Ηρώ Νικοπούλου, Τρία ποιήματα

Είναι εκείνες οι λίγες,
οι ελάχιστες φορές
που γίνομαι καλάμι.
Φυσά μέσα μου ο άνεμος
κι αρθρώνω άγνωστές μου φωνές.

Είναι εκείνες οι λίγες στιγμές
που η φωτιά με δροσίζει,
το αίμα μου απλώνεται
σε χρυσές αποχρώσεις.

Νοιώθω τότε
σαν να είμαι εγώ ολόκληρη
του σύμπαντος μια φωτοτυπία.

*

Στο σώμα μου δίνω
σχήματα νέα.
Το ακουμπώ σ’ άλλα σώματα
ν’ αλαφρύνει το βάρος.
Το μοιράζω.
Το φθείρω.
Παθαίνει.
Κι όμως εκεί στο βάθος
(πέρα από κάθε συνθήκη)
φέγγει βουβή η ύλη του,
όχημα τρυφερό και μάταιο
όλο υπομονή κι υπόσχεση,
Σχεδόν γεμάτο αγάπη.

*

Να κύλαγα με την πρωινή δροσιά,
να χόρταινα μπουκιές του ήλιου,
να ήμουν κίνηση φτερούγας,
αεράκι στα χέρια της κλαίουσας,
η παύση στα μεσοδιαστήματα.

Η μέθη πριν τον τρύγο
να ήμουν ήθελα η χαρά
πριν από την αιτία,
ο ήχος πριν το χτύπημα,
το δάκρυ από την απώλεια πριν
και θάνατος να ήμουν ήθελα,
θάνατος δίχως εξορία.

*Από τη συλλογή “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Εύα Σπαθάρα, Τρία ποιήματα

Καημένε Κάντιε

Σιωπή
Ρυθμίστε
τα ρολόγια σας
Περνάει ο Κάντιος
Ο αδερφός του κρυφά τον κοιτάζει
από το τζάμι
Τον βρίσκει γερασμένο
και κυρτό
Καημένε Κάντιε μισός απόμεινες
μόνο και μόνο για να την πεις στον Χιουμ
Ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά ούτ’ έρωτες
και σώμα ιδρωμένο
Πες μου
τουλάχιστον τις νύχτες αγγιζόσουν
ή ήταν κι αυτό νοούμενο

***

Το αυτί του καπιταλισμού πονάει Αίσωπε

Το ρ που τρυπώνει στον τόπο
και τον μετατρέπει σε τρόπο
ενοχλεί
Αυθαδιάζει
όπως κι ο θάνατος
που μοιάζει α
θάνατος
Το ξέρω
το έχουν πει κι άλλοι πριν από μένα αυτό
Η χρήση του στερητικού τσακίζει

Όμως αυτή η επανάληψη
Αυτή η ταλάντωση
της απεραντοσύνης
στη φθαρτή πραγματικότητα
το εκκρεμές μιας ενδεχόμενης ανατροπής
είναι –πώς να το κάνουμε– η μύγα
στο αυτί του λιονταριού

***

Ένα παραμύθι ενός από τους Γκριμ

Είσαι το δάσος
που μέσα του θα ’θελα
να ανθίσω
να χαθώ
να μην αφήσω ίχνη
και με βρουν

Κάνε όμως γρήγορα κάτι
κι εσύ γιατί τα πόδια μου
με γυρίζουν πίσω
κι είναι κοντά
ο δρόμος της επιστροφής

*Από τη συλλογή “Ντάλιτ”, Εκδόσεις Θράκα.

Ιάσωνας Σταυράκης, Τέσσερα ποιήματα

Το μουρμουρητό του αιχμάλωτου

Αρνούμαι τον πόλεμο…
Θέλω να βλέπω
γυμνά τα πόδια σου
με μυστικές γραμμές
να σχηματίζουν
το σήμα της ειρήνης…

Έτσι θα παραμείνω αιχμάλωτος
στο γέλιο σου
και θα σου δίνω
λευκή την σημαία
της ψυχής μου…

***

Τυχαία γνωριμία

Γνώρισα τελικά τον άγνωστο
ποιητή…
Δεν είχε θέση ανάμεσα
σε αγάλματα…
Ούτε ποιήματα
δεν είχε γράψει…

***

Σίσυφος

Δεν είμαι ξένος εδώ…
Βλέπεις εκείνη
την κηλίδα ψέματος
που ανθίζει
μια φορά τον αιώνα
στην καρδιά της στέπας;
Βλέπεις στα μάτια
του ελέφαντα
το χάρτη
του πεπρωμένου;
Βλέπεις το Κιλιμάντζαρο
που τρίβει τους αγκώνες
και στο σκοτάδι μου φωνάζει…
Σίσυφε,
Δε με θυμάσαι;

***

Fuga

Δεν υπάρχει εμβόλιο για τη φυγή,
ακριβέ μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια”.

