Κωστής Αργυριάδης – Ο δρόμος για τη θάλασσα του βορρά

Φωτογραφία: Κωστής Αργυριάδης

Στη Στέλλα, στον εκλιπόντα Θάνο

[…]

Μαζί
θα σαλπάρουμε προς την παγωμένη θάλασσα
του Βορρά
στη βροχή
θα μας θάψουν μια μέρα
με βροχή.

[…]

Το σώμα μου:
σκοτάδι και κρέας,
ίσκιος μες στον ίσκιο,
πνιγμένο στο αγάλι του θεού

ορατό και αόρατο στο μέλλον και στο παρελθόν,
γεμάτο τρύπες και παγίδες.

Σακούλα,
το σώμα είναι μια ετερόφωτη δερμάτινη σακούλα,
που φέγγει υπό το φως του φεγγαριού
και βάλλεται από όνειρα σαν κοιμάμαι.

Τώρα το σώμα φαντάζει σαν προπάππους,
μουγγός κι ανήμπορος με εντολοδόχο το κεφάλι,
μου δείχνει το δεκαοχτάχρονο αγρίμι που
πολέμησε εδώ.

Μην το λυπάσαι, δεν θέλει λύπη
ξεδιάλεξέ το από το κεφάλι
και συνέχισε την επιστροφή.

Το κεφάλι είναι αίμα και κοπάδια ηλεκτρονίων,
η ιστορία η δικιά σου και η ιστορία του κόσμου,
η κόλαση είναι οι άλλοι και η κόλαση είσαι εσύ,
ένας βούρκος υπολογισμών
που κατέβηκε στη γη.

Το κεφάλι είναι ιδεαλιστική ύλη
και υλική ιδέα,
μην το λυπάσαι,
ξεδιάλεξε το κεφάλι
από το σώμα και τη συνείδηση
και συνέχισε την επιστροφή.

Η συνείδηση είναι η αυτοκρατορία
που σαλεύει ασάλευτη,
η αναίσθητη αίσθηση των πραγμάτων,
η σκοτεινή ρίζα,
η μέγιστη δυναμική κατάσταση
ενός ακατέργαστου αποστάγματος
σκέψεων και πράξεων θεών σε βρεφική ηλικία
που συλλέχτηκαν τυχαία
σε μια από τις άπειρες παραλλαγές του
Σύμπαντος.

Άκου:
κλείσε τα μάτια και πάρε τον δρόμο της
επιστροφής
σαν να είναι ερχομός,
προσπάθησε να μην ανατιναχτείς
και κράτησέ τα όλα εντός
κάτω από το δέρμα,
σαν μικρές προσευχές για τον δρόμο.

Ήρθε η ώρα να κλάψω και να κοιμηθώ,
μια αγέλαστη κραυγή πνίγεται στο σκοτάδι,
σαν όνειρο που γκρεμίζεται μέσα σε ένα άλλο
όνειρο πιο βιαστικό,
μήπως είμαι εγώ,
όχι.

Η κραυγή μάχεται να ακουστεί
μα και η σιωπή καίγεται να μοιραστεί.
Είμαι μακριά και δεν καταλαβαίνω
νιώθω σαν κατάστρωμα
που αντανακλά την κάθαρση στο τέλος του
έργου.
Η από μηχανής μηχανή
που κουνά τα γρανάζια
ρίχνοντας κάρβουνο
στον βωμό της αιώνιας επιστροφής.

Η στοργή είναι
η πιο ιερή μορφή ενέργειας,
σαν φτάσουμε τα σύνορα και τα όρια
να μη ραγίσουμε,
να μη σπάσουμε
και να περάσουμε απέναντι,
να μη μείνουμε μονάχα ένα καθρέφτισμα.

Ας πιτσιλάει η αλμύρα τις καλύβες μας
και ας είναι βαθιά γαλάζια
τα νερά που αγναντεύουμε.

Ας είναι πάντα ζέστη η φωτιά
και το μπρίκι γερά δεμένο πάνω της
και ας είμαστε προστατευμένοι
από τα όνειρα και τη βροχή.

Ο ουρανός είναι μεγάλος
για να στριμώχνεται στη γη,

ας ξαναφύγουμε για εκεί.

Στον πάτο της πιο βαθιάς πνιχτής κραυγής
κρύβεται ο νόστος
και βαθιά στο τέρμα κάθε διαλογισμού
στέκεται κρεμασμένος ο Ιώβ.

Σπάσε τον κύκλο.

Σπάσε τον κύκλο.

*Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο. Δημοσιεύτηκε στο https://perithorio.com

[…]

Νικηφόρος Μανδηλαράς, Ποιήματα

Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον

Αντανάκλαση του μύθου
στα ξεριζωμένα χώματα
πού ‘πάμε πως εδώ θά ‘ναι
η πατρίδα
αγγίζοντας απαλά,
τα χνώτα μας απόδειξη της παρουσίας.
Σαν την ζωή που φεύγει
αδύνατη η γραφή να δώσει
έδωσε πάει’

*

Τρία ποιήματα

Ι. Αν κάτι έχω
είναι που δεν θέλω ή δεν μπορώ.
Απ’ όλα πιο πολύ
η αμφιβολία με τρομάζει.
Είναι το ή, το διαζευκτικό,
που με την ζωή μας παίζει.

ΙΙ. Εκείνες οι μέρες οι φευγάτες
άφησαν σε μας ένα χρέος
που μάταια το φορτωθήκαμε
μη ξέροντας ούτε από κουμάντο
ούτε από κουβάλημα,
έτοιμοι, πάντα έτοιμοι,
με την πρώτη ευκαιρία
σε άλλες πλάτες να το ρίξουμε.
Οι μέρες οι φευγάτες
δεν υπάρχουν.
Οι άνθρωποι πάντα φεύγουν.

ΙΙΙ. Υπάρχουν νύχτες
που δεν μπορείς
μια κουβέντα να βρεις,
να μιλήσεις
ή να γράψεις
κάτι έστω τοσοδούλι.
Η εγκατάλειψη που νιώθεις
σαν εκπόρθηση ό,τι πιο ιερού
και να σκέφτεσαι
πως δεν έχει μείνει
ούτε μια κουβέντα, ούτε ένα τοσοδούλι
έστω για να λεηλατηθεί…

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Προσωπείο”, τεύχος 3, Άνοιξη 1988.

Κωστής Τριανταφύλλου, το ποίημα

για τον Μιχαήλ Μήτρα

η ποίηση είναι ένα ιπτάμενο αλφαβητάριο
η ποίηση είναι ο δρόμος των βυθών και των εκρήξεων
η ποίηση είναι ομιχλώδες μόρφωμα
είναι η ποίηση
η ποίηση είναι το απόσταγμα
η ποίηση είναι χωρίς χρόνο ζωής
η ποίηση είναι σκοτεινός κεραυνός
η ποίηση είναι κατασκευή μιας γλώσσας κι έκφραση μιας ιδέας
η ποίηση είναι λευκή σελίδα
η ποίηση μπορεί να είναι
η ποίηση είναι

το ποίημα της ποίησης υπάρχει για την αίσθηση που δίνει
το ποίημα που τραγουδάει λέξεις
το ποίημα που ανακοινώνει δρόμους και κατοίκους
το ποίημα που σκοτώνει βαρετά κείμενα
το ποίημα που σκαρφαλώνει στα σύννεφα
το ποίημα που ταξιδεύει
το ποίημα που ονειρεύεται ποίηση
το ποίημα καταιγιδοφόρο νέφος
το ποίημα επιδερμίδα         πεδίο μαχών
το ποίημα μονόλογος μέσα απ΄τα δόντια
το ποίημα σ΄αυτό το τίποτα που δεν έχει τέλος
το ποίημα που νοιώσαμε μαζί στο κενό

η ποίηση που μας άφησε ο Μιχαήλ
το ποίημα του Μιχαήλ

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Artwork: Paul Klee

Κατά Μάρκου, κατά Ματθαίου, κατά Λουκά, κατά Ιωάννου

Και είπεν αυτοίς!
Ω δύναμις ιερά εξαντλήσεως ζωογόνου!
Ω αβάσταγη του πνεύματος ροή θεία!
Όταν εβδομηντάχρονη εις γραφείον επάνω
εχάνετο, δοσμένη σε αυτό που η άποψις αποκαλεί
αύθαδες, χυδαίον, ηθικής κατακραυγή,
σε αυτό, που, την φαντασία της ζωης εγείροντας,
άδοντας της ψυχής την καλλιέπεια,
στην απόλαυση άγει.

*
Αλοώσι

Σύννεφα, ροές, ευδίες σ’ αγέρες ευεπίφορους,
δένδρα με σιγουριά εκτίθενται,
φλοίσβοι στους ψιθύρους γνέφουν,
λόφοι την ενατένιση σαγηνεύοντας,
γραφών απόηχους υποθάλπουν.
Στων καιρών τα σημεία σώφρονες παρεισδύουν,
ερμηνείες κυβεύοντας,
τον χρόνο σπαταλώντας
σε δημαγωγίες νοησιαρχικές
ενώ στην μέγγενη,
της αίσθησης τον λάρυγγα συνθλίβουν.

