Σκέψεις για το πολιτικό στην ποίηση

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

Αν δεχτούμε, για χάρη της πρόκλησης, ότι υπάρχει «πολιτική ποίηση» ως κατηγορία ποίησης, θα χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε ότι η ποίηση που θα ανταποκρίνεται σε αυτή την κατηγορία πρέπει να εμπεριέχει και «ποίηση» και «πολιτική». Λόγω περιορισμένου χώρου, καταθέτω μερικές σκέψεις:

1. Με τον όρο «πολιτική ποίηση» υπονοείται ότι υπάρχει ποίηση «μη πολιτική». Αν αντιλαμβανόμαστε ακόμα τον κόσμο διπολικά, τότε η υπόλοιπη ποίηση πρέπει να θεωρηθεί προσωπική υπόθεση. (Άραγε πόσα ποιήματα χάθηκαν μεταξύ καθαρών αντινομιών;)
2. «Πολιτική» είθισται να χαρακτηρίζεται η ποίηση με βάση το θέμα της και όχι με βάση τη μορφή της. Και κάπως έτσι πέφτουμε ξανά στην παγίδα του δυϊσμού, να συζητάμε σαν ανατόμοι για «μορφή» και «περιεχόμενο».
3. Ακούγεται συχνά ότι η «πολιτικότητα» σχετίζεται με μια ποίηση που εκφωνείται στο δρόμο και σε άλλους δημόσιους χώρους. Γίνεται, λένε, προσβάσιμη σε όσους ή όσες δεν διαβάζουν (μα για κάποιο λόγο έχει προαποφασιστεί ερήμην τους ότι και χρειάζονται την…

View original post 432 more words

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, O φόβος της απώλειας του εαυτού

1.Ο ΦΟΒΟΣ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
Φοβάμαι να αφήσω τον εαυτό μου μόνο του
μην πέσει πάνω του κάποια τρομερή λέξη
και τον συνθλίψει.
Από μένα σε σένα
ένας πολύ μικρός δρόμος σιωπής
τον περπατάς κι αναρωτιέσαι
τι ώρα πήγε και που πήγαν τα λόγια.
Θα σε πετρώσουν οι αγωνίες που καταπίνεις,πρόσεξε είναι πολλές,
ήδη κάτι άρχισε να διαφαίνεται στο κάτω χείλος
αλλαγή υλικού,
κάτι σαν ρυτίδες αρχαίων ναών
σε κάθε χαμόγελο τής πόλης.
Ωστόσο τέτοια ώρα αφήνοντας τα νυχτοπερπατήματα,
αφήνοντας τα δέντρα στους ξυλοκόπους,
και τους ανθρώπους στους ανθρώπους
θα έπρεπε να επιστρέφεις από εκεί
να μπείς σε ένα ζεστό δωμάτιο,
άλλοι θα στο πούν θάλαμο,
αλλά έτσι δεν είναι,
δεν είναι κι έτσι,
να αποδυθείς τα όνειρα, τους εφιαλτεσ
με το ύφος κουρασμένου αντάρτη
ανυπόδητου
/
ω ναι επιμένω στην ξυπολησιά
με το ύφος αυτού που πετάει το όπλο του
μακριά γιατι βαρέθηκε να σκοτώνει
και βαρέθηκε και να αυτοπροστατεύεται
και θέλει μόνο να χαρεί ενα πιάτο σούπα
και ένα χέρι να διαβαίνει φιλήδονα τα μαλλιά του.

Κι είναι ελαφρύς χωρίς όνειρα
έχει πάθει κάποια φθορά συνειδήσεως
μονολογεί κοιτάζοντας τον εαυτό του
στον καθρέφτη
φοβάται να αφήσει τον εαυτό του
μόνο με τούς ανθρώπους
γυρίζει πάντα σαν άγριο ζώο στη φωλιά του
με την μυρωδιά των άλλων πάνω του,
όσων πάσχισαν να τον εξημερώσουν,
με τις σκέψεις των άλλων να αχνίζουν
στα ήδη θαμπωμένα τζάμια του
από κάθε μικρή χαραματιά του
να μπαίνουν οι ξένες λέξεις
να τού θυμίσουν
πως είναι ήδη αργά..
Μια Καληνύχτα λένε
και με ένα νεύμα τους καταργούν την αγάπη.

Μανώλης Αλιγιζάκης, Η πράξη του θανάτου / The act of death

Η πράξη του θανάτου μοναδική
μονόπρακτη, προσωπική
αλάνθαστη
σχισμή στο βράχο
του καιρού σημάδι αμετάκλητο
ένδειξη γεναιότητας
καθώς αφήνεις το κουφάρι
κι εισέρχεσαι σ’ ολόλευκο διάδρομο
προς τα Ηλύσια Πεδία
πράξη περήφανη
ανδροπρεπής
που προκαλεί και προσκαλεί
σε συνεστίαση το Χάρο
η πιο γενναία της ζωής απόκριση
εν απουσία άλλων, μοναχική
εκδήλωση συγκίνησης
όταν κραυγάζει η ψυχή
άρατε πύλας
μ’ άκρατο ενθουσιασμό τρέχοντας
στ’ άγνωστο γνώριμο δρομάκι
που μόνο οι γενναίοι ενεργούν
κάτω απ’ τη σκέπη της αυτογνωσίας
εκεί που να γνωρίσεις μέλλεται
τον μέλλοντα συνοδοιπόρο σου
τα βήματα του ήλιου να ωροσκοπίσεις
μοναδική η πράξη του θανάτου
που μαρτυρά το θάρρος του μονογενή
η πράξη του θανάτου, αλάνθαστη
μονόπρακτη, προσωπική
μοναδική, ιδιόρρυθμη
δήλωση τελική το κέλυφος
που αφήνεις του κορμιού
και εισχωρείς στο διάφανο εαυτό σου

