Χρήστος Κεραμίδης, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ

Λένε πως η ποίηση υπάρχει
όταν μετεωρίζεται
όταν δεν έχει τίποτα να πει.

Κι άλλοι λένε
πώς πρέπει κάπου να προσανατολιστεί
και δεν μπορεί να ίπταται
μόνη στον έρωτά της.

Όμως, οι ποιητές
αυτή την υπέροχη αντινομία υπηρετούν.

***

ΚΟΝΤΙΝΑ ΠΛΑΝΑ

Στηρίζουνε την τάξη των πραγμάτων
με κοντινά πλάνα της ντροπής
και πυρπολούν
το πολυδύναμο σχήμα των γραμμάτων.

Κι εγώ υψώνω τη φωνή μου
στη θλίψη μιας ατέλειωτης βροχής
μα είναι φωνή αδύναμη, βραχνή,
λάμα που κόβει τη ζωή μου.

*Από τη συλλογή ‘Τελευταία υπόσχεση”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2001.

Federico García Lorca, από το “The Ballad of the Spanish Civil Guard”

Their horses are black.
Their horseshoes are black.
On their cloaks shine stains
of ink and wax.
They have skulls of lead
and cannot cry.
With their black leather souls
they ride down the road.
Hunchbacked, nocturnal,
where they stir they command
dark rubber silence
and fears of fine sand.

Tα άλογά τους είναι μαύρα.
Τα πέταλά τους είναι μαύρα.
Στους χιτώνες τους λάμπουν λεκέδες
μελάνης και κεριού
Έχουν μολυβδένια κρανία
και δεν μπορούν να κλάψουν.
Με τις μαύρες δερμάτινες ψυχές τους
παρελαύνουν κάτω στο δρόμο.
Καμπούρηδες, νυχτωμένοι,
όπου υποκινούν, διατάζουν,
σκοτεινή λαστιχένια σιωπή
και οι φόβοι της λεπτής άμμου.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αντώνης Μπουντούρης, Το τελευταίο μας καλοκαίρι

Στην άμμο φυτεμένος
ένας σταυρός από καλάμια.
Τον μυρίζω κι είναι κρίνος.
Σμάρι ιλίγγου η εξομολόγησή της
Υστερικές γοργόνες κυνηγάνε ίσκιους
Κι είναι δείλι.
Λιγοστεύουν οι λυγμοί
με τη χάση της σελήνης.

Κι ευτυχώς τις
πατούσες μου
Αναπτερώνει
Ένας φλοίσβος.

*Από τη συλλογή “Η αλλαξιά της θάλασσας”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Erina Espiritu, από το “Ημερολόγιο”

Άφησες τις μέρες να χαθούν
τις ώρες να αλητεύουν στο πουθενά, στο τίποτα
να βουτήξουν στα μαύρα βάθη της ψυχής
και να πιάσουν γνωριμίες με απόκρυφες σκέψεις.
Να ξενυχτάνε μεθυσμένες ως τα ξημερώματα
και έπειτα να ζητούν ίαση σε δανεικά χαμόγελα.
Να ρωτούν απεγνωσμένα τους λόγους της φυγής σου
κι ας ξέρουν πως δε θα βρουν ποτέ τις απαντήσεις.

Έβαλες φωτιά στις πεδιάδες του μυαλού μου
και έπειτα εξαφανίστηκες χωρίς να αφήσεις ίχνη.
Άσκοπα έψαχνα για αποδεικτικά στοιχεία,
κινήθηκες εντός ορίων στατιστικού σφάλματος.
Μπήκες σαν κλέφτης και έφυγες σαν φονιάς.

Τώρα ρίχνω το σώμα μου στη θάλασσα
αφήνω τα ψάρια να τραφούν απ΄τις πληγές μου
και νιώθω χρήσιμη στον πόνο.
Αφήνομαι στην αγκαλιά της και κοιτώ τον ουρανό
αδιάκοπα διαλείμματα ανάμεσα σε δύση και ανατολή.
Τις μέρες καίγομαι,
τα βράδια ονειρεύομαι πως σ΄αγαπώ.

