Θανάσης Πάνου, Στάχτη στο πάπλωμα

Βρήκε τον τρόπο
να με αλλοιώνει
να υπολογίζει τις συντεταγμένες μου
κατά το δοκούν
ν’ απαριθμεί τις άρρυθμες διαδρομές
γεμάτες σκόνη στο διάφραγμα
να με συμβουλεύει για το άδικο όνομα
να με συμπονά·
χωρίς ν’ αλλάξει καμία λειτουργία
χωρίς ν’ ακουστεί ούτε μια στάχτη
να πέφτει στο πάτωμα.


*Από τη συλλογή « Ασπρόμαυρα πλάνα», Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2025.

Asha Karami, Δεν δουλεύω πια για εσάς

αυτή ήταν η τελευταία φορά που μπήκα στο εταιρικό μου μέιλ
δεν είμαι πια το τέρας που ήμουν

στη ζωή μου δεν είχα το κομμάτι από την πίτα που δικαιούμουν
από εδώ και στο εξής θα με διαχωρίζω σαφώς από το περιβάλλον μου

παίρνω την ατζέντα μου
σήμερα αποφασίζω να ξεκινήσω αύριο
μια γαμημένη τελευταία προσπάθεια ανάκαμψης

γεννήθηκα με δύο κόλπους
και δεν πιστεύω στις πόρτες
είναι ο τρίτος μου θάνατος και είμαι ακόμα στα τριάντα

ούτε πιστεύω στους εμφύλιους πολέμους
κι ας μισώ την κουλτούρα σου
ίσως είμαστε οικογένεια γιατί κάπου εκεί έξω
υπάρχουν δυο ετεροθαλείς αδερφοί μου

όταν πεθάνω θέλω να είμαι παρούσα
δεν θέλω να συμβεί στον ύπνο μου θέλω
να πω αντίο να μην πεθάνω χωρίς εμένα

*Μετάφραση: Νάντια Πούλου

**Δημοσιεύτηκε στο στο τεύχος 32 (Χειμώνας-Άνοιξη 2025) του ΤΕΦΛΟΝ (αφιέρωμα στη σύγχρονη ποίηση από την Ολλανδία).

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα

ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΞΥΛΙΝΟ ΦΕΡΕΤΡΟ

…πετάει ο αγέρας κουρελόχαρτα
για ελευθερία και ειρήνη.

Άδειοι οι δρόμοι (1986)
(Σταύρος και Μαρία Κουγιουμτζή,
Γιώργος Νταλάρας)

Πεθαίνει ο κόσμος
από τις ισραηλινές βόμβες
από ματαιωμένες εξεργέσεις
από την καθημερινή ανοησία
από τη φτώχεια,
πεθαίνει ο κόσμος
στη Γάζα
στα Τέμπη
στα εργατικά διαμερίσματα
στις απλήρωτες υπερωρίες.

Πεθαίνει ο κόσμος
πεθαίνω κι εγώ
κι η νέα γενιά θα με φτύνει
με τραγούδια τραπ
για βιασμούς και για όπλα
πάνω από το ξύλινο φέρετρο.
Ξέρω, κανείς δεν αγάπησε
τα ποιήματα μου
για την Επανάσταση και τον Έρωτα,
ούτε κι εγώ.

*

ΚΥΡΙΕ ΛΟΓΑΓΕ!

Κύριε λογαγέ
των ισραηλινών στρατευμάτων!
Με το μπουζούκι παρά πόδα
στέκομαι προσοχή,
ορκίζομαι
θα υπερασπίζω με πίστην και αφοσίωσιν,
μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματος μου
τον αμυντικό πόλεμο στη Γάζα.
Με τις νότες μου θα χαρίσω
λίγες στιγμές ξεκούρασης
στους στρατιώτες μας,
τίποτα δεν ζητώ
παρά μόνο
μια καλή αμοιβή
για τις υπηρεσίες μου.

*

ΜΕ ΤΟ ΟΠΛΟ ΣΤΟ ΧΕΡΙ

Με το όπλο στο χέρι
με το μαχαίρι στα δόντια
πεινασμένος, άγρυπνος
και γυμνός
θαμμένος στα χαλάσματα
αντιστέκεσαι.
Ψηλά στον ουρανό
τα κοράκια
υμνούν το τέλος
της αντίστασης,
γύπες προσμένουν
το θάνατο σου
χωρίς να νιώθουν
πως η αθάνατη ψυχή σου
έχει ήδη νικήσει,
τα άρματα μάχης
τις αερομεταφερόμενες ταξιαρχίες
τα βομβαρδιστικά
τις έξυπνες βόμβες.
Εκεί που χύθηκε
το αίμα σου
εκεί αναστήθηκε
η Παλαιστίνη.

