Χανς Μάγκνους Έντσενζμπέργκερ: Ενθυμούμενος την κακιά στιγμή

Το πρωινό του οικτιρμού που κυλάει στα μέλη σου
σαν λουμπάγκο –
η μέρα που γελοιοποιήθηκες για πάντα –
το απόβραδο εκείνο που κείτεσαι στο πάτωμα
με ματωμένη μύτη –
η ώρα που ανακαλύπτεις πως για δεκατέσσερα χρόνια
εννιά μήνες και δύο εβδομάδες έσφαλλες –
το λεπτό εκείνο που η ίδια σου η κόρη
σε βλέπει σαν ξένο –
η στιγμή που μπορείς να φανταστείς την αιχμή
του μαχαιριού στην πλάτη σου –
η στιγμή που βρίσκεις το αποχαιρετιστήριο γράμμα
στο τραπεζάκι της κουζίνας –
το δέκατο του δευτερολέπτου που η χιονοστιβάδα
κάτω από τα πόδια σου αρχίζει να κυλάει –
και πριν και μετά
όλες εκείνες οι αδιανόητα απειράριθμες στιγμές
που δεν σου καιγόταν καρφάκι.

Μτφρ.: Γιωργος Πρεβεδουράκης

“Η ιστορία των νεφών και άλλα ποιήματα” Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2016.

Sylvie, Λανόμι

Πάνω κάτω πάνω κάτω μες στη ζέστη στη φαβέλα
πιτσιρίκια στα Πατήσια βγαίνουν σέντρα σαν σε τέρμα
και φιλάνε τη φανέλα
μ’ ένα όνειρο τρελό μας και φύγουν απ΄την τρέλα
Γράφω ρίμες σε μια χλωρά που μου μοιάζουν όλα ξένα
και ρωτάω αν το γκάζι στο Γιαμάχα πάει τέρμα
Σ’ ένα δρόμο μια ευθεία τρέχω στάνταρ με δευτέρα
προσπαθώ να καταλάβω τι σκατά έχω στην τσέπη
αυτοκόλλητα, ψιλά μου σκιστήκαν απ΄ τη ζέστη
Σου ‘χα πει πως στο Μιλάνο δε θα δεις ποτέ τ’ αστέρια
τώρα φεύγω μακριά μπας και γίνω με αέρα
Μου ‘χες πει πως η Αθήνα θα ‘ναι πάντα εδώ για μένα.

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν, τεύχος 32, Χειμώνας-Άνοιξη 2025.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου & Ελένη Κοφτερού, Έρωτας είναι; (Τάνκα 5-7-5 & 7-7)

i.
Η νύχτα τούτη
μου γνέφει ερωτικά
φεγγάρι εσύ!
Τι κρίμα που δεν μπορώ
σε σκάλα να ανέβω.

ii.
Γυμνές πατούσες
η θάλασσα θωπεύει
έρωτας κύμα.

Άραγε πλημμυρίδα
ή άμπωτη και βράχος;

iii.
Δήγμα του πάθους
η ζωή της ζωής μου
μονάχα εσύ.

Έρωτας παραμύθι
τέλος απροσδόκητο.

iv.
Νότες των πουλιών.
έρωτα δοξάζουνε
αγάπης φτερά.

Πούπουλα μελωδίες
του ανέμου λάφυρα.

v.
Άηχα λόγια
μου γνέφει ο ουρανός
του έρωτα φως.

Άγρια η ομορφιά του
πριν έρθει η ομίχλη.

vi.
Μες στον χειμώνα
του έρωτά μας ανθοί
μυστικοί δεσμοί.

Στον παγωμένο κόσμο
άνοιξη καραδοκεί.

vii.
Έρωτας φλόγα
τα πάντα αφανίζει
φύλλα και δέντρα.

Θέλω να είμαι εγώ
το αρχέγονο δάσος.

viii.
Φλογερή λάμψη
φωσφορίζει στα μάτια
έρωτα δροσιά.

