μεγάλη Πέμπτη

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Photo-0061_056

Υπήρχε μια πραγματικά υπέροχη ιστορία έως ότου αυτή η πρόταση πάρει μπρος μα τώρα πρέπει να αρκεστούμε στην πιθανότητα οι δύο αυτές ιστορίες να συναντηθούν κάποια στιγμή μετά το πέρας της τελείας.

View original post

Γιάννης Ευαγγέλου, Δύο ποιήματα

Όπως πάντα

Γεμάτο το αμφιθέατρο, όπως πάντα.
Πρώτα τοποθετούνται οι άλλοι, όπως πάντα.
Εμείς περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή, όπως πάντα.
«Τακτική, σύντροφοι», μας υπενθυμίζει ο Σ., όπως πάντα.

Πώς ανοίγουν τα μάτια του,
κάθε που μας μιλάει.
Πώς κλείνουν τα μάτια μας,
κάθε που τον ακούμε.

Έχει ιστορία στο χώρο ο Σ.
Μετράει παραπάνω ο λόγος του.
Μη με ρωτάς γιατί.
Απλά, έτσι είναι.
Και μη ρωτάς ποιος είναι ο Σ.
Αυτά τα ρωτάνε οι χαφιέδες.

Έχουν ήδη περάσει τρεις ώρες.
Φωνές, αντιδικίες, ο κακός χαμός.
Αλλά σε λίγο θα σηκωθεί ο Σ.
όπως πάντα,
και θα γλιτώσουμε από τις θεωρίες του κάθε τυχάρπαστου.

***

Οι χτίστες

«Το πανεπιστήμιο είναι δημόσιο

και θα μείνει δημόσιο.
Δεν πρέπει να στοχοποιούμε τα παιδιά

που διαμαρτυρήθηκαν για το αυτονόητο.

Το χτίσιμο ήταν συμβολικό,

ήταν πολιτική πράξη με ιερό σκοπό,

κανένας δεν τραμπούκισε κανέναν,

κανένας δεν τραυματίστηκε,

αλλά αύριο θα βγουν τα κανάλια
και θα πουν ότι φασίστες είναι αυτά τα παιδιά,

τα παιδιά μας,
κι όχι όλοι αυτοί που τους στερούν τη ζωή.»

*Από το βιβλίο “Μαχνοβτσίνα – Τριάντα σημειώσεις”, εκδόσεις διάπυροΝ, Νοέμβριος 2013
.

Τάκης Κουφόπουλος, Επιστροφή

Και ήρθε η στιγμή
όπως πάντα.

Η μέρα τράβηξε τα στήθια της
μια γκρίζα γραμμή στον ορίζοντα
και γύρισα.

Γρήγορο ράβδισμα της μνήμης
-άσαρκα ομίχλινα ερπετά-
γρήγορη θέση
γρήγορη ώθηση
κι είδα
τ’ αρχαία μονοπάτια
τ’ αρχαία πτώματα.

Είμαι μπροστά δυό χρόνια πίσω.

Τό πόμολο ήρθε στό χέρι μου
η πόρτα με κατάπιε
και νάμαι
πρώτος του χορού
αναστενάρης άγιαστος
στην κρύα στάχτη
πιασμένος στο φτερό μιας νυχτερίδας
που σκούζει.

Ο κισσός είναι στή θέση του
το σκυλί αγέραστο
κι ο σκοπός στ’ οργανέτο του.
Μιά ακρίδα κάθισε στήν άκρη του ματιού
έξυσε την κοιλιά της
κι απολιθώθηκε.
Ακίνητες γραμμές
ακίνητη σιωπή κι
οσμή κοπριάς.

Όπως πάντα
Όπως πάντα

Κομμάτι πάγος στήν πυρωμένη άσφαλτο
που λιώνει
κι εξατμίζεται.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 1942-1946”.

