Δεν έχω έμπνευση φαίνεται
Δεν έχω θέσει τους όρους μου
Είναι γυμνή και πρόκειται να με μισήσει
Η ποίηση στα όνειρα της μας δόθηκε σαν πραγματικότητα
Σαν αθλιότητα που κατάπιε τους αθώους
Κάποιοι δουλεύουν σαράντα χρόνια την ίδια προτομή
Δεν την κοιτάζουν πια τους κοιτάζει
Απογυμνωμένη λατρεία
Η στύση των ειδώλων και καπνός από τα προηγούμενα
Κάποιος στη θέση σου να κάνει την βρώμικη δουλειά
Όσο εσύ θα τον διασκεδάζεις
Κλίση στις τέχνες του ανεφάρμοστου
Ψέματα που δεν χρειάζονται όταν σε πολιορκεί
Ο παλιός λογαριασμός που κλείνει
Δρόμοι με χαλινάρια και άνθρωποι που έρχονται από εκεί που πηγαίνεις
Πανδοχεία εραστών που δεν καταδέχονται τον τελευταίο αιώνα
Κτίρια γεμάτα στρατιώτες και νεογέννητα
Αβρότητα πριν την σφαγή
Η φτώχεια σε όλο της το μεγαλείο
Φτάνει να μη με αγαπούσες και όλα θα γινόντουσαν
Κουράζω την απόσταση και μένω ίδιος τόσα χρόνια
Σαν συστατικό περιφέρομαι στη ζωή σου
Πρόθυμος να σε ικανοποιήσω, να κάνω καλά τη δουλειά
Πριν φτάσω στον επόμενο μπελά
Αρκετά κουρασμένος για να πω τελείωσε
Και όλα τότε να αρχίσουν
Author Archives: Το κόσκινο
Κώστας Ταχτσής, Κοιτάζοντας για τελευταία φορά
Το πλοίο μας σαλπάρισε. Σιγά σιγά
θ’ αφήσουμε τώρα και το λιμάνι. Ο ήλιος
βυθισμένος στον ορίζοντα, χρυσίζει
για στερνή φορά, ποιος ξέρει, τη γη
όπου πρωτόειδαμε το φως του. Σε λίγο
η απόσταση και το σκοτάδι ίσως για πάντα
θα τη σβήσει. Φεύγουμ’ απ’ την ανόητη
κατακραυγή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τόπο
οι άνθρωποι δεν ξέρουν να εκτιμήσουν
τους λεπτοτάτους στίχους μας. Τους θίγουν,
ισχυρίζονται, τ’ αθώα μας καμώματα,
δεν βλέπουν, δεν το νιώθουν, πως τα καμώματα
αυτά είναι των στίχων μας η αιτία.
Μακριά από την ενοχλητική μας παρουσία
ίσως τους στίχους μας καλύτερα εκτιμήσουν
ίσως μεγάλους ποιητές μάς πούνε κιόλας.
Μα προ παντός, στα ξένα εκεί – οι ξένοι
είναι πάντοτε επιεικείς στους ξένους –
πιο λεύτεροι, πιο ξένοιαστοι
στις μυστικές συνήθειες θα δοθούμε.
Τι γρήγορα που νύχτωσε. Δεν μπορεί πια κανείς,
μ’ αυτή την ψύχρα, στο κατάστρωμα να μένει.
Γη της πατρίδας, γη αγαπημένη, καληνύχτα.
*Από το βιβλίο “Το Καφενείο το Βυζάντιο κι άλλα ποιήματα”, εκδόσεις Ερμείας.
**Σχετικός σύνδεσμος https://dimartblog.com/2015/10/08/tahtsis2/
Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019), Τρία ποιήματα
Λωρήν
Γλυκά φιλιά
Κι η Λωρήν μ’ ερωτεύτηκε
Τόσα φιλιά
κάτω από παράθυρα μπροστά στη θάλασσα,
κάτω από χίλια μάτια
που μας παρακολουθούσαν,
και πίσω από δένδρα
σε καράβια, τραίνα
σε δημόσιες πλατείες
και τη νύχτα
γλυκές αγκαλιές
κι η Λωρήν
τρελλή για μένα
κι εγώ
για την Λωρήν
γλυκά φιλιά
***
Η βροχή στο διάστημα
Στην Οδό των Ακακιών
ούτε χθες, ούτε σήμερα, ούτε αύριο
σα να περιμέναμε
μ’ άδειο βλέμμα
πίσω από παράθυρα
Ενώ
σε μαγνητικό αστεροειδή λαβαίνει χώρα
ένα δαιμονιακό
υπερ-επιστημονικό πανηγύρι
για τον Ευγενικό Ιωάννη
Που κρεμάστηκε
παλιομοδίτικος, μοναξιάρης
με Διαγαλακτικό θυμό στα μάτια
και τώρα πλέει σε τροχιά
έξω από πολύχρωμα κρυστάλλινα φινεστρίνια
***
Θυμήσου
Θυμήσου με.