Δροσοσταλίδες νωπές
στα χείλη σου γλιστρώ.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: ένα έτσι

Μας απειλούν.
Λένε πως θα μας πάρουν και τη νύχτα.
Πως θα ξορκίσουν το μυστηριακό της πέπλο.
Πως το σκοτάδι θα γεμίσουν φως.
Τους κοιτώ με απορία
Όταν κουρδίζουν τα ρολόγια στην καρδιά τους
Όταν τυλίγουν με πλαστικό τα συναισθήματα τους.
Όταν κυριολεκτούν την στιγμή που όλα γύρω
ανθίζουν.
Αλίμονο, αγάπησα τις φωνές που τραντάζουν το σύμπαν.
Τις αγκαλιές που γεννούν τα αστέρια
Και εσένα.
Ας απειλούν όσο θέλουν.
Δεν θα νιώσουν άλλωστε ποτέ
Το φίλημα του φεγγαριού στο μέτωπό τους.

*

Όλες μου οι αστοχίες, μούστος
που τη ζωή ωριμάζει
σε δρύινο βαρέλι.
Τις νύχτες, γλεντώ τα λάθη μου’
σχεδιάζοντας τα αυριανά.
Σκοντάφτοντας άλλωστε
από το ένα στο άλλο
έφτασα εδώ.
Λέω να συνεχίσω έτσι.
Τα δευτερόλεπτα καμπυλώνουν
τυλίγοντας το φεγγάρι.
Τα χείλη της πιο μακριά΄από αυτό,
και τώρα που δεν έχει γυρισμό
μοσχοβολάνε στίχοι ποιητών
στο ποτήρι μου.
Γύρεψα στην ζωή την έκσταση
και πίστεψα κάθε μου λάθος
σε όλη του την έκταση

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Τρία ποιήματα

Artwork: Francis Bacon

*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από τη νέα ποιητική συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου, “Ο εμφύλιος του λόγου”, που πρόκειται να εκδοθεί σε λίγο από τις Εκδόσεις Βακχικόν.

Ο εμφύλιος του λόγου

Στο βασίλειο της σιωπής
η επίσημη γλώσσα
δεν μιλιέται.
Γράφεται, ξεχνιέται,
κοιμάται σε χαρτιά που κιτρινίζουν.

Οι υπήκοοι στο βασίλειο της σιωπής είναι σκέψεις
όλων των ειδών,
απειλητικές, θωπευτικές για την ύπαρξη,
αλληλοσπαρασσόμενες κάποιες φορές.
Όταν φουντώνει μέσα μου
ο εμφύλιος του λόγου.

Όταν φουντώνει μέσα μου
ο εμφύλιος του λόγου
πεινάω για άνθρωπο.

*

Οι μέρες του κυρίου Β.

Είναι χωματένιες
και οι νύχτες του επισκέψεις σε όνειρα
τα απογεύματα του ραμμένα με τα απογεύματα άλλων πολλών
και όταν φεύγει δε μπορεί να τα παίρνει μαζί του.
Αναπαύεται πάνω σε ξένους στίχους
πιάνει την αλήθεια τους στο χέρι
να δει αν το ύφασμα που τρίζει
είναι ταφτάς
Κάπου κάπου
Νεκροί σηκώνουν ψηλά
τις ζωές τους
και τις αφήνουν να πέσουν
φθινοπωρινά φύλλα
στην αυλή του κυρίου Β.
Κι αυτός συμπονετικός ,ακούραστος
σκουπίζει τα νεκρά φύλλα απ’ την αυλή
να μην γλιστρήσει πάνω τους η ζωή και πέσει.

*

Τα δοχεία της σιωπής

Και τα δοχεία της σιωπής άδειασαν
και βγήκε ένα σκουρόχρωμο υγρό
λέξεις εν σήψει
περιττώματα λόγου
ήταν μια γλώσσα σκοτεινή
που φτιάχτηκε από απογόνους σιωπής
και καταπατητές της φαντασίας.
Το τοπίο αν είχε χέρια
θα τα σήκωνε ψηλά

σε απελπισία ή προσευχή ή και το ένα να ακολουθεί το άλλο
με αυτή τη σειρά
πρώτα απελπισία και μετά σιωπή.
Ο άνθρωπος αν είχε πεδιάδες
δε θα χρειαζόταν να τον ανεβαίνουμε,
εύφορες πεδιάδες λόγου εννοώ αν είχε
αν μιλούσε δηλαδή
δε θα χρειαζόταν να τον ανεβαίνουμε ασθμαίνοντες
για να πέσουμε από την ψηλότερη κορφή.
Τα είπαμε όλα.
Λογικά και παράλογα.
Ουρανός μας οι χαρταετοί ενός καινούργιου κόσμου.
Τα οικόσημα του παλιού.
Συμπλέγματα.
Τα δοχεία της σιωπής άδειασαν.
Πλύθηκαν.
Και θα ξαναγεμίσουν.

