Νίκος Βέλμος (1890-1930), Φράσεις-σπαράγματα

Νίκος Βέλμος

Στρατής Δούκας

Λίγες μόνο φράσεις-σπαράγματα, ξεδιαλεγμένες μέσα από τα 75 γράμματα που στέλνει ο Βέλμος, κατά τα έτη 1921-1923, στον Στρατή Δούκα, πριν ξεκινήσει την έκδοση του “Φραγγέλιου”. Ένας μικρός θησαυρός!

***
Ω, τι φριχτά περνάει κανείς όταν δεν έχει μια μορφή να επαναπαύει τα μάτια του, όταν σε μια μορφή που δεν μπορεί να ιδεί κλίνει όλος ο θαυμασμός του!
***
Είναι πιο φρόνιμη και πιο ήσυχη η λύπη απ’ την απελπισία.
***
Και ποιος ερωτευμένος δε νομίζει τον εαυτό του έρημο;
***
Για του άλλου την αγάπη είμαστε σοφοί, του δίνουμε συμβουλές άχρηστες, ενώ για την αγάπη μας δεν κάνουμε ούτε για μαθητές μας.
***
Δεν πρέπει να ζει κανείς χωρίς έρωτα. Εν ανάγκη πρέπει να ερωτεύεται κανείς τον εαυτό του όταν δεν έχει τίποτ’ άλλο.
***
Πρόσεξε το συμβιβασμό. Είναι επούλωση αγιάτρευτης πληγής.
***
Πάει πια, έγινε ό,τι ήθελα! Βρέθηκε ο άνθρωπος που ’κλαψε για μένα!
***
Ένας μόνο πιστός μου μένει στον κόσμο, η άψυχη φύση. Και ο εχθρός μου: η σκέψη μου.
***
Τον πόνο του άλλου πολύ δύσκολα μπορούμε να τον φορέσουμε. Είναι ένα φόρεμα που δεν ξέρουμε πώς να το βάλουμε. Είναι φόρεμα άυλο.
***
Αν μπορούσαν οι άνθρωποι να συγκρίνουν τις δυστυχίες τους τότες δε θα ’σαν δυστυχισμένοι. Επειδή δεν μπορούν να το κάνουν κάθε δυστυχία τους όσο μικρή κι αν είναι τους φαίνεται υπερβολική στο μέγεθος.
***
Η καρδιά μου ξέρει ν’ αγαπά και να ονειρεύεται να την αγαπήσουν. Τι να το κάνει το δίκαιο; Πιο δίκαιο; Η ίδια η αγάπη είναι το δίκιο που το ’χουν όσοι αγαπούν.
***
Οι άνθρωποι κουράζονται με μια ιδέα όταν δεν πολεμούνε γι’ αυτή μ’ έναν έρωτά τους.
***
Η φιλοσοφία της δικαιολογίας είναι υπέρ της διατηρήσεως της δυστυχίας.
***
Ξέρω τόσο καλά τη δυστυχία, όσον οι σχολαστικοί τα νεκρά γράμματα.
***
Η Τέχνη μόνον τότε είναι ωραία όταν βασίζεται σε μια μεγάλη ηθική.
***
Ό,τι αγαπώ έχει μέσα μου ξεπέσει, δίχως να παύω να τ’ αγαπώ.
***
Η τιμωρία που μας δίνει η φύση είναι: να πιστεύουμε πως εμείς είμαστε όλη η φύση.
***
Μέλλον ετοιμάζει ο άνθρωπος του παρελθόντος.
***
Ζωή, μόνον Ζωή. Το πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι το ξέρω• πως ζουν είναι δύσκολο.
***

*Στις φωτογραφίες Βέλμος και Δούκας ζωγραφισμένοι απ’ τον Φώτη Κόντογλου, την ίδια χρονιά, το 1923.

**Το πήραμε από τη σελίδα του Διαμαντή Καράβολα στο Facebook.

Τζωρτζ Ροντίλβα, Χαιρετισμοί

Χ α ί ρ ε ερημιά, που μετριέσαι με χρωματιστές ζακέτες, ριγμένες ανάσκελα σε φθαρμένα ψάθινα καθίσματα.


Χ α ί ρ ε βρώμικο υπνωτήριο, ξινισμένο σεντόνι, αλλοπρόσαλλα κεφάλια, που ξυρίζεστε γουλί τη νύχτα, ξηλώνοντας τις σαπισμένες ραφές του κρανίου.


Χ α ί ρ ε συντροφική αντλία ήχου, που κρύβεσαι χρόνια στη μασχάλη μου, σκεφτόμενη κάποια μέρα να δραπετεύσουμε μαζί μέσα απ’ τις κορνίζες του τοίχου.


Χ α ί ρ ε καπνισμένο κασόξυλο αδιέξοδου παραθυριού, που στις κοιλάδες σου φωλιάζω τις τύψεις μου, με κάμποσα περσευάμενα κέρματα στη δεξιά παλάμη.


Χ α ί ρ ε ημέρα υγρή, περιστρεφόμενη πόρνη, που χρόνια αυνανίζεσαι στα κεντρικά μπουρδέλα του κράτους.


Χ α ί ρ ε λύκε, που κοιμάσαι στην αυλή, φουγάρο ατμομηχανών, ποντίκι του μηχανοστασίου και των δημόσιων πάρκων.


Χ α ί ρ ε ξαγρυπνισμένη κατσαρίδα, που περιφέρεσαι στη σκοτεινή μου τρώγλη, ακολουθώντας με στο σκαλοπάτι που με σέρνει στην τελευταία κλειδαρότρυπα του κόσμου.


Χ α ί ρ ε αόρατη φθορά, που καλύπτεσαι οδηγώντας ισόβια τυφλούς ζητιάνους στα νυχτερινά παζάρια του υπονόμου.


Χ α ί ρ ε ζέχνουσα μήτρα, που ζεσταίνεις τα καμιόνια, τα καραβόσχοινα, τις λαϊκές πόρνες, τους ρακοσυλλέκτες, τις κίτρινες καταιγίδες της ερήμου, τις σιωπηλές σφίγγες και τα κάτεργα της Σιβηρίας.


Χ α ί ρ ε ομίχλη, που με σκέπασες και έζησα αιώνες κρυμμένος στα στενά πόμολα από διάφορες ερημωμένες πόρτες.


Χ α ί ρ ε νεκρέ, που περιμένεις σκυμμένος στο ψυγείο, καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα, διχαλωτό σπιρτόξυλο που κατουράς τον ασβέστη του Θεού, που αυνανίζεσαι και κοιμάσαι στις δημόσιες τουαλέτες.

Χ α ί ρ ε λαστιχένια σκέψη, που αγυρτεύεις πίσω απ’ τους ξύλινους πάγκους στις PUB των Εξαρχείων – Βιτόφσκι, Αίτνα, Ίντριγκα, Ιπποπόταμο, Da-da – με κείνο το δίβουλο χαμόγελο κρυμμένο κάτω απ’ την τέλεια σήψη της αβύσσου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, άγρια πουτάνα που κρέμασες τα βυζιά σου και τα άσπρα σου σεντόνια, με τα παράθυρα γραδωμένα και ορθάνοιχτα[ στο μέρος του αιδοίου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, λεύτερη αγύρτισσα που βαυκαλίζεσαι χρόνια στα μπουρδέλα του Μεταξουργείου, στα καθίσματα του Ομόνοια – περιμένοντας ανυπόμονα τη σειρά σου – και στις ψωροκολυμπήθρες της Αθηνάς.


Χ α ί ρ ε φωνή βραχνή, που σύρεσαι στα παγωμένα κράσπεδα της Φραγκφούρτης, στα δημόσια ουρητήρια του σύμπαντος, στα μπαρμπέρικα του περιθώριου και στα γουναράδικα της Πατησίων.

Χ α ί ρ ε φίλε, αδυσώπητα ελέφα αδιάβατης ζούγκλας, που μέσα σου παραμονεύει η τραχειά κυριακάτικη μπόχα, η άπλυτη κάλτσα, η σήψη, και το κιτρινισμένο γάντι του ψυχίατρου.


Χ α ί ρ ε θλιβερέ νυχτοφύλακα, που πανηγυρίζεις τον καινούργιο μηνιαίο μισθό, ανάμεσα στις ισχνές γάτες που διεγείρονται απ’ την πηχτή ομίχλη, απ’ την επέτειο του Πολυτεχνείου, απ’ τα τραγούδια του Μίκη κι απ’ το ξέσκισμα της παρθενικής πόλης.


Χ α ί ρ ε μακρυνό, ανεπίστρεπτο ταξίδι, τελευταίο αποχαιρετιστήριο φιλί στο λόφο με τα κυπαρίσσια και την υγραίνουσα γη.


Χ α ί ρ ε μνήμη, αφημένη στη μεριά της νότιας σκίωσης, με τον ιδρώτα ολονυχτίς συλλεγμένο στο βυθό της θάλασσας και στη γραμμή των άστρων.


Χ α ί ρ ε αδέσποτη καληνύχτα, που περιφέρεσαι διψασμένη στις αρχαίες κολώνες της Εφέσου, στους φαντάρους του Πεδίου του Άρεως, στους πρασινισμένους φράκτες, στις ξοδεμένες γκαζόλαμπες, στις χυμένες καπότες, στους μονόφθαλμους ανέμους και στα ψηλά γοτθικά παράθυρα ιστορικών εκκλησιών.


Χ α ί ρ ε απουσία, που χοντραίνεις σε τόσα έτη τετράπαχης σιωπής.

*Από την ποιητική συλλογή «Κ 862963», εκδ. Υποκείμενο, γύρω στα 1980 κάτι, που διακινούσε ο ίδιος ο ποιητής στους δρόμους και την πλατεία Εξαρχείων. Εμείς εδώ το αναδημοσιεύουμε αφού το βρήκαμε στη σελίδα του ποιητή και φίλου Θόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.

Paul Eluard, Από τη συλλογή “Ο έρωτας η ποίηση” (1929)

Joan Miro, Spanish Culture

Από την ενότητα «ΑΡΧΙΚΑ»
I
Υψηλόφωνα
Η αγάπη ευλύγιστη ανατέλλει
Με τόσο φωτεινές αστραπές
Που στη σοφίτα του ο εγκέφαλος
Φοβάται να εξομολογηθεί.

Υψηλόφωνα
Όλα τα κοράκια του αίματος καλύπτουν
Τη μνήμη άλλων γεννήσεων
Κι όταν ανατρέπονται στο φως
Το μέλλον τροχιοδρομεί τα φιλιά.

Αδικία απίθανη ένα πλάσμα μόνο στον κόσμο
Ο έρωτας διαλέγει τον έρωτα δίχως ν’ αλλάξει πρόσωπο.

II
Τα μάτια της είναι πύργοι φωτός
Kάτω απ’ το μέτωπο της γύμνιας της

Σε διάφανα κρίνα
Η επιστροφή των σκέψεων
Ακυρώνει τις λέξεις κουφές.

Διαγράφει όλες τις εικόνες
Τυφλώνει τον έρωτα, τους αεικίνητους ίσκιους του
Αγαπά — αγαπά να ξεχνιέται.

VI
Εσύ η μόνη κι εγώ ν’ ακούω τη χλωρίδα του γέλιου σου
Εσύ το κεφάλι που σε απάγει
Απ’ τους κινδύνους του θανάτου πιο πάνω
Κάτω από υδρόγειους μουτζουρωμένες απ’ τις βροχές των κοιλάδων
Κάτω απ’ το φως βαρύ κάτω απ’ το θόλο της γης
Δίνεις ζωή στην πτώση.

Και τα πουλιά το καταφύγιο που φθονούμε
Η οκνηρία, η κόπωση
Η ανάμνηση των δασών και τα ρυάκια ευάλωτα
Τα πρωινά των καπρίτσιων
Τα πρωινά των ορατών χαδιών
Τη μεγάλη μέρα της απουσίας της πτώσης.

Οι βάρκες των ματιών σου πλανώνται
Μες στη δαντέλα της φυγής
Η άβυσσος ξεσκεπάζεται στους άλλους να τη σκεπάσουν
Οι ίσκιοι που δημιουργείς δεν δικαιούνται τη νύχτα.

VII
Η γη είναι γαλάζια σαν ένα πορτοκάλι
Ποτέ ένα λάθος οι λέξεις δεν ψεύδονται
Δεν σας κάνουνε πια να τραγουδάτε
Σειρά των φιλιών να συνυπάρξουν
Οι τρελοί και οι έρωτες Ε
κείνη το στόμα της βέρα
Όλα τα μυστικά όλα τα χαμόγελα
Και τι ενδύματα τρυφηλότητας
Να την πιστέψεις όλη γύμνια.

Οι σφήκες ν’ ανθούνε πράσινη
Η αυγή τριγύρω απ’ το λαιμό
Ένα κολιέ παράθυρα
Φτερά καλύπτουνε τα φύλλα
Κι εσύ όλο χαρά ηλιακή
Ο ήλιος όλος επί γης
Στης ομορφιάς τα μονοπάτια σου.

*Από το βιβλίο Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως, Πρόλογος – Μετάφραση – Σημειώσεις: Ζ. Δ. Αϊναλής. Εκδοσεις Βακχικόν, Αύγουστος 2017.

Kenneth Rexroth – Clifford Harper, Τρία ποιήματα από την “Κτηνολογία”

Γύπας

Ο Θωμάς Ακινάτης πιστευε ότι οι γύπες είναι λεσβίες
και γονιμοποιούνται με τον άνεμο.
Αν ψάχνεις τα δεδομένα της ζωής
οι παπιστές διανοούμενοι μπορεί
να είναι πολύ αποπροσανατολιστικοί

Σκιάχτρο

Μια μαγεία σ’ ακολουθεί
από τη στιγμή της γέννησής σου.
Η κοινωνία πιστοποιεί τη γέννησή σου
και σε θεωρεί πολίτη.
Μην την αφήσεις να σε τρομάξει.
Μάθε να τα βγάζεις πέρα μ’ έναν κόσμο
που έχει φτιαχτεί αποκλειτικά με ψέμμα,
και στον οποίο,
αν βρεις μια αλήθεια αντί για ένα ψέμμα,
οφείλεται στην απροσεξία κάποιου.
Αυτά τα παραγεμισμένα κουρέλια είναι ακίνδυνα,
εκτός αν τους δείξεις φόβο
κάτι που ποτέ δεν δικαιολογούν,
ή αν δείξεις την περιφρόνησή σου
η οποία βεβαίως είναι το μόνο που αξίζουν.
Αν τα κάνεις αυτά, θα ζωντανέψουν
και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να σε σκοτώσουν.

Μυρμήγκι

Ο Αχχιλέας, ο Αίσωπος, ο Μαρκ Τουαίν, ο Στάλιν,
ασχολήθηκαν με το μυρμήγκι.
Οι πιθανότητές σου είναι 1 προς 3
αν αποφασίσεις να το αγνοήσεις.
Ο τερμίτης τα τρώει
Και τρομάζει όλους τους ανθρώπους.

*Στίχοι: Kenneth Rexroth. Σκίτσα: Clifford Harper.

**”Κτηνολογία”, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Δεκέμβρης 1995.

Περσέας Ρίζος, Δύο ποιήματα

ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ

Κάθε νύχτα
την ώρα που γίγαντες βγαίνουν
στις μύτες των ποδιών
να φτιάξουν κι άλλες κουκουβάγιες
σε περιμένω
μπορεί και να μην έρθεις.
Κάθε νύχτα
την ώρα που τα δέντρα
μού κουνάνε το χαιρετιστήριο μαντήλι
κάνω πως δεν βλέπω
γιατί σε περιμένω
μπορεί όμως και να μην έρθεις.
Κάθε νύχτα
την ώρα που οι ακοίμητες δυνάμεις
ξεδιπλώνουν μνήμες
τής αφηρημένης μου υπόστασης
ξαναγίνομαι σαφής
καθώς σε περιμένω ξέρω
ότι μπορεί και ποτέ να μην έρθεις.

Αυτή και κάθε νύχτα μεταδίδω,
μεταδίδω προς παν λίκνισμα θαλάσσιων πτερυγίων:

«Φυλή Γοργόνων,
που είστε επιτέλους πια κρυμμένες;»

***

ΣΠΟΡΑ

Η ιδέα τού ανθρώπου δεν είναι μια ανθρώπινη ιδέα
Η ιδέα τής γης ήταν ιδέα ενός ήλιου
Η ιδέα τού ήλιου πάντα ήτανε μια θεϊκή ιδέα
Αλλά η ιδέα τού θεού πάντα μια ανθρώπινη ιδέα
Η ιδέα τής ελευθερίας είναι μια ελεύθερη ιδέα
Η ιδέα τού έρωτα μια σχετική ιδέα
Η ιδέα τής σχετικότητας είναι μια μουσική ιδέα
Η ιδέα τής μουσικής μια πυθαγόρεια ιδέα
«Αλλά ο Πυθαγόρας, δεν είχε καλό γούστο στη μουσική»
Η ιδέα τού καλού γούστου είναι μια αιώνια ιδέα
Η ιδέα τής αιωνιότητας είναι μεν μια ασύλληπτη ιδέα
Αλλά όλες οι ιδέες φτιάχνονται από δύο χέρια

Λίνα Βαταντζή, Τέσσερα ποιήματα

Παραχώρηση

Ζήτησες ένα φιλί
Ζεστό άγγιγμα του ήλιου
Μυστήριο φως της σελήνης

Ζήτησες ένα φιλί-
Σου παραχωρώ τα χείλη μου
Τρέμουν σαν ρόδο
Στην αυγή.
Τρυφερό χάδι
Στα δικά σου χείλη παραδίνονται.
Σφραγίδα στοργής
Μυστήριο πάθους.

***

Σύννεφα

Χειμωνιάτικη νύχτα
Ψυχρή. Ο παγωμένος
Αέρας γεμίζει
Το χώρο-
Απόσταση μακρινή.
Λαμπρά αστέρια
Σε καθαρό σκοτάδι
Ασέληνης νύχτας. Άδεια
Η αγκαλιά-
Ακατανόητη πίκρα.
Διάβασα λέξεις
Άδικες, σκέψεις
Σκληρές. Αίσθηση
Ατσάλι-
Ανέφικτη επικοινωνία.
Άφησα την καρδιά μου
Παλμούς ανεπαρκείς
Και αγωνιώδεις
Να χτυπά-
Απρόσιτη αγάπη.
Τρυφερότητα χαμένη
Σε χρόνο απρόβλεπτο
Ήλιος ηττημένος από
Σύννεφα-
Απελπισία.

***

Συγχώρεση

Θα σου έφερνα φρούτα
Δροσερά και ζουμερά
Για επιδόρπιο
Μετά από το νόστιμο γεύμα.
Τι κρίμα που τα έφαγα όλα
Το απόγευμα
Όταν ήθελα να δροσιστώ
Από όσα με θερμά
Με κατακλύζουν-
Συγγνώμη!

***

Στωική ακινησία

Βλέμμα καρφωμένο στο κενό
Θάλασσα ακίνητη
Στον αέρα που φυσά.
Μάτια- κόκκινη αγωνία
Τα δάκρυα κρυμμένα να σταθούν.
Και η σκέψη
Ξεχειλίζει μοναξιά.
Καλημερίζει
Και ύστερα πάλι
Μέσα του βυθίζεται.
Ο γιορτινός Ιούλιος ζεστός-
Μα αυτή η μορφή
Του λαβωμένου ελαφιού
Ψύχρα διαχέει-
Η ψυχή του πληγωμένη
Σαν ατενίζει τη ζωή του
Με στωική ακινησία.
Ο πόνος του πλημμύρα.
Μια αγκαλιά χάρισμα-
Με καλοκαιρινά χαμόγελα
Την πίκρα του να απαλύνω.