Ευτυχώς μας έσωσε το καλοκαίρι και τους δυο.

Φίλιπ Λεβίν (Philip Levine), Μαύρη πέτρα πάνω από το τίποτα

Νηφάλιος ακόμα, ο Θέσαρ Βαγιέχο γυρίζει σπίτι και βρίσκει μια μελανή
κορδέλα

γύρω απ’ το κτίριο του διαμερίσματός του να καλύπτει τη μπροστινή
είσοδο.

Αφήνει κάτω το μπαστούνι του, βγάζει το κετσεδένιο του καπέλο, και
ξεκινά

να ξεμπερδεύει αυτό το χάλι. Οι γείτονές του κάνουν ουρά ξοπίσω του

διερωτώμενοι τι να συμβαίνει. Μία μεσήλικη γυναίκα κουβαλώντας

ένα καρβέλι φρέσκο ψωμί τού ζητάει να κάνει τόπο ώστε αυτή

να μπει, ν’ ανέβει τα δυο απότομα πατώματα ως το διαμέρισμά της,

και ν’ αρχινίσει το καθημερινό μαγείρεμα του μεσημεριανού για τον
Μεσιέ της.

Ο Βαγιέχο προσποιείται τίποτα πως δεν ακούει ή ίσως πράγματι να μην

ακούει τόσο απορροφημένος που ‘ναι με τούτη την παράδοξη ασχολία
που τού τρώει
όση ώρα έμεινε από το πρωινό του. Ξέχασα μήπως ν’ αναφέρω ότι
κανείς άλλος

δε μπορεί να δει τη μελανή κορδέλα ή να μαντέψει γιατί τα δάχτυλά του

φαίνονται τόσο επίμονα να ξετυλίξουν κάτι που δεν υπάρχει εκεί;
Θυμηθείτε

όταν ήσασταν μόλις έξι και στις ιδιαίτερα ζεστές μέρες θα

κατεβαίνατε τα σαθρά σκαλιά του κελαριού ελπίζοντας στην αρχή

πως κάποιος, ίσως η μάνα σας, σταδιακά θα

καταλάβαινε την απουσία σας και θα την έζωνε ένα αιφνίδιο συναίσθημα

αγωνίας ή τρόμου. Φυσικά κανείς δεν πήρε μυρωδιά. Η μάνα

καθόταν περιμένοντας ώρες ολόκληρες δίπλα από το τηλέφωνο, και κάπου κάπου

ατένιζε την καλοκαιρινή λιακάδα που λαμπίριζε μέσα απ’ της σάλας τις κουρτίνες

ενώ από κάτω, ψυχραμένος και μονάχος, καθισμένος στο νοτερό
τσιμέντο

παρατηρούσατε τον ίδιο ήλιο να φιλτράρεται μέσα απ’ τη σκόνη που
σηκωνόταν

από τα δυο ψηλά παράθυρα. Δίπλα στο φούρνο μια αράχνη

δούλευε έξοχα την πορεία της κατεβαίνοντας απ’ τον καμένο, κρεμαστό
λαμπτήρα

μ’ έναν σκοπό που εσείς σε αυτήν την ηλικία μπορούσατε ακόμη να
συλλάβετε.

Το 1937 θα κράταγε μόνο άλλους έξι μήνες. Ήταν μια Πέμπτη.

Είχαν υποσχεθεί βροχή αλλά ποτέ δεν ήρθε. Η καφετιά αράχνη
εργαζόταν

με ή χωρίς ελπίδα, αν κι όταν το σκονισμένο φως του ήλιου πιάστηκε

στον ιστό εσείς είδατε εμπρός σας ένα σχέδιο τέτοιας τελειότητας που
έμεινε

στη θύμησή σας σαν πρότυπο νοήματος. Ο Θέσαρ Βαγιέχο

ξεμπέρδεψε τη μελανή κορδέλα που κανείς άλλος δεν έβλεπε και
αναρριχήθηκε

προς τη σοφίτα του και ατένισε έξω τις αγέλαστες σκεπές

που εκτείνονταν νότια κατά την Ισπανία όπου η καρδιά του πέθανε.
Ετούτο το γνωρίζω.