THE ACT OF DEATH

The act of death unique
singular
errorless, personal
schism in the rock
irreversible incision in time
underscoring valiantness
when you leave the dead flesh
and you enter the whitewashed hallway
on your way to the Elysium
proud, manly act
of courage
that dares Hades and
invites Him to dinner
valiant answer of life
when you walk away from all others
emotional apex
when the soul cries out
open the gates
and as if in delirium it runs
to the unknown yet familiar path
only the courageous follow
where it’ll meet
its constant companion
the steps of the sun to rediscover
errorless act of death
witness to the courage of the few-begotten
the act of death, unique
single-handed, errorless
idiomorphic, individual
when you leave the husk of flesh
to enter your diaphanous self

*Από τη νέα δίγλωσση συλλογή “ΚΟΚΚΙΝΟ και ΜΑΥΡΟ” που θα εκδοθεί στη Β. Αμερική την άνοιξη του 2019/ From my latest poetry book RED and BLACK that will be released spring of 2019.

Κώστας Ρεούσης, τον εφιάλτη προσγειώνοντας

(τον εφιάλτη προσγειώνοντας

χάος

να τιτιβίζει 
στ’ όνειρο 

μίας καρδιάς απούσας 

αλκοολικά 

σεντόνια καπνισμένα
πίκρα στεγνώνουνε

και ρίγος 

δύσκολο των υδάτων

στο μονοθέσιο μπαλκόνι

κατάρα επανδρώνουνε

και μαστίγωμα 
συρματοπλεγματικό

των συνόρων)

*Από τη συλλογή «Σμπαράλια – Ένα ποίημα σε 12 Ώρες & 3 Φωνές», Ευνομία, Πέμπτη Ώρα, εκδόσεις Αιγαίον / Κουκκίδα, Λευκωσία / Αθήνα, 2018, σ. 21.

The Landing by Paul Croucher

Kishore Ryan Reviews
The Landing by Paul Croucher
Transit Lounge, 2017

While Paul Croucher has previously published A History of Buddhism in Australia 1848-1988, this is his first poetry collection. Embedded within the poet’s attention to nature is a Buddhist understanding of suffering as a necessary part of existence and at times his spiritual beliefs are expressed explicitly. In ‘Theravadin’ the speaker asks his ‘Ajahn’ (teacher) why he has been reincarnated and is told: ‘Not enough suffering / the first time’. The notion of ‘samsara’ – the cycle of birth and death to which non-enlightened beings are subjected – is reiterated in ‘After All’, a poem in which a courtesan states, ‘there’s / no future, / but there’s / no / end to it’. At first the courtesan’s attitude seems almost despondent, but this is undermined by the speaker’s description of an idyllic landscape:

In the sutra
the courtesan

says to
Sudhana

there’s
no future,

but there’s
no

end to it,
in the

foothills
of Nepal,

in the
clouds

of the
countless

rhododendrons.

Croucher’s tight enjambment – the poem consists of a single sentence spaced over eight couplets and a monostich – necessitates a pause after every couple of words. The pacing reinforces the Buddhist mindfulness and mystical themes of the book. That is, the poet’s spiritually informed comprehension of impermanence is both thematically and formally visible.
‘On a Bus Somewhere to the West of Minneapolis’, one of several poems which make reference to Croucher’s poetic influences, begins with the lines, ‘with a cask of wine / and a lover of Lorine / Niedecker’. At his best, Croucher, like Niedecker, demonstrates imagistic precision while maintaining a personal tone. Both poets are also very much concerned with the natural world and rural life, or at least the non-urban aspects of suburban life. For example, the opening couplets of ‘A Solitary Garden in the Seventies’:
Broad beans
in the winter sun.

The sounds of trucks
in the breeze.

Meghan O’Rourke and A E Stallings, in a 2004 review of Niedecker’s Collected Works, identify some of its main features, three of which show revealing relationships with Croucher’s poetics. These are ‘a chariness with syllables … the ‘I’ of the poet condensed out of existence … and a refusal to sentimentalize’, all of which are displayed in one of Niedecker’s untitled poems:

Popcorn-can cover
screwed to the wall
over a hole
so the cold
can’t mouse in

Niedecker, like Croucher, writes with a certain laconicism. In Niedecker’s words, ‘certain words of a sentence – prepositions, connectives, pronouns – belong up toward full consciousness, while strange and unused words appear only in [one’s] subconscious.’ In other words, her ‘chariness with syllables’ results from a prioritising of words she deems as expressive of something subliminal – ‘laurel in muskeg / Linnaeus’ twinflower’, or ‘mud squash / willow leaves’ (‘Wintergreen Ridge’) – over words whose principal function is grammatical. This is not to say that her poems are ungrammatical, rather there is a hierarchy with regards to the types of words she is likely to edit out.
Whereas Niedecker’s poems are syntactically economical, Croucher’s ‘chariness’ manifests in heavily enjambed verse with very few words per line. Moreover, his poems do not always conform to the rules of grammar and tend to be fairly quotidian – no precedence is given to unusual words. Croucher’s ungrammaticality is a technique which seems to evoke both stillness and a spiritual incompleteness – a sense that everything is temporary and therefore trivial. ‘Zen Keys’, for example, is a poem that consists of only two dependent clauses:

Recalling
how Thich Nhat
Hanh lost his

temper with
Frank, who had
lost his

keys.

