Χρήστος Διαμαντής, Πέντε ποιήματα

1.

βαρύτητα

βαρύτητα
δεν ανασαίνω

άλγος
φλεγμονή πάλι

γυμνότητα

μετα-έλληνας
μουνί που δεν squirtαρει

χωρα
ήχος μαγνητικού τομογράφου

2.

Η κουλτούρα μας

Η γυναίκα
Η γυναίκα
Η γυναίκα

Η γυναίκα πολιτισμός
Η γυναίκα υπάρχω
Η γυναίκα καμπύλη

ακίνητη άντρας ανασαίνω

3.

Η κουλτούρα τους

Ο άλλος
Ο άλλος
Ο άλλος

Ο άλλος σκύλος
Ο άλλος φοβάμαι
Ο άλλος μαχαίρι

θόρυβος γυναίκα δεν ζει

4.

αττικό φως
πεντελικό μάρμαρο
πακιστανοί ξαπλωμένοι
πάνω

καμία γυναίκα

5.

(κι έχει συνέχεια
η διαφορά μας)

εγώ είμαι εγώ
και η μάνα μου

τους βλέπεις

*Από τη συλλογή “Λευκότητα”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Νοέμβρης 2017.

Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου, Γυμνή σου δίνω την ψυχή μου

Γυμνή σου δίνω την ψυχή μου, να μπεις, να κατοικείς,
γυμνή σαν άγαλμα πουν καν δεν το κοσμεί το φύλλο της συκής.

Γυμνή αν το αποκορύφωμα της αναιδείας
ενός καρπού η ενός άστρου μες στον κήπο της ευδίας –

πραγμάτων τέτοιων μα και τόσων, που τηρούν με σέβας
την άπειρη ηρεμία της αμαρτησάσης Εύας.

Τα πράγματα όλα αυτά, που φτιάχνουν μέγα πλήθος
κι έχουνε καρπών, αστέρων ή και ρόδων ήθος,

δεν νιώθουνε ντροπή, να της σκεπάσουνε την άψη
με ρούχα που κανείς ποτέ δεν τόλμησε να ράψει.

Χωρίς καλύπτρα, σαν κορμί θεαίνης, σου τη δίνω,
και ως είναι: πιο λευκή και από τον άσπιλο τον κρίνο.

Γυμνή και ορθάνοιχτη σ’ τη δίνω (τι άλλο νά ’πεις;)
με όλο τον πόθο που ’χει μέσα της αγάπης.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/10/06/gymni-psychi-juana-de-ibarbourou/

Ιωάννης Σεβαστιανός Ρώσσης, Δύο ποιήματα

ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΔΕ ΘΕΛΗΣΕΣ

Τίποτε πιο δικό σου από εκείνο
που δε θέλησες.

Ζούμε ονειρευόμενοι
ο ένας για τον άλλον. Γιε μου,
είσαι τι όνειρο της Γέρμας,
κι είσαι το όνειρό μου
ταξιδιώτη.

Χρύσα Ελένη Δάφνη
-χείλη σκληρά, ανενδοίαστα-
τι έφταιξε και ποτέ δε σσας είχα;

*

FUTURISSIMO

Εξόριστος από ποιους
Ποιαν είχε πατρίδα;
Μην ήμουν άγγελος κι ο ίλιγγος
της πτώσης τσάκισε τη μνήμη μου;
Αδύνατον.
Αντάρτης και δειλός δε συμβιβάζονται.
Πέρα είμαι τυχάρπαστη
σαν όλα εδώ.
Γι’ αυτό
τα γουρουνάκια τραγουδούν
αγγελικά
κι η πόρνη
διαφεντεύει τον αιθέρα.

Κουράγιο κουράγιο.
Ο τυμβωρύχος ήδη ξεκίνησε
με ψάχνει θα με βρει
θ’ ανακαλύψεις τούτο το φιλέρημο λογάρι
θα.

*Από τη συλλογή ‘Εν καμίνω”, Έκδοση Πλανόδιον.

Ο Κ. Π. Καβάφης στο Ξενοδοχείο Βαλκάνια

85 χρόνια από το θάνατο του Κ. Π. Καβάφη ο Γιώργος Χρονάς
παρουσιάζει το έργο του:

Ο Κ. Π. Καβάφης στο Ξενοδοχείο Βαλκάνια

Στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ενώσεως, 15 Οκτωβρίου 2018, 8.00 μ.μ.