Έχω περάσει από το ίδιο κτίριο χρόνο το χρόνο στο αργό απόβραδο

όταν τα χελιδόνια κούρνιαζαν σιωπηρά στα λιγοστά ανάρια δέντρα

δίπλα στο έρημο κανάλι. Έχω έρθει όταν το χιόνι του χειμώνα

τύφλωνε τον μακρινό βαρύθυμο ουρανό. Έχω έρθει ίσα μετά τη
χαραυγή,
έχω έρθει σε άνοιξη, φθινόπωρο, βροχή, κι αυτός δεν ήτανε ποτέ εκεί.

*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

τα ποιήματα που(δεν) διαβάζονται
είναι εκείνα που γράφτηκαν ακριβώς έτσι

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟΥ

Πάντα με ερέθιζε
η γοητεία των μισοτελειωμένων φράσεων
που αφήνουν διπλά απρόβλεπτο
και μετεωρισμένο
το αδύναμο του οριστικού νοήματος

ΓΡΑΦΩ…

Σημαίνει, εναντιώνομαι
στη νομοτέλεια του αναπόδραστου

ΕΚΔΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Μια πτώση
από δεκαπεντασύλλαβο
μια παραφωνία ομοιοκαταληξίας
το ποίημα γυρνάει μόνο του
δεν ξέρει να διαβάζεται, ούτε να θυμάται
αναδίνει την πενικιλίνη του εαυτού
ένα σχήμα στο χαρτί
και τίποτ’ άλλο

Παρά ταύτα
το ποίημα δεν έχει καμίαν εκδοχή
πάρεξ τη λιποταξία του ανέκδοτου
την αυτοδικία του ανυπόγραφου
την τυφλή δικαιοσύνη
του αναπόδραστου
την ανημπόρια να στέκει
και να κοιτάζεται μόνο
στον αδειανό
καθρέφτη του

*Από τη συλλογή “Εκδοχές ενός ποιήματος”, Εκδόσεις Φαρφυλάς, Ιούλος 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, Από τις “Ριπές Γραφής”

Οί θεματοφύλακες τών κοινωνικών σημαινόμενων
καί τών χειρόγραφων πού τά φυλάγουν σέ καταπακτές σάν νά είναι μάλαμα,
σπίλωσαν τόν άνθρωπο μέσα μας
βίαια καί αλύπητα
χωρίς νά μάς ρωτήσουν
άν θέλαμε τέτοια βεβήλωση τής ζωής μας,
γιατί νά μάς ρωτήσουν;
ξέρουν αυτοί πού μάς βύζαξαν ανοχή κι αποδοχή
πώς δέν θά αντιδράσουμε,
αξεπέραστοι στή μαστορική τών καλουπιών
μάς έφτιαξαν νά απολαμβάνουμε μέ χαρά
τήν υποταγή μας στίς εξουσίες
κι όταν δυσκολεύουν τά πράγματα
μάς έμαθαν νά προτιμούμε τόν αναπαυτικό ρόλο τού θύματος,
ξενυχτάει ή φροντίδα τους επάνω μας
συρρικνώνουν μέ υπομονή τήν γλώσσα
σέ εργαλείο επικοινωνιακής διεκπεραίωσης
τών αναγκών
πού δημιουργεί καί μάς επιβάλλει
ή κοινωνική καί πολιτισμική διάρθρωση τού χώρου τους,
εκεί μέσα
πού τά βιώματα μάς επικυρώνουν αδιαμφισβήτητα δικούς τους,
στίς είπα χίλιες φορές
πώς όσο κι άν σκανιάζεις
φορτωμένοι μέ τόση ανοχή
αποδοχή
ύποταγή
καί επιπλέον
βολεμένοι σάν θύματα
χωρίς γλώσσα
δέν κάνουν έξοδο αυτοί οί πολιορκημένοι.

*Συμπεριλαμβάνεται στίς “Ριπές Γραφής”, μια ποιητική ενότητα σέ δημιουργία.