Γιώργος Κοζίας, Τρόπαια από τα χρόνια της μητρός

Φωτογραφία: Γιώργης Σαράτσης

Κι αυτές που αγάπησαν στα Κύθηρα
Κι αυτές που κοιλοπόνεσαν στις Θήβες
Κι αυτές που γέννησαν στα λαϊκά νοσοκομεία
μίσχο, φύλλο, ανθό και πέταλο
την άλογη
την εξαυλωμένη
την καβαλημένη φύση

τρόπαια φέρνουν ματωμένα
τρόπαια σωμάτων θεσπεσίων
τρόπαια ανθρώπων λυγισμένων
τρόπαια εραστών
τρόπαια ξένων
τρόπαια αρραβώνων ξεχασμένων

τρόπαια ανάμεσα σε βουβές λέξεις
-κρίνα ανυπότακτα
λουλούδια της κοιλιάς τους-
καθώς τα αρπάζουν οι μαίες
καθώς τα ράβουν οι γριές κεντήστρες
καθώς τα ευλογούν οι μοίρες
καθώς τα πνίγουν στα χέρια τους οι βάγιες
μαινόμενες, μαινόμενες στις παιδικές μας κούνιες

και άστρα τα παίρνουν και φεγγάρια τα τρελαίνουν…

-Μάνα μου, σκιάζομαι πολύ μην πεθαμένοι βγούνε;
-Σώπα, παιδάκι μου, οι νεκροί την πλάκα τους βαστούνε.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2018/05/11/τρόπαια-από-τα-χρόνια-της-μητρός-γιώργ/?fbclid=IwY2xjawKOZBFleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFHVTNtN3lRTTB0N2V4empRAR6F-j5SjqTHkDiNKpaEZoJ-lk4sZBg2jvhhDtv0N4fL40HPwEhG52WgGJOMgQ_aem_brg5OQOBkmztwiqs_DqwZw

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αφοσιωμένη III

Ανάμεσά μας
μια Άνοιξη ακόμα.
Να έρχεσαι πάντα
Δεν αντέχω να μην σε κοιτώ
Το φως που δεν είναι από σένα
μοιάζει αφόρητο
-γεμάτο λάμψη βάναυση

Πάντα να έρχεσαι
Τώρα να έρχεσαι
Μετά να έρχεσαι

Να κόβεις το νήμα
της απουσίας
Να ράβεις
με κόκκινη κλωστή
τις καρδιές που,
μαζί αν είναι,
ξέρουν μόνο να γελούν,
να νιώθουν ελεύθερες,
να αγαπάνε.

Linda Pastan (1932-2023), There are poems / Υπάρχουν ποιήματα

There are poems
that are never written,
that simply mover across
the mind
like skywriting
on a still day:
slowly the first word
drifts west,
the last letters dissolve
on the tongue,
and what is left
is the pure blue
of insight, without cloud
or comfort.

Υπάρχουν ποιήματα
που δεν γράφονται ποτέ,
που απλά μετακινούνται
στο μυαλό
σαν να γράφουν στον ουρανό
σε μια ήρεμη μέρα:
σιγά-σιγά η πρώτη λέξη
ταξιδεύει δυτικά,
τα τελευταία γράμματα διαλύονται
στη γλώσσα,
και ό,τι έχει απομείνει
είναι το καθαρό μπλε
της διορατικότητας, χωρίς νέφη
ή άνεση.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Δρίτσας, Ανθρώπινοι πυρσοί

Μέσα στα σοκάκια
της Αιώνιας Πόλης
περιδιαβαίναμε ψάχνοντας
-ξανά- το νόημα των συμβόλων.
Χαμένοι μέσα στη μέθη,
ξεδιψάσαμε με αλκοόλ.

Απρόοπτα θεριέψανε τα ένστικτα,
που κάποτε είχε δολοφονήσει
με δόλο ο υπολογισμός.

Ανεκπλήρωτα “θέλω”,
μάταιες σκέψεις,
εφηβικοί πόθοι.
Μια επανάσταση εγκλωβισμένη
στα λόγο και στις λέξεις,
μια υπόσχεση που είχε προδοθεί.

Χρυσόβουλο υπογράψαμε τότε
με τα λυπημένα άστρα,
θυσία να προσφέρουμε στη λιτανεία.
Σε μια στιγμή ήταν όλοι εκεί παρόντες
-νεκροί, ζωντανοί και αγέννητοι.
περιμένοντας να ξεδιψάσουν
από το φρέσκο αίμα.