In contrast to Niedecker, Croucher’s ‘I’ is not ‘condensed out of existence’ per se, rather the significance of ‘I’ is undermined by the spiritual tone of the book. For example, ‘A Proceeding’ from the ‘Arboreal’ sequence, is ostensibly about a mundane situation. On the surface, it deals with the speaker’s future lack of comfort, but there is also an implied reverence for nature:

A spring wind’s
snapped

the branch
of the

gum tree
which in

summer
was to shade

my room.

At times The Landing shows comparatively less of a ‘refusal to sentimentalize’:

The ordinary
things, like

a water buffalo
with a dozen

birds on
its back.

His focus on nature and the absence of a verb gives the poem a haiku-like quality, a sense of stillness suggestive of transcendence. However, the way in which the presence of the speaker is implied is a little self-conscious. That is, the image of the water buffalo is intellectualised, albeit very slightly, by the inclusion of the initial four words, ‘The ordinary / things, like’, whose gratuity, although slight, make the poem sound, if not faintly sentimental, at least un-Niedeckeresque.
Perhaps the most Niedeckeresque feature of Croucher’s poetics is his application of rhyme. Just as Niedecker frequently uses one-off occurrences of rhyme in her short poems – ‘My friend tree / I sawed you down / but I must attend / an older friend / the sun’ – Croucher, in the second section of his extended poem ‘The High Country’, rhymes only the first two lines of the first tercet:

As the embers
and the ambers
of the morning

become one
with an acid
clarity, we’ve

of a sudden
the immanence
of cattlemen

Once again Croucher’s heavily enjambed free verse requests a certain mindfulness of the reader. The poet’s newfound ‘immanence’ is something that he supposes is possessed by cattlemen because of the time they spend with animals in nature. The speaker’s epiphany, therefore, is based on a projection of his own philosophical beliefs and is perhaps a romanticisation of non-urban life. Whether or not the speaker’s epiphany is nothing but a temporary delusion is perhaps irrelevant. When the speaker in ‘Libre’, on the other hand, supposes that plants are sentient this seems somewhat incongruous with the animistic voice of the book:

Peach blossoms
blown

across the field
like snow.

Each knowing,
since the

beginning
of time,

where they will land.

The presence of the poet, despite the absence of the first-person pronoun, is perhaps too forceful. His anthropomorphisation of peach blossoms does not enhance the spiritual or immaterial qualities of nature, rather it does the opposite, it invalidates them. The romanticised ending jeopardises the impact of the first two couplets, which by themselves have the potential to be autotelic and reminiscent of William Carlos Williams.
Williams’ ‘Red Wheelbarrow’ happens to be the namesake of Croucher’s recently-closed bookshop in Brunswick, Victoria and The Landing, although at times less linguistically precise, is recurrently redolent of his work – ‘Rust / in a basin / left out / in / the rain’ (‘Rust’). Moreover, Williams’ famous tenet ‘no ideas but in things’ is quoted in ‘The High Country’. Following his epiphanic encounter with immanence, the speaker goes on to admit that writing about spiritual occurrences is a form of unnecessary intellectualisation. He defines his cattlemen-like capability as something
in which there’s

no Baudelaire,
no Satan,
no cosmic feud.

No abstractions
in the
log book.

Only
gratitude.

The ‘no’ anaphora combined with end-stops stand out against the other severely enjambed lines and this technique develops into something of a motif:

No coins.
No prayers.
No fountains.

(‘Chinese Pastoral’)
No wing.
No prayer.

(‘A Dream of the View From the Monastery On Khao Laem Dam’)
No positioning.
No posturing.

(‘A Drink With Eric’)

The occurrence of profound gratitude, according to the speaker in ‘The High Country’, is a non-cerebral experience analogous to Williams’ theory of poetics, which Croucher interprets from a Buddhist perspective to imply that what exists only in one’s head is meaningless:

And although
in the clear
light this

might be
an idea

it’s one that’s closer

to having no ideas
but in things.

Just being here.

[…]

we’re nothing
if not
in the flow
of things.

*Kishore Ryan recently interned at Cordite Poetry Review and is currently studying composition and literature at Monash University. He is the son of the poet Max Ryan, whom he plays in a band called Hexham with. He also plays drums with Mick Turner (Dirty Three) and Lisa Salvo (On Diamond). His composition ‘I Purchased Two Donkeys’ for percussion and electronics will be performed at the 2018 Bendigo International Festival of Exploratory Music by Line Upon Line (USA). His poems have been long-listed in Poetry Society’s National Poetry Competition and published in Malevolent Soap. He was also a semi-finalist in 92Y’s 2016 Discovery/Boston Review Poetry Contest.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/ryan-croucher/

ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο – Τεύχος 20 (Χειμώνας-Άνοιξη 2019)

