Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, θέση

Εδώ στέκομαι
σ’ αυτή την ερημιά που κάποτε ήταν λεωφόρος
κατακτημένη από ζωντανές σημαίες και τραγούδια
-τώρα περνάνε μόνο μεσ’ από το αίμα μου
κάθε φορά που ξύνω τους τοίχους να ξεθάψω το σύνθημα
την προδομένη εκείνη λέξη βουτηγμένη στα δάκρυα
τη λέξη που ξεκίνησε μα δεν έφτασε ώς εμάς.

Εδώ στέκομαι
και μάχομαι την πέρα και τη γαλήνη σας
και σπάω πάνω της τα δάχτυλά μου και τα χρόνια μου
εδώ στέκομαι κι απόψε
ανεμίζοντας τα κουρέλια τούτα της φωνής μου
κι ακούω την έρημη καρδιά μου να βροντάει
και να τελειώνει σβήνοντας από στίχο σε στίχο.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ποιήματα (1962-2018), Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2020.

Λίνα Φούντογλου, Δύο ποιήματα

1
Παλάμες πιο κρύες απ’ τον ωκεανό
μάτια ασάλευτα σαν ναυτικού
ατμόσφαιρα διάτρητη από χιλιάδες πεσόντες
αστέρες
όνειρα
πειρατές
όλα πολύ βαριά για το μικρό μου καράβι

είδα στον ύπνο μου την αδερφή σου
τη ρώτησα για σένα
έκανε πως δεν άκουσε
ήταν πολύ όμορφη
στα μάτια, στη μύτη, στο δέσιμο του προσώπου
ήθελα να τη φιλήσω
σου έμοιαζε τόσο πολύ

η ταραχή ξερνάει μνήμες
ένα γλαρόπουλο κολύμπησε ώσπου πνίγηκε
«αν ήμουν έντομο
θα είχα στο μυαλό μόνο το χώμα»

τα κύματα καβάλησαν την πλώρη μου
γελάω
η στεριά κοντά
μα λίγο πριν πεθάνω

2
Βλέπω στα μάτια σου
το υπολειπόμενο γονίδιο
-δωρεά της μητέρας σου-
μέσα του όλοι οι προπάτορές σου

η συγκέντρωση μελανίνης
στο επιθήλιο της ίριδας
σε συνδυασμό με τη σκέδαση του φωτός
από το θολό μέσο
δίνουν σ’ εμένα το αποτέλεσμα
ενός ψέματος
που με κρατάει
σε εγρήγορση

τα μάτια σου, ο ουρανός
ψεύδονται κατ’ εξακολούθηση
προκαλώντας ύγρανση
των εύπιστων βλεννογόνων μου

αναρωτιέμαι
αν είναι εξίσου ψέμα το άγγιγμα των χεριών σου
αν ό,τι νιώθω είναι μετάφραση προγράμματος
περασμένου στο κρανίο μου
ή αλήθεια αληθινή
σε όποια χωροχρόνο

αναρωτιέμαι
αν καταφέρω να εκτοξευτώ σε κάποιο αστέρι
εκεί που αργεί η εικόνα μας να φτάσει

θα ξαναζήσω τη στιγμή της ένωσής μας;

σε ποιο αστέρι να πηδήξω
σε άλλο ποιο θα παίρνει επανάληψη

για να έχω μια ζωή στο πλάι σου

*Από τη συλλογή “Αυτοχειρία σε χρόνο εξακολουθητικό”, Εκδόσεις Σμίλη, 2024.

Γρηγόρης Σακαλής, Το καλό και το κακό

Χριστούγεννα
η κοινωνία σε εξαθλίωση
οι απλοί άνθρωποι
αγωνίζονται
βασανίζονται
να επιβιώσουν
να τα βγάλουν πέρα
με τις καθημερινές υποχρεώσεις
να φάνε, να ντυθούν
να πληρώσουν λογαριασμούς
κι ένα μικρό υποσύνολο
βρίσκεται στον αφρό
κολυμπάει στη χλιδή.
Ένας φίλος μού είπε
πρέπει να είμαστε καλοί
να μη μας κυριεύει 
ο διάβολος
κι εγώ του είπα
πως διάβολος δεν υπάρχει
δεν τον συνάντησα ποτέ
για μένα διάβολος
είναι το χρήμα
και οι εξουσίες
αυτοί κάνουν τους πολέμους
αυτοί φταίνε για την πείνα, τις αρρώστιες
τους θανάτους των μικρών παιδιών
είναι καιρός
τα φτωχότερα στρώματα
ν΄αποτινάξουν
αρχαία ιδεολογήματα
και να παλέψουν
για την αυτοδιάθεσή τους.