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Αιχμάλωτοι της εξουσίας

Hannah Hoch, The Strong Men (1931)

Εγωπυροτεχνήματα
που σβήνουν ένα-ένα.
Ποια δόξα αυτοκρατορική
μπροστά στην άγια ταπεινότητα;

Εγωχαρούμενοι με χαίτη αλαζονείας.
Γραφή κιμωλίας στον πίνακα της Ιστορίας,
που ο σπόγγος την σβήνει,
γιατί ο πίνακας δεν είναι σατραπεία.

Στα χέρια σας ο πόλεμος σαν παιδικό παιχνίδι
κι ας κείτονται τόσα παιδιά σαν θερισμένα στάχυα.
Κι αν έχετε ολόγυρα αόρατους προστάτες,
σαν έντομα ανήμπορα είστ’ αιχμαλωτισμένοι.

Δράμα, 7-8 Ιανουαρίου 2025

Κατερίνα Φλωρά, Απόσταγμα

Φώτο: Juan Brufal

Αναμονή εαρινής αχτίδας
που ακόμα δειλά ξεπροβάλλει
πίσω από την γκρίζα κουίντα
της ζοφερής χειμερινής σκηνής

Σα χάδι άγγιξε ο αέρας
των συγχρονισμένων φωνών
την ψυχρή αποκαμωμένη μάζα
της σάρκας μας

Της μνήμης που πασχίζει
να συγκρατήσει το πολύτιμο ρίνισμα
που το φίλτρο ξέβρασε
απ’ του βόθρου τα λύματα

Σαν νικηθεί η λήθη
νιώσε την πρώτη άνοιξη
που φέτος άργησε
μα το χώμα χάραξε
για την επόμενη σοδιά

Al Masarik, Ινδιάνικο νεκροταφείο

Τα ινδιάνικα νεκροταφεία δεν είναι για τους άτολμους
το μέρος ετούτο όλο ξερό χορτάρι κάτω απ’ τον ήλιο του Οκτώβρη

Απόλυτη ερημιά στην 18η Εθνικό Οδό
πουθενά νεκροθάφτες

Ένας ελαφρύς άνεμος και μια μοναχική κίσσα
που αναπηδά από μνήμα σε μνήμα

Προς την ανατολή οι φασιανοί τσιμπολογούν αμμοχάλικο
μόλις λίγε ημέρες αργόρα απ’ όταν
τσιμπολογούσαν πορτοκαλόφλουδες

Το νεκροταφείο το έχουν στοιχειώσει ακρίδες
ο ήχος τους σαν το τικ τικ ενός ρολογιού

Φαντάζεσαι ένα ξυπνητήρι χωμένο ο
κάτω από τα σκεπάσματα μιας παγερής μέρας
που δεν θες να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι

Ο άνεμος έφερε ως εδώ ένα τσούρμο προσκόπους
ασορτί με τον χειρότερο χριστιανικό σου εφιάλτη
τρίζουν ρυθμικά ωσάν τα δόντια των δαιμόνων

Κάθε χρώμα ξεπλύθηκε απ’ τις κοιλάδες αυτού του καμβά
μόνο τα διάπλατα φτερά των ακρίδων παραμένουν

Καθώς πέφτουν σαν διάττοντες αστέρες

*Από το βιβλίο “Τα κοράκια του Βαν Γκονγκ”, Εκδόσεις bibliotheque, 2022. Προλεγόμενα, μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Robert Creeley, Μια μορφή προσαρμογής

Οι εχθροί μου ήρθαν να με πιάσουν,
ανάμεσά τους μια όμορφη γυναίκα.

Και -θεέ μου, σκέφτηκα, αυτό θα είναι το τέλος μου,
γιατί δεν έχω αντιστάσεις.

Παίρνοντας κανονικά το δικό μου μέρος εναντίον μου,
κολακευμένος που ανησύχησαν,

ξάπλωσα μπροστά τους και κοίταξα ψηλά με συγκίνηση,
σκεπτόμενος πως ίσως τούτο να βοηθούσε.

Κι εκείνη έσκυψε πάνω μου να με κοιτάξει τότε,
όντας γυναίκα.

Είναι έξυπνοι που στέλνουν τον πιο δυνατό απ’ όλους τους πρώτα,
σκέφτηκα. Και τη φίλησα.

Και παρακολουθούσαν εκείνη και τους δύο μας προσεκτικά,
δεν θα ξεγελιόνταν με τίποτα.