ΘΕΜΑΤΑ

Tρανς ποιητική: Χαρχαλεύοντας (περι)γράμματα και περιφράξεις, επιχειρώντας νέα γλώσσα
Ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στην αγγλόφωνη τρανς ποιητική, το οποίο περιλαμβάνει εξιστορήσεις αιμάτινων σκιών, πιθανότητες κρυμμένες σε σκοτεινά δωμάτια, ανείπωτα και αόρατα βιώματα, τσαλαπατημένους φθόγγους που αρθρώνονται επιτέλους. Ποιήματα για σώματα που σφυροκοπάνε και σφυροκοπιούνται, για λευκά αγόρια χρονομηχανές, για γυναίκες που είχαν το χ και έκαναν ψ το χ, για άλογα που τρώνε μπάτσους, για όλα τα ακατανόμαστα στα οποία «η Αμερική βάζει δάχτυλο στα όνειρά της/ αλλά δεν θα βρεθεί ποτέ στη θέση τους». Κείμενο: Joy Ladin, Μετάφραση κειμένου & μεταφραστικό σημείωμα: Kyoko Kishida, Μετάφραση ποιημάτων: Kyoko Kishida, Αλκιβιάδης Ζαλαβράς

Adelaide Ivánova: Το σφυρί κάτω από το μαξιλάρι
Με γλώσσα που τσακίζει κόκαλα, η Βραζιλιάνα ποιήτρια και φεμινίστρια μιλάει για τη σεξουαλική κακοποίηση και ό,τι ακολουθεί αυτής, για τη γυναικεία σεξουαλική επιθυμία και χειραφέτηση. Σε έναν πατριαρχικό κόσμο όπου «το αρσενικό αηδόνι είναι αυτό που τραγουδά», η Ιβάνοβα προτείνει έναν φεμινιστικό τρόπο ζωής και μας θυμίζει ότι το σφυρί «είναι ένα εξαιρετικό αντικείμενο/ που σε βοηθά να κοιμάσαι ήσυχη/ και να καρφώνεις πρόκες». Κείμενο: Joel Scott, Lotta Thießen, Μετάφραση κειμένου: Κωστής Αλεξανδρόπουλος, Μετάφραση ποιημάτων: Σπύρος Πρατίλας

Λίντια Ντίμκοφσκα: Χωρίς πατέρα και πατρίδα
Η ποίηση της Ντίμκοφσκα είναι βαθιά υπαρξιακή˙ με σουρεαλιστικές εικόνες και λοξές μεταφορές η Μακεδόνισσα ποιήτρια αναρωτιέται πώς είναι «να μη σου ταιριάζει πια ούτε το δέρμα, ούτε η χώρα» και να έχεις γίνει «ενοικιαστής της ίδιας σου της ύπαρξης», πώς είναι να νιώθεις «σκουπιδάκι στο μάτι του Θεού» ή να κοιτάζεις τον ίδιο σου τον τάφο, ο οποίος «περιλαμβανόταν στην τιμή του σπιτιού». Κείμενο: Jazra Khaleed, Μετάφραση: Γιώργος Μιχαηλίδης, Jazra Khaleed

Αλεξάνδρα Τσιμπούλια: Το αίμα είναι ήλιος υγρός
Η Αλεξάνδρα Τσιμπούλια δεν γράφει απλώς ποι¬ήματα, συνθέτει ολόκληρους κόσμους οι οποίοι κατοικούνται από ένα σύμπαν πλασμάτων: Κενταύρους και πουλιά του Δία, τουμπανιασμένους αρουραίους που έχουν μεταμορφωθεί σε ασημί βρύα, πουλιά που σχηματίζουν αστέρια και θαλάσσια όντα, αγόρια με ακονισμένες μύτες. Πριν ακόμα κλείσει τα τριάντα της χρόνια, η Ρωσίδα ποιήτρια έχει τραβήξει την προσοχή της ρωσικής αβανγκάρντ ποιητικής σκηνής με το πρωτότυπο, αιχμηρό της στιλ. Κείμενο: Jennifer Lobaugh, Μετάφραση: Peter Constantine

Charles Pennequin: Στο μέσα του έξω του μέσα
«Θέλουμε τη ζωή. Θέλουμε να αναπνεύσουμε. Κι αν η λογοτεχνία μάς εμποδίσει, θα την ψάξουμε αλλιώς», διακηρύσσει ο Charles Pennequin, το τρομερό παιδί της γαλλόφωνης λογοτεχνίας, ο οποίος εδώ και δύο δεκαετίες με την ιδιόμορφη, δηκτική γραφή του και το μαύρο χιούμορ του χλευάζει τον μικροαστισμό και τον συντηρητισμό της γαλλικής κοινωνίας, ισχυρίζεται ότι «ο άνθρωπος είναι πέρα για πέρα τρύπιος/ το καθετί εντός του είναι μια τρύπα». Ανθολόγηση-Κείμενο: Tomas Sidoli, Μετάφραση κειμένου: Κωστής Αλεξανδρόπουλος, Μετάφραση ποιημάτων: Ελένη Γιώτη

Ποιήματα: Κατερίνα Αγυιώτη, Γιώργος Γέργος, Ράνια Καραχάλιου, Άγγελος κυρίου, Λυδία Μηλίγκου & Αντιγόνη Τσαγκαροπούλου, Γλυκερία Μπασδέκη, Λουκία Μπατσή, Πούθλε, Qooonn, Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Τάσος Τζωρτζάτος, Γιώργος Τσιόγγας, Φρειδερίκος, Νικόλαος Χόιπελ, Ωμέγα

