Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

*Από τον Ποιητικό Πυρήνα στο https://ppirinas.blogspot.com/2014/11/blog-post_30.html

Λίνα Βαταντζή, Λεπτή Ισορροπία

Ανάμεσα σε μένα
και τη σκάλα του ουρανού
το φως μετρά
μέρες και νύχτες.

Το πιάτο με τα κεράσια
αδειάζει,
ίσως γεμίσει νερό
να ποτίσω τη γλάστρα –
καθώς άρωμα βασιλικού
το γιασεμί ερωτεύεται
σύννεφο
σκιάζει το πρόσωπο
ακολουθεί το φεγγάρι
σε βήμα νυχτερινό.

Ο Ιούλης πυροδοτεί
τα κύτταρα
ανασαίνουν παραμύθια
που τραγουδούσαν
οι αύρες θερινού μεσημεριού.

Δεν αποσώνεται
η θύμηση
μόνο πληρώνει με όνειρα
τον βαρκάρη –
σφαλίζει τα χέρια
σε χωνί
και μου μηνάει:

Για σε η σκάλα
έχει ήδη σκαλιά
πενήντα εφτά –
Βλέπεις είναι
στολισμένη άνθη –

Γρηγόρης Σακαλής, Κοιμητήρια

Χορταριασμένα μνήματα
στα νεκροταφεία
μας βάζουν σε σκέψεις
όταν τα επισκεπτόμαστε
όλοι έχουμε κάποιον εκεί
πηγαίνουμε
πλένουμε τα μάρμαρα
βγάζουμε τα χόρτα
ανάβουμε το καντηλάκι
ένα κερί ίσως
κι ύστερα κοιτάμε
τα κοντινά μνήματα
τις ηλικίες
τα ονόματα
καμιά φορά ξεμακραίνουμε
βρίσκουμε παλιούς γνωστούς
μπορεί και φίλους
συγγενείς ή γείτονες
πότε χάθηκαν όλοι
κι ύστερα φεύγουμε
αφού κάναμε το καθήκον μας
κι είμαστε τώρα διαφορετικοί
μα αυτό δυστυχώς
κρατάει για λίγο.

Τόμας Μπρας: Βαν ντερ Λούμπε (Τρομοκράτης) / Kανενός χώρα

Μεταφράζει η Ιωάννα Διαμαντοπούλου

Ο Marinus Van der Lubbe έκαψε το Φεβρουάριο τού 1933 τη Γερμανική Βουλή για να διαμαρτυρηθεί κατά του Ναζισμού. Το γεγονός αυτό έγινε αφορμή για την σκλήρυνση των ναζιστικών μέτρων. Εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό σε ηλικία 25 ετών.

**

Ολλανδία-Γερμανία: περνώντας αυτά τα σύνορα
μια δουλειά να ψάξει πήγε
σαν τεχνίτης με το σακί του
στον ώμο, χωρίς αποχαιρετισμό
απ’ το μικρό του χωριό. Έτσι
πέρασε μέσα απ’ το Τελωνείο στην ξένη χώρα:
όπου καθένας στο γείτονα άγνωστος είναι.

Ανάμεσα σε απ΄τη ζωή κουρασμένους άστεγους, στέγη
κοντά στην Alexanderplatz συλλάβιζε
σε ξένη γλώσσα TOD DEM FÜHRER (Θάνατος στον Φύρερ), ήδη στην Neukölln
φώναξε ο θάνατος τον Φύρερ, αλλά φώναξε
σε κουφά αυτιά, γιατί αυτή την απάντηση πήρε:
Ενάντια στον πόλεμο δεν μπορεί κανένας να καταφέρει κάτι,
πολύ περισσότερο ένας ξένος: το καθεστώς τού επιφυλάσσε τη μεγαλύτερη εκδίκηση.

Από το κρεβάτι στο Άσυλο Αστέγων ανάμεσα
σε λερά σεντόνια τον πόλεμο είδε να ορθώνεται
ισχυρός πίσω από τη Βουλή σαν ένας τροχός πύρινος: οι Νόμοι
τον θέτουν σε κίνηση, η δειλία τον γυρίζει, η Οικονομία
τον προωθεί: Αυτά λέει ο Ολλανδός
και τον βλέπουν να παραπατά
Η μιας και δεν έχω γυναίκα εφευρίσκω όλα αυτά.