Nicanor Parra, Young Poets / Νεαροί

Write as you will
In whatever style you like
Too much blood has run under the bridge
To go on believing
That only one road is right.
In poetry everything is permitted.
With only this condition of course,
You have to improve the blank page.

*Translated by Miller Williams.

Γράφετε ό,τι θέλετε
Στο ύφος που σας φαίνεται καλύτερο.
Αρκετό αίμα έχει κυλήσει κάτω απ’ τις γέφυρες
Για να συνεχίσουμε να πιστεύουμε
Πως μόνο ένα δρόμο μπορούμε ν’ ακολουθούμε.
Στην ποίηση όλα επιτρέπονται,
Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις ασφαλώς
Ξεπερνάς την άγραφη σελίδα.

*”Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα”, Μαρία Λαϊνά, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Βικτωρία Θεοδώρου (1925 – 2019), Τρία ποιήματα

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή
κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ΄ακρογιάλι.
Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ΄αναπτυχθεί καλός
και θ’ αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.
Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα
-Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ΄όνομά μου–
και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή.
Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα
κατόρθωσα ν΄απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου
και να πάω με τους ανθρώπους.
Αλλά είμαι καταδικασμένη ν΄ακούω τον αυλό τους
και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων.
Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας.

*Από τη συλλογή “Η νυχτωδία των συνόρων”, 1986.

*

ΤΣΑΚΙΖΩ ΤΙΣ ΛΙΑΝΕΣ ΕΛΙΕΣ

Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι
όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν
σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή
παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος.
Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό
με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει
μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε
Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει;
Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε
δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους.

*Από τη συλλογή “Κατώφλι και παράθυρο”, 1962.

*

ΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΖΗΤΩ

Την αρμονία νʼ ακούσω ζητώ
τη μουσική της γαλήνης
όπως απʼ τα λιβάδια ακούγεται
την ώρα που τʼ άστρα δακρύζουν
και την πρωινή πάχνη υφαίνουν.
Τότε αναδείχνεται του αγκαθιού το φύλλο
σαν ασημένιο κέντημα πάνω στο χώμα
η εύνοια τʼ ουρανού προσγειώνεται
και προστατεύει τον ύπνο του σπόρου.
Άγια τα γήινα, μα εγώ έχω κινήσει
για των ερωτημάτων τους κόσμους,
διάλειμμα στη θλίψη η περιέργειά μου.
Ανία της έντασης
πλήξη των σχέσεων και πλήξη της μοναξιάς
να ξεφύγω θέλω και να φύγω ακμαία,
με τη γύρη των άστρων νʼ αφομοιωθώ.
Νεφέλη πάνω απʼ το κάστρο αυτό να με σηκώσει.

*Από τη συλλογή “Ουρανία”, 1978.

Γιώργος Αναγνώστου, Η διασπορά σαν μετανάστης στην Ελλάδα

[μέρες γκολντεν ντον]

Η μαύρικη ελληνική διασπορά
αυτή η παντρεμένη έξω από την ομογένεια

Η σκούρα ελληνική διασπορά
αυτή που βλέπουν έξω σαν κατώτερη σκούρα

Η καφέ ελληνική διασπορά
αυτή που δεν επαναπαύεται στην λευκότητα της

Η έγχρωμη ελληνική διασπορά
αυτή που θα μαχαιρωθεί τα μεσάνυχτα σε σταθμούς
μετρό “ελλάς”

Η rainbow ελληνική διασπορά
αυτή που θα προπηλακιστεί στην Ομόνοια

Η ελληνική διασπορά με τις μνήμες του
Αμερικάνικου του Αυστραλέζικου του
Ευρωπαϊκού αυτοχθονισμού