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: MUSKA

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κ*ΒΟΞ, Αραχώβης & Θεμιστοκλέους [με κουτί ενίσχυσης]
Beaver Cooperativa, Βασιλείου του Μεγάλου 46A [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοκαφέ Vertigo, Σολωμού 23 και Μπόταση 8 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη Παπουτσάδικο, Δαβάκη 20 [με κουτί ενίσχυσης]
Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, Ζωοδόχου Πηγής 95 [με κουτί ενίσχυσης]
Άστορ, Σταδίου 28
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62
Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com

Ιάσωνας Σταυράκης, Ποιήματα

Πεπρωμένο

Ποιητής μπορεί να γίνει
όποιος είναι ανίκανος να γίνει Άγιος…

El Floridita Bar

Ο τρελός κι η θάλασσα…
Ξέρω πως θα με καταπιείς γι’ αυτό και θα σε σκοτώσω…

Ο σοφός κι η θάλασσα…
Ξέρω πως θα με καταπιείς γι’ αυτό και σ’ αποφεύγω…

Ο ποιητής κι η θάλασσα…
Αν δεν σε δαμάσω δεν είμαι άξιος να με πνίξεις…

Μέσα μου πάντα πάλευα μια θάλασσα
μα δεν ήμουν τρελός
ούτε σοφός
κι οι λέξεις
έρχονταν στον ύπνο μου
να με κοροϊδέψουν…

Κραυγή

Κύριε Μπουκόφσκι…
Ελάτε να σας κεράσω μια ντουζίνα μπίρες…
Ελάτε να παίξουμε μπουνιές…
Κι ανάμεσα στα αίματα και τα στάχυα
να φωνάξουμε στο φασίστα το θάνατο
πως οι σκέψεις δεν πέφτουν νεκρές…


Το τέρας

Λοχ Νες…
Βικτώρια…
Βαϊκάλη…

Παντού ζει
ένα τέρας
ανυπότακτο
ίδιο
με την ψυχή του…

Άφεση

Σ’ εκείνες τις άκυρες μέρες
που σε παίρνει
ο διάβολος απ’ το χέρι
και σε οδηγεί στην μυστική
χρονορουφήχτρα της λησμονιάς…

Αφέσου, μα κράτα
τα μάτια και τα χείλια
σφραγιστά…

Ελευθερία

Η ελευθερία είναι θέμα
αναπνοών…

Συνωμοσία

Απ’ το τίποτα γεννιέται ένα ποίημα…
Μην ακούς τα κρίνα που συνωμοτούν…

Ντόμινο

Κάποτε
θα παίξουν
ντόμινο
οι ψυχές…
Πρώτη θα πέσει η δική μου…
Πάντα κάποιος πέφτει πρώτος…
Έπειτα ορδές…
Ακολουθούν…

Προσευχή

Αμήν…
Έφτασα επιτέλους εκεί
που τόσα χρόνια
προσευχόμουν…
Βρήκα αυτό που έψαχνα…
Αυτό το σπουδαιότατο Τίποτα
και το έκανα για πάντα δικό μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια”.

Ρογήρος Δέξτερ, Στροφή στο πέρασμα που δεν υπάρχει

στην Κ.Σ.

[Αυτοσχέδιο στη μέση του μπαρ]

Εσύ γράφεις
Κι αυτοί καγχάζουν στα καφενεία
Παίζοντας ζάρια και χαρτιά
Και βλαστημώντας τα αόρατα
Τα ανείδωτα των τυφλών•
Έτσι περνούν οι νύχτες στη σειρά
Πιο βιαστικές και από τις μέρες
Που πέταξες πίσω σου
Όταν υπήρχες τάχα
Εδώ ίσως και αλλού
Μέσα στα αλλόκοτα όνειρα
Βαθιά μέσα στον παρήγορο ύπνο
Όπου ακόμη λες πως συναντάς
Φιλιά και χείλη αγαπημένων
Κοριτσιών που θυμάσαι να γελούν στο φως
Τού ήλιου τού μεσημεριού μιας μέρας
Και συνεχίζεις
Το μελάνι τελειώνει
Τα χαρτιά αρπάζουν φωτιά
Το αίμα σου στάζει
Σταγόνα τη σταγόνα
Μέσα σε σκόρπιους στίχους
Όπως αυτοί που διαβάζεις στους τοίχους
Των έρημων δρόμων που κρύβουν καλά
Την έξοδό τους προς τον παράδεισο
Και φτερουγίσματα αγγέλων
Στην πόλη που δείχνει
Το ωμό της πρόσωπο
Στους ανήμπορους ν’ αντιδράσουν
Εσώκλειστους των παλιών αναμνήσεων•
Δυο χέρια σφίγγουν γερά τα δάχτυλά τους
Μια θερμή χειραψία βαστά τη διάρκεια τ’ ουρανού
Νυχτώνει και παντού πάνω στις στέγες
Γκρεμίζονται τα κομμένα μας φτερά
Και οι μηχανές που είχαμε σχεδιάσει
Για τα όμορφα ταξίδια τού μέλλοντος
Βουτηγμένοι μέσα στον κόρφο τής νύχτας
Στην τρέλα τής νιότης•
Και ας μη θυμόμαστε πια
Πότε ακριβώς υπήρξαμε νέοι
Μόνο ότι γράφαμε τραγούδια
Που κανείς δεν άκουγε
Ν’ αφουγκραστεί
Την άτονη ανάσα που είναι
Το ψιθύρισμά μας τα μεσημέρια
Γι’ αυτό μόλις γίνεται νύχτα περιμένουμε
Τη νεράιδα εκείνη
Μια κόρη που διάνυσε αιώνες
Το σκοπό τραγουδώντας των τριζονιών
Που θα μας αγκαλιάσει
Θα μας κοιμίσει στο στήθος της με νανουρίσματα
Στους πιο γυμνούς καρπούς των κήπων
Και λόγια όπως τα λόγια των πουλιών
Που τ’ άφησαν με θλίψη οι κυνηγοί να ζήσουν
Να κάνουν φωλιά στα ξένα
Γιατί πάντα θα φταίνε οι κακοί καιροί
Θα φταίει η νοσταλγία μιας καλύτερης εποχής
Που νομίζουμε πως θα ζήσουμε αύριο
Ενώ οι θυμωμένοι
Κεραυνοί σε λίγο θ’ ακουστούν
Πώς πέφτουν με κρότο
Και μια αστραπή που θα φωτίσει τα σκοτάδια
Στο γέρο βοσκό και το κοπάδι του
Σε όσα κηρύττουν τη ζωή
Στην ερημιά με χρώματα
Ως και το θρόισμα των φύλλων
Που τσακίζονται
Των φίλων που χάθηκαν ξαφνικά
Για να μη λησμονήσουμε ποτέ
Ότι βαδίζουμε μόνοι•
Έτσι γράφεις λοιπόν
Και ας σε διαβάζουν με θυμηδία
Όσοι θρονιάστηκαν
Ψηλά στα βάθη με σκήπτρα
Τη στιγμή που κάθονται
Ένας ένας στην άκρη τού μπαρ
Γνωστοί και άγνωστοι
Οι νεκροί
Γυρεύοντας να πιουν απ’ τήν απόγνωση
Που κερνάς ολοένα
Για να ξεχάσουν τα πάντα
Και να ξεχαστούν.