Λεωνίδας Χρηστάκης, Σχιζοφωνητικά (12 ποιήματα)

Στο παρόν cd περιέχονται 12 ποιήματα, τα οποία απαγγέλθηκαν με ιδιόρρυθμο «σχιζοφωνητικό» τρόπο έκφρασης, από τον συγγραφέα και εκδότη Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Ιούνιο του 2006. Τα ποιήματα έχουν απαγγελθεί στο παρελθόν από τον Λ. Χρηστάκη πολλές φορές -από το 1983- σε διάφορες εκδηλώσεις, ενώ αρκετά από αυτά έχουν εκδοθεί και κυκλοφορήσει, σε έντυπα του απαγγέλοντος. Τη «σχιζοφωνητική» εκφορά εμπνεύστηκε ο Χρηστάκης το 1963 στις όχθες του Σηκουάνα, όταν άκουσε για πρώτη φορά Γάλλους ποιητές και μουσικούς να απαγγέλουν με αντίστοιχο τρόπο. Καλή ακρόαση.

1. Εισαγωγή (Ανδρέας Κάλβος)
2. Η χώρα μου (Νάνος Βαλαωρίτης)
3. Ο χορός των καλών μασκοφόρων (Νατάσσα Χατζηδάκη)
4. Σύναξη ψυχών (Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης)
5. Μη με ξεχνάς τις νύχτες (Γιάννης Αλεξανδρόπουλος)
6. Άτιτλο (Ντόρια Μαρνέρη)
7. Περί πληροφορίας (Λεωνίδας Χρηστάκης)
8. Μπαλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι (Μιχάλης Κατσαρός)
9. Άτιτλο (Σάκης Τότλης)
10. Μπέσκος (Δημήτρης Βέσκος)
11. Girl I want to be with you for the last time (Τέος Ρόμβος)
12. Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα (Λευτέρης Πούλιος)
13. Στρογγυλή συμφωνία (Νικόλαος Κάλας)

Remedios Varo
, Letters, Dreams and Other Writings

LETTERS, DREAMS & OTHER WRITINGS

By Remedios Varo


Translated, with an introduction, by Margaret Carson

While the reputation of Remedios Varo the Surrealist painter is now well established, Remedios Varo the writer has yet to be fully discovered. Her writings, never published during her life let alone translated into English, offer the same qualities to be found in her visual work: an engagement with mysticism and magic, a breakdown of the border between the everyday and the marvelous, a love of mischief, and an ongoing meditation on the need for (and the trauma of) escape in all its forms.

This volume brings together the painter’s collected writings, and includes an unpublished interview, letters to friends and acquaintances (as well as to people unknown), dream accounts, notes for unrealized projects, a project for a theater piece, whimsical recipes for controlled dreaming, exercises in Surrealist automatic writing, as well as prose-poem commentaries on her paintings. It also includes her longest manuscript, the pseudoscientific On Homo rodans: an absurdist study of the wheeled predecessor to Homo sapiens (the skeleton of which Varo had built out of chicken bones). Written by the invented anthropologist Hälikcio von Fuhrängschmidt, Varo utilizes eccentric Latin and a tongue-in-cheek pompous discourse to explain the origins of the first umbrella and in what ways Myths are merely corrupted Myrtles.
Remedios Varo (1908–1963) was a Spanish-born painter who entered the Surrealist circle in Paris before the German occupation forced her into exile to Mexico at the end of 1941, where she would stay until the end of her life. Her dream-infused, allegorical work combines the elements of classical training, alchemical mysticism, and fairy-tale science.

http://wakefieldpress.com/varo_dreams.html?fbclid=IwAR3IJ38UX5iJorslQHtE5SBM3dyBDZ3uvNRDSmkgtF5t4FHflTQ5jZ70ePk

Κορίτσι της πόλης

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αυτή δεν είναι μια ιστορία αγάπης
Ο άντρας που μισώ είναι ζωντανός

Δεν υπήρχε ποτέ ένα κορίτσι
Ένα πολύ συνηθισμένο κανονικό κορίτσι

Λένε πως δεν περιπλανήθηκε πολύ μακριά
Πολύ μακριά πάνω στον αέρα

Ποτέ μια μέρα
Μια κανονική μέρα δεν πέρασε από μπροστά μου
Ενώ δεν μίλησε για τίποτα
Για έξυπνους και υποτελείς
Δεν μου το είπε αυτό