Παναγιώτης Μηλιώτης, Ο ήχος του χρήματος

Πίνακας του Γιάννη Μόραλη

Φυσικά κι είναι αλήθεια – διόλου θρύλος
ότι άκουσα να πέφτει το πουγκί
μα δε θέλησα κι άλλο να σκύψω στο λιθόστρωτο –
ο λόγος; Έτσι όπως άκουσα τον ήχο του νομίσματος,
ήχος στάσιμος και νεκρικός, διαπέρασε το σώμα μου
μια ανατριχίλα, φόρτισε τη μνήμη κι άστραψαν βιώματα·
δεν ξέρω πώς αλλά ζωντάνεψαν
ίσως για πρώτη μου φορά ατόφιες
οι σκόρπιες εντυπώσεις μιας αλλόκοτης ζωής
ήταν π’ αναγνώρισα στον τόνο εκείνου του ήχου
τον ίδιο τόνο που ’χαν οι φωνές εχθρών και φίλων
κι είδα στα μάτια του καθενός
το μίσος να λάμπει για τον άλλον –
Ω! Τι άγρια που ’ναι τα πάθη
για τα πρωτεία και την περιουσία.

Αθανασία Δρακοπούλου, 25η Μαρτίου – Εθνικόν και Θρησκευτικόν Πανηγύριον

Αηδίασα πια να βαδίζω σε τόπους στεγνούς,
να βλέπω σημαίες να ξεφτίζουν στον άνεμο
παιδιά να χτυπούν τα πόδια ρυθμικά,
δίχως να ξέρουν το γιατί.

Αηδίασα
οι ήρωες έγιναν πέτρινα αγάλματα,
τα ονόματά τους σκαλισμένα σε πλατείες
που κανείς δεν σταματά να διαβάσει.
Ο πυρετός ανεβαίνει,
καθώς οι ρήτορες τσακίζουν τη γλώσσα
με λόγια παλιά,
που μοιάζουν με βόλια σκουριασμένα.

Σήμερα ο Αρχάγγελος δίνει το σύνθημα
κι ο μπακαλιάρος τηγανίζεται εις ανάμνησιν του θαύματος.
Εικοσιδύο ευρώ ο μπακαλιάρος σκορδαλιά
και η ρομφαία του Αρχαγγέλου
ενέχυρο για το κόκκινο δάνειο.

Πήρε απόγευμα κιόλας
και οι παρελάσεις σβήνουν σιγά σιγά
μες στη βουή της πόλης.
Τα παιδιά ξεκουμπώνουν τα πουκάμισα,
οι μανάδες γυρίζουν στους νεροχύτες,
και οι πολιτικοί βγάζουν τις κορδέλες,
τις διπλώνουν τακτικά
για να τις ξαναφορέσουν του χρόνου.

Ο θάνατος κάθεται σκυφτός
στις παρυφές της ιστορίας,
τα καράβια στο Αιγαίο βουλιάζουν σιωπηλά
και οι προσευχές για δικαιοσύνη
πέφτουν στο χώμα
σαν βροχή που δεν ποτίζει τίποτα.
Έτσι για το έθιμο των ημερών
γράφουμε κι ένα ποίημα κουτσό
να καθαρίσει τη συνείδηση μας
στις ράγες των τρένων.

Nikola Madzirov, Δύο ποιήματα

Πολλά συνέβησαν

Πολλά συνέβησαν
ενώ η Γη στροβιλιζόταν στο
δάχτυλο του Θεού.

Καλώδια ελευθερώθηκαν
από πυλώνες και τώρα
συνδέουν τη μια αγάπη με την άλλη.
Σταγόνες από τον ωκεανό
ήρθαν και στάθηκαν πρόθυμα
πάνω στους τοίχους των σπηλαίων.
Τα λουλούδια διαχωρίστηκαν
από τα μεταλλικά στοιχεία και αποχώρησαν
ακολουθώντας το άρωμα.