Για την πρώτη ποιητική συλλογή της Ματίνας Τσιμοπούλου, Ετεροτοπίες

Το νεαρό της ηλικίας και το «φρέσκο» της ποιητικής φωνής καταγράφονται στην ιδιαίτερη έκφραση της επιθυμίας, ερωτικής και όχι μόνο, που μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό ανεπίδοτη, όμως δεν είναι ακυρωμένη, τετελεσμένη ή ανέλπιδη.

Μαρία Δουκάκη*
 
Η ποίηση της Ματίνας Τσιμοπούλου, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής της, Ετεροτοπίες, διανοίγεται σε χώρους και χρόνους που συμφύρονται σε ιδιωτικές και δημόσιες, ψυχικές και κοινωνικές «ετεροτοπίες», σεσημασμένες με διάφορα χαρακτηριστικά, τα οποία θα επιχειρηθεί να σκιαγραφηθούν στην παρούσα ομιλία. Ο χώρος και ο χρόνος του «μέσα», άλλοτε περίκλειστος, άλλοτε πιο ανοιχτός, άλλοτε στάσιμος και άλλοτε ρέων, ξεδιπλώνουν το ποιητικό της πεδίο σε μια συλλογή 34 σύντομων ποιημάτων. Σύντομων είτε ως στιγμιότυπα είτε ως πυκνώσεις είτε ως ρανίδες ζωής.

Το ποιητικό υποκείμενο μετέρχεται της απεύθυνσης σε ένα «εσύ» ή σε ένα «σου» με το οποίο συνδιαλέγεται εν τη ποιητική απουσία του, στις πιο πολλές περιπτώσεις, ωστόσο αυτή η προθετικότητα διαλόγου ή έκφρασης νομιμοποιεί και ξεδιπλώνει την ποιητική χειρονομία. Οι αισθήσεις διαχέονται σε χώρους μυστικοπαθούς ανακάλυψης, όπως η κλειδαρότρυπα, ενώ η ερωτική ενατένιση λαμβάνει χώρα μονομερώς και προσωπικώς. Την κλειδαρότρυπα, ως χώρο περιορισμού της οπτικής και άτοπου χρόνου, ακολουθεί το σχήμα του καθρέφτη. Από αυτό εκκινεί μια, πάλι, ιδιότυπη όραση, με αντικείμενο ενατένισης, αυτήν την φορά, το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο ή με ενατενίζουσα την παραμυθένια Αλίκη, που κοιτά μέσα και έξω από τον καθρέφτη, σηματοδοτώντας την κίνηση μεταξύ δύο εποχών, μεταξύ του εντός και εκτός της εκκρεμότητας του απόλυτου έρωτα ή άλλης μιας υπηρεσιακής κουβέντας… Η ερωτική λειτουργία έχει απολέσει τις δυνατότητές της, οι οποίες μπορούν να πραγματωθούν σε κατειλημμένους χώρους, εκτός πρόσβασης, ή στο ονειρώδες σύμπαν της ασυνείδητης επιθυμίας. Στο πεδίο του συνειδητού, το πολύ στο οποίο μπορεί να φτάσει το ερωτικό υποκείμενο, είναι να καταστεί μια άλλη Φερμίνα Δάσα ανεπίδοτων επιστολών.

