Μαρία Κασσιανή (Πανούτσου), Τριλογία

Artwork: Mark Rothko

soaring over the city


Στον Λεωνίδα Καζάση


Ο δρόμος που άνοιξες

Ανήμπορος λένε και με αποκαλούν σε σχηματισμούς.
Δεν βλέπω την ώρα να ξιφουλκώ το πλήθος.
Αναρωτιέμαι σε κάθε βηματισμό και κλυδωνίζομαι.
Αντάρα με και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές.
Οι μέρες ένα τρεχαντήρι που γλιστρά στην ξέρα,
Όμως τον μύθο θα κρατήσω όρθιο όπως του πρέπει.
Κι εγώ εσένα ξεχωρίζω, πρώτο ναυαγό, να ατενίζω το βλέμμα του.
Και περπατώ στα λόγια σου επάνω και ανακαλώ τα πρώτα και τα ύστερα.
Μια, μονάχη εγώ, μέχρι τη μέρα που θα δύσει για μένα ο ήλιος.
Και λέω πως ανοίγεις δρόμο — ποιον δρόμο;
Μα ένας είναι ο δρόμος.

28/11/25, Αθήνα

*
Σιωπηλή Σφραγίδα

Νομίζω πως πεθαίνω
Πεθαίνω σιγά, χαμογελαστά.
Οι ώρες μακριά σου βαραίνουν.
Νιώθω την ανημπόρια να εξαπλώνεται,
πρώτα στην ψυχή
κι ύστερα
να αφανίζει ένα-ένα τα μέλη μου.

Φόρεσα μια στολή πολεμιστή
κι από κάτω
έκρυψα τη γυμνή κοιλιά μου.
Βγήκα στον δρόμο να κλάψω,
να μη μ’ ακούσουν.
Τραγούδησα, κιόλας, ένα τραγούδι
μόνο για σένα.

Σιγά σιγά κυλάς σαν ένα ποτάμι,
σαν πάγος που λιώνει
και γίνεται νερό,
κι εγώ στο προσφέρω.

Με διάλεξες
για να αποχαιρετήσω τον κόσμο
με τον άνδρα
που λάτρεψα στα όνειρά μου.
Τώρα είναι μπροστά μου.

Πρώτα θα γονατίσω
στο στήθος του επάνω
κι ύστερα
θα λατρέψω τα σπλάχνα του.

Είμαι αδύναμη
σαν ένα σπουργίτι το καταχείμωνο,
κι όμως η δύναμη ξεχειλίζει
από τα χείλη μου,
από τις ρόγες του στήθους μου,
από τη μήτρα
που με καλεί
όχι σαν μήτρα
μα σαν θάλασσα
που κράζει τα ζωντανά της.

Έτσι με σπρώχνει να πάω.
«Πού;» τη ρωτώ.
Η μέρα κάνει τον κύκλο της.
Πέφτει ο ήλιος.
Κι εγώ
φορώ τη στολή του πολεμιστή.

10/1/26

*

Το Μελανοδοχείο

Θυμάμαι τις συμβουλές του Βίκτωρα Ουγκώ
σε ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι,
καθώς τους κοίταζε να αφομοιώνονται
όπως το φίδι την τροφή του,
ο ένας μέσα στον άλλον.
Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο,
με τις οσμές των κορμιών τους.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ, με τα άσπρα μαλλιά,
ήξερε — αλλά τι να τους πει;
Να βγουν στον ήλιο.
Να κλαδέψουν τα δέντρα.
Να φάνε τα φρούτα της εποχής
με τα χέρια πασαλειμμένα από αγάπη.

Δεν τους είπε τίποτα.
Μόνο απομακρύνθηκε,
θλιμμένος, ευχόμενος
να επιζήσουν.

Ο έρωτας που εκείνος γνώρισε
είχε τα ίδια σημάδια της αυτοκαταστροφής.
«Ας είναι ευλογημένα τα παιδιά»,
είπε μέσα του,
και πήγε να γράψει ξανά,
ακουμπώντας το μελανοδοχείο
και την πένα
με ευλάβεια.