Από την πίσω τσέπη κομμάτια χαρτιού
άρχισαν να πετούν στο ευάερο δωμάτιό μας:
άσχετα πράγματα που ποτέ δεν
θα κάναμε εκτός και αν
κάποιος τα είχε σημειώσει.

*

Ο ουρανός ανοίγει

Κληρονόμησα ένα σπίτι χωρίς αριθμό
με πολλές ερειπωμένες φωλιές
και ρωγμές στους στοίχους σαν τις φλέβες
μιας ερωμένης που ερεθίζεται.
Εδώ κοιμάται ο άνεμος
και τα λόγια συνοπτικών
απουσιών. Είναι καλοκαίρι
και γύρω πλανάται το άρωμα του πατημένου θυμαριού.
Οι μοναχοί τελειώνουν τις προσευχές με το κομποσκοίνι,
ο ουρανός ανοίγει και δημιουργεί ένα ρεύμα αέρα
στις ψυχές μας.
Τα δέντρα είναι πράσινα, εμείς είμαστε αόρατοι,
και μόνο έτσι διακρίνονται:
τα αγέννητα παιδιά μα και η νύχτα
που κάνει τους αγγέλους
αγνότερους.

*Από το βιβλίο “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, Εκδόσεις Θράκα, 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.

Ετοιμάζεται από τις εκδόσεις «Περισπωμένη» και θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο

Γιώργος Κοζίας, Τι Αιώνα κάνει έξω;

Ο Γιώργος Κοζίας ολοκληρώνει την ποιητική τριλογία που ξεκίνησε με το μαχητικό «Πολεμώντας υπό σκιάν…», το 2017, συνεχίστηκε με τον «θαρραλέα αιρετικό» «Εξάγγελο», το 2021 και κορυφώνεται με τη συλλογή «Τι Αιώνα κάνει έξω;».

Badr Shakir al-Sayyab (1926-1964), Η τελευταία μέρα των τυράννων

το τραγούδι ενός Άραβα επαναστάτη
από την Τυνησία στη συντρόφισσά του

– «Εις το επανιδείν» η υπόσχεση έμεινε
ανεκπλήρωτη

μα το αύριο συνεχίζει
το προσεχές αύριο των επαναστατών
χέρι χέρι μέσα απ’ τις φλόγες
θα ανεβούμε την υψηλή κορφή
τα μαλλιά σου είναι ένας κάμπος
που στόλισε το δειλινό
με τ’ άνθη του τα πορφυρά
καθώς βλέπουμε τον ήλιο να ξεμακραίνει
πίσω απ’ τους λόφους,
ανάμεσα στις σκιές
αιωρείται σαν σπασμένο φτερό
πάνω από έναν σωρό από συντρίμμια
πάνω από έναν κόσμο παλιό
που έφυγε χωρίς επιστροφή
η τελευταία του λάμψη.
Μου λες: «Είδες άραγε τ’ αστέρια;
Πρόσεξες ποτέ ν’ ακτινοβολούν έτσι
πριν απ’ αυτή τη βραδιά;
με τέτοια λάμψη και διαφάνεια;»
Μου λες: «Είδες άραγε τ’ αστέρια;
Πώς ξεπρόβαλλαν πριν απ’ αυτή τη βραδιά;
Πάνω σ’ έναν κόσμο λερωμένο με αίμα
με αίμα φτωχών και αθώων!»
Μου λες: «Είδες άραγε τ’ αστέρια
να λάμπουν πάνω στη γη μας,
ελεύθερη για πρώτη φορά;»
Ναι. Χθες σαν γύρισα να σε κοιτάξω
μου φάνηκε πως τα είδα,
σε μια ενόραση στα μάτια σου.
Και αν ο ορίζοντας φωτίζεται με την πυρκαγιά,
η φυλακή γκρεμίζεται κι ο δρόμος ξεπροβάλλει,
με θέρμη αναζωπυρώνει τους ίσκιους
το πρόσωπό σου με τη γαλήνια λαχτάρα.
Λες: «Εμείς είμαστε η αρχή του δρόμου
εμείς που αποστάξαμε τη ζωή
από τη σκληρότητα του βράχου
που μάτωσε απ’ τα μέτωπά μας
και ρούφηξε το υγρό των χειλιών,
από το θάνατο στην εξαθλίωση των φυλακών·
από τη μιζέρια, από τις άδειες κοιλιές,
για τις ερχόμενες γενιές.
Δικό μας το ανατέλλον άστρο
το λαμπρό αυριανό ξημέρωμα
και τα κόκκινα δειλινά».