Διάρκεια 70΄ Είσοδος ελεύθερη

Διοργάνωση: Ένωση Αποφοίτων Αμερικανικών Πανεπιστημίων

Μετά την Καβάλα, το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Ελευσίνα, Αγριά Βόλου, Κοζάνη, Πτολεμαΐδα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Αλεξανδρούπολη, Polis Art Café, Λάρισα, Ρώμη, Βρυξέλες, Πειραιά, Θέατρο Εκάτη Κυψέλη, Χανιά, τώρα στην Ελληνοαμερικανική Ένωση,

Το εμβληματικό έργο όπου όσα παρουσιάζονται για τον ποιητή και την άφιξή του στο ξενοδοχείο με τέχνη γίνονται αληθινά.
Εξαίσιες μουσικές και ποιήματά του που ανήκουν στην αιωνιότητα.

Θέατρο Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, Μασσαλίας 22, 1ος όροφος, Αθήνα, 2103680900

Ρογήρος Δέξτερ, Μία Σχεδία του γυρισμού ή Νόστος στις όχθες τού Hudson

Μοιάζει να κύλησαν μάταια τόσα χρόνια
Στο κούφιο από ιδέες κεφάλι μου
Πού θα με βγάλουν τώρα τα βήματά μου
Οι έμμονες σκέψεις το φύσημά μου•
Μέχρι την ώρα να μετρηθώ με τους φόβους μου
Τους ορκισμένους εχθρούς μου
Τους φίλους που μαχαιρώνουν πισώπλατα
Αγάπες που έχασα σκόρπισα χάλασα
Στα πέρατα τού κόσμου•
Θα νυχτερεύω και πάλι μέσα στην όμορφη σάρκα
Θα λιώσω στον κόρφο
Τής νύχτας που με θήλασε
Τρεχάμενο νερό σε κήπους κρεμαστούς
Σε στέκια σκοτεινά και άθλια
Σε βρώμικα στενά
Γεμάτα ακόμη απ’ τίς φωνές όσων πέρασαν
Και περπάτησαν μόνοι
Παραπατώντας από μεθύσι σε μεθύσι
Μονολογώντας φτύνοντας ξερνώντας
Λόγια φτηνά που τρύπωσαν στο στόμα
Για να σφηνώσουν σα σκέψη στο φτωχό μυαλό
Και όλα να ξεχαστούν ξαφνικά
Σα να κύλησαν αιώνες
Μόλις πιάσω κουπί στα ξένα κάτεργα
Και ξαναγίνω
Το παλιό κορμί
Χαμένο στα κράσπεδα τής Βαβυλώνας.

*Από τις “Σχεδίες”.

Λάζαρος Γεωργιάδης, «Τέλος», Εκδόσεις «Στοχαστής»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Χρειάζεται αρκετό θάρρος για να εκδώσει ένας ποιητής την πρώτη του ποιητική συλλογή. Είναι η πρώτη του έκθεση στο κοινό, όχι δυναμικά με τη μορφή της απαγγελίας, αλλά στατικά με τη μορφή της ψυχρής αποτύπωσης στο χαρτί. Και αν χρειάζεται θάρρος για να εκτεθεί ο ποιητής για πρώτη φορά στο κοινό, χρειάζεται ακόμα περισσότερο για να δώσει στη συλλογή του έναν προκλητικό τίτλο.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής».

Ο τίτλος της συλλογής μπορεί να έχει δύο ερμηνείες: 1) Ο ποιητής αρχίζει ανάποδα από το τέλος προς την αρχή σε μια διαλεκτική σχέση με την ποίηση. Κάθε τέλος του παλιού περιλαμβάνει την αρχή του νέου. Αν δεν υπάρχει τέλος, τότε δεν υπάρχει ούτε αρχή, αφού το ένα προϋποθέτει το άλλο σε μια αέναη σύγκρουση αντιθέτων. 2) Όταν εκδοθεί μια ποιητική συλλογή, ο ποιητής έχει τελειώσει την ενασχόλησή του με την επεξεργασία της. Βάζει μια τελεία και από εκεί κι έπειτα, η συλλογή περνάει στους αναγνώστες. Ο καθένας θα την εκλάβει με τον τρόπο της δικής του ανάγνωσης, αλλά ο ποιητής δεν θα μπορεί να επέμβει και να αλλάξει κάτι. Και άρα εδώ ο τίτλος «Τέλος» παίρνει τη μορφή του τελεσίδικου.