Kenneth Rexroth, Ένα ξίφος σ’ ένα φωτεινό σύννεφο

Πιασμένοι χέρι-χέρι, πάμε να χαζέψουμε
Την Παραμονή των Χριστουγέννων τα πλήθη
Στην οδό Φίλμορ, στη Νέγρικη Συνοικία.
Η βραδιά είναι γεμάτη πάγο. Ο κόσμος
Βιαστικός, τυλιγμένος μες στις ανάσες τους
ου αχνίζουν. Μπροστά στις βιτρίνες
Τα παιδιά αναπηδούν με λαμπερά μάτια.
Ο Αη-Βασίλης χτυπά τα κουδούνια του.
Αμάξια κάνουν ουρές και κορνάρουν.
Τα τρόλεϊ χτυπούν το καμπανάκι τους.
Δυνατά μεγάφωνα στους στύλους των φώτων
Παίζουν κάλαντα, στα τζουκ μποξ των μπαρ
Ο Λούις Άρμστρονγκ παίζει το «Γουάιτ Κρίστμας».
Στα καταγώγια τα κορίτσια
Γδύνονται, χαμογελούν και λικνίζονται
Με τη μουσική του «Τζινγκλ Μπελς».
Στις προσόψεις οι.επιγραφές νέον αναβοσβήνουν
Μηνύματα χαράς, φιλαργυρίας, φόβου, υγιεινής,
Και τα περήφανα μικροαστικά ονόματα.
Το φεγγάρι λάμπει σαν πουτίγκα.
Σταματάμε στην κεντρική γωνία και κοιτάζουμε
Ψηλά, διαγώνια απέναντι, το φεγγάρι που
Υψώνεται και τους σεμνούς, παραταγμένους
Άπειρους χειμερινούς αστερισμούς.
Εσύ λες, «Νά, ο Ωρίωνας!»
Το πιο ωραίο πράγμα που θα γνωρίσουμε ποτέ
Στον κόσμο ή στη ζωή μας, στέκει στον κενό
Φεγγαρόλουστο ουρανό, πάνω από τα πλήθη
Των ανδρών των γυναικών και των παιδιών,
Των λευκών και των μαύρων, των χαρούμενων
Και των άπληστων, των καλών και των κακών,
Των πωλητών και των αγοραστών,
Των ισχυρών και των θυμάτων, σαν ένα
Αχανές θεώρημα που αν κάποια στιγμή
Λυνόταν, θα έλυνε για πάντα το μυστήριο
Και τον πόνο κάτω από τα στολίδια και
Τις καμπάνες. Νά ’τος, ο άνθρωπος
Της Παραμονής των Χριστουγέννων,
Απλωμένος στον ουρανό σαν αληθινός θεός
Που θα τον έφτανε να πίστευες λίγο
Σ’ αυτόν. Είμαι 50 χρόνων και είσαι 5.
Δεν θα ’ταν σωστό να το πω αυτό
Κι ίσως ούτε σωστό να το γράψω.
Πίστευε στον Ωρίωνα. Πίστευε στην νύχτα,
Στο φεγγάρι, στην πολυάνθρωπη γη.
Πίστευε στα Χριστούγεννα, στα Γενέθλια,
Και στα Πασχαλινά κουνέλια.
Πίστευε σ’ όλους αυτούς τους φευγάτους
Συνδυασμούς της φύσης, που είναι όλοι τους
Καταδικασμένοι να χαθούν και να εκλείψουν.
Να είσαι πάντα αληθινός με τούτα.
Μην παρατήσεις ποτέ τούτη την άγρια
Θρησκεία για τις ματωβαμένες, αφηρημένες του πολιτισμού
Έννοιες των καθαρμάτων που ζουν
Σκοτώνοντας εμένα κι εσένα.

* Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.
** Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2014.
*** Η Φωτογραφία του Kenneth Rexroth δημοσιεύεται στο ίδιο βιβλίο (σελ. 20).

Unusual Work No.26!!!!!!!!

INVITATION

YOU (in the singular and plural)
are invited to launch of
the most amazing literary magazine in the country

UNUSUAL WORK No.26!!!!!!!!

at the Terminus Hotel
492 Queens Parade North Fitzroy
on Thursday 2nd May, 7:30pm

Entrance via Brennan St along the railway line is best

then pass the toilets, and up the stairs —

commonly known as the Clifton Hill interchange

just before the Northcote Bridge — near Clifton Hill Station
— plenty of buses + trams go thru there

ENTRY: $10 + FREE COPY of magazine
(SUBSCRIBERS FREE ENTRY)
PERFORMANCES BY
Grant Alexander McCracken,
Angelina Stanton, Lynkushka,
Eddy Burger, Sean O’Callaghan,
t h a l i a + Alan Musgrove, TT.O.
a performance classic in the making
bring a friend
———————

small magazines
— the life blood of a great literature

MAKE AN EFFORT

Αντώνης Μπουντούρης, Εβδομάδα των Παθών

Στην πλατεία σύντοιχα
σέρνεται και πάλι μιά Σκιά.

Ψηλή
με πετρωμένη χούφτα.

Οι μυροφόρες χωνεμένες στους αιώνες
χαμογελούν πικρά.