Ήδη έχουν τεθεί κάποιες από τις ορίζουσες της πρώτης ποιητικής συλλογής της Ματίνας Τσιμοπούλου: έρωτας, χρόνος, χώρος ή, ίσως, άχρονος χρόνος, άτοπος ή «ετερότοπος» χώρος των καταστάσεων που περιγράφονται, αλλά δεν πραγματώνονται. Ο τόνος των ποιημάτων στα πιο πολλά σημεία, υπαρξιακός, εσωτερικός, προσωπικός, χωρίς να γίνεται «κίτρινος» ή να στερείται ενδιαφέροντος ως αυστηρά και περιοριστικά οριοθετημένος. Η συνύπαρξη ενός «εγώ» με ένα «εσύ» συστηματοποιείται, καθώς φυλλομετρά κανείς την συλλογή, σε ένα «εμείς». Αυτό το «εμείς» δε συμβαδίζει συναισθηματικά, παρά δίνει το έναυσμα στο Εγώ να μιλήσει για όνειρα, επιθυμίες και αντινομίες που γεννά αυτή η ποιητική συνύπαρξη, σε διάφορα επίπεδα: παραθέτω από την συλλογή: «Ιδεολογικές συγκρούσεις», Μ’ έχει κουράσει/ η κουβέντα για το κυρίαρχο και το υποτελές/ και σου ζητώ να βάλουμε ταινία./ Εσύ προτιμάς να δεις ειδήσεις/ και πιστεύεις στην αδέσμευτη ενημέρωση., «Θα μπορούσαμε ίσως», Θα μπορούσαμε ίσως να ξεδιψάσουμε στην έρημο/ ή και να διαβάζουμε τη σκέψη των άλλων./ Αλλά δεν θα μπορούσαμε με τίποτα/ να απαρνηθούμε/ τις πιο βαθιές μας αυταπάτες/ και την αδήριτη ανάγκη για λίγο ουρανό.

Ο προσωπικός ψυχικός χώρος, όπως διαμορφώνεται στις Ετεροτοπίες, περικλείει το βίωμα της παιδικής ηλικίας και αθωότητας, ως ζητούμενο νοητής επιστροφής, καθώς στον ποιητικό παρόντα χρόνο το παραμύθι στερείται της παραμυθητικής του λειτουργίας. Αντίθετα, τα υπολείμματά του συνδέονται με «δόσεις αστικού ρομαντισμού» και άρνηση της ερωτικής ανταπόδοσης. Αστικός, με αρνητικές συνδηλώσεις, δεν είναι μόνο ο ρομαντισμός, είναι και το εξωτερικό περιβάλλον, όπου κάνει την εμφάνισή του. Αυτό θα αποτελέσει την «σκηνή» του υπαρξιακού και συναισθηματικού «δράματος» εν «‘Ωρα Αιχμής»: Κανένα τρακάρισμα/ δεν σε ταράζει περισσότερο/ από τον ήχο/ δύο άδειων, περαστικών βλεμμάτων/ που τσακίστηκαν/ πάνω σε τοίχο ακριβούς ασυγχρονίας. «Ιδανικά κι Ανεπαισθήτως» και με καβαφικές καταβολές σχηματοποιεί το υποκείμενο τον προσωπικό του χώρο στο αστικό τοπίο για το οποίο έχει ήδη γίνει λόγος, προκειμένου να συνυπάρχει στα μυστικά δείπνα όσων βαυκαλίζονται με τους «γάμους» τους, ενώ εκείνο, επιστρέφοντας στο γνώριμο περιβάλλον του, «στον κενό χώρο», όπου «απέμεινε μόνο το ολόγραμμά μας» εξερευνά το λευκό πανί της δυνατότητάς (του;) προς την φαντασιακή ευόδωση της επιθυμίας.

Η σχέση με το εξωτερικό κοσμικό περιβάλλον διαγράφεται ως σχέση αλλοτριωμένης απόστασης και συνειδητής κριτικής διάθεσης απέναντι στην σύγχρονη κοινωνία: Ο κόσμος όλος/ κολάζ από συρματοπλέγματα./ και εις τον πάτο της εικόνας/ ίχνη αφόρετων εαυτών/ με όψη μεταχειρισμένων. Το ποιητικό υποκείμενο προκρίνει να «κλείνεται» εις εαυτόν και σ’ εκείνα που νοητά το «ταλαιπωρούν», σε μια αυτοαναφορική έκφραση περί του άχθους της γραφής, ακαδημαϊκής ή ποιητικής: Μπορείς να κλείσεις το καλοκαίρι μου/ ανάμεσα σε δύο λευκές σελίδες στο word/ κι εγώ πάντα θα σκέφτομαι περισσότερα/ απ’ όσα μπορώ να γράψω. Ωστόσο, η ποίηση της Τσιμοπούλου γνωρίζει και στιγμές κατά τις οποίες ριζοσπαστικά διεκδικεί το δικαίωμά της να υπάρχει σ’ αυτόν τον κατά τα άλλα θραυσματικό ή και φοβικό δημόσιο χώρο, αλλά όχι εξατομικεύοντας αυτή της την κίνηση. Μπορεί να επανοικειοποιηθεί τον δημόσιο χώρο και να εξασκήσει τα δικαιώματά της και τις επιθυμίες της σ’ αυτόν, απεμπολώντας την αλλοτριωτική του διάσταση, σε συντροφική σχέση με κάποιον άλλον, έναν άγνωστο ή τον γνωστό, του οποίου το όνομα ξέχασε.