Δίχως αργοπορία
αυτοπυρποληθήκαμε,
με τη φωτιά που έσταζε
από τα μάτια μας,
πιστοί στον όρκο της σιωπής.

*Από τη συλλογή “το ματωμένο όνειρο”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2023.

Τσιμάρας Τζανάτος, Δύο ποιήματα

5.
Ξέρω ότι περίμενες να περάσω.
Είχες αποφασίσει να αγαπήσεις τον πρώτο
περαστικό.

Δεν πέρασα.
Δεν με αγάπησες.

Αγάπησες τον επόμενο.

Ο επόμενος,
δεν θα μάθει ποτέ
πως εμένα περίμενες.

Όταν μια μέρα τον αφήσεις,
δεν θα ξέρει
πως για μένα τον άφησες.

Που δεν με συνάντησες, τότε.

Περίεργο πράγμα ο έρωτας.
Συναντάμε μόνο τη σκιά του.
Ουδέποτε τον ίδιο.

6.
Με ενδιαφέρει η καθημερινότητα.
Με ενδιαφέρει η επανάληψη της ζωής.
Αν και ταυτολογία, αφού ό,τι ζει,
Επειδή μπορεί και επαναλαμβάνεται ζει.

Ζωή δεν είναι ό,τι δεν ήρθε.
Αλλά η ρουτίνα αυτού που έρχεται.
Που κάθε μέρα έρχεται, χωρίς τίποτα να
αλλάζει.
Με ευλογημένη προβλεψιμότητα έρχεται.
Αν και με τρομακτικές αλλαγές απρόβλεπτες.
Που πολύ μετά αντιλαμβάνεσαι πως
συντελέστηκαν.

Δεν ξέρω τι είναι ευτυχία.
Ξέρω όμως, ότι δυστυχία είναι
να μην έχεις καθημερινότητα.
Καμμιά.

*Από τη συλλογή “[αγνώστου] η βία του βίου, Κάπα Εκδοτική, 2021.

Χάινριχ Μπέλλ (Heinrich Böll), Ὁ γελωτοποιός (Der Lacher)

ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΜΕ ΡΩΤΟΥΝ γιὰ τὸ ἐπάγγελμά μου, μὲ πιάνει ἀμηχανία: κοκκινίζω, τραυλίζω, ἐγὼ ποὺ κατὰ τ᾽ ἄλλα εἶμαι γνωστὸς ὡς ἄνθρωπος θετικός. Ζηλεύω ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ λένε: Εἶμαι χτίστης. Στοὺς κομμωτές, τοὺς λογιστὲς καὶ τοὺς συγγραφεῖς ζηλεύω τὴν ἁπλότητα, μὲ τὴν ὁποία δηλώνουν τὴ δουλειά τους, ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπαγγέλματα δηλώνονται μόνα τους καὶ δὲν χρειάζονται περισσότερες ἐξηγήσεις. Ἐγώ, ὅμως, εἶμαι ὑποχρεωμένος, σὲ σχετικὲς ἐρωτήσεις, νὰ ἀπαντῶ: «Εἶμαι γελωτοποιος.» Μιὰ τέτοια δήλωση ἀπαιτεῖ περαιτέρω δηλώσεις, ἐπειδὴ στὴ δεύτερη ἐρώτηση «Καὶ ζεῖτε ἀπ᾽ αὐτό;» πρέπει νὰ ἀπαντῶ εἰλικρινὰ μὲ ἕνα «Ναί». Ζῶ πράγματι ἀπὸ τὸ γέλιο μου, καὶ ζῶ καλά, ἐπειδὴ τὸ γέλιο μου ἔχει ζήτηση, ὅπως λέγεται στὴ γλώσσα τοῦ ἐμπορίου. Εἶμαι ἕνας καλός, πεπαιδευμένος γελωτοποιος· κανεὶς ἄλλος δὲν γελᾶ ὅπως ἐγώ, δὲν ἐλέγχει τόσο τὶς λεπτὲς ἀποχρώσεις τῆς τέχνης μου. Γιὰ ἀρκετὸ καιρό, προκειμένου νὰ ἀποφεύγω φορτικὲς διευκρινίσεις, δήλωνα ἠθοποιός, ἀλλὰ οἱ ὑποκριτικὲς καὶ φωνητικὲς δεξιότητές μου εἶναι τόσο περιορισμένες ποὺ αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν μοῦ φαινόταν εἰλικρινής, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι Εἶμαι γελωτοποιός. Δὲν εἶμαι οὔτε κλόουν οὔτε κωμικὸς ἠθοποιός, δὲν διασκεδάζω τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἐκθέτω καταστάσεις φαιδρές: γελάω σὰν Ρωμαῖος αὐτοκράτορας ἢ σὰν εὐαίσθητος τελειόφοιτος Λυκείου. Εἶμαι τόσο ἀσκημένος στὸ γέλιο τοῦ 17ου αἰώνα ὅσο καὶ στὸ γέλιο τοῦ 19ου, καὶ ὅταν χρειαστεῖ, διατρέχω μὲ τὸ γέλιο ὅλους τοὺς αἰῶνες, ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ ἡλικίες: ἁπλῶς τὸ ἔχω μάθει, ὅπως μαθαίνει κανεὶς νὰ σολιάζει παπούτσια. Τὸ γέλιο τῆς Ἀμερικῆς βρίσκεται στὸ στῆθος μου, τὸ γέλιο τῆς Ἀφρικῆς, λευκό, κόκκινο, κίτρινο γέλιο – καὶ τὸ κάνω νὰ ἠχεῖ μὲ τὴν ἀνάλογη ἀμοιβή, ὅπως τὸ καθορίζει ἡ σκηνοθεσία.