Κι όμως, τους ζήλεψε.
Ποτέ πια δεν θα νιώσει αυτή τη φλόγα.
Ύστερα άφησε την πένα
και πήρε ένα άσπρο, άγραφο χαρτί.
Και εκεί,
σαν μια τελετή,
άδειασε το μελανοδοχείο.
Τα χέρια του μελανώθηκαν λίγο.
Θυμήθηκε πως κάποτε
είχαν μουτζουρωθεί
από το αίμα της αγαπημένης του,
καθώς του έδειχνε
το αίμα από τον κόλπο της
και χαμογελούσαν και οι δύο.

12/1/26

*


Έχω αφιερώσει ποιήματά μου σε ποιητές που έχουν υπάρξει αλλά και σε σύγχρονους ποιητές. Αναφέρω μόνο μερικά ονόματα.
Μιχάλης Κατσαρός, Λευτέρης Πούλιος, Δημήτρης Λεοντζάκος, Σταμάτης Πολενάκης, Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα, Γιάννης Αντιόχου, Αλέξανδρος  Αραμπατζής, Θεόδωρος Μπασιάκος, Βασίλης Λαλιώτης, Γιώργος Χρονάς, Άκης Παρώδης, Λεωνίδας Καζάσης. Έτσι γεννήθηκε η σκέψη να γράψω ένα δοκίμιο για την ποίηση που αφιερώνεται. Τι είδος είναι και τι ιδιότητες κατά την γνώμη μου έχει. Το δοκίμιο γράφεται.
Απόσπασμα δοκιμίου: Μαρία Κασσιανή Πανούτσου για την αφιερωμένη ποίηση
Τα αφιερωμένα γραπτά φέρουν αυξημένη ευθύνη και ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ευθύνη αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον λόγο: τη στιγμή που ένα κείμενο αφιερώνεται, παύει να είναι αυστηρά αυτοαναφορικό. Το «εγώ» του γράφοντος δεν δικαιούται πια να κυριαρχεί, αλλά καλείται να μετακινηθεί, ώστε ο λόγος να παραμείνει χώρος φιλοξενίας και όχι ιδιοποίησης του άλλου.
Παράλληλα, η αφιέρωση εισάγει μια απαιτητική σχέση με τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δεν προσκαλείται να παρακολουθήσει μια ιδιωτική χειρονομία, αλλά να αναγνωρίσει την παρουσία ενός τρίτου προσώπου μέσα στο κείμενο. Όχι ως όνομα ή αναφορά, αλλά ως ίχνος ύφους, στάσης και ηθικού βάρους. Όταν αυτό το πρόσωπο δεν καθίσταται αναγνωρίσιμο, η αφιέρωση καταρρέει και ο λόγος επιστρέφει αυτάρεσκα στον γράφοντα.
Έτσι, η αφιέρωση λειτουργεί ως δοκιμασία ωριμότητας: περιορίζει το «εγώ», απαιτεί ακρίβεια από τον λόγο και ζητά δικαιοσύνη απέναντι σε εκείνον που απουσιάζει αλλά υπονοείται. Η αφιέρωση δηλαδή αυξάνει το βάρος του λόγου, επειδή περιορίζει την αυθαιρεσία του γράφοντος και από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά το ενδιαφέρον και η ιδιαιτερότητα της αφιερωμένης ποίησης.


13/1/26

Paul Eluard, Ποιήματα

Le Mont Grammos


Le mont Grammos est un peu rude
Mais les hommes l’adoucissent
Les barbes nous les tuons
Nous abrégeons notre nuit
Plus bêtes que poudre à canon
Nos ennemis nous ignorent
Ils ne savent rien de l’homme
Ni de son pouvoir insigne
Όρος Γράμμος
Το όρος Γράμμος είναι λίγο τραχύ
Αλλά οι άντρες το απαλύνουν
Τα γένια τα σκοτώνουμε
Συντομεύουμε τη νύχτα μας
Πιο ανόητοι κι από την πυρίτιδα
Οι εχθροί μας αγνοούν
Δεν ξέρουν τίποτα για τον άνθρωπο
Ούτε για τη εμβληματική δύναμή του


*


Dans la montagne vierge


Les herbes et les fleurs, ne m’abandonne pas,
Leur odeur suit le vent
Les chevreaux jouent de leur jeunesse,
Un aigle fait le point dans le ciel sans secrets.
Le soleil est vivant, ses pieds sont sur la terre,
Ses couleurs font les joues rougissantes d’amour,
Et la lumière humaine se dilate d’aise.
L’homme en grandeur au cœur d’un monde impérissable
Inscrit son ombre au ciel et son feu sur la terre.