Η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο αν και δεν λείπει σε ορισμένα σημεία η ρίμα έστω και με ηθελημένα λανθάνουσα εμφάνιση. Τα νοήματα είναι συνήθως σαφή, αν και μερικές φορές ο ποιητής χάνεται σε δαιδαλώδεις διαδρόμους της φαντασίας του. Σε αρκετά σημεία, που ο Λάζαρος Γεωργιάδης γράφει κάπως πιο ρεαλιστικά, θα λέγαμε ότι δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Η ποίηση του Λάζαρου Γεωργιάδη είναι ανατρεπτική και αρκετές φορές αγγίζει τα όρια της αναρχίας. Έτσι, όλα είναι OK εκτός από τη φαντασία, που πέθανε. Το γένος των ανθρώπων είναι τόσο καταστροφικό για τον πλανήτη, έτσι ώστε φτάνουμε στο σημείο να λέμε πως αν ποτέ εκλείψει ο άνθρωπος: «Η ζωή μετά τους ανθρώπους / θα είναι μια / όμορφη ζωή».

Στη σύγχρονη κοινωνία η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο οδηγεί σε έναν κανιβαλισμό άνευ προηγουμένου: «Εδώ / όπως τα ήξερες / ή μάλλον / δεν ήξερες / τρωγόμαστε ζωντανοί». Στα παραμύθια μας μαθαίνουν ότι ο λύκος είναι πάντα ο κακός έτσι ώστε να γινόμαστε πρόβατα, ενώ το παιδί, που ξεκίνησε με όνειρα κι ελπίδες «είχε ήδη πεθάνει / από την ώρα που γεννήθηκε.» Ο ποιητής θρηνεί για την Πρωτομαγιά και την χαμένη άνοιξη: «σε έναν κόσμο που τόσα πολλά θα μπορούσαμε / μα φτιάχνουμε έναν άλλον / που τίποτα δεν θα μπορούμε τελικά» και περιγράφει την «αγαπημένη» οικογένεια, που καταλήγει να παίρνει Xanax.

Και πώς μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς όλα τα παραπάνω; Ο Λάζαρος Γεωργιάδης εκφράζει μεγάλο μίσος για τους εκμεταλλευτές: «δεν είναι τα λεφτά σας αυτά που ζητάμε / αλλά το αίμα σας», ενώ για την επανάσταση θα γράψει: «Αν όχι τώρα πότε…» και θα κάνει το ίδιο ερώτημα στον εαυτό του.

Στην ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» υπάρχουν και ορισμένες ερωτικές πινελιές. Ο ποιητής βλέπει την αγαπημένη του σαν την Αφροδίτη της Μήλου, ενώ η αληθινή αγάπη κρύβεται πίσω από τα φερμουάρ και όχι στα κινηματογραφικά στερεότυπα.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» είναι ένα πολύ σημαντικό πρώτο βήμα στο δύσκολο δρόμο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ήταν εύστοχη
η φρίκη
ακριβώς όπως
σου ανήκει
με το γέρικο αμόνι
που στον ουρανό
φυτρώνει
και κανείς μας
δεν γλιτώνει
είτε κλαίει
είτε γελά
το κεφάλι του
όπως σπα
και απλώνει
τα μυαλά
και ριζώνει
την καρδιά
μια χαλκομανία
στο χώμα
ένα σκίτσο
δίχως χρώμα.

View original post

Γρηγόρης Σακαλής, Σούρουπο

Σ΄ένα παγκάκι
στην πλατεία
μόνος, σούρουπο
τότε που η θλίψη
γίνεται ανυπόφορη
και τα κλαδιά των δέντρων
σε σκεπάζουν λυπημένα
κοιτάς τον κόσμο γύρω σου
που περνάει αδιάφορος
ψάχνεις να βρεις
κάποιο φίλο ή γνωστό
να μιλήσεις
μα δεν βρίσκεις
τραβάς σ΄ένα μαγέρικο
τρως μια φορά τη μέρα
ένα πιάτο φαϊ
και λίγο κρασί
για συντροφιά
αργά πηγαίνεις μια βόλτα
στο πάρκο
πλήρης ησυχία, ερημιά
γυρίζεις σπίτι
άλλο ένα κρασί
και σκέφτεσαι
ότι όποιος λέει
ότι αγάπησε τη μοναξιά του
απατάται ή εξαπατά.