Μετά, σκέφτηκε ο Μαρίνους, πώς και τι κάνω
κανέναν δεν αφορά, αν πρέπει μόνος να το κάνω, τώρα
θα χρειαστώ εκρηκτικά, που να κοχλάσει ο αέρας,
πέταγε αναμμένα στουπιά
σε κελάρια, στεκόταν
με ευτυχισμένα γέλια
μπροστά στους αδιάφορους φύλακες.

Εφημερίδες αναφέρονται στους μικρούς του εμπρησμούς και
διαμάχες κομματικές, εφημερίδες
τσαλακωμένες κάτω απ’το στρώμα. Με
το βλέμμα στην οροφή προσηλωμένο,σκέφτεται την επιστροφή τώρα
από το Άσυλο
στο σπίτι κάτω από τη χρυσή αχυροσκεπή στο μακρινό χωριό:
Δρόμο απ’ αυτήν την πόλη, το Βερολίνο , πίσω στο Torf.

Αλλά μένει και συνεχίζει τη δουλειά του τώρα
γύρω από τη Βουλή. Πρέπει να καεί, αφού
τον πύρινο τροχό εκεί πίσω δεν τον βλέπει βεβαίως κανείς. Μόνο
ο Marinus van der Lubbe, που έπεσε ανάμεσα
σε βουβούς τυφλούς, που
τη φωνή τους εκχώρησαν
σε βουλευτές που φοβισμένοι ψηλά τα χέρια σηκώνουν.

H Ιστορία παίζει στην πόλη μου,
που ο πόλεμος την κατέκοψε
και που από χιλιάδες σπιτιών πληγές
αίμα ακόμα και σήμερα ωριαίως τρέχει
Κάτω από επιθέματα αναστενάζει και βογγά
μια νέκρα που δε συνήθισε ποτέ
το Θάνατο και από πάνω περνά
δειλός λαός, αμέριμνος που δεν στρέφεται
εξακολουθητικά κουφός,τυφλός και μουγγός
Το κράτος σε φοβίζει,σε φοβίζει, σε χαζεύει.

Φλεβάρης 27, καίγεται το Κυβερνητικό Μέγαρο,
O Van der Lubbe χωρίς ανάσα διατρέχει τις αίθουσες, κόκκινες φλόγες
αντανακλούν στις παιδικές του γκριμάτσες, βρίσκει
ακόμα μια δίοδο προς την όχθη τής Βουλής, κάθεται:
Θαυμάστε τη δουλειά μου, πως καίει μέχρι τον ουρανό:
Κοιτάξτε πως προβάλλουν οι φλόγες μέσα από τον κρατήρα:
Ελάτε τώρα να πετσοκόψουμε την Εξουσία.
Καμία Απάντηση μόνο αυτοκίνητα που περνάνε πέρα δώθε:
δυο ώρες μετά είχε κιόλας συλληφθεί,
προσαχθεί, παρουσιαστεί, στοιχεία εξακριβώθηκαν:
Όνομα, Διεύθυνση κατοικίας, Εργοδότης. O Van der Lubbe γελά:
Ιδία εργοδοσία, δεν γίνεται κατανοητός ούτε από έναν αστυνομικό:
Απορώντας στέκονται μπροστά στις πύλες:
Αυτἠ η πυρκαγιά άλλες φωτιές θα αναζωπυρώσει.

Κανένας δε δρα άνευ παραγγελίας, λένε όλοι στο Δικαστήριο
ακόμα και οι κατηγορούμενοι κομμουνιστές
τον αποκαλούν όργανο των φασιστών,
που κι αυτοί όμως
για κόκκινο τον κόβουν
και μια στη μούρη τού χώνουν.
O Van der Lubbe δεν καταλαβαίνει τίποτε πια:
Και ο λαός. Σαν να μη συνέβη τίποτε.

Έτσι αποχώρησε ο Van der Lubbe:
Όπως ένας ηθοποιός από σκηνής:
Που κάηκε εξήμισι χρόνια αργότερα
καθώς στην Alexanderplatz προείπε.
Κανένας δεν πίστεψε στην πρωτοβουλία του: ακόμα
και όταν τον οδηγούν στον τόπο εκτέλεσης, έτσι τον δείχνουν:
Δείτε τη μαριονέτα, που άγνωστοι τής κινούν τα νήματα.