Νίκος Καχτίτσης, Δύο ποιήματα

Το κράνος και το φορτίο

Στάθηκα στὴν καμπὴ τοῦ δρόμου
στὸ βουνὸ μὲ τὰ βράχια,
κι ἕνα βοσκόπουλο
μοῦ πρόσφερε μαῦρο
γλυκὸ ψωμί, νερὸ
καὶ πικραμύγδαλα.
 
Λιβάδια ζοφερὰ τὴν αὐγή,
ὁμιχλώδη βουνὰ τῆς Μουργκάνας,
τοπία νεκρά,
μοῦ’ χετε κλέψει τὰ νιάτα
καὶ τὸ γέλιο.

*

Άδεια νοσοκομεία (απόσπασμα)

(…)
Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές/
με χειρόγραφα στις τσέπες/
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους/
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι/
στο πλακόστρωτο του λιμανιού/
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο/
που δεν έρχεται από πουθενά/
και που δεν πρόκειται να φτάσει/
αφού δεν υπάρχει. (…)

 
*Από τη συλλογή“Τρωτό σημείο” (1949)]. Μετάφραση: Γιώργος Δανιήλ. Παρατίθεται στο βιβλίο του Γιώργου Δανιήλ “Ο λεπιδοπτερολόγος της αγωνίας Νίκος Καχτίτσης”, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1981, σελ. 189 (του πρώτο) και σελ. 201 (του δεύτερο). Αναδημοσίευση από εδώ: https://vardavas.wordpress.com

Τώνια Τσαρούχα, Οι φίλοι μου

Οι φίλοι μου κουράστηκαν να δουλεύουν σε κακοπληρωμένες δουλειές
να σέρνουν καρότσια στον διάδρομο του σούπερ μάρκετ
να χαμογελάνε βεβιασμένα σε πασχαλινά τραπέζια με το σόι
να είναι άντρες ή γυναίκες.

Τελείωσαν τις σχολές τους με 9,5
Τώρα έχουν περίπτερο στο διάστημα, ή δουλεύουν
ως intimacy coordinator σε ταινίες τρόμου,
όπου εξοικειώνουν τους θεατές με τους φόβους τους.

Οι φίλοι μου ερωτεύονται data
Πληγώθηκαν θανάσιμα κατά τη διάρκεια των Star Wars
Τώρα υποφέρουν από μετά-τραυματικό στρες
Δεν μαγειρεύουν
Και σπάνια καταφέρνουν να διαβάσουν ένα βιβλίο μέχρι τέλους.

Μέσα στο ψυγείο τους έχουν μόνο παγάκια και το μαύρο γάλα της αυγής
Αυτό το υπόλειμμα γύρω απ’ τα χείλη,
που σκουπίζουν με την ανάστροφη της παλάμης,
είναι η κόλαση.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2025/05/24/οι-φίλοι-μου-τώνια-τσαρούχα/#like-7371

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩ ΣΙΩΠΗΛΟΣ

Να σκίσω σημειώσεις,
να σκίσω τη ζωή μου.

Τις κατηφείς μου σκέψεις με μιας να ξεριζώσω,
το άγχος μου να σπάσω με γροθιές.

Την μνήμη να νεκρώσω,
τους πόθους να εξοντώσω.

Να πάψω να αθροίζω, ν’ αρχίσω να αφαιρώ,
να μην αφήνω λέξεις να με ενοχλούν.

Την πόρτα μου να κλείσω,
της έμπνευσης την πόρπη να ξηλώσω.

Μόχθος πολύς σ’ αυτή την όχθη,
καιρός να σταματήσω σιωπηλός.

2023

*

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΕΡΙΣΜΟ

Η ανάσα μου ψήνει τούβλα.
Η μοναξιά μου ανοίγει μονοπάτι θανάτου.
Το βλέμμα μου φανός ανθρακωρύχου.
Η ψυχή μου κριάρι σαν ορμητικό ποτάμι,
διασχίζει την ομορφιά, με τον καημό της θάλασσας.

Κατολισθήσεις έφραξαν την ακοή μου.
Λένε πως ίνες έγειραν σαν στάχυα κι ακουμπούν στα τύμπανα·
γι’ αυτό ακούω γεννήτριες, τζιτζίκια και τριζόνια.
Λένε πως νεύρα λεπτότατα έχουν νεκρωθεί
και είναι σαν ξερά λουλούδια,
που όσο κι αν τα ποτίσεις,
δεν πρόκειται να ζωντανέψουν.

2008

*Από τη συλλογή “Ποιητική καταδίκη”, Εκδόσεις “Το Κοινόν των ωραίων τεχνών”/Μαΐστρος, 2025.

Νικόλαος Κάλας, Ακρόπολη

Στο πρώτο πλάνο
ο Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

*Από τη συλλογή “Γραφή και φως” (1933), Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1998, σ. 23-24.