Το πιο ασήμαντο πράγμα
Που ποτέ δεν θα μάθεις
Είναι να μην αγαπάς
Και να μην αγαπιέσαι
Σε αντάλλαγμα

View original post

Ο κοινωνικός λυρισμός στην ποίηση του Μάρκου Μέσκου

Μιχάλης Μπαρτσίδης*

Γνώρισα προσωπικά τον Μάρκο Μέσκο πριν από περίπου δέκα [1] χρόνια. Η γνωριμία μας εκείνη εξελίχθηκε σε σταθερή φιλία, την οποία κρατάμε οικογενειακώς. Με επισκέπτεται αδιαλείπτως κάθε βδομάδα στον χώρο εργασίας μου, φέρνει μαζί του ένα καρβέλι ψωμί, κάνω καφεδάκι και τα λέμε. Το φθινόπωρο, του φέρνω σταφύλια από το αμπέλι μου και αυτός την άνοιξη κεράσια ή μήλα από τα μέρη του. Ήξερα από παλιά μερικά βασικά πράγματα σχετικά με την ποίηση του Μάρκου Μέσκου, οπωσδήποτε όλα τα βιογραφικά περί Κομμένης γλώσσας, και βεβαίως το ωραιότερο πεζό του, το Μουχαρέμ. Η μεγάλη διαδρομή του ποιητή συμπλήρωσε πέρυσι ―δεν προσέξαμε το ιωβηλαίο― τα πενήντα χρόνια. Όμως, εγώ από κοντά γνώρισα τον ελεγειακό, στοχαστικό πλέον ποιητή, με τις αποστάξεις του, αποφθεγματικό και σοφό, με πιο ελλειπτική γραφή και πιο μύστη.
Η παρέα μας, κατά πολύ νεότεροι από τον ίδιο, ήταν από κείνες τις λίγες που έδινε, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ένα καλό αγώνα μνήμης, διαχείρισης των τραυμάτων της πόλης ιστορικά, πολιτικά και αισθητικά. Τολμώ να πω ότι αυτές οι ζυμώσεις ανακούφισαν κάπως και τον Μέσκο, του πρόσφεραν έναν χώρο πιο άνετο. Δανείστηκα κάποια στιγμή για τις ανάγκες ενός άρθρου τη φράση του «η Θεσσαλονίκη πολιορκείται εκ των ένδον» («Συνήθως, η Πόλη κινδυνεύει από τους μέσα εχθρούς της» XXXV, 47). Αυτό ήταν. Ένα εμπόδιο έφυγε από τη μέση. Σαν να βρέθηκε η έννοια-εργαλείο με την οποία μεταφράζονταν αυτόματα διαφορετικοί κόσμοι, εποχές και βιώματα στην ίδια γλώσσα. Οπως ανοιχτά ομολογεί ο ποιητής:

«Το πισθάγκωνο έγκλημα στα νερά του Θερμαϊκού
πρώτη δειγματοληψία της Εποχής στη ζωή μου ―
(τα μυστικά παραμένουν μυστικά)» XV(27).

Μιλήσαμε εμείς οι νεότεροι. Τώρα μπορούμε πιο άνετα να αναζητήσουμε το κρυμμένο μυστικό του κοινού κώδικα, το εσωτερικό εμπόδιο-όριο της κομμένης γλώσσας, η οποία μεταπλάθεται σε μνήμη για να μη χαθεί, σε δεσμό που μας ενώνει.
Δεν θα προσεγγίσω αυτόν τον στόχο με αισθητικά μέσα αλλά με ευρύτερα φιλοσοφικά, υπό την έννοια ότι θα πάρω θέση, ότι θα μεροληπτήσω, ότι θα υποστηρίξω με περισσότερους τρόπους και όχι αποκλειστικά ―αυστηρά― à la lettre. Άλλωστε, μας βοηθά και το κρινόμενο. Πρόκειται για βιβλίο στοχασμών, σκέψεων, αφορισμών, καθώς επίσης απολογισμού και παρακαταθηκών ποιητικής. Επιστρατεύω λοιπόν και όσα γνωρίζω από και για τον ίδιο, αφού νωρίς κατάλαβα ότι οι επισκέψεις του είναι μικρές έξοδοι κατάθεσης των μυστικών ― «των όσων υπόκεινται», κατά Μάρκο. Τι σημαίνει η έκφραση «οι υποψιασμένοι» που συχνά χρησιμοποιεί; Πάντοτε έρχεται η ώρα που ο Ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να διατυπώσει το σύστημα αξιών και τους κανόνες με τους οποίους έζησε και έγραψε. Ποιητής είναι εκείνος που η ζωή του ανταποκρίνεται στην ποίησή του, υποψιασμένος είναι ο «βιώσας» ευαίσθητα. Ας μην παρεξηγήσουμε τον ποιητή ότι δεν ακούει. Ακούει, παρόλο που δεν συζητάμε αναλυτικά τις διαφωνίες μας. Είναι λεπτή η ισορροπία, καθόσον απευθύνεται στους νεότερους και ενδιαφέρεται για τη διατύπωση των αρχών ποιητικής και ζωής, βρίσκεται στη στιγμή της εξόδου, δηλαδή της ιστορικότητάς του.