Γερμανία-Ολλανδία: Στα σύνορα σταματά ένα τρένο.
Στο τελευταίο βαγόνι ένα φέρετρο:
Μέσα ο van der Lubbe χωρίς κεφάλι.
Τού το κόψανε για τη δουλειά που ο ίδιος ανάθεσε στον εαυτό του.
Τι τον αφορούσε, λέει ο τελωνειοφύλακας, σηκώνει το χέρι:
Αναχώρηση. Αναχώρηση τού τρένου από την Κανενός Χώρα.

Θωμάς Γκόρπας, Δὲν εἶμαι ὁ Θωμᾶς ποὺ λέτε ὅτι ξέρετε

Δὲν εἶμαι ὁ Θωμᾶς ποὺ λέτε ὅτι ξέρετε
δὲν εἶμαι ὁ ποιητὴς ποὺ λέτε ὅτι θαυμάζετε
δὲν εἶμαι καταπληκτικὸς δὲν εἶμαι ἀνεπανάληπτος
οὔτε θηρίο τῆς ἐρήμου οὔτε σκύλος ποὺ δαγκώνει…
Μέσα μου ἕνα ἄνθος ἀπολέμητης μοναξιᾶς
καὶ τὰ πικρὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς γεμάτα
δροσερὲς πηγὲς λυγμῶν.
Σώζομαι ἂν σώζομαι τελικὰ χάρη σὲ κάποιες τέχνες
ταπεινὲς ποὺ ξέρω: τοῦ τσιγάρου τοῦ ξενυχτιοῦ
τῆς νοσταλγίας καὶ τῆς ἀθανασίας τόσων
ὡραίων πραγμάτων ποὺ περνᾶνε ἀπαρατήρητα…
Ψάχνω γιὰ νέες ἀγάπες πυρετωδῶς κι ὅταν δὲν
τὶς βρίσκω τὶς φαντάζομαι ὥσπου νὰ τὶς βρῶ…
Γράφω ποῦ καὶ ποῦ ποιήματα ἀπ’ τὰ πολλὰ
ποὺ ὀνειρεύομαι καὶ βάζω μέσα σ’ αὐτὰ δικά μου
καὶ δικά σας γιὰ τὰ ὁποία ἐσεῖς καὶ ντρέπεστε
καὶ ὑποφέρετε φοβάστε καὶ σιγὰ σιγὰ πεθαίνετε…

*Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ “Η λέξη”, τεῦχος 176, Ἰούλιος-Αὔγουστος 2003.

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Ο θάνατος του νεκρού

Είναι νεκρός. Είναι -πράγματι- νεκρός.
Με πιστοποιητικό, σφραγίδες, αριθμό πρωτοκόλλου.
Με ετοιμόρροπο καντήλι, καμένα κεριά και τούλι στο πρόσωπο.
Είναι νεκρός. Με όλα τα τυπικά σημάδια νέκρας.
Χρώμα γκρίζο. Παγωμένος σκελετός. Παγωμένο βλέμμα και
σκέλη μαγκωμένα.

Μαύρο κοστούμι. Λίγα λουλούδια, γύρω γύρω, να κοροϊδεύουν με θράσος
την σαπίλα που βρωμάει το δωμάτιο. Ουρανί σεντόνι
κι εικονοστάσι ολόκληρο επάνω στο ξεψυχισμένο στήθος.

Είναι νεκρός. Από τις 11: 45 π.μ.
Είναι -πράγματι- νεκρός, αφού, το βεβαιώνουν όλα τα επίσημα
έγγραφα. Διαγεγραμμένος ήδη από τα μητρώα του δήμου.
Η ταυτότητά του έχει κατασχεθεί κι οι ζωντανοί καλούνται
να πληρώσουν την πρώτη τριετία της νεκρικής του αναπαύσεως.
Εάν το ποσό δεν καταβληθεί εντός τεσσάρων ημερών,
αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας, θα παραγγείλει την νεκρανάσταση
του εκλιπόντος και με την ανάλογη -φυσικά- φορολογική επιβάρυνση-
όπως ορίζει ο νόμος.