Θυμήσου το μωβ
πού ‘κρυβε τον ήλιο
Πόσα χαρακώματα
ανοιγμένα
μπροστά μας
Περπατούσαμε σαν…
μεθυσμένοι;
δεν βλέπαμε ο ένας τον άλλο.
Θυμήσου
τον ήλιο πίσω απ’ τα μάτια σου.
Ο άλλος ήλιος θα φωτίζει
τον Δρόμο των Λωτοφάγων
*Από τη δίγλωσση συλλογή “Η εποχή των ανακαλύψεων”, εκδόσεις Futura 2002.
Φάνης Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα
ΤΟ ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
Η μέρα είναι μέρα μόλις δεις το φως
μόλις οι δείκτες σημάνουν ορισμένη ώρα
άγνωστο πως το φως κατέβηκε στα μάτια
γαντζώθηκε από το πόμολο και πως οι εραστές κατέβηκαν στον ύπνο
Η νύχτα είναι νύχτα
χάρη στις καμπυλώσεις των αστεριών
το άδειασμα των θαλασσών στον ουρανό
στην κοιτίδα ενός νεκροταφείου
και στο μεσονύχτιο ρολόι
Οι εραστές είναι εραστές
μόλις φιληθούν στα πεταχτά πριν πάνε
τα σώματά τους στη δουλειά
τα χέρια μόλις γίνουν κομπολόι
το αίμα αγγίξει το σημείο βρασμού του
και μόλις η αντωνυμία γίνει επιθετική
μέσα στην κτητικότητά της
Το φιλί είναι φιλί
στο μηχανικό πλησίασμα των χειλιών
όταν κάποιος περιμένει -αδιάφορο ποιος-
όταν η περιβολή λύθηκε και γυμνώθηκε
και τελείως γυμνή έχασε τα ρούχα της
όταν μέσα στα βολτ του κοβαλτίου
δένεται το σώμα σε ένα άλλο σώμα
0 κύριος Χέγκελ να πάει για ύπνο
είναι μεσάνυχτα
Ακριβώς
***
ΠΑΡΟΛΟ ΤΟΝ ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ ΤΗΣ ΗΛΙΟ
Στους θαλάμους αφίξεων
οι διάδρομοι αλείφονται με μέλι
Τα μάτια κατεβαίνουν σαν τσαμπιά στα χέρια
κόβοντας τον ήλιο από την τροχιά του
Εκτός κι αν τύχει, όπως λένε,
και βρεθείς σε εκείνους τους βαστήρες
Ίσως τους λένε έτσι ακόμα,
καθώς βαστούν ακόμα τη συνήθεια
της επιστροφής και της λαχτάρας
Κι όπου μέσα μπαινοβγαίνουν
σύν-τεκνοι
συμ-πατριώτες
συν-οδοιπόροι
και λοιποί συγγενείς
Στο όχι και τόσο
συντροφικό μας
Σύμπαν
*Από τη συλλογή “Διώρυγα μεταξύ νεφών”, Εκδόσεις Θράκα, 2018.
Αλέξανδρος Δάρας, Δύο ποιήματα
Όνειρο η αλήθεια
Ο μεγάλος ρυθμός προχωρά μπροστά
στο βάθος μικρές κινήσεις ακατάλυτες.
Με μια ζωή σαν όνειρο
που ζεις σα να ’ταν ψέμα,
ζωή παραμυθιάστρα
ζωή παραμυθένια.
Αγκιστρωμένη σ’ ουρανούς,
σε σύννεφα, σε άστρα
σε νιώθω που βουτάς
σε νιώθω που ρουφάς
σε νιώθω που ανασαίνεις,
ψυχή μου παραμυθατζού
και παραμυθιασμένη.
Το ξέρεις, ποτέ η ζωή δε φτάνει.
