όπως και να γραφτεί το ΠΕΙΝΑΟ φοβόμαστε
κι ούτε μια απεργία
η μάνα λέει μας κοστίζει φαΐ για τρεις μέρες
ο πατέρας παλιός δεξιός πού να τρέχει
συνέχεια βρέχει
πονάει η φωνή μας
τη χρωματίσαμε να δυναμώσει
μα εκείνη τίποτα
ψελλίζει μόνο
τελευταία φωνήεντα σε συνθήματα έτοιμα
ούτε που τα πιστεύει πια
έτσι για τη συνήθεια
για την εκτόνωση και πάλι μέσα
σαν τελετουργικό παλιό
εκκλησιασμός την κυριακή
άοπλοι δον κιχώτες και προφανώς
ο βασιλιάς είναι γυμνός και ΠΕΙΝΑΟ
τόσο αλήθεια που άγονη πια
και βρέχει συνέχεια βρέχει
αν είχε ήλιο τουλάχιστο θα κάναμε τη βόλτα μας
θα βλέπαμε και φίλους
τα εργοστάσια έκλεισαν
ποια απεργία
η πόλη κοιμάται
σιγά με τους κρότους σας
τώρα που συνηθίσαμε τους πόνους
απεργούμε απ’ τη ζωή
κι όλο βρέχει
*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το Ονειροσφαγείο” εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.
Η μέρα προσπαθεί να γυρίσει τη σελίδα της
-υπάρχουν όρκοι στον πρόλογο-
…
Αυτή η ιστορία είναι θλιβερή, αλλά για να την πω είναι όμορφη.
…
Τη νύχτα, η αγάπη θα βρίσκεται κάτω από ένα σάλι.
που θα κρατά τα αρώματα καλυμμένα
σε άνθιση.
Και η ομορφιά θα λιώνει τα χρυσά λόγια.
…
Αλλά αύριο το πρωί…
ακόμα κι αν το φεγγάρι αρνηθεί να πεθάνει,
η σελίδα που μόλις γύρισε…
μόλις σκίστηκε.
Κι αυτές που αγάπησαν στα Κύθηρα
Κι αυτές που κοιλοπόνεσαν στις Θήβες
Κι αυτές που γέννησαν στα λαϊκά νοσοκομεία
μίσχο, φύλλο, ανθό και πέταλο
την άλογη
την εξαυλωμένη
την καβαλημένη φύση