Είναι νεκρός. Απόλυτα. Βεβαιωμένα.
Με πληρωμένο λάκκο και σιτάρι από την πάμφθηνη
γερμανική αλυσίδα σούπερ- μάρκετ.

Είναι νεκρός. Έτσι, απλά και τυπικά,
θα κλείσει αυτό το ποίημα.

*

Κύριε, ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου,
ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως…

Μιας και τον έχει πληρωμένο
πριν ακόμη την επικύρωση του θανάτου του.

Ισμήνη Λιόση, Δυσεύρετη γνώση

Φώτο: M J Solano Romero

οι ενδυμασίες και η ποίηση
γνωρίζουν καλύτερα
πως η ευτυχία είναι ένας δυσεύρετος λειμώνας
σχεδόν ακατοίκητος από ωραίες πόες
στολισμένες με ανθρώπινες κεφαλές

στην πόρτα στέκει η Σίβυλλα
με τα μαντέματα με τα αινίγματα
με τους σκοτωμούς και
με τα μαυροπούλια φρενηρών οραμάτων

προσποιούνται τότε μία νεκροφάνεια
και η ποίηση δείχνει λησμονημένη

οι ενδυμασίες και η ποίηση
όσο το σώμα τις κρύβει
μαζί με τις προθέσεις του
μαζί με τις προσδοκίες
όσο το σώμα δεν ανιχνεύει
και δεν περιπλανάται στην χαρά
για λίγο πεθαίνουν

όρθια πεθαίνουν
τα ρούχα και τα ποιήματα
όπως τα βυσσινόδενδρα
παλαιών ρομαντικών βιβλίων

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδ. Τύρφη 2016.

Χρίστος Κασσιανής, Το Σκίρτημα

Δύο βήματα, άντε τρία
μακρύτερα από κείνη
άγνωστοι μεταξύ μας
μόλις δύο βήματα, το πολύ τρία

Έφυγε από κει,έμεινα εδώ
τα φώτα σβήσανε
περπατούσα στα τυφλά
Την ονειρεύτηκα και την επομένη έφυγα

Απ’ το παράθυρο του τραίνου
δεν έβλεπα τίποτα
Κι ήταν δύο βήματα,άντε τρία
Θα την ξαναδώ, θα ξαναφύγει
θα ξαναφύγω

Έτσι σκορπάει στα τέσσερα σημεία
το σκίρτημα

Μάης 1991

William Carlos Williams, Δύο ποιήματα

Μια νέγρα

κουβαλά ένα μπουκέτο κατιφέδες τυλιγμένους
με μια παλιά εφημερίδα: τους κρατά όρθιους,
με τα άνθη να εξέχουν, τα χοντρά της πόδια
την κάνουν να περπατά σαν πάπια
καθώς κοιτάζει τη βιτρίνα του μαγαζιού
που προσπερνά στο διάβα της.
Δεν είναι παρά ένας πρεσβευτής
από έναν άλλο κόσμο
έναν κόσμο ωραίων κατιφέδων
δυο αποχρώσεων
που χωρίς να το ξέρει διαλαλεί
πως άλλο δεν κάνει απ’ το να
περπατά στους δρόμους κρατώντας
όρθια τα λουλούδια
σαν πυρσό
τόσο νωρίς το πρωί.

***

Πορτραίτο μιας προλετάριας

Μία εύσωμη ξεσκούφωτη γυναίκα
με ποδιά

Με τα στιλπνά μαλλιά της πίσω τραβηγμένα
στέκεται στον δρόμο

Τα δάχτυλα του ενός καλτσωμένου ποδιού
ακουμπούν στο πεζοδρόμιο

Το παπούτσι στο χέρι. Κοιτάζει
μέσα του επίμονα

Βγάζει τη χάρτινη εσωτερική σόλα
Για να βρει το καρφί

Που την πονούσε τόσην ώρα.