1. Ο εαυτός και το έξω
Σε κάθε αυθεντική τέχνη συναντούμε το μοτίβο της αμφίδρομης και διπλής κίνησης από τα έξω προς τα μέσα και αντιστρόφως. Σκαλώνω στον εξής ελλειπτικό αφορισμό:

«Η Μοναξιά λοιπόν ωριμάζει την Κοινωνία;
Εδώ σβήνε τη στάχτη σου κι εσύ!» LXV (77)

Όσον αφορά τον δεύτερο στίχο, συναντούμε συχνά την εικόνα «Τα ποιήματα είναι στάχτη», «σβήσε τη στάχτη»! Αντί της ματαιοδοξίας-φιλοδοξίας, η στάχτη, το μάταιον του εγχειρήματος. Ο πρώτος στίχος όμως διατυπώνεται με μορφή ερώτησης. Δεν μιλάει για την απομόνωση του σύγχρονου ατόμου σύμφωνα με τα διαδεδομένα. Αναρωτιέται για τη μοναξιά της ζωής και τη ζωή της μοναξιάς, όχι για να εγκαταλείψει παρά για να ενισχύσει περαιτέρω την πεποίθηση, που είναι και βασική αρχή του, ότι η κοινωνία φτιάχνεται μέσα μας. Δεν έχετε παρά να ανατρέξετε σε όλο το παλιότερο έργο του Μέσκου του ’60 και του ’70. Το ’χει η ποιητική γενιά του μετά την ήττα; Βεβαίως, αλλά ο καθένας είναι και μοναδικός. Πώς μπόρεσαν και αντιστάθηκαν στην παραζάλη της κοινότυπης μορφής «πολιτικής και στρατευμένης» ποίησης; Είναι ένα προσωπικό στοίχημα που δεν το κερδίζουν όλοι. Η πολιτική δεν καταργείται, απλώς το σημείο στο οποίο αναδύεται μετατοπίζεται συνεχώς εντός μας.

Είσοδος, επι-στροφή στον εαυτό και ακολούθως έξοδος – η πρώτη έννοια που είδα να υπονοεί σταθερά ο Μέσκος. Τα «παράθυρά» του είναι πολλά – και τα κυριότερα τα οφείλει στη μάνα του, όπως εξομολογείται ήδη από το 1958 («Το ανθρώπινο»). Η μοναξιά δεν είναι απομόνωση, είναι οι δεσμοί και το έργο μας. Το έξω, η ζωή, η κοινωνία, βρίσκεται μέσα μας.
Είναι δύσκολο να το παραδεχτούμε αλλά τη σχέση τη φτιάχνουν:
«Οι έντιμοι, οι σαλεμένοι από την ανέχεια και τις στερήσεις των επιλογών τους» (XLVIII).

Αντιθέτως, οι θορυβώδεις «εξωτερικοί» δεν ωριμάζουν σε κάτι με τη φλυαρία, την ευκολία, την ισοπέδωση και την επιπολαιότητα. Αν διακρίνουμε (ο Δημητριάδης κάπου το ανέφερε) «εσωτερικούς» και «εξωτερικούς» συγγραφείς, η ποιητική του Μέσκου συνίσταται στο να βρεις πώς συναντώνται τα «μέσα και τα έξω ρυάκια».
Μέσα στον εαυτό βρίσκεται το κοινό βίωμα της ανθρωπότητας, «το ρόδο του κανενός», το μυστήριο. Όχι με την έννοια του ρομαντικού αυθεντικού εαυτού αλλά ως ένα a priori που είναι ιστορικό αποτέλεσμα και που ανοίγεται ξανά στην ιστορία:

«εξαιτίας της καθολικής ανθρώπινης προϊστορίας των γραφών της Ποίησης» (IXL).