Στο παρθένο βουνό


Τα βότανα και τα λουλούδια,δεν με εγκαταλείπουν,
Η μυρωδιά τους ακολουθεί τον άνεμο
Τα παιδιά παίζουν με τα νιάτα τους,
Ένας αετός κάνει απολογισμό στον ουρανό χωρίς μυστικά.
Ο ήλιος είναι ζωντανός, τα πόδια του είναι στη γη,
Τα χρώματά του κοκκινίζουν τα μάγουλα σαν ντροπαλά από αγάπη,
Και το ανθρώπινο φως διαστέλλεται με ευκολία.
Ο άνθρωπος με μεγαλείο στην καρδιά ενός άφθαρτου κόσμου
Εγγράφει τη σκιά του στον ουρανό και τη φωτιά του στη γη

*


Des yeux qui ont vraiment trop souffert de voir
Plus beau visage ne peut pas se plaindre
Plus violemment des horreurs de la guerre
Plus beaux yeux noirs ne peuvent se couvrir
Plus doucement d’un voile mortuaire
Et tout vivants le chagrin les enterre.

*

Μάτια που έχουν πραγματικά υποφέρει πάρα πολύ για να δουν
Το πιο όμορφο πρόσωπο δεν μπορεί να παραπονεθεί
Πιο βίαια από τη φρίκη του πολέμου
Τα πιο όμορφα μαύρα μάτια δεν μπορούν να καλυφθούν
Πιο απαλά από ένα νεκρικό πέπλο
Κι ολοζώντανους, η λύπη τους θάβει.


*Σχετικός σύνδεσμος: https://materialisme-dialectique.com/paul-eluard-en-grece-libre/ Μετάφραση: Α.Β.

Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα

Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.

*

Ακόμη και
το μη ορατό χρώμα
στην πανχρωματική
λευκή έκρηξη
της αστραπής
έχει τη δύναμη
να επηρεάζει
την ψυχή μας

Hans Magnus Enzensberger, Ειρηνευτικό Συνέδριο

Το αεροπλάνο που προσγειώθηκε έχει εκατό ψεύτες
για επιβάτες
η πόλη τους υποδέχεται κρατώντας ανθοδέσμες
μια δυσοσμία από ναφθαλίνη κι ιδρώτα
κι έναν άνεμο απ’ τις κοιλάδες της Ασίας.


Κάτω από το φως των προβολέων
και σε πενήντα γλώσσες οι ψεύτες διαλαλούν:
“είμαστε κατά του πολέμου”
σιωπηλός δικαιώνω τους ψεύτες.
λένε την αλήθεια, ωστόσο γιατί να χρειάζονται
πενήντα ώρες
για μια μοναδική κουβέντα;


Μόλις απομακρυνθούν, τα λουλούδια μαραίνονται
τα τασάκια ξεχειλίζουν
από γόπες αλληλέγγυων
ακλόνητες άκρες πούρων
ακαταμάχητα αποτσίγαρα.


Μέσα στο πτυελοδοχείο η ειρήνη κολυμπά


ταυτόχρονα, στον Λευκό Οίκο
κάτω από το φως των προβολέων
οι ηθικοί ανακοινώνουν μιαν άλλη αλήθεια:
ο πόλεμος κλιμακώνεται.
μόνο οι ψεύτες παραμένουν ακλόνητο


στον Λευκό Οίκο τα λουλούδια είναι φρεσκοκομμένα
τα πτυελοδοχεία έχουν απολυμανθεί
και τα τασάκια λάμπουν από καθαριότητα
όπως κι οι βόμβες


άνεμος σηκώνεται πάνω από την πόλη
άνεμος απ’ τις κοιλάδες της Ασίας
άνεμος που σκορπάει κραυγές
σαν μια στραγγαλισμένη γυναίκα.