       Ἔχω γίνει ἀπαραίτητος, γελάω σὲ δίσκους βινυλίου, σὲ μαγνητοταινίες, καὶ οἱ σκηνοθέτες ραδιοφωνικῶν θεατρικῶν σκηνῶν μοῦ συμπεριφέρονται μὲ ἁβρότητα. Γελάω βαρύθυμα, μετρημένα, ὑστερικά – γελάω σὰν ἐλεγκτὴς τραίνων, σὰν μαθητευόμενος στὸν κλάδο τῶν τροφίμων· τὸ πρωινὸ γέλιο, τὸ βραδινὸ γέλιο, τὸ νυχτερινὸ καὶ τὸ γέλιο τὴν ὥρα ποὺ χαράζει· μὲ δυὸ λόγια: ὁπουδήποτε καὶ ὁποτεδήποτε πρέπει νὰ προκληθεῖ γέλιο, τὸ γεννῶ πάραυτα.

       Καταλαβαίνετε ὅτι ἕνα τέτοιο ἐπάγγελμα εἶναι κοπιαστικό, πολλῷ δὲ μᾶλλον ποὺ ἐγὼ —αὐτὴ εἶναι ἡ εἰδικότητά μου— διαπρέπω στὸ μεταδοτικὸ γέλιο∙ ἔτσι, ἔχω γίνει ἀπαραίτητος ἀκόμη καὶ σὲ κωμικοὺς τρίτης καὶ τέταρτης σειρᾶς, οἱ ὁποῖοι δικαίως τρέμουν γιὰ τὴν κρίσιμη στιγμὴ τοῦ ἀστείου τους, καὶ σχεδὸν κάθε βράδυ κάθομαι μὲ τὶς ὧρες στὰ βαριετὲ ὡς λεπτῆς ὑφῆς κλακέρ, γιὰ νὰ προκαλέσω μεταδοτικὸ γέλιο στὶς ἀδύναμες στιγμὲς τοῦ προγράμματος. Πρέπει νὰ γίνεται δουλειὰ ἀκριβείας: τὸ πηγαῖο, ἄγριο γέλιο μου δὲν πρέπει νὰ ξεσπᾶ πρὶν τῆς ὥρας του οὔτε καθυστερημένα, ἀλλὰ στὴν κατάλληλη στιγμή – τότε βάζω τὰ γέλια, βάσει προγράμματος, τὸ ἀκροατήριο ξεσπᾶ κι αὐτὸ σύσσωμο σὲ κραυγὲς ἐνθουσιασμοῦ καὶ τὸ ἀστεῖο ἔχει σωθεῖ.

       Ἐγὼ τότε γλιστρῶ κατάκοπος στὴν γκαρνταρόμπα, φοράω τὸ παλτό μου, εὐτυχὴς ποὺ ἐπιτέλους ἔχω σχολάσει. Στὸ σπίτι μὲ περιμένουν τὶς περισσότερες φορὲς τηλεγραφήματα «Χρειαζόμεθα ἐπειγόντως γέλωτά Σας. Ἠχογράφηση ἡμέρα Τρίτη», κι ἐγὼ λίγες ὧρες ἀργότερα κάθομαι σὲ ἕνα ὑπερθερμασμένο βαγόνι τῆς Deutsche Bahn καὶ οἰκτίρω τὴ μοίρα μου.