Ο ύμνος της βροχής
Τα μάτια σου είναι φοινικόδασος
την ώρα της αυγής
ή δυο μπαλκόνια
απ’ τα οποία ξεμακραίνει η σελήνη
Τα μάτια σου όταν γελούν,
βλασταίνουνε τ’ αμπέλια
χορεύουνε τα φώτα…
μικροσκοπικά φεγγάρια σε ποτάμι
που σείει κατάκοπα το κουπί την ώρα της αυγής
σαν να πάλλονται τ’ αστέρια
στο βάθος των ματιών σου
και να βυθίζονται σε ομίχλη μιας λύπης διάφανης
σαν να άπλωσε τα χέρια του
το δειλινό πάνω απ’ τη θάλασσα
με τη θαλπωρή του χειμώνα
και το ρίγος του φθινοπώρου
και το θάνατο, τη γέννηση, το σκοτάδι, το φως
Ξυπνά απ’ άκρη σ’ άκρη της ψυχής μου,
το ρίγος του κλάματος
μια έκσταση ανήμερη αγκαλιάζει τον ουρανό
σαν την έκσταση του παιδιού
άμα φοβάται το φεγγάρι
σαν το ουράνιο τόξο να καταπίνει τα σύννεφα
σταγόνα σταγόνα να λιώνουν στη βροχή.
Και τα παιδιά χαχάνισαν στους αμπελώνες
και τη σιωπή των πουλιών στα δέντρα γαργάλισε
ο ύμνος της βροχής
βροχή
βροχή
βροχή
Το δείλι χασμουριέται
και τα σύννεφα συνεχίζουν να ρίχνουν ασταμάτητα
απ’ τα βαριά τους δάκρυα
σαν ένα παιδί που άρχισε να παραληρεί
πριν κοιμηθεί
αναζητώντας επίμονα τη μάνα του
που ξύπνησε έναν χρόνο πριν,
αλλά δε βρήκε,
και του είπαν: «μεθαύριο θα έρθει» –
δεν υπάρχει περίπτωση· θα έρθει
ακόμη κι αν οι φίλοι σιγοψιθυρίζουν
πως αυτή βρίσκεται εκεί
δίπλα στο λόφο, κοιμάται τον αιώνιο ύπνο
τρέφεται απ’ το χώμα και πίνει τη βροχή·
σαν έναν ψαρά θλιμμένο που μαζεύει τα δίχτυα
βλαστημά το νερό και την τύχη του
και σκορπά τα τραγούδια στο μέρος
που σβήνει το φεγγάρι
βροχή
βροχή
Άραγε ξέρεις τη θλίψη που φέρνει η βροχή;
Πώς οι υδρορροές κλαίνε γοερά στην καταιγίδα;
Πώς ο μοναχικός νιώθει χαμένος;
Χωρίς τέλος – σαν το χυμένο αίμα,
σαν τους πεινασμένους,
σαν την αγάπη, σαν τα παιδιά,
σαν τους νεκρούς είναι η βροχή!
Τα μάτια σου με περιδιαβαίνουν με τη βροχή
και μέσα απ’ τα κύματα του Κόλπου
οι αστραπές σκορπίζουν
αστερίες και όστρακα στις ακτές του Ιράκ
σαν αυτές να θέλουν να ανατείλουν
μα η νύχτα τις καλύπτει με πανωφόρι αιμάτινο.
Φωνάζω στον κόλπο: «Εσύ, Κόλπε,
εσύ που χαρίζεις τα μαργαριτάρια,
τα όστρακα και το θάνατο!»
για να επιστρέψει η ηχώ
σαν αναφιλητό
«Εσύ, Κόλπε,
εσύ που χαρίζεις όστρακα και θάνατο»
Σχεδόν ακούω το Ιράκ να συλλέγει τις βροντές
να συσσωρεύει τους κεραυνούς
στις πεδιάδες και στα βουνά
κι όταν τυχόν οι άντρες σπάσουν τα δεσμά