*Από το βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς – Ποιήματα” σε εισαγωγή – επιλογή -μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2007.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Οκτώ ποιήματα

ΑΜΦΙΒΟΛΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Αμφίβολη κυριαρχία της θάλασσας
Που κάποτε σπινθηροβολεί
Μια λάμψη ξετυλίγοντας
Θεϊκή
Και που άλλοτε πάλι
Κατάφορτη από βιολέτες
Σχεδόν μελανή
Σαγηνεύει το θάνατο

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΜΑΝΤΑΛΟ

Σκουριασμένο μάνταλο
Μιας πόρτας που έκλεισε
Και πιά δεν ανοίγει
Πόσο με συνεπαίρνεις!
Κι εσύ πρωτόφαντη ηλακάτη
Που αποσυνθέτεις
Των ονείρων μου τη συναρμογή
Και ύστερα ξαναϋφαίνεις
Μιαν ιριδόχρωμη λαμπηδόνα
Για να με στολίσεις
Την ύστατη στιγμή

Η ΠΟΙΗΣΗ

Οι ίδιες εποχές τα ίδια όνειρα οι ίδιες πληγές
Η ποίηση παραμένει πάντοτε αδυσώπητη
Η ποίηση σωριάζει τίς σκιές
Τη μια σκιά πάνω στην άλλη.

ΟΜΟΡΦΗ ΚΑΤΑΞΑΝΘΗ ΠΑΙΔΟΥΛΑ

Για χάρη αυτής τής όμορφης
Κατάξανθης παιδούλας
Θα σπαταλούσα ολόκληρη τη ζωή μου
Πασχίζοντας να εξερευνήσω
Τη μουσική πτυχή εκείνη
Που εκτείνεται ολοένα
Έως την άκρη από τα βλέφαρά της
Να θαυμάσω την απόλυτη διαφάνεια των ματιών της
Όπου τόσα
Εκπληκτικά ναυάγια
Ευδοκιμούν
Ενθύμια μιας υπέρλαμπρης γιορτής
Μα τώρα περασμένης
Συντρίμματα από λέξεις που έχουν πιά λησμονηθεί
Ανεπαίσθητοι ψίθυροι χιονιού

ΟΙ ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ

Οι υπνοβάτες όπως και οι ποιητές φοβίζουν τους ζωντανούς
Υπάρχει μια νέα παράξενη χώρα που επισκέπτονται
Από νερό κοχύλια και κοράλλια και γαλάζιο ουρανό
Στολίζουνε τίς νύχτες τους μ’ έναν απίθανο αστερισμό
Τα παιδικά τους χρόνια αναθυμούνται κι έρωτες πεθαμένους
Ταξιδεύουν με μια λέμβο μικροσκοπική μέσα σε θάλασσα τρικυμισμένη
Και με τα χέρια τους δεμένα παραδίνονται στο μυστήριο

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ακόμα και η θάλασσα
Λαμποκοπά μενεξεδένια
Κι από τη στάχτη
Ξεχειλίζει μια φωτιά
Πού στεφανώνει τίς παρυφές της
’Ενώ εκείνος
’Εξαφανίζεται
Μες σ’ έναν δρόμο σκοτεινό
Που πια δεν έχει γυρισμό

ΜΙΑ ΘΛΙΨΗ ΑΚΑΤΑΜΕΤΡΗΤΗ

Μια θλίψη ακαταμέτρητη
Να περιφέρεται άραγε
Μέσα στη νύχτα των ματιών της
Σαν πάχνη αδιόρατη
Ή μόνο κάποια μελωδία
Που μόλις ακούγεται ενός άλλου κόσμου;

Μήπως λοιπόν είχα μεθύσει από τον έρωτα
Κι αλήθεια χόρεψα χωρίς να καταλάβω
Τον ανεκλάλητο αυτόν χορό
Ή μήπως μάλλον ονειρεύτηκα
Και τώρα ζώ μονάχα μες στην έκλαμψη
Μιας ανεξάλειπτης αθωότητας;

ΑΜΦΙΘΥΜΙΑ

Γιατί ’σαι σήμερα χλωμός;
Είναι που ακούμπησα στην άρπα σου
Τη λυπημένη

Γιατί ’σαι σήμερα χαρούμενος;
Είναι που διάβασα
Πως η αγάπη δεν πεθαίνει

*Δημοσιευμένα στο περιοδικό “Εντευκτήριο”, Τεύχος 72 Ιανουάριος.-Μάρτιος 2006.