       Καθένας ἀντιλαμβάνεται ὅτι μετὰ τὸ σχόλασμα ἢ στὶς διακοπὲς ἔχω ἐλάχιστη διάθεση γιὰ γέλιο. Ὁ ἀρμεχτὴς εἶναι χαρούμενος, ὅταν μπορεῖ ν᾽ ἀφήνει στὴν ἄκρη τὴν ἀγελάδα· ὁ χτίστης εἶναι εὐτυχής, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα ν᾽ ἀφήσει τὸ χαρμάνι, καὶ οἱ ξυλουργοὶ ἔχουν συχνὰ στὸ σπίτι τους πόρτες χαλασμένες, ἢ συρτάρια ποὺ ἀνοίγουν μὲ πολὺ κόπο. Ζαχαροπλάστες προτιμοῦν ξυδάτα ἀγγουράκια, χασάπηδες τὰ ἀμυγδαλωτά, καὶ ὁ φούρναρης προτιμᾶ τὰ ἁλλαντικὰ ἀπὸ τὸ ψωμί· ταυρομάχοι προτιμοῦν τὴ συναναστροφὴ μὲ περιστέρια, μποξὲρ γίνονται κάτωχροι, ὅταν ματώσει ἡ μύτη τοῦ παιδιοῦ τους. Τὰ κατανοῶ αὐτὰ ὅλα, ἐπειδὴ δὲν γελῶ ποτὲ μετὰ τὸ σχόλασμα. Εἶμαι ἕνας σοβαρότατος ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος μὲ θεωρεῖ —δικαίως— πεσσιμιστή.

       Τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ γάμου μας μοῦ ἔλεγε συχνὰ ἡ γυναίκα μου: «Γέλασε καμιὰ φορά», ἀλλὰ στὸ μεταξὺ κατάλαβε πὼς δὲν μπορῶ νὰ τῆς ἱκανοποιήσω αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία. Εἶμαι εὐτυχής, ὅταν μπορῶ μέσω τῆς ἀπόλυτης σοβαρότητας νὰ χαλαρώνω τοὺς τεντωμένους μῦς τοῦ προσώπου μου, τὴν ταλαιπωρημένη μου διάθεση. Ναί, μὲ ἐκνευρίζει ἀκόμη καὶ τὸ γέλιο τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ μοῦ θυμίζει καὶ μοῦ παραθυμίζει τὴ δουλειά μου. Ἔτσι, ἔχουμε μιὰ ἥσυχη, εἰρηνικὴ συζυγικὴ ζωή, ἐπειδὴ καὶ ἡ γυναίκα μου ἔχει ξεμάθει τὸ γέλιο. Κάθε τόσο τὴν πιάνω νὰ χαμογελᾶ καὶ τότε χαμογελῶ κι ἐγώ. Μιλᾶμε σιγανὰ μεταξύ μας, ἐπειδὴ μισῶ τὸν θόρυβο τῶν βαριετέ, μισῶ τὸν θόρυβο ποὺ μπορεῖ νὰ κυριαρχεῖ στοὺς χώρους ἠχογράφησης. Ἄνθρωποι ποὺ δὲν μὲ γνωρίζουν, μὲ θεωροῦν κλειστὸ τύπο. Ἴσως εἶμαι πράγματι, ἐπειδὴ πολὺ συχνὰ πρέπει ν᾽ ἀνοίγω τὸ στόμα μου γιὰ νὰ γελάσω.

       Περνάω τὴν προσωπική μου ζωὴ μὲ παγωμένο πρόσωπο, ἐπιτρέπω κάθε τόσο στὸν ἑαυτό μου ἕνα ἤπιο χαμόγελο καὶ συχνὰ ἀναρωτιέμαι ἂν ἔχω γελάσει ποτέ. Νομίζω πὼς ὄχι. Τὰ ἀδέλφια μου ἔχουν νὰ λένε ὅτι ὑπῆρξα πάντοτε ἕνα σοβαρὸ παιδί.