*Από το βιβλίο “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Άννα-Μαρία Καραγιώργη, Σάλσα

Φόβος φοβούμενος διαχέεται
όπως αντηχεί μια φωνή
μέσα στο φαράγγι.
Ποιος θα ζούσε μόνιμα εκεί;
Επίμονος και θρασύς συναγερμός
καταραμένου αυτοκινήτου επανωτίζει
τα λεπτά κελαηδίσματα.
Τα πουλιά της νύχτας υποφέρουν, σου λέω.
Ο γείτονας, παραταύτα
σφυρίζει ανέμελα κουβανέζικους ρυθμούς.
Θέλω να τον βρω
να τον ρωτήσω πως το κάνει. Ξέχασα πάλι
πως ρέει μια στιγμή.


*Σχετικός σύνδεσμος: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2026/01/07/σάλσα-άννα-μαρία-καραγιώργη/#like-7504

Kenneth Rexroth, Σύγχυση

Στη Νάνσυ Σορς

Περνώ απ΄ το σπίτι σου μια αργή κατακόκκινη αυγή,
Οι γρίλιες είναι κατεβασμένες, και τα παράθυρα ανοιχτά.
Το ελαφρύ αεράκι απ’ τη λίμνη
Είναι σαν την ανάσα σου πάνω στο μάγουλό μου.
Όλη την ημέρα περπατώ στη διακοπτόμενη βροχή.
Κόβω μια κατακόκκινη τουλίπα στο έρημο πάρκο,
Λαμπερές στάλες βαστιούνται στα πέταλα της.
Στις πέντε η ώρα είναι ένα μοναχικό χρώμα στην πόλη.
Περνώ απ’ το σπίτι σου ένα βροχερό απόγευμα,
Μπορώ να σε δω αμυδρά, να κινείσαι μεταξύ φωτισμένων τοίχων.
Αργά τη νύχτα κάθομαι μπροστά σε μια λευκή κόλα χαρτί,
Μέχρι ένα πεσμένο κατακόκκινο πέταλο να τρεμοπαίζει μπροστά μου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Μουσών”, τεύχος 5, Οκτώβριος 2025-Μάρτιος 2026. Μετάφραση: Νίκος Παναγόπουλος.

John Wieners (6/1/1934 – 1/3/2002), από το “Asylum Poems”

Τουλάχιστον ετούτες οι πληγές ανοίχθηκαν
από τον έρωτά σου που άφηνε τη βαθύτερη αρρώστια να εισέλθει,
μάλιστα, μπουμπούκιαζαν θρασεμένες και γιορτινές στη σκοτεινή
Σιωπή της καλοκαιρινής αγωνίας˙ όταν ο υποτιθέμενος έρωτας περιέβαλλε τους λόφους με
τα σκοτεινά κρινάκια που φύτρωσαν από κάτω και μόλυναν τον μίσχο
Έτσι δύο ή τρία χρόνια αργότερα, καταρρέω υπό το βάρος,
ο σκοτεινός έρωτας γιγαντώθηκε με κάποιου άλλου τη μορφή
Και σίγασε όλο το ολοκαύτωμα με την αφύπνισή του.
Μπελαντόνα του πρωινού, φθινοπωρινά σταφύλια για συμφωνία και πανσέδες
Αμέσως να ακολουθούν όπως η γέννηση στη θέση της ζωής τού δυσώδους μυαλού
Γιατί να συνεχίσεις˙ η λίστα ατέλειωτη του τι οι πληγές
που ο έρωτας σου άνοιξε, έθρεψαν.
Πρώτον, παραίσθηση προσωρινής ομορφιάς˙ δεύτερον, φωνές
σημαντικότητας του εαυτού, καθοδηγώντας και καλοπιάνοντας, ακυρώνοντας κάθε
σύνδεση με τη φύση˙ τρίτον, εσφαλμένο όραμα του έρωτα και
των φαρμακοβοτάνων του˙ τέταρτον, δολοφονική πρόκληση στο
χάραμα της σκέψης και φθόνο, ζήλια, οργή σαν
συμπληρώματα στην τέχνη.
Μερικές γυναίκες πλένουνε τα χέρια τους σε αυτά τα μπουμπούκια,
και τα φοράνε καρφιτσωμένα στα φρύδια τους, σαν αστέρια˙ άλλες
μυρώνουνε τα σώματά τους με τα πέταλα, ευφραινόμενες από το
άρωμα και πληρώνουνε τεράστια ποσά για τη
μυρωδιά του, γύρη μαζεμένη από κάθε απόληξη σαν τον θάνατο
όμως το χάος, το μεσουράνημα, η πυρκαγιά τού
τι θα έπρεπε να σημαίνει η ένωση των εραστών και μολαταύτα όχι
σύγχυσης μάστιγα απλά αποτελεί ενάντια στην ευταξία.