Οδεύοντας προς το τέλος της συλλογής, δυναμική φαίνεται να γίνεται η παρουσία της μνήμης και της λήθης, στο όνομα, πάντα του έρωτα, σχεδόν πάντα του ανεπίδοτου, όπως οι επιστολές προς την Φερμίνα. Το ερωτικό, και όχι μόνο ποιητικό, υποκείμενο καταλήγει στην λησμονιά ως modus vivendi. Έτσι συνεχίζει να «βιοπορίζεται» μέσα στις στιγμές της αμήχανης σιωπής μεταξύ των εραστών, που το ταίριασμά τους δεν είναι γήινο, υλικό και ευτοπικό, αλλά πνευματικό –μεταξύ συζητήσεων για τον Χέγκελ και το Φαινόμενο της Πεταλούδας– και χαώδες, ανίκανο οριστικών και οριοθετημένων σε χρόνο και χώρο απαντήσεων και σταθερών. Και, αν σε αυτήν την περίπτωση η λησμονιά έχει κατά κάποιο τρόπο λυτρωτική ή έστω συμβιβαστική λειτουργία, η περίπτωση της «Ακινησίας» ανθίσταται σθεναρά στις «δοκιμές νάρκης του άλγους», καθώς ο χρόνος μπορεί να ξεγράφει εικόνες, αλλά η μνήμη αποκτά την επώδυνη υπόσταση της πρόσδεσης στην υλικότητα του υποκειμένου, που περιμένει σε μια σχεδόν ανάπηρη ακινησία. Με την προσμονή κλείνει η συλλογή της Ματίνας Τσιμοπούλου, όχι πια εν ακινησία, αλλά σε πνευματική εγρήγορση, για την λέξη που «ΔΕΝ_ΕΧΕΙ_ΕΙΠΩΘΕΙ_ΑΚΟΜΑ_» κι ας κρέμεται από αυτήν η ζωή μας, εμάς πια, των αναγνωστών.

Ο προσωπικός τόνος που έχει ήδη προεξαγγελθεί δεν απέκλεισε την Ματίνα Τσιμοπούλου από την ενσυναίσθηση του κοινού και της πρόσληψης της ποίησής της. Η σύγχρονη, λιτή, μακριά από τυμπανοκρουσίες και ανισορροπίες γραφή της –αν θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια γενεαλογία– την «φέρνει» κοντά σε γυναίκες ποιήτριες της Θεσσαλονίκης του ’70 και του ’80, οι οποίες από άλλες καταστατικές θέσεις, ωστόσο με παρόμοια χαμηλή, αλλά σθεναρά αρθρωμένη ποιητική φωνή, εκφράζουν την ταυτοτική λειτουργία της ποίησης. Ταυτοτική, ως προς την απόπειρα ανατομίας ενός χώρου και ενός χρόνου, μη συνεκτικού και γραμμικού, καθώς τέτοιος είναι ο προσωπικός, ψυχικός και πνευματικός χώρος με τον οποίο καταπιάνεται η Τσιμοπούλου. Το νεαρό της ηλικίας και το «φρέσκο» της ποιητικής φωνής καταγράφονται στην ιδιαίτερη έκφραση της επιθυμίας, ερωτικής και όχι μόνο, που μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό ανεπίδοτη, όμως δεν είναι ακυρωμένη, τετελεσμένη ή ανέλπιδη. Αυτή η πρώτη της λαλιά υπόσχεται την συνέχεια της γραφής στο πανί της δυνατότητας και στο χαρτί της ποίησης, όπου με δοτικότητα κατέγραψε η Ματίνα Τσιμοπούλου την περιδιάβασή της στους «χώρους της», γιατί όχι και στους χώρους μας, ακόμα κι αν αυτοί δεν είναι έντεχνα καταγεγραμμένοι, ωστόσο είναι εμπειρικά βιωμένοι.

*Από εδώ: http://www.katiousa.gr/logotechnia/poiisi/gia-tin-proti-poiitiki-syllogi-tis-matinas-tsimopoulou-eterotopies/

Έλσα Κορνέτη, Ποιήματα

– Θα συμμαχήσω μαζί σας
Μόνον πάρτε αυτά τα φανάρια απ’ τα μάτια μου
Φορέστε μου τα γυαλιά μου
Δεν αντέχω την ανακριτική σιωπή σας
Βγάλτε αυτό το πιάνο απ’ το αυτί μου

Αφήστε επιτέλους την κοπτοραπτική
Τι έχετε να κερδίσετε από την άθλια ζωή μου;
Γιατί με δέσατε;
Γιατί με τραυματίζετε;

— Αρκετά έπαιξες εξαρτημένε άνθρωπε
Τώρα πρέπει να ζήσεις

— Λύστε με Αφήστε με
Κι εγώ θα σας δώσω ό,τι με κατοικεί
ένα κλειδωμένο ποτάμι αίματος
μια ανθισμένη καρδιά
ένα λαβύρινθο με χορταριασμένους διαδρόμους
κι ένα δόντι για κάθε κλωστή

– Είναι κρίμα, όμως δυστυχώς
Δεν έχεις πια τίποτα δικό σου να μας δώσεις
Ο καλύτερός σου φίλος
Όλα στα πήρε

Σε τόπο και σε χρόνο δανεικό
μια ιστορία έφτασε στο τέλος
όταν το μεταξωτό κουκούλι
που στοργικά σε σκέπαζε
γέμισε τρύπες

Όχι άλλα βέλη παρακαλώ
Σταματήστε τους δαιμονισμένους τοξότες

*Από τη συλλογή “Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Δεκέμβρης 2013.