       Ἔτσι, γελάω μὲ πολλαπλοὺς τρόπους, ἀλλὰ τὸ δικό μου γέλιο δὲν τὸ γνωρίζω.

*Πηγή: Böll, Heinrich Werke [ἐπιμ. J.H. Reid]. Kölner Ausgabe, τόμος 9ος, 1954-1956 [1955]. Κολωνία, Kiepenheuer &Witsch 2006, 79-81.

**Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:
Συμεὼν Σταμπουλοῦ. Γεννήθηκε τὸ 1954 στὴν Ἀθήνα, ὅπου σπούδασε κλασικὴ ἀρχαιολογία. Ἀργότερα προχώρησε σὲ σπουδὲς συγκριτολογίας στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Τύμπινγκεν. Ἐκπόνησε μελέτες γιὰ τὶς πηγὲς τῆς πεζογραφίας καὶ τὰ θεατρικὰ ἔργα τοῦ Γιάννη Σκαρίμπα, τὴν «ἀντιπαράθεση» τοῦ Φρήντριχ Χαίλντερλιν μὲ τὸ ἔργο τοῦ Σοφοκλῆ. Μετέφρασε καὶ ἐξέδωσε ἢ δημοσίευσε σὲ λογοτεχνικὰ ἔντυπα ἔργα τῶν Ρ.Μ. Ρίλκε, Νοβάλις, Χαίλντερλιν, Πάουλ Τσέλαν, Νέλλυ Ζάκς, Γκότφρηντ Μπένν, Γκέρχαρντ Φάλκνερ, Ντοὺρς Γκρυνμπάιν, Σάρα Κίρς, Πέτερ Ἄλτενμπεργκ, Γκύντερ Κοῦνερτ, Μπάρμπαρα Καῖλερ κ.ἄ. Βιβλία του κυκλοφοροῦν ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Στιγμή, Gutenberg, Ἄγκυρα, Κουκκίδα καὶ ΣΩΒ.

***Χάινριχ Μπέλλ (Heinrich Böll, 1917-1985). Ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους μεταπολεμικοὺς Εὐρωπαίους συγγραφεῖς, τιμημένος μὲ τὸ βραβεῖο Νομπὲλ λογοτεχνίας τὸ 1972. Μὲ τὸ ἔργο του (μυθιστορήματα, διηγήματα, θεωρητικὰ κείμενα) στηλίτευσε τὴ γερμανικὴ κοινωνία τῆς συνεργασίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνοχῆς, στὶς θηριωδίες τῶν ναζιστῶν, τὸν ἐξολοθρεμὸ τῶν Ἑβραίων σὲ ὁλόκληρη τὴν κατεχόμενη, μέσα στὸν πόλεμο, Εὐρώπη. Μὲ τρόπο ἀριστοτεχνικὸ ἀποκάλυψε, μέσα ἀπὸ τοὺς χαρακτῆρες τῶν προσώπων, τὸν λειτουργικὸ ρόλο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐκκόλαψη τοῦ Ναζισμοῦ καὶ τοῦ πολέμου, στὴ μόλυνση τοῦ γερμανικοῦ πνεύματος μὲ τὴν πολιτικὴ τῶν ὑπόγειων συνεργασιῶν καὶ τῆς ἰδιοτέλειας. Οἱ ἥρωές του, τραγικὰ εἰρωνικοὶ ἀπέναντι στὴν κοινωνία τῶν συμβιβασμῶν, ὁδηγοῦνται σταδιακὰ στὴν ἀποτυχία καὶ τὸ περιθώριο (Καὶ δὲν εἶπε λέξη, 1953, Οἱ ἀπόψεις ἑνὸς κλόουν, 1963). Ὁ Μπὲλλ ἔδειξε συμπάθεια στὴν ὁμάδα «Μπάαντερ-Μάινχοφ», μὲ τὶς πρακτικὲς ἑνὸς ἀντάρτικου πόλεων, ποὺ ἔδρασε στὴ Δυτικὴ Γερμανία τὴ δεκαετία κυρίως τοῦ ᾽70 (Ἡ χαμένη τιμὴ τῆς Καταρίνα Μπλούμ, 1974). Ἡ τρομοκρατία ὡς ἀπότοκος τῆς μεταπολεμικῆς γερμανικῆς κοινωνίας μὲ ἀφομοιωμένους ὀργανικὰ σὲ αὐτὴν τοὺς ναζιστὲς ἐγκληματίες. Βασικὸς συντελεστὴς τῆς λεγόμενης «Λογοτεχνίας τῶν ἐρειπίων» («Trümmerliteratur»), ἔγραψε παράλληλα σύντομα διηγήματα καὶ μικροϊστορίες, ἀλληγορίες τοῦ κατακερματισμένου κόσμου καὶ τῆς ψυχικῆς ἐρειπίωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνδεικτικὴ ἡ ἱστορία τοῦ «Γελωτοποιοῦ» ποὺ πρέπει νὰ διαβαστεῖ ὡς συνεκδοχὴ τοῦ μυθιστορήματος Οἱ ἀπόψεις ἑνὸς κλόουν. Στὴν Αὐτοβιογραφία του ὁ Μαρσὲλ Ράιχ Ρανίτσκυ τὸν χαρακτήρισε «Γερμανὸ ἱεροκήρυκα μὲ κλοουνίστικα χαρακτηριστικά».

****Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/05/11/heinrich-boll-o-gelotopoios/#like-17589

Bob Kaufman, Unholy missions / Ανίερες αποστολές

I want to be buried in an anonymous crater inside the moon.
I want to build miniature golf courses on all the stars.
I want to prove that Atlantis was a summer resort for cave men.
I want to prove that Los Angeles is a practical joke played on us by superior beings on a humorous planet.
I want to expose Heaven as an exclusive sanitarium filled with rich psychopaths who think they can fly.
I want to show that the Bible was serialized in a Roman children’s magazine.
I want to prove that the sun was born when God fell asleep with a lit cigarette, tired after a hard night of judging.
I want to prove once and for all that I am not crazy.

Θέλω να θαφτώ σε έναν ανώνυμο κρατήρα μέσα στο φεγγάρι.
Θέλω να χτίσω γήπεδα μίνι γκολφ σε όλα τα αστέρια.
Θέλω να αποδείξω ότι η Ατλαντίδα ήταν ένα καλοκαιρινό θέρετρο για τους ανθρώπους των σπηλαίων.
Θέλω να αποδείξω ότι το Λος Άντζελες είναι μια φάρσα που μας έπαιξαν ανώτερα όντα σε έναν χιουμοριστικό πλανήτη.
Θέλω να αποκαλύψω ότι ο Παράδεισος είναι ένα αποκλειστικό σανατόριο γεμάτο με πλούσιους ψυχοπαθείς που νομίζουν ότι μπορούν να πετάξουν.
Θέλω να δείξω ότι η Βίβλος δημοσιεύτηκε σε συνέχειες σε ένα ρωμαϊκό παιδικό περιοδικό.
Θέλω να αποδείξω ότι ο ήλιος γεννήθηκε όταν ο Θεός αποκοιμήθηκε με ένα αναμμένο τσιγάρο, κουρασμένος μετά από μια δύσκολη νύχτα κρίσης.
Θέλω να αποδείξω μια για πάντα ότι δεν είμαι τρελός.

*Από τη συλλογή “Solitudes crowded with loneliness”, 1965. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο ποιήματα

Ψίχουλα
Ο δρόμος και μία κουβέρτα σπίτι του-Λείπει απ’ τη θέση του-Να ζητιανέψει μες στη θλίψη του-Στη διπλανή γωνία-Που καφετέριες και μαγαζιά-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-Μα ένα κορίτσι σταματά-Τυρόπιτες αφήνει στην κουβέρτα-Πλακώνουν περιστέρια–Τις τρώνε φρενιασμένα-Κι αυτός-Που ο δρόμος και μια κουβέρτα σπίτι του-Μ’ όλη τη θλίψη του-Επιστρέφει απ’ τη διπλανή γωνία-Βρίσκει τα φαγωμένα περιστέρια-Και με τα μάτια ευτυχισμένα-Τρώει τα ψίχουλα-Το πλήθος προσπερνά με αδιαφορία-

Ψυχές στα νεφελώματα
Δεν πιστεύω στην μετά θάνατον ζωή- Αλλά στο απόλυτο κενό- Και στην κοσμική σιωπή- Αλλά αν υπάρχει- φοβάμαι εκείνη μήπως δω- Κρατώντας τα χάπια- Που μιαν αυγή – Αυτοκτονεί- Να με ρωτάει- Γιατί δεν άνοιξα την πόρτα- Σαν να ήρθε να με βρει- Εκτός κι αν καταλάβει πως είμαστε νεκρές- Και πάμε- Ψυχές στα νεφελώματα- Μια βόλτα σιωπηλές – Όπως δεν το μπορέσαμε- Να γίνει- Στη ζωή –

*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2025.