*John Wieners, “Asylum Poems”, Angel Hair 1969. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βαρκελώνη

Αφιέρωμα κι αποχαιρετισμός
[1975]


IV
Το τραγούδι μπορεί ν’ ακούγεται ακόμα
μα ο τραγουδιστής είναι χρόνια τώρα πεθαμένος.
Όλοι πουλάμε και κανείς δεν αγοράζει
έτσι το παλιατζίδικο ξεχείλισε
λόγια του φωνογράφου και της πιάτσας
τιμόνια καραβιών που χάσανε τη θάλασσα.
Τι θέλεις τώρα πια να μου πουλήσεις;
εγώ δεν κάνω τουρισμό σβήσε το δέρμα σου
σβήσε τις έναστρές σου διαφημίσεις
δώσε μου μόνο τα μεσάνυχτα μαλλιά σου.
…φεύγοντας κι απ’ την ποίηση δεν έχεις πού να πας
και τα ταξίδια τελειώνουνε μια μέρα
− γέρικα και κουτσά σκυλιά στο μονοπάτι
πάντα γυρίζουμε το σούρουπο στο σπίτι
πεθαίνουμε εκεί που γεννηθήκαμε.


*Από τη συλλογή «Υπό ξένην σημαίαν», Ποιήματα 1967-1988, συγκεντρωτική έκδοση: Ποιήματα (1962-2018), εκδ. Πανοπτικόν 2020. Προηγούμενη ανάρτηση αό το ίδιο ποίημα εδώ: https://tokoskino.me/2015/09/04/γεράσιμος-λυκιαρδόπουλος-βαρκελώνη-2/

Δημήτρης Τρωαδίτης, Αγωνιούμε… 

Φωτογραφία: Leonard Freed

όταν μαζευόμαστε στο σπίτι τα βράδια γελάμε
και κανείς δεν κρατάει μούτρα στον άλλον
αφήνουμε τις χειμωνιάτικες ανάσες μας στο κατώφλι
τις νύχτες αναρωτιόμαστε μα δεν παίρνουμε απάντηση
τα καλοκαίρια είναι οι πιο σκληρές εποχές
οι οιμωγές μας τρίζουν απ’ την πολυκαιρία
λέμε συνεχώς ασύστολα ψέμματα
ύστερα εξαφανιζόμαστε σαν να τερμάτισε η αποστολή μας
τα χελιδόνια δεν μας επισκέφθηκαν φέτος
πήγαν αλλού να μοιράσουν τους θρήνους τους
τα σίριαλ της αναλγησίας μας θέλουν μεθυσμένους
μετά από μερικές δόσεις έχουμε παραδοθεί
ανάμεσα στα πεθαμένα κούτσουρα του τόπου μας
το στόμα μας χάσκει κατά το υπερπέραν
σαν να θέλουμε να ψαρεύσουμε κάτι
αλλά δεν έχουμε σύνεργα ψαρικής
ωστόσο αγωνιούμε να το κρατήσουμε δίπορτο
για το φόβο των Ιουδαίων…

George Vassilacopoulos, From “Ash poems”

You cοme to me
A couple of breaths away
I can hear them
In my mouth
Gasping your arrival
‘You exorcize God
With the smell of love’ you say
Filling me with your whispering
Emptying me into galaxies
Of floating glories

We are still far
From the stone the poet brought us
To measure the earth
Rolling it

*

How can I recite you
A poem
Made from ashes?
I wrote it with my finger
Surfing on their soft silence
They fell from the sky
Perhaps it was the afternoon light burning
Or human skin and bones
How can the poet tell?
I curved my palm to give a place
To their dark tiny crystals
Words magically appeared
Little ashmemories

*

You are
The morning secret
My night failed to decipher
Is it too late for another night?
Too late for the late comer that I am?
I will bring you ashmemories
And the fear that harnessed my name
From your lips

*“Ash poems”, re.press, Melbourne 2025.