Όπως γνωρίζουμε, ο εμπειρικο-υπερβατικός «άνθρωπος» της νεότερης ιδεαλιστικής παράδοσης αποτελεί σύνθεση δύο πεδίων: της ζωής και της ιστορίας-κοινωνίας. Σύμφωνα με τη βασική ρομαντική θέση, η ανθρώπινη φύση-ουσία είναι το πνεύμα και η ζωή που υπερβαίνουν την πολιτική και την κοινωνικοποίηση, που δεν ανάγονται σε αυτές πλήρως και ολοκληρωτικά. Πρόκειται για το υπόλοιπο που υπερβαίνει τη θέσμιση και μετατρέπεται σε ιδανικό-ιδεατότητα. Η συμφιλίωση των δύο πεδίων, ζωής και κοινωνίας, αποτελεί το αντικείμενο της «μόρφωσης». Όμως, εδώ άλλος παράγοντας τα κρατάει δεμένα χωρίς να τα συμφιλιώνει.
― «Μέσα στη ζωή τον περισσότερο καιρό (θαρρείς) έξω από τη ζωή, ξένος του κόσμου αυτού…» IL (61)
― «ακόμη και οι καταραμένοι ποιητές, τελικά, είναι υπέρ της ζωής»
― «ταυτόσημη ζωή το Ποίημα» XVIII (30):

Η ζωή είναι τέχνη ― το αριστούργημα του καθενός, η πολιτική είναι τέχνη, επίσης και η ποιητική ηθική: «το κατακτημένο περιθώριο» ΧΙ(23).

Σκαλώνω τώρα σε μια άλλη διατύπωση-θεμέλιο:

«η επιστροφή προς το Ποίημα είναι ένας δρόμος γεμάτος κλάματα» V(17).

Η σωματική ποίηση για τον Μέσκο αναφέρεται σε ό,τι βγαίνει με πόνο. Αναγνωρίζουμε εδώ το λυρικό στοιχείο, αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για λυρισμό παράδοξο, αφού συγχρόνως και αμέσως έρχεται η επωδός:

«Και η Ποίηση πολίτης του κόσμου» (79).

Κάτι το μυστήριο συμβαίνει σε αυτή την αέναη κίνηση, στην οποία δεν έχει σημασία ποια κατεύθυνση προηγείται, η προς τα μέσα ή η προς τα έξω. Άλλωστε, το ζεύγος ζωής και θανάτου είναι κολόνες στο έργο του Μέσκου αλλά παίζουν τον ρόλο τους αντιστρόφως. Όταν ξεκινούσε, νεότατος, 23 χρονών, τιτλοφορούσε τη συλλογή του Πριν το θάνατο· πενήντα χρόνια μετά, στο ύστερο έργο του, συνθέτει Ελεγείες.