Αυτή η διασπορά αυτές τις μέρες
δεν είναι σίγουρο καν
αν η οργή πνίγει την φωνή της
ή αν η σιγή αναβάλλει επ’ αόριστο
οποιαδήποτε υποψία καλοκαιρινής
“επιστροφής”

*Από τη συλλογή «Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής», ΕκδόσειςΕνδυμίων, 2016

**Ο Γιώργος Αναγνώστου είναι καθηγητής στο Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο. Η ερευνά του εστιάζεται σε θέματα διασποράς και αμερικανικών εθνοτικοτήτων μέσω του διεπιστημονικού πρίσματος των Πολιτισμικών Σπουδών. Έχει δημοσιεύσει σε ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών περιοδικών όπως Melus, Ethnicities, Diaspora, Italian American Review, Journal of American Folklore και Journal of Modern Greek Studies μεταξύ άλλων.

Robin Tomens, The Problem Of Language / Το πρόβλημα της γλώσσας

This post preserves alienation. Creation and preservation are coterminous.

Preservation is superfluous. Things preserve themselves as they are and do. Creation is always a given.

Αυτή η ανάρτηση διατηρεί την αποξένωση. Η δημιουργία και η διατήρηση είναι ταυτόσημες.

Η διατήρηση είναι περιττή. Τα πράγματα διατηρούνται όπως είναι και όπως λειτουργούν. Η δημιουργία είναι πάντα δεδομένη.

Ασημίνα Λαμπράκου, γκρίζο

Φωτογραφία: ©  Nastya Kaletkina

της γραμμής των λόφων

τότε που σ’ έβλεπα μαύρα μάτια να με κοιτάνε
σε θολωτό τσιμέντων και κρυστάλλων από κάτω
δεν ήξερες πως θα τόλεγες όταν το χρειαζόμουν
μη κάνουμε την ήττα τραγωδία, θάλεγες όταν θα
συστηνόσουν κι άλλα μίλαγες
πως φερειπείν είσαι μάννα να μεγαλώνεις παιδιά
και το γκρεμό σου που νίκησες και τ’ όνομά σου
Παναγία μα εσύ άλλο φανέρωνες γιατί δεν το ‘ξερες
πως έτσι θα σ’ έβλεπα σήμερα που σε χρειαζόμουν
κι άπλωσες χέρι και, σα να είπες: διάλεξε
τον κύριο Γκάτσο ή τη Γώγου;
κι ήρθαν οι στίχοι τους πουλιά – τα δικά σου
που απ’ το γκρεμό σε σήκωσαν και μακριά σε πήγαν…
“Θα ‘ρθει στιγμή που θ’ αλλάξουνε τα πράγματα Μαρία”
…κι όμορφες μείναμε ν’ απλωνόμαστε ξανά μπροστά
στη μοίρα ._
.
*Από τη συλλογή ”στην οδό αλαμάνας ξημέρωνε επίσης”, 2017.

Μια σύντομη περιδιάβαση στην πρώτη περίοδο της ποιητικής πορείας του Γιώργου Μπλάνα

Γιώργος Μαρκόπουλος”

Με τον τόμο Τα ποιήματα του προηγούμενου αιώνα (2004), ο οποίος περιέχει τις τέσσερις πρώτες συλλογές του ποιητή: Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή (1987)· Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου (1990)· Νύχτα (1991) και Παράφορο! (1996), κλείνει κατά τη γνώμη μου, όπως ανέφερα και στον υπότιτλο, η πρώτη περίοδος της πορείας του ποιητή, καθότι μετά, αργά (στην αρχή) αλλά σταθερά, ξεκινάει μια άλλη, τελείως διαφορετικών θεματικών προσανατολισμών και γραφής πιο χειμαρρώδους, και αξιοθαύμαστα πιο συνεκτικής και μακρόπνοης, περίοδος.