Η ποίηση ως φιλοσοφία της γλώσσας 

της Θεοδώρας Βαγιώτη

Κ. Χ. Λουκόπουλος
Δεκαεννιά βινιέτες για τη γλώσσα και τη σιωπή,
ΑΩ, 2024

Η συλλογή δομείται σε δύο μέρη που ονομάζονται έκαστο «Η γλώσσα και οι λέξεις» και «Η γλώσσα και η σιωπή». Σε σχέση με τον γενικό τίτλο θα περίμενε κανείς το θέμα της «σιωπής» να αναπτυχθεί στο δεύτερο μέρος, όμως ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος δεν διαχωρίζει ισομερώς και έχει τους λόγους του: η φιλοσοφία της γλώσσας, η ανάγκη για αποσαφήνιση, επιμερίζεται για να ορίσει από τη μια τις «λέξεις» και από την άλλη τη «σιωπή». Γιατί και σιωπή χωρίς λόγο δεν μπορεί να υπάρξει. Η σιωπή προηγείται, η σιωπή έπεται, είναι το Α και το Ω της γλώσσας. Άλλωστε, το πρώτο μέρος είναι φανερά πιο μεγάλο σε έκταση από το δεύτερο, πράγμα που καθιστά τον διαχωρισμό εκ των πραγμάτων ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Ως καταρχάς ταυτίζον το περιεχομενικό και φαινομενικό τι της συλλογής, διατείνεται μεταξύ αντίθετων πόλων ώσπου με την αναζήτηση του ιδεατού δια τη φθοράς αποκτά υπόσταση. Στο πρώτο μέρος:

«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ που ορίζουν, οι ίδιες αναιρούν»
«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ που έγραψα και οι λέξεις που πίνω»
Ενώ, στο δεύτερο μέρος:
«Η ΣΙΩΠΗ προηγείται επειδή είναι πηγή»
«Η ΣΙΩΠΗ είναι μια στάση κινδύνου (ψυχική) ή μία επικίνδυνη στάση (σωματική)»

Ο Λουκόπουλος έχει επιλέξει τον τρόπο των Γενόσημων (ΑΩ, 2021): έχουμε εδώ πεζά ποιήματα για το σύνολο των βινιετών, των αριθμημένων κατά τον τίτλο και χωρισμένων με τη σειρά τους σε μικρότερα μέρη, όσα χρειάζονται προκειμένου το νόημα να αποκτήσει έκταση και χρόνο. Διαβάζω την τρίτη βινιέτα (IIIème vignette) που τιτλοφορείται ΔΕΛΤΑ, όπου ένας αστερισμός με οδηγεί στον εκφρασμένο για το σώμα πόθο, όχι μέσω του ρομάντζου που παραδοσιακά τους συνδέει, αλλά μέσω της συμπτώσεως, του χρονικού άλματος, της επιστήμης. Διαβάζω την πέμπτη βινιέτα (Vème vignette) όπου τα χιλιάδες καρέ ενός ταξιδιού με ηλεκτρικό τρένο αποτυπώνουν μια θεατρική σκηνή Ναπολέοντος που θρύπτεται αλλεπάλληλα εις Βατερλό. Συνήθως η αποσαφήνιση με ενοχλεί, εδώ όμως, καθώς υπάρχει ο λεκτικός πλούτος να την υποστηρίξει, με ικανοποιεί: «Κι ο χρόνος που γίνεται ανοικτίρμων». Διαβάζω την έκτη βινιέτα (VΙème vignette) όπου ο Έρωτας βαφτίζεται Διάρρηξη, εδώ όμως η αποσαφήνιση περισσεύει στον βαθμό που η ποιητικότητα υπονομεύεται εκ προθέσεως να εναρμονιστεί –υποψιάζομαιππ με το σήμερα: «Και να μην το κοιτάζει στο φύλο του για να αποφασίσει αν θα το ερασθεί (παρά στα μάτια)». Διαβάζω τη δέκατη βινιέτα (Χème vignette) όπου «ΣΑΡ δίχως πόδια, αλλά τον πεθαίνουν οι πόνοι στα γόνατα» κι έχω πιστέψει στη μακρά αδυσώπητη διάρκεια του «κακού». Στη δέκατη τρίτη βινιέτα (ΧΙΙΙème vignette) τα «ΤΟΞΑ συντέμνονται, στον χρόνο που μας αδειάζει, οι στιγμές μας μαζί»  και ο χρόνος ο μυθοπλαστικός και ο χρόνος ο αληθινός, όλες οι χρονικές βαθμίδες πώς μπερδεύονται (θαυμαστικό):
Διαφήμιση

Δέκατη τέταρτη βινιέτα (XIVème vignette), ΧΑΡΤΗΣ

[…]

«Πριν από τον Τροπικό του Αιγόκερω, πριν απ’ τον καρκίνο.
Πριν από τον Χένρυ Μίλλερ και τον Κολοσσό του Αμαρουσίου.
Τότε που το Μαρούσι είχε Mall στο επίπεδο της Κηφισίας
και στην Ελευσίνα οι επεκτάσεις της Πετρόλα μεγάλωναν για
χρόνια προς το επίπεδο της θάλασσας. Ο θάνατος των πάντων
που κόντευε αδήλωτος, αήθης και θρασύς. Από την πρέζα, απ’
τον Αλλάχ ή απ’ τον καρκίνο. Μα πιο πολύ απ’ τα αδυσώπητα
τα χρόνια.»