Μα πως να εξηγήσεις την αγάπη, ακόμα κι αν την αναζητάς;
Την εμπιστεύτηκα.

*Από το βιβλίο “Μια μορφή προσαρμογής [Επιλεγμένα ποιήματα]”, Εκδόσεις bibliotheque, 2019. Προλεγόμενα, μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Coman Șova, Single ladies / Μοναχικές κυρίες

Single women travel the world
with a toothbrush in their handbag
and with the words of an neverending story
in their translucent handkerchief.
Single women
randomly devoure
uncertain alien footsteps
and chimeras,
one-night stand birds confused by melodies,
their feathers torn in the steep-descent flight,
the gong was played a long time ago,
with makeup in their hands waiting for the snow.
Single women,
tears of the modern world,
behind the wheel of a limousine
of hundreds of horsepower
fleeing from loneliness.
Lonely ladies, hunted down Dianas,
groping a cigarette with their long fingers,
in the density of the city they watch
the dream of the forgotten Child.

Οι μοναχικές κυρίες ταξιδεύουν στον κόσμο
με μια οδοντόβουρτσα στην τσάντα τους
και με τα λόγια μιας ατέλειωτης ιστορίας
στο ημιδιαφανές μαντήλι τους.
Οι μοναχικές κυρίες
καταβροχθίζουν τυχαία
αβέβαια εξωγήινα βήματα
και χίμαιρες, πουλιά της μιας βραδιάς μπερδεμένα από μελωδίες,
τα φτερά τους σκισμένα στην απότομη-κατηφορική πτήση,
το γκονγκ έχει παιχτεί εδώ και πολύ καιρό,
με το μακιγιάζ στα χέρια τους περιμένουν το χιόνι.
Μοναχικές κυρίες,
δάκρυα του σύγχρονου κόσμου,
πίσω από το τιμόνι μιας λιμουζίνας
εκατοντάδων ίππων
που δραπετεύει από τη μοναξιά.
Μοναχικές κυρίες, κυνηγημένες από Νταϊάνες,
ψηλαφώντας ένα τσιγάρο με τα μακριά τους δάχτυλα,
μέσα στην πυκνότητα της πόλης παρακολουθούν
το όνειρο του ξεχασμένου Παιδιού.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Rodica Marian, The poet’s memory / Η μνήμη του ποιητή

Version 1.0.0

About poets only death can talk, wrote Ioan Alexandru*,
Only death knows something about them.
Maybe a burning cross, here it is from the depths of the sky.
I think that the crocuses that welcomed him among them
Knew more about Ioan’s grave,
They were merciful and gentle under the autumnal steps
Of some friends from mother Transylvania.
And they may know even more about what Ioan wanted
The crocuses imagined by Blaga’s Demiurge3,
With his pride exasperated by the sunset.
I can hardly remind my steps of the white carnations’ night,
The light’s secrecy, not incidentally, seen by two eyes,
The noise of his wonders that would disturb the monastery now,
The fever from the inferno of a winter
For ever undecided.

Για τους ποιητές μόνο ο θάνατος μπορεί να μιλήσει, έγραψε ο Ioan Alexandru
Μόνο ο θάνατος ξέρει κάτι γι’ αυτούς.
Ίσως ένας φλεγόμενος σταυρός, εδώ είναι από τα βάθη του ουρανού.
Νομίζω ότι οι κρόκοι που τον υποδέχτηκαν ανάμεσά τους
Ήξεραν περισσότερα για τον τάφο του Ioan,
Ήταν φιλεύσπλαχνοι και ευγενικοί κάτω από τα φθινοπωρινά βήματα
Κάποιων φίλων από τη μητέρα Τρανσυλβανία.
Και μπορεί να ξέρουν ακόμα περισσότερα για το τι ήθελε ο Ioan
Οι κρόκοι που φαντάστηκε ο Blaga’s Demiurge
Με την υπερηφάνεια του εξοργισμένη από το ηλιοβασίλεμα.
Δύσκολα μπορώ να θυμίσω στα βήματά μου τη νύχτα των λευκών γαρίφαλων,
Τη μυστικότητα του φωτός, όχι τυχαία, που βλέπουν δύο μάτια,
Το θόρυβο των θαυμάτων του που θα τάραζε τώρα το μοναστήρι,
Τον πυρετό από την κόλαση ενός χειμώνα
Για πάντα αναποφάσιστου.



*Ioan Alexandru (1941-2000). Ρουμάνος ποιητής.


**Lucian Blaga (1895-1961). Ρουμάνος ποιητής.

***Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.