Έτσι, λοιπόν, ξεκινώντας την περιδιάβασή μας, η πρώτη συλλογή πραγματεύεται τα ίδια ακριβώς θέματα που πραγματεύονται ο Ντοστογιέφσκι στους Αδελφούς Καραμαζώφ αφενός και αφετέρου ο Χέρμαν Μέλβιλ στον Μόμπι Ντικ, από τον οποίο χρησιμοποιείται ως μότο και η πρόταση: «Η ζωή είναι ένα είδος πέμπτου τροχού σε άμαξα». Το παράθεμα, όπως και τα ποιήματα, μάς προτρέπει να συμπεράνουμε ότι ο άξονας πάνω στον οποίο κινήθηκε είναι η υπόρρητη παραδοχή ότι αυτό που κανονικά θα έπρεπε να θεωρείται ζωή είναι κάτι ασυνείδητο, το οποίο μετατρέπει κι εμάς σε όντα που πλέουμε στην άγνοια. Ολόκληρο το βιβλίο επιδιώκει να δώσει πνοή σε πράγματα (στην πέτρα π.χ. ή στις χάντρες) που σήμερα τείνουμε να τα θεωρούμε σκέτα αντικείμενα («Σήμερα ο γιος μου γίνεται τριών χρονών»).

Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου, η δεύτερη συλλογή του Γιώργου Μπλάνα, έχει ως αφόρμηση ένα κείμενο του Ρίλκε, απόσπασμα του οποίου προτίθεται και εδώ ως μότο: «Γιατί ακόμα και τα ζώα, ενστικτωδώς, ξέρουν πως μέσα σε αυτόν τον ερμηνευμένο κόσμο, δεν μπορούμε να αισθανόμαστε σαν στο σπίτι μας». Τα ποιήματά της κεντρώνονται πάνω στη βασική ιδέα ότι ο θρησκευτικός τρόπος να βλέπεις τα πράγματα είναι πολύ σημαντικότερος από τον θετικιστικό-επιστημονικό· και ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη την ύπαρξη ενός κάποιου θεού, ο οποίος εμφανίζεται εδώ σαν μια πύκνωση της επιθυμίας του ποιητή για ένα πρότυπο, αθάνατο, πιο δυνατό ή τελειότερο εν γένει από όλα τα άλλα.

Το βιβλίο ουσιαστικά περιέχει ποιήματα-ψαλμούς (όπως αυτοί του Δαυίδ), οι οποίοι, μέσα από τον εξομολογητικό τόνο τους, προδίδουν την υποχώρηση της προηγούμενης διάθεσης του ποιητή για «αναζητήσεις» και «βεβαιότητες», οι οποίες υποκαθίστανται τώρα από την ευτυχία: μια ευτυχία που πηγάζει από το ότι του αρκεί πως υπάρχει μια κάποια αρχή που ρυθμίζει τον κόσμο κι αυτός, αντί να ψάχνει πια να βρει «σταθερά» πράγματα, συντηρεί απλώς μαζί της μια φιλία, ελπίζοντας έτσι να μειώσει την αγωνία του για τον θάνατο.

Αν ο Γιώργος Μπλάνας στο πρώτο του βιβλίο επεδίωκε να θεμελιώσει τη βεβαιότητα της ύπαρξης σε κάποιες έννοιες, όπως η ζωή π.χ. και η ψυχή, σε αυτό εδώ κάνει το αντίθετο: προσπαθεί να εντοπίσει δηλαδή ποιες ουσίες απορρέουν από αυτό καθεαυτό το γεγονός της ύπαρξης. Έτσι, μέσα από μια μεγαλύτερη προσοχή όσον αφορά τη μορφή και τον τονισμό των λέξεών του, προσπαθεί να αντιμετωπίσει όλα τα υπαρξιακά προβλήματα, τα οποία προτίθενται από το μότο ήδη της συλλογής όπως: α) η έννοια της μνήμης («Με ποιες εικόνες, Κύριε, παιδεύεις την κατάτυφλη καρδιά μου…»), β) η έννοια της βεβαιότητας» («Αφέθηκα στα ξύλινα χέρια σου…» και γ) η έννοια της σταθερότητας («Δεν σου ζητώ παρά έναν κήπο φτωχικό…).

