Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

MONΑΧΙΚΟΣ ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ

Ένας αητός ο χρόνος
τα αιμοβόρα νύχια
στο συκώτι μου κάρφωσε.

Τα μάτια του στάζουν φωτιά.
Γιγάντιες φτερούγες σκοτεινές
φυλλομετρούν
τις μέρες.

Μα ’γω
δεν είμαι Προμηθέας
να βαστάξω
αγέρωχα τα μάτια να στυλώσω
στον Δία
μ’ απειλές.

Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι.
Μονάχα που
τ’ αγκάθια μου
ανάποδα φυτρώνουν
και
σπαράσσουν τις σάρκες μου.

***

ΕΑΡΙΝΟ

Στη μητέρα μου

Ήρθε δακρύζοντας από τα μάτια μια στέρεη θύμηση.
Τα χέρια της γυμνά κλαδάκια σκεπασμένα χιόνι
και η φωνή της ράγιζε από το βάρος της λύπης.

Κάθισε αντίκρυ μου
κι ακούμπησε το χέρι στο μάγουλο
έτσι όπως τις στιγμές της ξέγνοιαστης νιότης.

«Υπήρξες ποτέ νέα, μητέρα;»
Ήθελα να της πω.
Μα η φωνή δεν έβγαινε.

Κι αυτό το «μητέρα» μου φάνηκε ξένο.

Το ’ξερα πως ζητούσε την άδεια
τώρα που έσερνε την αρρώστια μέσα στα δυο πελώρια μάτια
να γίνει ξανά το κοριτσάκι με τη μακριά πλεξούδα
να ’ρθει στα χέρια της μάνας του
να κλάψει.

*Από τη συλλογή “Τα γυάλινα μάτια των ψαριών”, Εκδόσεις Βακχικόν, Φεβρουάριος 2016.

Έφη Καλογεροπούλου, Δύο ποιήματα

Δεν θυμάται
γιατί δεν θέλει να θυμάται.
Βαδίζει διαρκώς –
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε, αυτό έχει σημασία,
και συνέχιζε
ανάμεσα στο πλήθος,
να διασχίσεις την έρημο, έλεγε.

Με προορισμό το δρόμο
αναζητώντας λίγη σκιά
δεν είχε παρά τον ίσκιο του
μονάχα.
*
Βάδιζε
λες κι ένα τζάμι κάτω από τα πόδια του
θύμιζε διαρκώς το βάρος.
Άξαφνα
το δίχτυ της βεβαιότητας υποχώρησε
ο πάγος έσπασε
νερό γέμισε η τρύπα
και πνιγμένους.

***
Κι άνθιζε μέσα του κι αισθάνθηκε
πως κυλούσε ανάμεσα σε πέτρες, ρίζες, φύλλα.
Άνθρωπος από νερό, άνθρωπος από νερό!
φώναζαν τα παιδιά.
Κι αυτός;
Πώς έσβησε τη δίψα του;
Ξεδίψασε άραγε ποτέ;
Το χώμα ξέρει
το χώμα γνωρίζει
τα νερά θυμούνται.

Το νερό ξεπλένει τους λεκέδες.
*
Άρρωστος από μίσος
πιο νεκρός κι από νεκρό
αυτός που στο μάτι του ζώου
θάνατο βλέπει και ποτέ την αθωότητα.
Σε ξέρα ριγμένος
βυθισμένος στα πνιγμένα του νερά
αυτός που δέρμα αλλάζει κι από φίδι πιο γρήγορα
πουλί να γίνει θέλει με δανεικά φτερά.

*Από τη συλλογή “Έρημος όπως έρωτας” (σε δίγλωσση έκδοση, σε αγγλική μετάφραση Γιάννη Γκούμα, αν και εδώ προτιμήσαμε την ελληνόγλωσση εκδοχή) Έκδοση Ποιείν, Απρίλιος 2015.