Αγκαλιασμένες με καρφιά
κι ερωτευμένες μ΄ ένα ξόδι που γλυστρά
στο ψύχος της συνήθειας.

Γυμνές από εγκώμια
μ΄ αυθεντικές στον πόνο.

Εκεί στο τέλος της πομπής
η Μάνα.

Στον κόρφο της βαθιά θρηνεί
ζεστός κι απορημένος

ο αληθινά Εσταυρωμένος εαυτός μας.

Νίκος Σφαμένος, Αυτοί

Ανάψανε τις έγχρωμες οθόνες
νεκρά χαμόγελα
κρύα πανηγύρια
αναλώθηκαν σε καταστήματα
με πολύχρωμα λαμπιόνια
τα βράδια όλοι τους γράφανε
καθημερινές
αργίες
μεγάλοι έρωτες
ξακουστές εταιρείες
δείπνα
διακοπές

…μα να θυμάσαι εκείνους
που ονειρευόταν στα χέρια
της τρέλας
που αγωνιούσαν
σε μικρές κάμαρες
που ναυάγησαν παρέα με
ζεστές οπτασίες
παραμιλώντας
χαμογελώντας
γράφοντας
εκείνους να θυμάσαι.

*Από τη συλλογή “Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι”.

Βόρεια Βορειοανατολικά

Mε έδρα του τη Μυτιλήνη, εμπνευσμένο από τις ανησυχίες και τους δημιουργικούς ορίζοντες των ανθρώπων που ζουν και βιοπορίζονται εκεί, το Βόρεια – Βορειοανατολικά, συνεχίζει το εκδοτικό του ταξίδι με το 2ο τεύχος του που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες.

Το προσεχές τεύχος είναι αφιερωμένο στην Ελληνική ποίηση των ανθρώπων που γεννήθηκαν γύρω στο ‘80, ποιητών που ενηλικιώθηκαν μαζί με την ποίηση και δια της ποίησης, ανθρώπων της «χαμένης γενιάς» της μεταπολίτευσης που αποφάσισαν ότι έχουν κάτι να πουν. Ανθρώπων που διάβασαν φανατικά τα έργα των συνομήλικών τους, που συναντήθηκαν, που χώρισαν, που αγαπήθηκαν, που συγκρούστηκαν, που ξαναβρέθηκαν. Ανθρώπων που σήμερα, αφού «έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές του Φαραώ / μήπως και βρουν τη δική τους», σαραντάρισαν ή σαρανταρίζουν και που, με σπασμένα γόνατα, συνεχίζουν να περπατάνε ακόμα.

Στην ποίηση αυτής της γενιάς είναι αφιερωμένο αυτό το τεύχος. Αυτής, που δεν πρόλαβε να πετάξει, που είδε τα όνειρά της να καταρρέουν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα και βούλιαξε στην κατάθλιψη της ανεργίας, της ξενιτειάς, της απουσίας προοπτικής· που, παρά τον ναρκισσισμό της, έστρωσε με το παράδειγμά της τον δρόμο για μια επόμενη ποιητική γενιά -ιδανικά- πιο ώριμη και πιο μεστή, φυσώντας μες στις στάχτες, βγάζοντας τα πνευμόνια της για μια χαμένη υπόθεση, και κατορθώνοντας, στο τέλος, να βάλει φωτιά στ’ αποκαΐδια, να κάνει, και πάλι, τη φλόγα να πετάξει.

Συντακτική Ομάδα: Ζ. Δ. Αϊναλής, Δήμητρα Γλεντή, Αλέξανδρος Καραβάς, Παναγιώτης Κ., Στέλιος Κραουνάκης, Γιάννης Μαμάκος, Χρήστος Μαρτίνης, Νατάσα Παπανικολάου, Γιάννης Παττακός, Ελένη Ρουσοπούλου.

Στο δεύτερο τεύχος:

Δοκίμια: Σαμσών Ρακάς / Se poia poihtikh genia anhkoyme?, Χρήστος Μαρτίνης / Ρίζα στον ουρανό: ερμηνευτική προσέγγιση στην ποίηση του Aντρέα Tσιάκου, Ζ. Δ. Αϊναλής / «Ποιαν έρημο, πατέρα, υπάρχεις τώρα εντός μου;»· μια εξομολόγηση από τα βάθη της αρχέγονης νύχτας, (δοκίμιο για την ποίηση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου), Στέλιος Κραουνάκης / «Η ποίηση είναι παιδί του πένθους»: Μια κριτική ανάγνωση στα ποιήματα της Xρυσής Kαρπαθιωτάκη, Νικόλας Ευαντινός / Η ρομαντική καταγωγή των νέων Ελλήνων ποιητών, Νίκος Βιολάρης / Νήματα σκοτεινά και απαστράπτοντα (δοκίμιο για την ποίηση της Άννας Γρίβα), Βάγια Κάλφα / «Δε θέλει κάθε ανταρσία να εκραγεί/ μέχρι επανάστασης»: Για την ποίηση της Λένας Καλλέργη.