Όσον αφορά την τρίτη συλλογή του Γιώργου Μπλάνα, η οποία έχει τον μονολεκτικό (για πρώτη φορά στο έργο του) τίτλο «Νύχτα», αποπειράται τη δημιουργία μιας επικής σύνθεσης, βασισμένης τόσο στους Μεταφυσικούς στοχασμούς του Ντεκάρτ, στη φαινομενολογία του Χούσερλ, σε ερωτήματα σχετικά με τον Θεό, την υπαρκτική βεβαιότητα, τη διάκριση ανάμεσα σε εκείνο που εκτείνεται· όσο και στους δρόμους της Οδύσσειας του Ομήρου, αφού ο κεντρικός ήρωάς της, ο βασιλιάς της Ιθάκης, έτσι όπως παρουσιάζεται, χωρίς να τον κατονομάζει, δείχνει να είναι ο άνθρωπος που, πάνω απ’ όλα, έχει συνείδηση τους εαυτού του.

Το προτιθέμενο ως μότο κείμενο, αναφέρεται σε μιαν ημερολογιακή σημείωση του Ρενέ Ντεκάρτ (διασκευασμένη για τις ανάγκες του βιβλίου από τον ίδιο τον ποιητή – γι’ αυτό άλλωστε και δεν αναφέρει την προέλευσή της). Η ημερολογιακή σημείωση αυτή έδωσε το έναυσμα και για τη σύνθεση της εν λόγω συλλογής του Γιώργου Μπλάνα, από τις σελίδες της οποίας με τρόπο όμως άκρως ποιητικό και μέσα από μια εικονοποιία θέλγουσα, όπως μας την δίδαξαν ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής, παρελαύνουν όλες οι βασικές κατηγορίες της νεότερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, όπως η έννοια της «ολότητας», του «άλλου» και του «ξένου» (Ταξιδεύαμε, κι ήσαν όλοι εκεί, όμως για μένα ξένοι:…,
«Σκέφτηκε, και για μια στιγμή κοιτάζοντάς με…»).
Αλλά και η τέταρτη συλλογή του Γιώργου Μπλάνα, Παράφορο!, στηρίζεται σε μονολεκτικό τίτλο. Κάτι που με ωθεί να πιστέψω πως, στη συγκεκριμένη φάση, δίνει ιδιαίτερη στην ευθυβολία και στο καίριον του τίτλου, ο οποίος δείχνει πλέον να προέρχεται από συναίσθηση κινδύνου και επίπονη αγωνία.

Κατά τα άλλα η συλλογή, κατά τη συνήθεια του ποιητή, ξεκινά με ένα μότο: «κι έτσι, εφηύρα τα παράφορα πνεύματα που κατοικούν αυτό το βιβλίο. Χρειαζόμουν τη συντροφιά τους, προπάντων για να κρατήσω την καλή μου διάθεση, μέσα σε κακά πράγματα», στο οποίο δίνει τόση σημασία, ώστε το παραθέτει εντός πλαισίου, μόνο του, και στο οπισθόφυλλο.

Τι είναι όμως αυτό το «παράφορο» ή, στην άλλη εναλλακτική έκφρασή του, αυτά τα «παράφορα πνεύματα»; Ας επιχειρήσουμε μιαν απάντηση με τρόπο κάπως περιφραστικό: είναι αλήθεια ότι κάθε ουσιαστικός ποιητής σε κάποια στιγμή της ζωής του, εκείνη δηλαδή που μια μεταστροφή –ευτυχής και θεαματική προς την όλο και μεγαλύτερη ωριμότητα– συντελείται μέσα του, κατακλύζεται από δεκάδες βασανιστικά ερωτήματα, σε σχέση πάντα με την ποίηση, τη γλώσσα, αλλά και την προσωπική του στάση απέναντί τους. Ερωτήματα σαν κι αυτά, επί παραδείγματι: πότε η γλώσσα είναι ποιητική και πότε μη ποιητική; Πόσο ξεθωριασμένο είναι το γλωσσικό ιδίωμα της παλαιότερής μας ποίησης και πόσο εξακολουθεί να είναι δραστικό το αποκαλούμενο «καινούργιο»; Είναι η ποίηση «συναισθηματική χρήση της γλώσσας» ή κάτι περισσότερο; Μας λέει κάποια πράγματα για την αλήθεια του κόσμου που ζούμε ή μόνο μάς τέρπει; Τέλος, πόσο καταληκτό πρέπει να είναι ένα ποίημα; Πολλοί δημιουργοί δεν θέλουν ή δεν μπορούν να τα απαντήσουν, με αποτέλεσμα να υπηρετούν ακαταπαύστως μιαν απέραντη καλλιλογία και μιαν απολύτως πληκτική ωραιολογία· ενώ άλλοι (οι λιγότεροι, πλην όμως οι πιο προικισμένοι) τα απαντούν και προχωρούν, υπηρετώντας μια γραφή που κρύβει μέσα της ένα, οπωσδήποτε ηλεκτρικό, φορτίο.