Ελευθεριακός, Ομιλίες

Μου μιλούσες
κάτι έλεγες για χθες
είχα το νου μου
στα παρατημένα σύννεφα
που διέσχιζαν τα μάτια σου

Μού μιλούσες
για φιλία κραύγαζες
έβλεπα το μέλλον αποκαμωμένο, κουτσό, μέσα στη χάση του

Μού μιλούσες
τα χάπια κύλησαν στον ουρανό
τα σύννεφα ναρκώθηκαν
η σιγή εκπυρσοκρότησε

Mου μιλούσες
είχα φύγει
το χαμόγελό σου είχε πια φωλιάσει στα δάκρυά μου
η γη στεκόταν αποσαρκωμένη
γυρνούσε γύρω από την λύπη της
ανάδευε τα έγκατά της
με τον καιρό ξιφομαχούσε

Σου μιλούσα
σεισμόί οι λέξεις
μα άψυχη, πώς να ακούσεις;

*Από εδώ: http://skotadikaifws.blogspot.com/2018/06/blog-post_28.html Το τραγούδι που συνοδεύει την ανάρτηση είναι δική μας επιλογή.

ολοένα πιο άμοιρα τα γράμματα

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ολοένα πιο άμοιρα τα γράμματα
πιο ακέραια τα πρόσωπά μας
πιο δίκαιη η ευτυχία
του να πεθαίνεις μόνος
ή να αφανίζεις ένα ολόκληρο είδος
στο στιγμιότυπο μιας οθόνης
πιο σύγχρονο το αίμα
βαθαίνει τους χάρτες
μηνύει την αθωότοτητα
οργανώνει το επόμενο θύμα
ενός οποιουδήποτε πολέμου
η νίκη είναι καταστροφή
η ήττα είναι εγκληματική πράξη
πιο κερδοφόρα στο μέλλον
πιο μέλλον η ανυπαρξία
της εκάστοτε ιστορίας
πιο αβέβαιη η πληγή
η επαναφορά στην θνητότητα
η σιγουρία της θλίξης
ενός κόσμου ελεύθερου
κι ολωσδιόλου αδιανόητου
γεννημένου να καταρρέει
στο πρώτο και στο τελευταίο φιλί
πιο όμορφος απ’ τον καθένα μας

View original post

Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, IV – Μιλιέται

να μπει μια στάλα μέσα
να μπει μια στάλα έξω
μπαίνει
«βγαίνει»
η ευδαιμονία του σάλου της
αφηνιάζει
το πάθος της ανύπαρκτης θύρας
διατρανώνοντας

τους ερωτικούς της —
αχ

ποτέ δεν μπαίνει
ποτέ δεν βγαίνει
ποτέ δεν μιλιέται

«κάποτε»
προϋπάρχει

τα χρονικά
ακούγονται
χοές της
όμως δεν λείπεται
δεν τείνει

στο βράχο βράχος
στην αύρα αύρα
ζώο στο ζώο
στο Ταίναρο Ταίναρο
γραφή στη γραφή
στον Προκρούστη Προκρούστης

δεν σώνεται

αρνητικά δεν κρατιέται
στο όνομα όνομα
ορμή στην ορμή
στο άγγιγμα άγγιγμα

ξημερωμένη στην ξημερωμένη…

…δεν
αντι-λαλεί
καταφατικά δεν κρατιέται
στον Ιωνά Ιωνάς
στο σάλο σάλος
πτώση στην πτώση

κι αντάμωμα στα μετασεισμικά λιμάνια
αντάμωμα
στουε μετασεισμικούς σεισμούς

αυτή η υπερηφένεια
που δε σβήνει
και φυσικα
δεν λέγεται – ομφαλοφόρα στην πλώρη
άγναντη

στην πρόθεσή της
να
Είναι
άκτητη

*Από τη συλλογή “…ύστερα θα καούν τα σάλια”, Εκδόσεις Ηριδανός, Μάης 2010.

Άννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Τις Κυριακές, όταν ο ήλιος περπατάει πάνω τους
γεννιέται ένας χρόνος ουδέτερος

δεν δείχνει την ηλικία του,
δεν βιάζεται, δεν σπρώχνει στις στάσεις των λεωφορείων,
ορκίζεται πως είναι τόσο ασάλευτος
όσο φαίνεται
ορκίζεται πως τίποτα δεν υπονοεί.