δε θ’ αφήσουν οι άνεμοι από τη φυλή Θαμούντ
ίχνος στην κοιλάδα.
Σχεδόν ακούω τα φοινικόδεντρα
να ρουφούν τη βροχή
κι ακούω τα χωριά να κλαίνε με λυγμούς,
και τους μετανάστες
να παλεύουν με τα κουπιά και τα ιστία,
τις θύελλες του Κόλπου, τις βροντές, τραγουδώντας
βροχή
βροχή
βροχή
Στο Ιράκ υπάρχει πείνα.
Η εποχή του θερισμού
σκορπά τις σοδειές εδώ κι εκεί
για να χορτάσουν τα κοράκια και οι ακρίδες
Οι σιταποθήκες αλέθουν και πέτρες
πετρόμυλοι που περιστρέφονται στα χωράφια
με ανθρώπους τριγύρω
βροχή
βροχή
βροχή
Πόσα δάκρυα χύσαμε τη νύχτα της αναχώρησης
μετά προφασιστήκαμε –φοβούμενοι την επίπληξη–
τη βροχή
βροχή
βροχή
Απ’ όταν ήμασταν μικρά,
ο ουρανός συννέφιαζε το χειμώνα
κι έπεφτε βροχή
και κάθε χρόνο –όποτε βλασταίνει η γη– πεινούσαμε
δεν έχει περάσει χρονιά στο Ιράκ χωρίς πείνα.
βροχή
βροχή
βροχή
Σε κάθε σταγόνα βροχής
κόκκινη ή κίτρινη
απ’ τα μπουμπούκια των λουλουδιών
σε κάθε δάκρυ των πεινασμένων και των γυμνών
σε κάθε σταγόνα που χύθηκε
απ’ το αίμα των δούλων
υπάρχει ένα χαμόγελο
εν αναμονή καινούργιου τόπου
ή μια ρώγα που ροδίζει
στο στόμα του νεογέννητου
στον κόσμο του νέου αύριο, του ζωοποιού
βροχή
βροχή
βροχή
Θα βλαστήσει το Ιράκ με τη βροχή.
Φωνάζω στον κόλπο: «Εσύ, Κόλπε
εσύ που χαρίζεις τα μαργαριτάρια,
τα όστρακα και το θάνατο!»
Μα επιστρέφει η ηχώ
σαν αναφιλητό
«Εσύ, Κόλπε,
εσύ που χαρίζεις τα όστρακα και το θάνατο»
Μα ο κόλπος σκορπίζει τα δώρα του άφθονα
στην άμμο: τον αλμυρό αφρό, τα όστρακα
και ό,τι έχει απομείνει
απ’ τα κόκαλα κάποιου απελπισμένου,
πνιγμένου μετανάστη
που συνέχιζε να αργοπίνει το θάνατο
απ’ τα νερά του Κόλπου και του βυθού,
και στο Ιράκ χίλια φίδια πίνουν το νέκταρ
κάποιου άνθους θρεμμένου
με δροσοσταλίδες απ’ τον Ευφράτη
και ακούω την ηχώ
να ταράζει τον Κόλπο
βροχή
βροχή
βροχή
Σε κάθε σταγόνα βροχής
κόκκινη ή κίτρινη
απ’ τα μπουμπούκια των λουλουδιών
σε κάθε δάκρυ των πεινασμένων και των γυμνών
σε κάθε σταγόνα που χύθηκε
απ’ το αίμα των δούλων
υπάρχει ένα χαμόγελο
εν αναμονή καινούργιου τόπου
ή μια ρώγα που ροδίζει
στο στόμα του νεογέννητου
στον κόσμο του νέου αύριο, του ζωοποιού
Και η βροχή πέφτει.

*Μετάφραση–επιμέλεια: Ευτυχία Κατελανάκη.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Η Σπορά”, εξαμηνιαία έκδοση του Μετώπου Αριστερών Συγγραφέων, Τεύχος 3, Μάρτης 2025.