Στη δεύτερη ακριβώς αυτή ομάδα ποιητών ανήκει και ο Γιώργος Μπλάνας· και θα τον αδικούσα αν ισχυριζόμουν ότι αυτό το διαπιστώνει κανείς μόνον από την τελευταία αυτή συλλογή και όχι από ολόκληρο, ως τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έργο του. Απλώς στη συγκεκριμένη συλλογή, τα ερωτήματα καθίστανται εμφανέστερα και σαφέστερα. Όπως εμφανέστερες και σαφέστερες απορρέουν (αν κάποιος είχε την περιέργεια να τις αναζητήσει) και οι απαντήσεις του. Έτσι, ένα ποίημα είναι, όπως φαίνεται, κατ’ αυτόν δικαιωμένο όταν πετυχαίνει να εγγράψει μέσα μας έναν τόνο και έναν ρυθμό, μιας και η ποίηση οφείλει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τρόπο ρυθμικό και τονισμένο ιδιόμορφα, όπως ακριβώς εκείνη γνωρίζει, απέχουσα μάλιστα όσο πιο πολύ μπορεί, τόσο από τους επικοινωνιακά «εντροπικούς», δηλαδή πολυχρησιμοποιημένους διαύλους, όσο και από εκείνους που ύπουλα εξομοιώνουν τον ποιητικό λόγιο με τον λεγόμενο «καθημερινό». Γιατί η ποίηση, έτσι καθώς προκύπτει από τους στίχους του Μπλάνα, δεν είναι «συναισθηματική χρήση της γλώσσας» ή τουλάχιστον δεν είναι μόνον αυτό. Η ποίηση είναι λόγος κυριολεκτικός, που χρησιμοποιεί πλάγια σχήματα για να εξακολουθήσει να πλάθει μύθους και να υποβάλλει τις προτάσεις της. Ενώ το ποίημα πρέπει να «αισθάνεται», να «σκέπτεται» και να «αναπνέει», για να πλησιάζει όλο και πιο πολύ προς την έννοια του «ολόκληρου», με τη βαθύτερη σημασία του όρου, του «καταληκτού» τόσο στον ποιητή όσο και στον αναγνώστη· και, τέλος, αυτό να κομίζει αλήθειες, οι οποίες μπορεί να μην δύνανται να επαληθευτούν από το «αποδεικτικό παράδειγμα» της επιστήμης, γνωρίζουν όμως να δρουν πιο καταλυτικά μέσα στα πεδία της εσωτερικής σφαίρας. Για τον λόγο τούτο μάλιστα, ο Μπλάνας χρησιμοποιεί εδώ κορυφαία ιστορικά πρόσωπα, μιας και τούτα κατά βάθος είναι σύμβολα που πάνω τους προβάλαμε κατά καιρούς τους φόβους και τις επιθυμίες μας για το μέλλον. Πρόσωπα στις κινήσεις και στις ενέργειες των οποίων ψάχνει να βρει την υπέρβαση ή το παράφορο εκείνο στοιχείο που τους έδωσε τη δύναμη να κάνουν μεγάλα έργα, ενώ ταυτοχρόνως σκύβει στο βαθύ πηγάδι της σιωπής τους και όχι στο μεγαλόστομο λόγο της Ιστορίας. Γι’ αυτό και τα βάζει να μιλούν μόνα τους σε καθοριστικές στιγμές της ζωής τους και να πραγματεύονται θέματα όπως: η αθανασία της ψυχής («Ο αξιότιμος ανώτατος υπάλληλος Μεντούκ προς την ψυχή του»)· η διαύγεια του όντος («Ηράκλειτος Βλόσωνος Εφέσιος τάδε λέγει»)· η πρωτοτυπία του ιστορικού («Στη ίδια στρατιωτική σκηνή πέθανε ο Μάρκος Αυρήλιος», παραμιλώντας από τον πυρετό –το καλύτερο, πιστεύω, της συλλογής)· οι δυνατότητες της φιλοσοφίας («Με αγάπη Λούντβιχ Βιντγκεστάιν. Υ.Γ.»)·και η φύση του έρωτα («…Είπε ο Τριστάνος στην Ιζόλδη, λίγο πριν αφήσουν το δωμάτιο ενός φτηνού πανδοχείου».)