Όμως εσύ της φτάνεις.
Κι ό,τι από σένα περισσεύει
είναι οι νεράιδες και τα ξωτικά.
***
Το είναι
Η μέρα έσβησε τις επαναλήψεις
κι η αύρα του κύματος ξεπρόβαλε ολόγυμνη
απ’ το κατώφλι του βράχου
που έτρεξε να συμφωνήσει
για τις αρετές της εγρήγορσης.
Τα κορμιά και τα όντα των μορφών αναρρίγησαν
και ζήτησαν το τώρα.
Κι από τότε που αποσύρθηκαν οι αόριστοι,
κάθε στιγμή είναι η στιγμή
που μόλις έχουν σβηστεί οι αόριστοι.
Η ίδια στιγμή, είναι
και πώς να ξεκολλήσεις το ένα είναι
από το άλλο.
Θέλεις παιχνίδι. Θες το τυχαίο.
Το άγνωστο, το ατελές.
Συντονίζεσαι μαζί του στο κύμα.
Και εναλλάσσεις τους ρυθμούς
με ανάγκες και νοήματα.
Και ο ρυθμός ρωτάει το νόημα:
Υπάρχει άραγε καμιά ανάγκη
για όλο αυτό εδώ το είναι;
*Από τη συλλογή “ή”, Εκδόσεις Ίδμων, 2007.
Δημήτρης Τρωαδίτης, Στιγμιαίες ανάσες
(Μικρά ποιήματα σε εξέλιξη)
Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη
II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε
III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς
IV
η σκόνη μας ακολουθά
από το ένα μέρος
στο άλλο
V
κι εκείνος εκεί πέρα
κοιτάει επίμονα
προς τη μεριά μου
VI
τα υπουργεία της κανονικότητας
βρίθουν
σκουπιδιών
VII
το ψέμμα βασιλεύει
οι συνταξιδιώτες μου
ανασαίνουν βαριά
VIII
ένας σκάβει τον τάφο του
κι επτά άλλοι
παρακολουθούν αδιάφοροι
IX
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή
X
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε
XI
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να βρεις το τίποτα
XII
ένας τυφλός περιηγητής
θαμπώνεται
από τα απαστράπτοντα τοπία
XIII
σε πιάνει ίκτερος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές
XIV
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγάς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα
XV
η βροχή συνεχίζεται
και τα μάτια μου
ξεραίνονται
XVI
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν
XVII
η λιακάδα επέστρεψε
κι η ψυχή μου κυλά
στη φωτοχυσία
XVIII
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση
XIX
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή
XX
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο
XXI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
την προέλευσή μου
XXII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση
XXIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά
XXIV
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά
Τζίμης Ευθυμίου, Τρία ποιήματα
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΠΑΝΙΕΡΑ
Με το Χρόνο συναντιόμαστε σπανίως
Στο δρόμο ή αλλού
Βεβαίως κάνουμε πως δεν ξέρουμε
ο ένας τον άλλο
καθώς όλοι μας οι εαυτοί
κοιτάνε προς τα δω
Φυσικά με κοροϊδεύει σταθερά
Χτες κοιμήθηκα τόση ώρα
που είδα τα ίδια όνειρα σ’ επανάληψη
Βεβαίως τον εγκλωβίζω όπου μπορώ,
ακόμα και σ’ αυτά εδώ τα ποιήματα
που μουσκεύουν στη μπανιέρα
ενώ η καλή μου κάνει αφρόλουτρο
και να, μέσα της
εισχωρώ όπως σε
τούνελ
Τόσο μέσα,
που ήδη βλέπω
τον απέραντο ανοιχτό
στο βάθος δρόμο.
Την Εθνική οδό.
***
Η ΩΡΑ
Την ώρα που οι Βουργουνδιανοί χαρωπά
Βγαίνουν να κυνηγήσουν σαλιγκάρια
Και παίζουν αναγεννησιακές ορχήστρες
Κόρνα και τρόμπες και δοξάρια
Την ώρα που του έρωτα η τρέλα χτυπάει στο ταβάνι
Την ώρα που φτάνει στο λιμάνι η φρεγάτα
Κι οι ανεπίλεκτοι μαζεύονται στα καφενεία
Με ύφος χιλίων καναρινίων
Εκεί που ανατέλλει σε κάμπους
από ράχες βουβαλιών
Πορτοκαλί,
Την ώρα που ανοίγεις τα μάτια σου
Η ώρα που δε θέλεις ν’ αλλάξει.