Ποιήματα-Διηγήματα
Ζ. Δ. Αϊναλής, Παναγιώτης Κ., Γιάννης Ζελιαναίος, Νίκος Ζιάκας, Νατάσα Παπανικολάου, Κατερίνα Ζησάκη, Ελένη Ρουσοπούλου , Ελένη Ντούξη, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Χρήστος Μαρτίνης, Μαρουσώ Αθανασίου, Νότα Μ., Γιάννης Παττακός, Πάνος Παπαπαναγιώτου, Νίκος Σφαμένος, Άγγελος Ευθυμιάδης, Αθανασία Κρατημένου, Γιώργος Γέργος, Γιάννης Μαμάκος, Νάνσυ Αγγελή.

Φωτογραφίες
Δήμητρα Γλεντή

Κόμικ
Η Ελένη Ρουσοπούλου διασκευάζει το ποίημα του Θωμά Τσαλαπάτη «Γίγαντες»

Σχεδιασμός εξωφύλλου
Αλέξανδρος Καραβάς

Σελιδοποίηση-εικαστική επιμέλεια: Νάντια Δανέζου

Eπικοινωνία: e-mail: vvanatolika@gmail.com /
Ιστοσελιδα: https://vvanatolika.gr/
Εκδόσεις: Ένατη Διάσταση
Υπεύθυνοι έκδοσης: Πάνος Κρητικός, Νίκος Δαλαμπύρας

Κατερίνα Λιάτζουρα, Μεγάλη Εβδομάδα

Στα πάθη της εβδομάδας δεν θέλω να συμπαρασταθώ.
Τα πάθη Του να μετρώ μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο.
Με τρομάζει ο πόνος του Ανθρώπου
με τρομάζει η απονιά του Θεανθρώπου.
Με αηδιάζουν τα αγκαθωτά στεφάνια που τρυπάνε τα κρανία σμιλεύοντας
σμαραγδάκια αναμνήσεων στο μέτωπο.
Δεν θέλω πληγές αγάπης σε παλάμες, πατούσες και καρδιές να μου θυμίζουνε τον
χρόνο.
Τον θνητό προσπελάσιμο εκείνο χρόνο, που γερνά τα ξωτικά
και τις ονειροπαρμένες Μαγδαληνές.
Θέλω μέσα σε επτά μέρες θρήνου ή και χρόνια να προλάβω να χαρώ τον Θάνατο μου.
Τόσο σύντομα.
Και μέχρι ξάφνου να καταφτάσει του χρόνου αυτή η ίδια μέρα να ξαναπενθήσω
περίχαρα,
θα κουβαλώ αγκομαχώντας, κληρονομιά Άγιας κατάρας, έναν περίτεχνο χρυσό
σταυρό στον ανήφορο του λαιμού μου.
Στο Μυστικό Δείπνο δεν ήμουνα παρών.
Μα πρόφτασα κόντρα στο γλυκόπιοτο και το ψωμί το αυγό το κόκκινο να
τσουγκρίσω.
Και μέσα σε λίμνες αίματος, ή σε ποτάμια, ή σε χείμαρρους
να ψαρέψω τα τσόφλια της Ανάστασης μου.
Ένα ένα.

Κροάζοντας Ευαγγέλια βυζαντινά
κατόρθωσα να φιλήσω τελικά το πόδι,
πλυμένο και ευωδιαστό
και να τραβήξω κατά νου την βαριά βελούδινη κουρτίνα,
καθώς και να εισακούσω του ντελάλη Ιούδα την κραυγή,
την προειδοποίηση που ξημερώματα Κυριακής εκλιπαρούσε τρίπτυχο συγνώμης.
Από μένα.
Από σένα.
Από Αυτόν.

Την Αποκαθήλωση δεν θα αδειάσω φέτος να την δω
έχω να γαλακτίσω το ρημάδι αυτό το σάβανο
που αιώνες τώρα πια άρχισε να σαπίζει.

*Από την ποιητική συλλογή «Σκέψεις» εκδ. manifesto, 2013.