2. Η Ιστορία και η Φύση
Αρκετοί αναλύουν τον ρόλο της φύσης στο έργο του Μέσκου. Ενδιαφέρομαι, με τη σειρά μου, να ενισχύσω μία τάση που υπάρχει στο έργο αυτό, αναγνωρίζοντας και υπερασπίζοντάς την, γιατί είναι λεπτή, ευαίσθητη, εύθραυστη και ασταθής από τη φύση της. Είναι μία ενδιάμεση, μη κοινότοπη και εν τέλει υλιστική τάση. Μιλάμε για ένα ιστορικό ένστικτο του ποιητή, μία πρακτική «φιλοσοφία της ιστορίας».
Θα πρέπει να σημειώσουμε ―και να το αναλύσουμε περισσότερο σε άλλη ευκαιρία― ότι ο νατουραλισμός του Μέσκου είναι σπινοζικού τύπου και όχι ρομαντικού. Καταρχήν, δεν αφαιρεί από την έννοια της ιστορίας το νόημα χάριν μιας εσωτερικής υπερβατικότητας του αυθεντικού φυσικού εαυτού. Η «φύση» στον Μέσκο αποτελεί ακριβώς έναν νέο τρόπο να σκεφτούμε την ιστορία, σύμφωνα με μια ορθολογικότητα που σκοπεύει στην εξήγηση διά των αιτιών, δηλαδή διά της γνώσης των αντιτιθέμενων δυνάμεων και του συσχετισμού τους. Δεν υπάρχει το παλιό δίλημμα μεταξύ φυσικού ντετερμινισμού και ιστορικής αιτιότητας ως γενικής παράστασης. Η αιτία βρίσκεται μέσα στα αποτελέσματά της.
Στον Μέσκο η ίδια η φύση περνάει μέσα στους ανθρώπους του. Όπως ο ίδιος την αγκαλιάζει, τη συμπεριλαμβάνει και την ενσωματώνει ολόκληρη, έτσι αυτή βγαίνει ενιαία ως αποτέλεσμα στον τόπο και στους ανθρώπους του. Πρόκειται για μία αλληλοδιείσδυση ανθρώπου-φύσης, όπου «ο άνθρωπος αντιλαλεί τις πράξεις της φύσης»: ο Μάρκος δεν κατάγεται από το Καϊμακτσαλάν ― είναι το Καϊμακτσαλάν. Από τον μη διαχωρισμό φύσης και ιστορίας εξάγεται, μπορούμε να πούμε, η αγάπη ως η τέλεια γνώση του «Θεού»-Φύσης. «Κοντεύουμε να γίνουμε χριστιανοί», λέει συχνά, χαρακτηρίζοντας ο ίδιος μεταρομαντική την άποψη του.
Όμως, πρόκειται ουσιαστικά για μια ενδογενή(εμμενή) γνώση της ιστορίας. Πράγματι, στοχεύει στην ιστορική μονάδα (ενικότητα), στην ιστορία των πολλών, των από τα κάτω, των αφανών, όσων βρίσκονται στον κοντινό απόηχο των συγκρούσεων και των μαχών. Στήνει «προτομές ανωνύμων» δείχνοντας πώς επηρεάζεται ο βιόκοσμος από την ιστορία και την πολιτική. Οι «μορφές ζωής» είναι εκείνη η ενδιάμεση ζώνη φύσης και πολιτισμού. Συγκροτείται ένας ιστορικός λόγος, μία ιστορία των «παθών του κοινωνικού σώματος». Ποιοι και πώς χάθηκαν με τη σειρά τους ένας-ένας «πρωταγωνιστές των ονείρων μου» Χ(22). Σημειώνομε εδώ άλλο ένα στοιχείο για το πέρασμα από το ενικό στο πληθυντικό.
Οι «γηγενείς», όπως αποκαλεί ο Μάρκος τους ανθρώπους του. Δεν μαζεύει τα τοπικά γλωσσάρια, όπως άλλοι ανυποψίαστοι συντηρητικοί. Καμιά σχέση με τη σύγχρονη ηθογραφία. Ήταν πάντοτε μοντέρνος, γράφει στα ομορφότερα ελληνικά για να μη χαθούν μορφές ζωής, όμως να σωθούν πού; Στον τόπο της μνήμης όπου η κομμένη γλώσσα μεταπλάθεται σε ποιητική γλώσσα. Η ποιητική γλώσσα αποκαθιστά τη συνέχεια που κόπηκε, διασχίζει το εσωτερικό σύνορο, επουλώνει το τραύμα. Αυτή είναι η στράτευσή του, έτσι αναζητούν τις ρίζες οι πραγματικοί συγγραφείς, έτσι φτιάχνουν ταυτότητες.
Η στάση του για την ιστορία λοιπόν (και την πολιτική, την ήττα της Αριστεράς):

«ο απελπισμένος έρωτας της Ουτοπίας και όχι νοσταλγία»

Αντλεί από νεκρά πρόσωπα-ήρωες και, παρ’ όλα αυτά, δεν κάνει νεκρική ή σκοτεινή ποίηση:

«η πλήρης κυριότητα, πάνω απ’ όλα, ανήκει στους νεκρούς που εμπνεύσανε τα ποιήματά μου» ΙΙΙ(15).

Εντούτοις, παραδέχεται ότι ο τόνος είναι μαύρος και θλιμμένος διότι:

«η προσπάθεια είναι τελέσφορη και ατελέσφορη μαζί» XVI(28).

Πένθος και Χαρά (39,40). Ακόμα και οι Ελεγείες δεν είναι μόνο λυρικό, μελαγχολικό έργο, αλλά κυρίως είναι ξαναπέρασμα όλων των καταστάσεων που έζησε και βίωσε, με σκοπό να δώσει κάτι σαν «όρκο πίστεως» σε αυτές.
Υποστηρίζεται επαρκώς, νομίζω, ότι όχι μόνο δεν έχουμε μία τελεολογική αντίληψη της ιστορίας, ότι δεν υπάρχει «ένα σχήμα μονοσήμαντης εξήγησης» φανατικό αλλά, αντιθέτως, φαίνεται καθαρά μία γνώση πολλαπλή και σύνθετη. Είναι δικαιωμένο το ενιαίο χαλί, το ψηφιδωτό των «ανώνυμων». Δικαιωμένο όχι όμως στην ιστορία αλλά στην ποίηση, η οποία δεν έχει ανάγκη από δυισμούς-διχασμούς. Ο ενικός ψίθυρος του δημιουργού μεσολαβεί για τον πληθυντικό ψίθυρο, χωρίς να χρειάζεται να εκπροσωπήσει κανέναν, χάνεται μαζί τους χωρίς να γίνεται στάχτη.

3. Η Ποιητική της κυριολεξίας
Ολοκληρώνοντας, να πούμε για την άρθρωση των δύο στοιχείων που προαναφέραμε, των κινήσεων της επιστροφής και της εξόδου, στην ποιητική της κυριολεξίας.