Την ώρα που ξυπνάνε τα ελατήρια
κι αλλάζουν οι γυναίκες
αι γίνεσαι άμμος στην κλεψύδρα
Και ο ήλιος στη θάλασσα
Άγγελοι σε ψαροταβέρνα
Που όλα εκεί ζωγραφίζουν
Η ταβερνιάρισσα, τα όστρακα, η φέτα
Σαγανάκι, η ατέλειωτη παραλία
Με τις γραμμές του χρόνου πάνω της
γιατί είναι Άνοιξη
την ώρα
Που οι Βουργουνδιανοί, χαρωπά
Βγαίνουν να κυνηγήσουν σαλιγκάρια.
***
ΘΑ
Θα ξεκινούσα μια επανάσταση
αλλά ξέρω ότι θα πέσει πρώτα
στο κεφάλι μου
Ή θα ‘φτιαχνα μια θρησκεία
Αλλά πάλι, εμένα θα σταυρώναν πρώτο
Ό,τι κι αν κάνεις
ο Επιτάφιος θα περνάει
έξω απ’ την πόρτα σου.
Μπροστά μπροστά οι διώκτες σου
Αυτοί που σε εξόρισαν να λεν
την Παρουσία σου
Αυτοί που σε κεράσαν κώνειο
τις ιδέες σου
Κι εκείνοι που σε κρέμασαν
να εξουσιάζουν στ’ όνομά σου
Θα ’φτιαχνα αν μπορούσα μόνο
μια σκιά τόσο φωτεινή
που να μη κλέβεται
*Από τη συλλογή “τί αγνοεί ο ποιητής;”, εκδόσεις Φαρφουλάς.
Μαρία Πανούτσου, Η αλήθεια είναι ένα άλογο μονάχο
Ά Μέρος
Η συνάντηση.
Και περπάταγε απαίδευτη.
Μάτωναν τα πόδια,
και η γλώσσα στεγνή.
Η θύμηση την τρυπούσε,
σε κάθε βηματισμό,
και η ανάσα της είχε ένα σύννεφο για όνομα.
Πώς να καταφύγει
σε τόπο ιερό
εκείνη τόσο αφοσιωμένη;
Παράβγαινε σε μυστικές εξομολογήσεις,
με τις μπαλάντες των μοναχών,
και ό, τι δεν ήθελε να αποστηθίσει.
Η οδός προς τον Γολγοθά είχε ανοίξει,
χωρίς Ανάστασης λουλούδια,
μαζί, ένα σημειωματάριο άδειο.
Πέτρα ήμουν όταν με φώναξες.
Και πέτρα θα γίνω.
Δεν χάνω τίποτα, έτσι δεν είναι;
Η αλήθεια ως σημείο αναφοράς,
χαρίζεται σε εσένα.
Την χαρά του τρύγου να γεύεσαι.
Προϋπήρχε,
η γέννηση μιας ιδέας.
Τώρα τα πάθη κι’ η ταφή τους.
Με γυμνό μάτι και καρδιά,
σε κοιτάζω από την αρχή αγαπημένε.
Εντοπίζω τα ίχνη σου.
Β΄ Μέρος
Η αποχή
Από εκεί περνούσε ένα άλογο μονάχο.
Και εκείνη το ζήλεψε έτσι ελεύθερο που έβοσκε.
Κοιτούσε το σκυμμένο κεφάλι του,
που παράσερνε το λαιμό και τον κορμό, προς την γη.
Τα πόδια του, αργοκινήσεις πάνω στο νωπό χώμα
και γύρω του, η χλόη, δροσερή και τροφαντή
του γέμιζε τα σπλάχνα.
Την ώρα του δειλινού την πονούσε πάντα
το στέρνο, τα μπράτσα, η κοιλιά,
και τα χείλη.
Ήταν η ώρα που γρηγορούσε
η ηδονή να της μιλήσει.
Τότε άρχιζε ο πόνος, με τις πρώτες λέξεις.
Κοίταξε από το παράθυρο μήπως το δει.
Αλλά το άλογο είχε απομακρυνθεί πολύ
και δεν φαινόταν.
Ορίζοντας άδειος.
Ήταν σκούρο.
Το είχαν φέρει από ένα άλλο τόπο, αζευγάρωτο.