Σαν χθες ήταν που τον κατοικούσε μια πρωτόπλαστη λύπη
και τώρα

γυαλίζουν οι σκεπές των σπιτιών
κι αχνίζει μια ομιλητική σιωπή
τέτοια που βγαίνει από σκοτεινές σοφίτες
όπου παλεύουν προαιώνια διλήμματα
εκεί που στα κρυφά μεγαλώνει ο έρωτας.

Και γίνεται αγάπη.

***

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΚΛΕΙΔΩΝΕΙ Η ΛΥΠΗ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ

Μια μικρή παύση
ανάμεσα σε δυο ανθρώπους,
στη σκιά της γλείφεις τις πληγές σου,
μετράς το μπόι σου με τους πεθαμένους
να δεις ποιος είναι πιο ψηλός στη μνήμη των ανθρώπων.
’Ολη τη μέρα χιόνιζε πάνω στη σιωπή,
μετά ήρθε ο ήλιος, έλιωσε τα χιόνια,
μα η σιωπή ήταν εκεί, άντεχε ακόμα.

Έτσι είναι σε μια αφόρητη λύπη.
Στεγνώνει το δέρμα της ψυχής, το δέρμα των ονείρων.
Αμμόλοφοι σκέψεων φυσώντας θα διαλυθούν
κι ο ξυλοκόπος των ονείρων θα διασκεδάσει την πλήξη του
πληρώνοντας σε τοπικό νόμισμα.

Τις νύχτες κλειδώνει η λύπη και φεύγει.

*Από τη συλλογή “Στρατός ξυπόλητων λέξεων”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Alex Antonopoulos, White marble

I had time to prepare for this; more time than the time that was needed, more time than the time that I wanted.
Apparently, the old clichés held some truth: White marble floor, white marble columns between the white marble walls, and I was walking; walking with my own two feet (was that flesh?) on the white marble floor, through the white marble columns between the white marble walls.
I finally saw. I saw Him? I saw Her? I couldn’t tell; the hair was white –apparently, the old clichés held some truth– but the face was too perfect to belong to sexes. Once upon, that tunic must have been white too; now there was only mud.
I still had a voice, and although my voice was trembling, I spoke.
“Tell me why.’’
God looked me in the eye.
Maybe I had used the wrong word.
“Or how.”
God approached a fish bowl. I hadn’t noticed the fish bowl before. Two purple fish were waiting inside. God’s gaze did not escape my gaze.
“If you send me to that other place, I will understand. I never claimed to be worthy.”
God grabbed the fish. They were writhing in God’s palm.
“Quite an image.” Was that impatience in my voice? “But we all had enough of poetry. Please, tell me.”
God’s palm turned to a fist; the fish were squashed. I hid my disgust with a sigh.
“I am tired. I have been tired since I was young. Just tell me.”
God was now licking the juices; all that had remained from the fish.
“Just tell me the meaning of life, and I’ll go. There must be some words.”
God stood still.
“Give me those words.”
With a sudden laugh, God kicked the fish bowl, smashing the glass on the white marble floor. God’s hand was slapping God’s face. A hysterical laugh.
“Please stop.” I was begging.
God was now screaming; kneeling on the wet marble floor.
“Please stop. I’ll keep on walking.”
I could swear that it was more than one scream. Some of those screams I had heard before.
“Is it this way? Should I go this way?” Everywhere, white fucking marble.
God was crying.
“Please shut – stop it.”
God was holding a gun. I hadn’t noticed the gun before.
God’s gaze did not escape my gaze.
God aimed at the head. Not my head.
God fired three shots; holy blood painted the marble. I ran to God, I grabbed God, I kneeled. I held the Creator in my arms.
I looked at the blood; the skull seemed okay. The skull was okay.
God’s voice –I could barely hear it amongst the sobs– the voice of a child:
“I can’t…”
“What?” My voice – the voice of a child. “What is it that you can’t?” I was holding the Creator in my arms.
God showed me the gun.
“I can’t make it work.”