«Ποίηση είναι η κυριολεξία των πραγμάτων» (XXIX,41)
«Περίεργο πράγμα η γλώσσα: μέσα σου συνωθούνται χιλιάδες λέξεις που διεκδικούν την προτεραιότητα της κυριολεξίας στην έξοδό τους προτού «παγώσουν» στο χαρτί…» (XXXIV, 46)

«Στην Ποίηση πολλαπλή πάντα η εκδοχή:
δάσος πολυσημίας για την πορεία την ανθρώπινη στο κάθε μέλλον, των ‘πράξεων’ και των ‘λύσεων’ της πραγματικότητας και της ονειρικής αναζήτησης. Κοντά κοντά η αυτογνωσία και η αξιοπρέπεια του Τοπίου (το πολύσχημο κενό εντούτοις)» (XLVI, 58)

Η πολυσημία, η κυριολεξία και η έξοδος: Η πολυσημία υπάρχει μέσα στον ποιητή και πριν από τον λόγο, δηλαδή προηγείται:

«εξαιτίας της καθολικής ανθρώπινης προϊστορίας των γραφών της Ποίησης» (IXL)

Η κυριολεξία βρίσκεται στο μέσον και έπεται η έξοδος και η συνάντηση με τους αναγνώστες, φτιάχνοντας την ιστορικότητα του έργου. Η πολυσημία αποδίδεται τελικώς στον τίτλο ενικός και πληθυντικός ψίθυρος.
Από τη μια, το λυρικό μαγικό στοιχείο της τέχνης: μυστικά που δεν έχουν αποκαλυφθεί, οι μύστες, «μαγική… Ποίηση του ανεξήγητου μυστηρίου» ΧΙΙ. Ο ίδιος δοκιμάζει να το αποκαλεί λυρικός μεταϋπερρεαλισμός, ΧΙΙ(24).
Από την άλλη, το πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο (κυριολεξία). Ως ανάπτυξη των αντιφάσεων (πολυσημία) της αρχικής διατύπωσης είναι ταυτόσημη με την ιστορικότητα (έξοδος). Η ιστορία λοιπόν αποτελεί μία διαδικασία όχι προσανατολισμένη αλλά απρόβλεπτη. Δεν αποσκοπεί στην καθολικότητα αλλά στοχεύει στην ιστορική ενικότητα: στην παραγωγή των ενικών ουσιών, στην ποικιλία των συνθηκών και των μορφών, στην ανάλυση των διαφορών. Ιδού η σημασία του σολωμικού motto του βιβλίου: από τη μικρότητα (ενικός) θα προβάλλουν οι ουσίες (πληθυντικός και όχι «η» ουσία).

Το κοινό στοιχείο που προηγείται πάντοτε είναι μία ιστορική καθολική πολλαπλή ουσία: γι’ αυτό είναι «κοινωνικός»-λυρικός ποιητής. Το κοινό (common) λόγω της συνήχησης με τον όρο «κομμουνισμός» φοβίζει τον Μάρκο κάπως ασυναίσθητα και τον οδηγεί να χρησιμοποιεί αντί του «κοινός» τον όρο «κοινωνικός». Η έννοια του «κοινωνικού λυρισμού» ―που ο ίδιος χρησιμοποίησε στο κείμενό του για τον Πάνο Θασίτη[2]― είναι μία αντιφατική έννοια και γι’ αυτόν τον λόγο πολύ ενεργή και δυναμική. Συναιρεί δύο αντίθετα πράγματα, που κακώς εννοούνταν μέχρι τώρα ως αντίθετα: λες και ο λυρισμός είναι εντελώς προσωπικό πράγμα, και η κοινωνική ποίηση είναι κάτι χωρίς αναφορά στο λυρικό στοιχείο. Μία διατομική (transindividual) έννοια έβγαλε ο Μάρκος και του την ξαναχαρίζουμε.