Γ΄ Μέρος
Ευχή και Κατάρα
Και είπε ο θεός σε εκείνη:
Η επιθυμία σου θα στρέφεται προς τον άντρα σου, αλλά αυτός θα σε εξουσιάζει.
Και της εξήγησε ψιθυριστά, τι σημαίνει αυτό.
Ο Προμηθέας άκουγε σιωπηλός.
Έπειτα, χωρίς βοήθεια και με δεμένα χέρια, περπάτησε μέχρι την άκρη της σκοτεινής θάλασσας, μέχρι εκεί που δεν υπήρχε πια ούτε γης, ούτε όποια άλλη μορφή, παρά το απέραντο ανύπαρκτο.
Σε εξέλιξη.
2018-19
Έφη Καλογεροπούλου, Από τη συλλογή “Έρημος όπως έρωτας”
Κλωστές νήματα υφάσματα
όλα τα πουλάω
μόνο το κουρελάκι αίμα που ξηλώθηκε
δεν βγάζω στο παζάρι.
*
Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται·
Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.
*
Κάποτε
μια αστραπή στάθηκε αρκετή.
Άνοιξαν ταυτόχρονα
τις ομπρέλες της σιωπής
κι έζησαν έτσι άβρεχτοι για χρόνια.
*
Ο αέρας σήκωσε την τελευταία πέτρα·
η γη τρύπησε.
*
Σε χρόνους δύο
σε μια εισπνοή έπαιξες
σε μια εκπνοή έχασες
Ξέχασες.
*
Εκεί
που το παιχνίδι με τις κάρτες
μοιάζει απ’ την αρχή χαμένο
αναγγέλλοντας ήδη
τον επόμενο νεκρό.
Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.
*
Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;
Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι
όλα μικραίνουν, καθώς πέφτουν
τι μένει;
Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;
Με ακρίβεια ωρολογοποιού -που σφίγγει το κομμένο ελατήριο-
με την τελευταία βιδίτσα που απόμεινε
τράβηξε το τι απ’ την ερώτηση.
Πιο μέσα απ’ το βλέμμα ύλη
ύλη σιωπής,
πρόσθεσε.
*”Έρημος όπως έρωτας”, έκδοση Ποιείν, 2015.
BRING THE NOISE | Πέμπτη 21 Μαρτίου: Εκδήλωση για το χιπ χοπ
Φίλες, φίλοι, αγαπητά πλάσματα,
με αφορμή την έκδοση του βιβλίου Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ το περιοδικό Τεφλόν και το Αρχείο*71 διοργανώνουν την Πέμπτη 21 Μαρτίου στην ΑΣΟΕΕ (Αμφιθέατρο Αντωνιάδου) εκδήλωση για το χιπ χοπ, την ιστορία του και τους ανθρώπους του. Ώρα έναρξης: 7.30μμ.
Θα προβληθούν οπτικοακουστικά ντοκουμέντα από τις δεκαετίες ’60, ’70 και ’80.
Το χιπ χοπ γεννήθηκε τη δεκαετία του ’70 από νέους ανθρώπους που ο αμερικανικός καπιταλισμός είχε πετάξει στον πάτο του κοινωνικού βαρελιού. Σε πείσμα των πολιτικών μηδενικής ανοχής και εγκληματοποίησης της εργατικής τάξης, η πολυεθνική νεολαία επιχείρησε μέσω της τέχνης και της παρουσίας της στον δημόσιο χώρο να ανατιμήσει συνολικά τις κοινότητές της. Η κουλτούρα ήταν γι’ αυτήν πρωταρχικής σημασίας, καθώς τη συνέδεε με τη φυλετική και ταξική της ιστορία, μια ιστορία όπου δέσποζε και δεσπόζει η εμπειρία του βάρβαρου ρατσισμού.
Το χιπ χοπ ήταν μια απάντηση της πολυεθνικής εργατικής τάξης ενάντια στη βίαιη υποτίμηση και στοχοποίησή της. Ήταν και παραμένει μέσο κοινωνικής ανατίμησης και στρατηγική επιβίωσης. Ήταν και παραμένει μια ζωντανή απόδειξη της δύναμης της δρομίσιας γνώσης. Αν είναι να διηγηθούμε την ιστορία του, θα πρέπει να τη διηγηθούμε από τη σκοπιά της τάξης μας. Δηλαδή με τα δικά μας λόγια.