Πάντως, θα ήθελα τελειώνοντας να επισημάνω ότι ο Γιώργος Μπλάνας και στις τέσσερις συλλογές του, πέτυχε να δημιουργήσει ποιήματα που «αισθάνονται» σαν ζώντες οργανισμοί και που η αρτιότητα της μορφής του καθενός από αυτά μαρτυρεί ότι δουλεύτηκε πάμπολλες φορές, μέχρι να το κινήσει μια γλώσσα «ελαστική». Επίσης, θα ήθελα να κάνω και ετούτη την παρατήρηση: ότι ολόκληρο το υπό προσέγγισιν σώμα της ποίησής του βασίζεται σε ένα υλικό βιωματικό, προερχόμενο ως επί το πλείστον από την παιδική ηλικία του δημιουργού, η οποία πρέπει να υπήρξε περισσότερη επηρεασμένη από όσο έπρεπε από μια πρώιμη ωριμότητα. Σε αυτήν λοιπόν τη στιγμή της ζωής του φαίνεται να γυρνάει σε κάθε συλλογή ο Μπλάνας, για να διυλίσει μέσα στα κείμενα των τωρινών του αναγνώσεων και μέσα στα λόγια την προοπτική της όρασής του και να μας την προσφέρει, βασανισμένη αλλά και φορτισμένη τόσο με ένα λεπτότατο συγκινησιακό φορτίο όσο και με την πικρή οδύνη της αλήθειας που περιέχει η ποίηση. Η ποίηση, η οποία είναι σίγουρα και η μόνη που εξαγνίζει τα πράγματα και τις προθέσεις μας.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στα «Ποιητικά» Τεύχος 54 • Ιούλιος/Σεπτέμβριος 2024. Ηλεκτρονιοκά βρίσξεται εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2025/12/29/τα-ποιηματα-του-προηγουμενου-αιωνα/

Μαριάννα Πλιάκου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΝΗΣΙ

Μια θεωρία
για το όνομα του Guernsey
είναι πως δόθηκε από τους Βίκινγκς
-“Grønn øy”, το πράσινο νησί.
Και είναι.
Τα δέντρα στους δρόμους
απλώνουν απ΄ τις δύο πλευρές
τα κλαδιά τους,
που μπλέκονται σε γέφυρες. Και
το χορτάρι κατεβαίνει στη θάλασσα,
η βλάστηση στους γκρεμούς της νότιας ακτής
να νικά το γρανίτη.
Πράσινο
Ευφάνταστο,
Εμφατικό,
Γεμάτο αιώνες
καθώς
περνάμε και φεύγουμε.

*

GUERNASIAIS (1)

Το νησί από νωρίς
σημείο διεκδίκησης
μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.
Διεκδίκηση
που αποτυπώνεται
στα γαλλικά τοπωνύμια,
το νομικό κώδικα,
αλλά και στην τοπική διάλεκτο.
Κατά τ’ άλλα, as British as it gets.
Παμπ με σανίδι ποτισμένο με μπύρα,
φασαρία στην ουρά για το ταξί Παρασκευή βράδυ,
fish n’ chips στην παραλία.
Νησί εκκρεμές.
Μετρονόμος
που σταμάτησε,
και ξεκουράζεται
στη μέση.

  1. Guernesiais: πατουά του Γκέρνσι – τοπική διάλεκτος βασισμένη στη γαλλική γλώσσα.

*Από τη συλλογή “Χ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.