Επίλογος
Ο Μέσκος είναι δυνατότερος από πολλούς, με πολλές ουσίες και δυνάμεις να αναβλύζουν από μέσα του. Το τελευταίο στοχαστικό βιβλίο του λοιπόν αποτυπώνει την ενδυνάμωση μέσω της πολλαπλότητας και της ακεραιότητας, με την αξιοποίηση τόσο της λογικής όσο και της βιωματικής του γνώσης.
Ο Μέσκος πιστεύει ότι προϋπήρξαν μεγάλα ονόματα στη σκέψη και στη τέχνη, πως δεν μπορούμε με τη σκέψη να επινοήσουμε εύκολα κάτι που να μην έχει δοκιμαστεί και που να μην είναι γνωστό, που να μην το έχουν αντιληφθεί ακόμη άνθρωποι που ασχολούνται.
Αλλά τότε τι μπορούμε να κάνουμε; Ο Μέσκος εννοεί ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τους μεγάλους συγγραφείς που προηγήθηκαν ως μοντέλο αλλά ότι «το μέγεθος προκύπτει από τον μύθο που ιστορείς». Ένα μικρό βήμα μπροστά και όχι άλματα και ιστορικιστικά ξεπεράσματα, «σχεδόν τα πάντα έχουν ειπωθεί» IX(21). Ανθρώπινα καθημερινός (εμπειρία, βίωμα) και ταυτοχρόνως κλασική διάσταση, αφού πρωτοτυπεί με μικρές μετατοπίσεις, αλλά κατ’ επανάληψη. Δεν μετακενώνει δάνεια, δεν μιμείται. Δεν αλλάζει, λένε. Τι να αλλάξει; Μετακινούνται τα βουνά;

[1] Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σημειώσεις 71, Ιούνιος 2010, 83-92 και είχε εκφωνηθεί ως ομιλία για το βιβλίο του Μάρκου Μέσκου, Στον ενικό και πληθυντικό ψίθυρο, εκδ. Νεφέλη, στις 18 Νοεμβρίου 2009, στο βιβλιοπωλείο Κυριακίδη της Θεσσαλονίκης. To κείμενο ακολουθεί την αρίθμηση του ποιητή. Η γνωριμία μας λοιπόν ανατρέχει στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα.
[2] Μάρκος Μέσκος, «Ακόμη μια ανάγνωση του Πάνου Θασίτη», Σημειώσεις, 69, Ιούλιος 2009, σ.63.

*Από εδώ: http://entefktirio.blogspot.com/2019/01/blog-post_6.html

Eavan Boland, Κεχριμπάρι

Σημασία δεν είχε ότι κάποτε υπήρξε απέραντος θρήνος:
δέντρα στις λοφοπλαγιές των δασοτοπιών τους να κλαίνε γοερά—
πλαστικός χρυσός να στάζει
στο έδαφος στο διάβα των εποχών και των αιώνων,
μέχρι σήμερα.

Αυτό το υπέροχο σεπτεμβριάτικο απόγευμα που εσύ λείπεις
Κρατώ, λες και το χέρι μου μπορεί να το φυλάξει,
ένα στολίδι κεχριμπαρένιο
που κάποτε μου έδωσες.

Να τι λέει η λογική:
Οι νεκροί δεν βλέπουν τους ζωντανούς
Οι ζωντανοί δεν θα ξαναδούν ποτέ τους νεκρούς.
Ο καθαρός αέρας που χρειαζόμαστε για να βρούμε ο ένας τον άλλον
έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, μα
τούτο το ρετσίνι κάποτε
μάζεψε σπόρους, φύλλα, ακόμη και μικρό φτερό καθώς έπεφτε
και έπεφτε

και τώρα με τη λιακάδα δείχνουν τόσο ζωντανό όσο
ήταν πάντα
λες και το παρελθόν μπορούσε να είναι παρόν και η ίδια η μνήμη
μέλι Βαλτικής—
μια ενόχληση στις παρυφές του θεατού, μια επίδειξη του πόσα
μπορούν να διαφυλαχτούν
μέσα σε μια ημιδιαφάνεια με ψεγάδια.

*Απόδοση: Τούλα Παπαπάντου
**Η Eavan Boland, γεννημένη το 1944, είναι Ιρλανδή ποιήτρια, συγγραφέας, ακτιβίστρια και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.
***Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Το ποίημα έφεραν οι γλάροι

τη γέφυρα καθώς διέσχιζες
τρεις μαύρες γάτες είδες
και σε τρόμαξαν
μες τ’΄όνειρο
πρωί ‘που χρύσιζε το κόκκινο

‘ς τη γέφυρα του Γαλατά
το καλοκαίρι ‘που μας έφυγε
δώδεκα ‘μάτια, φίλε, είχε ο θάνατος
γαλήνης
και την οδό Φορμίωνος
μες τις παλάμες του

για σενα – νοτισμένες.

Αντώνης Μπουντούρης, Ήρθες

Έργο Σάββα Πετράκη

Κουβαλώντας στα μάτια σου
Εσπερινούς
Αγρύπνιες
Μπουρλοτιέρηδες Αγίους
και τα ξόρκια της Κασσάνδρας
ήρθες.

Στο καντήλι κρεμασμένη μιά αγάπη
από τα παλιά.
Το βλέμμα σου χαροκαμένης Παναγιάς
Η απόστασή σου μέχρι τη καρδιά μου
ορφανεμένη.

Γιατί ήρθες;