Παναγιώτης Γαλανόπουλος, Εραστές του Όζ-οντος στην ομίχλη (με τελεκάστερ)

Η σχιζοφρενική πανοπλία των κατασκηνώσεων
Και η πυραυλοκίνητη ομίχλη της ενδοχώρας
Οι τιθασευμένοι γοφοί της κιθάρας
Και τα αυγά του λεωφορείου…
Όχι!
Δεν ξέρω πού πηγαίνει αυτό το ποίημα
Που ακολουθεί εμένα
Που ούτε εγώ ξέρω πού πηγαίνω
Γιατί ακολουθώ αυτό το ποίημα
Που όχι μόνο δεν ξέρει που πηγαίνει
Αλλά ούτε από πού έρχεται.

Μπορεί ν’ ακολουθεί την άνοιξη
Μπορεί ν’ ακολουθεί το χειμώνα
Που ούτε νοιάζονται για όλ’ αυτά
Ούτε και ξέρουν.
Ούτε κι εγώ ξέρω άλλωστε γιατί έπινα βενζίνα
Που μοίραζαν γυναίκες με πράσινα χείλη
Στις παράλιες καντίνες.

Τότε που το καλοκαίρι μιλούσε
Τη γερασμένη γλώσσα του
Γιατί δεν είχε τίποτα να πει
Για το χτες
Ούτε και για το χτες του αύριο.

Και οι βενζινάκατοι χάθηκαν
Και οι φάροι έσβησαν
Κι έμεινε ένας μικρός άνθρακας να καίει σιγανά
Να κρατάει ζωντανή λίγη οντολογία
Και μπόλικη απορία

Φόρεσε λοιπόν την ομίχλη της μουσικής πειρατή
Φόρεσε την κόκκινη βροχή της νύχτας.
Φόρεσε το μαντήλι των βαρυαύλων
Και το καπέλο του μανδραγόρα.

Ο ήλιος και η ιστορία
Δεν έχουν τίποτα να πουν
Πέρα απ’ όσα μας είπαν χθες
Και θα μας πουν και αύριο.

Και οι σκιές μεγάλωσαν
Και οι μουσικές σταμάτησαν
Και οι πόρτες έκλεισαν
Από τις πάνω γειτονιές

Μέχρι κάτω στο παλιό λιμάνι.

*Από τη συλλογή «Στα κάγκελα κ.ά. ποιήματα», Εκδόσεις Σμίλη, 2016.

Βίκυ Κατσαρού, Τα Κεράσια της Εύας

Τις νύχτες είμαι ταραγμένη.
Στα χείλη μου μασάω
αγιασμένες λέξεις
απ’ τα κόκκινα μύρα
μιας βάφτισης αρχαίας,
μιας τελετής δεσίματος
με τον προαιώνιο λυτρωτή μου.
Τις μασάω
και τα χείλη μου ματώνω,
κεράσια βουτηγμένα
σε μια κολυμβήθρα
γεμάτη υποσχέσεις κι απαιτήσεις.
Με τη βία μ’ έσυραν
απ’ την κολυμβήθρα αυτή να πιω.
Και τώρα
-αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου-
κάθε πρωί
οι εφιάλτες μου ιδρώνουν
στην κούπα του καφέ μου.
Οι εφιάλτες μου ιδρώνουν
στην κούπα του καφέ μου,
έτσι όπως τα κεράσια
μάσησα κι άλεσα,
την πίκρα τους λίγο
μ’ ελπίδα να γλυκάνω.
Και τώρα
-αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου-
Εκείνος βυσσοδομεί
ένα σχέδιο εξαπάτησης
για την οριστική επιστροφή μου.
Κι εγώ
-αιώνες μετά τη χειραφέτησή μου-
της νύχτας το σκοτάδι
με πυρετούς φιλοδωρώ,
με τα πικρά κεράσια μου,
κληρονομιά δική Του.
Ιδρώνω και ταράζομαι.
Φοβάμαι στο σφαγείο της Αγάπης Του
αγνός αμνός
ξανά μην μπω,
και τα κεράσια
κόκκινη λεπτή θηλιά
σφίξουν στο λαιμό μου.

*”Τα Κεράσια της Εύας”, Εκδόσεις Ιωλκός, 2018.