*For more works by Alex Antonopoulos, please visit: http://www.alexantonopoulos.com

Νικος Σφαμένος, Καθώς νυχτώνει…

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τούτο
το βροχερό απόγευμα
ένας άνδρας απέναντι καίγεται
οι κουρτίνες κουνιούνται θλιβερά
ανασηκώνω τους ώμους και αγγίζω
τα σκονισμένα βιβλία
-δεν μου έμαθαν ποτέ τίποτα-
κι εκείνος εξακολουθεί να με κοιτά
καθώς ακούμε τη βροχή
τίποτα δεν μας ταράζει στο βυθό μας
τίποτα δεν θα συμβεί
μια γαλήνη περιφέρεται

όμως να
κάποτε ξεκίνησες αλλιώς
και ο ουρανός είχε λίγο ίσως χρώμα
μα ο χειμώνας ήρθε γρήγορα
και μας βρήκε απροετοίμαστους

και έτσι θα κοιταζόμαστε όλο το βράδυ
εγώ και εκείνος ο άγνωστος άνδρας
που καίγεται
λίγο πριν η βροχή δυναμώσει

ναι
κάποιες ζωές ξοδεύτηκαν άσκοπα

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα, Εκδόσεις «Οδός Πανός»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Σπάνια αναφερόμαστε σ’ ένα βιβλίο, που έχει κυκλοφορήσει παλιότερα και για να ασχοληθούμε μ’ αυτό, θα πρέπει να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τη αρχή μέχρι το τέλος του.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα», που κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια από τις εκδόσεις «Οδός Πανός» και μας κέντρισε το ενδιαφέρον, τόσο για την πρωτοτυπία της, όσο και για την απλότητά της.

«Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι μια ποιητική συλλογή εξ’ ολοκλήρου γραμμένη σαν τηλεγράφημα. Οι στίχοι χωρίζονται με παύλες και σύμφωνα με τον υπότιτλο είναι «πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα». Όμως, με τον τρόπο, που είναι γραμμένα τα ποιήματα, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι πρόκειται για ποίηση καθώς υπάρχει εσωτερικός ρυθμός και χαλαρή ως ανεπαίσθητη ομοιοκαταληξία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο τίτλος της συλλογής είναι λίγο παραπλανητικός. Η ποίηση της Τσαλαχούρη δεν είναι απλά επαναστατική. Είναι αναρχική, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο γράφει και τον αναλύσαμε πιο πάνω, όσο και για το περιεχόμενο των στίχων της.

Τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια είναι κυρίως κοινωνικά. Η ποιητική της συλλογή ξεκινά με το «κουτσό σκυλί από πριόνι», που όλοι το διώχνουν και «πιάνει η χολή αέρα». Στα επόμενα ποιήματα συναντάμε μια λεπτή ειρωνεία: «Από ‘δώ και πέρα θα συνιστά τρομοκρατική πράξη η δημιουργία ουράνιου τόξου», αλλά και την ελπίδα, που παραμένει ακέραια στην πάλη για μια καλύτερη κοινωνία: «Η βαρβαρότητα κατατροπώνεται από τη θέληση για ελευθερία» και αλλού: «Εκτροχιασμένα βλέμματα – Θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο συθέμελα». Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες αναφέρονται σε αρκετά ποιήματα από τα οποία ξεχωρίσαμε τα: «Πατημένα γατιά», «Το δωμάτιο του Άδη» και το συγκλονιστικό «Το αγόρι με την μάινα στον ώμο».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Αλήτις Τσαλαχούρη: «Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» είναι ένα πολύ δυνατό βιβλίο, από εκείνα, που λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και γι’ αυτό καταφέρνουν να μας εντυπωσιάσουν ευχάριστα.

*Στους συνδέσμους αυτούς θα διαβάσετε αποσπάσματα της συλλογής που δημοσιεύτηκαν στο Κόσκινο:

Αλήτις Τσαλαχούρη, Αποσπάσματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία πεζά ποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα