Κι αυτές που αγάπησαν στα Κύθηρα Κι αυτές που κοιλοπόνεσαν στις Θήβες Κι αυτές που γέννησαν στα λαϊκά νοσοκομεία μίσχο, φύλλο, ανθό και πέταλο την άλογη την εξαυλωμένη την καβαλημένη φύση
τρόπαια ανάμεσα σε βουβές λέξεις -κρίνα ανυπότακτα λουλούδια της κοιλιάς τους- καθώς τα αρπάζουν οι μαίες καθώς τα ράβουν οι γριές κεντήστρες καθώς τα ευλογούν οι μοίρες καθώς τα πνίγουν στα χέρια τους οι βάγιες μαινόμενες, μαινόμενες στις παιδικές μας κούνιες
και άστρα τα παίρνουν και φεγγάρια τα τρελαίνουν…
-Μάνα μου, σκιάζομαι πολύ μην πεθαμένοι βγούνε; -Σώπα, παιδάκι μου, οι νεκροί την πλάκα τους βαστούνε.
There are poems that are never written, that simply mover across the mind like skywriting on a still day: slowly the first word drifts west, the last letters dissolve on the tongue, and what is left is the pure blue of insight, without cloud or comfort.
Υπάρχουν ποιήματα που δεν γράφονται ποτέ, που απλά μετακινούνται στο μυαλό σαν να γράφουν στον ουρανό σε μια ήρεμη μέρα: σιγά-σιγά η πρώτη λέξη ταξιδεύει δυτικά, τα τελευταία γράμματα διαλύονται στη γλώσσα, και ό,τι έχει απομείνει είναι το καθαρό μπλε της διορατικότητας, χωρίς νέφη ή άνεση.
Μέσα στα σοκάκια της Αιώνιας Πόλης περιδιαβαίναμε ψάχνοντας -ξανά- το νόημα των συμβόλων. Χαμένοι μέσα στη μέθη, ξεδιψάσαμε με αλκοόλ.
Απρόοπτα θεριέψανε τα ένστικτα, που κάποτε είχε δολοφονήσει με δόλο ο υπολογισμός.
Ανεκπλήρωτα “θέλω”, μάταιες σκέψεις, εφηβικοί πόθοι. Μια επανάσταση εγκλωβισμένη στα λόγο και στις λέξεις, μια υπόσχεση που είχε προδοθεί.
Χρυσόβουλο υπογράψαμε τότε με τα λυπημένα άστρα, θυσία να προσφέρουμε στη λιτανεία. Σε μια στιγμή ήταν όλοι εκεί παρόντες -νεκροί, ζωντανοί και αγέννητοι. περιμένοντας να ξεδιψάσουν από το φρέσκο αίμα.
Δίχως αργοπορία αυτοπυρποληθήκαμε, με τη φωτιά που έσταζε από τα μάτια μας, πιστοί στον όρκο της σιωπής.
*Από τη συλλογή “το ματωμένο όνειρο”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2023.
5. Ξέρω ότι περίμενες να περάσω. Είχες αποφασίσει να αγαπήσεις τον πρώτο περαστικό.
Δεν πέρασα. Δεν με αγάπησες.
Αγάπησες τον επόμενο.
Ο επόμενος, δεν θα μάθει ποτέ πως εμένα περίμενες.
Όταν μια μέρα τον αφήσεις, δεν θα ξέρει πως για μένα τον άφησες.
Που δεν με συνάντησες, τότε.
Περίεργο πράγμα ο έρωτας. Συναντάμε μόνο τη σκιά του. Ουδέποτε τον ίδιο.
6. Με ενδιαφέρει η καθημερινότητα. Με ενδιαφέρει η επανάληψη της ζωής. Αν και ταυτολογία, αφού ό,τι ζει, Επειδή μπορεί και επαναλαμβάνεται ζει.
Ζωή δεν είναι ό,τι δεν ήρθε. Αλλά η ρουτίνα αυτού που έρχεται. Που κάθε μέρα έρχεται, χωρίς τίποτα να αλλάζει. Με ευλογημένη προβλεψιμότητα έρχεται. Αν και με τρομακτικές αλλαγές απρόβλεπτες. Που πολύ μετά αντιλαμβάνεσαι πως συντελέστηκαν.
Δεν ξέρω τι είναι ευτυχία. Ξέρω όμως, ότι δυστυχία είναι να μην έχεις καθημερινότητα. Καμμιά.
*Από τη συλλογή “[αγνώστου] η βία του βίου, Κάπα Εκδοτική, 2021.
I want to be buried in an anonymous crater inside the moon. I want to build miniature golf courses on all the stars. I want to prove that Atlantis was a summer resort for cave men. I want to prove that Los Angeles is a practical joke played on us by superior beings on a humorous planet. I want to expose Heaven as an exclusive sanitarium filled with rich psychopaths who think they can fly. I want to show that the Bible was serialized in a Roman children’s magazine. I want to prove that the sun was born when God fell asleep with a lit cigarette, tired after a hard night of judging. I want to prove once and for all that I am not crazy.
Θέλω να θαφτώ σε έναν ανώνυμο κρατήρα μέσα στο φεγγάρι. Θέλω να χτίσω γήπεδα μίνι γκολφ σε όλα τα αστέρια. Θέλω να αποδείξω ότι η Ατλαντίδα ήταν ένα καλοκαιρινό θέρετρο για τους ανθρώπους των σπηλαίων. Θέλω να αποδείξω ότι το Λος Άντζελες είναι μια φάρσα που μας έπαιξαν ανώτερα όντα σε έναν χιουμοριστικό πλανήτη. Θέλω να αποκαλύψω ότι ο Παράδεισος είναι ένα αποκλειστικό σανατόριο γεμάτο με πλούσιους ψυχοπαθείς που νομίζουν ότι μπορούν να πετάξουν. Θέλω να δείξω ότι η Βίβλος δημοσιεύτηκε σε συνέχειες σε ένα ρωμαϊκό παιδικό περιοδικό. Θέλω να αποδείξω ότι ο ήλιος γεννήθηκε όταν ο Θεός αποκοιμήθηκε με ένα αναμμένο τσιγάρο, κουρασμένος μετά από μια δύσκολη νύχτα κρίσης. Θέλω να αποδείξω μια για πάντα ότι δεν είμαι τρελός.
*Από τη συλλογή “Solitudes crowded with loneliness”, 1965. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Ψίχουλα Ο δρόμος και μία κουβέρτα σπίτι του-Λείπει απ’ τη θέση του-Να ζητιανέψει μες στη θλίψη του-Στη διπλανή γωνία-Που καφετέριες και μαγαζιά-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-Μα ένα κορίτσι σταματά-Τυρόπιτες αφήνει στην κουβέρτα-Πλακώνουν περιστέρια–Τις τρώνε φρενιασμένα-Κι αυτός-Που ο δρόμος και μια κουβέρτα σπίτι του-Μ’ όλη τη θλίψη του-Επιστρέφει απ’ τη διπλανή γωνία-Βρίσκει τα φαγωμένα περιστέρια-Και με τα μάτια ευτυχισμένα-Τρώει τα ψίχουλα-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-
Ψυχές στα νεφελώματα Δεν πιστεύω στην μετά θάνατον ζωή- Αλλά στο απόλυτο κενό- Και στην κοσμική σιωπή- Αλλά αν υπάρχει- φοβάμαι εκείνη μήπως δω- Κρατώντας τα χάπια- Που μιαν αυγή – Αυτοκτονεί- Να με ρωτάει- Γιατί δεν άνοιξα την πόρτα- Σαν να ήρθε να με βρει- Εκτός κι αν καταλάβει πως είμαστε νεκρές- Και πάμε- Ψυχές στα νεφελώματα- Μια βόλτα σιωπηλές – Όπως δεν το μπορέσαμε- Να γίνει- Στη ζωή –
*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2025.
Η σχιζοφρενική πανοπλία των κατασκηνώσεων Και η πυραυλοκίνητη ομίχλη της ενδοχώρας Οι τιθασευμένοι γοφοί της κιθάρας Και τα αυγά του λεωφορείου… Όχι! Δεν ξέρω πού πηγαίνει αυτό το ποίημα Που ακολουθεί εμένα Που ούτε εγώ ξέρω πού πηγαίνω Γιατί ακολουθώ αυτό το ποίημα Που όχι μόνο δεν ξέρει που πηγαίνει Αλλά ούτε από πού έρχεται.
Μπορεί ν’ ακολουθεί την άνοιξη Μπορεί ν’ ακολουθεί το χειμώνα Που ούτε νοιάζονται για όλ’ αυτά Ούτε και ξέρουν. Ούτε κι εγώ ξέρω άλλωστε γιατί έπινα βενζίνα Που μοίραζαν γυναίκες με πράσινα χείλη Στις παράλιες καντίνες.
Τότε που το καλοκαίρι μιλούσε Τη γερασμένη γλώσσα του Γιατί δεν είχε τίποτα να πει Για το χτες Ούτε και για το χτες του αύριο.
Και οι βενζινάκατοι χάθηκαν Και οι φάροι έσβησαν Κι έμεινε ένας μικρός άνθρακας να καίει σιγανά Να κρατάει ζωντανή λίγη οντολογία Και μπόλικη απορία
Φόρεσε λοιπόν την ομίχλη της μουσικής πειρατή Φόρεσε την κόκκινη βροχή της νύχτας. Φόρεσε το μαντήλι των βαρυαύλων Και το καπέλο του μανδραγόρα.
Ο ήλιος και η ιστορία Δεν έχουν τίποτα να πουν Πέρα απ’ όσα μας είπαν χθες Και θα μας πουν και αύριο.
Και οι σκιές μεγάλωσαν Και οι μουσικές σταμάτησαν Και οι πόρτες έκλεισαν Από τις πάνω γειτονιές
Μέχρι κάτω στο παλιό λιμάνι.
*Από τη συλλογή «Στα κάγκελα κ.ά. ποιήματα», Εκδόσεις Σμίλη, 2016.
Τις νύχτες είμαι ταραγμένη. Στα χείλη μου μασάω αγιασμένες λέξεις απ’ τα κόκκινα μύρα μιας βάφτισης αρχαίας, μιας τελετής δεσίματος με τον προαιώνιο λυτρωτή μου. Τις μασάω και τα χείλη μου ματώνω, κεράσια βουτηγμένα σε μια κολυμβήθρα γεμάτη υποσχέσεις κι απαιτήσεις. Με τη βία μ’ έσυραν απ’ την κολυμβήθρα αυτή να πιω. Και τώρα -αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου- κάθε πρωί οι εφιάλτες μου ιδρώνουν στην κούπα του καφέ μου. Οι εφιάλτες μου ιδρώνουν στην κούπα του καφέ μου, έτσι όπως τα κεράσια μάσησα κι άλεσα, την πίκρα τους λίγο μ’ ελπίδα να γλυκάνω. Και τώρα -αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου- Εκείνος βυσσοδομεί ένα σχέδιο εξαπάτησης για την οριστική επιστροφή μου. Κι εγώ -αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου- της νύχτας το σκοτάδι με πυρετούς φιλοδωρώ, με τα πικρά κεράσια μου, κληρονομιά δική Του. Ιδρώνω και ταράζομαι. Φοβάμαι στο σφαγείο της Αγάπης Του αγνός αμνός ξανά μην μπω, και τα κεράσια κόκκινη λεπτή θηλιά σφίξουν στο λαιμό μου.