Ειπωμένο αλλιώς στην δέκατη έβδομη βινιέτα (XVIIème vignette) ΑΡΕΤΗ:

…ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

«Πάντα ο χρόνος τής περίσσευε σαν ύφασμα που ξεπερνούσε
το πατρόν. Κι όλα τα ρετάλια του τα ύφαινε, στη συνέχεια,
κουρελούδες. Ας το πούμε αλλιώς: τον χρόνο μπορούσε να τον
καταπιεί δίχως να τον χρωστά· να τον καταπιεί και να τον
αναπνεύσει. Λόγω της αρρώστιας της, σου είχε πει. Μπορεί
να πέθαινε αύριο το πρωί και να ξαναγεννιόταν μεσοαστρική
σκόνη. Μα μπορεί και να μην ξαναγεννιόταν ποτέ.»

Κλπ., κλπ. γιατί όλες οι βινιέτες είναι πράγματι περιγραφές ή επεισόδια, χώρος ή χρόνος, υποβλητικά σε κάθε περίπτωση, όπως προδίδει η προσήλωση του Λουκόπουλου στην αποτύπωση του τι.

Η τάση προς την έκφρασιν είναι κάτι που το έχει δείξει ο ποιητής και σε άλλα έργα του, κυρίως όμως στην Οικογενειακή Ρίζα 70 (Έναστρον, 2023). Η «βινιέτα» είναι ένα τυπογραφικό σχεδίασμα που προορίζεται να διακοσμήσει, όμως εδώ λαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο με τον ίδιο περίπου τρόπο που θα αιχμαλώτιζε τη ματιά ενός ανήλικου αναγνώστη που διαβάζει παραμύθια ή αφηγήματα. Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την πρόθεση του Λουκόπουλου ως προσπάθεια ποιητικής εκφράσεως κάποιων επιμέρους καλλιτεχνικών εικόνων, μόνο που απτές καλλιτεχνικές εικόνες δεν υπάρχουν και στην ουσία προκύπτουν ισάξια (ως εμπνευστικές αφορμές και έργα συνάμα) εκ των έσω, μέσα δηλαδή από τον ίδιο τον συγγραφέα. H «βινιέτα» αξιώνει λογοτεχνικά τη μετουσίωσή της σε μία σύντομη υποβλητική περιγραφή ή σε ένα σύντομο υποβλητικό επεισόδιο. Είναι ένα σύντομο χρονογράφημα που συνήθως έχει σκοπό να αποτυπώσει μία στιγμή στο χρόνο, αν και,  όπως προανέφερα, ο Λουκόπουλος προσπαθεί συχνά να την καταστήσει διαρκή, διαχρονική, σαν να αντιμετωπίζεται ο χρόνος ως όλον που εμπεριέχει μέσα του το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ως συμπίπτουσες συνθήκες. Η αξίωση αυτή, της αναγωγής της εκφράσεως από το στιγμιαίο στο αέναο και αιώνιο, είναι ιδιαίτερα φανερή στην τρίτη βινιέτα (IIIème vignette) ΔΕΛΤΑ και στην πέμπτη (Vème vignette) πρώτη ΣΚΗΝΗ του Βατερλό του πρώτου μέρους.

Το ποιητικό υποκείμενο χρησιμοποιεί είτε την τριτοπρόσωπη είτε την πρωτοπρόσωπη οπτική. Θα μπορούσε να εκληφθεί ως φιλοσοφικό υποκείμενο, θα μπορούσε να αποτελεί ένα «θεοποιημένο» πρωτογενές αίτιο που ορίζει, αφορίζει, αποφασίζει, διχάζεται («οι λέξεις όταν σχίζονται γεννούν τσουκνίδες», ΛΕΞΙΚΟ-Ière vignette). Η απόφαση να κάνει κανείς ποίηση τέτοιου είδους ενέχει βέβαια έναν κίνδυνο, να δώσει την εντύπωση ότι προτιμά την ευκολία της διευρυμένης –έστω– μορφής του ορίζειν, κάτι που δοκιμάζουν κατά περιόδους πολλοί σύγχρονοι ποιητές και συγγραφείς δίνοντας κείμενα της γνωστής μορφής (πεζής ποίησης ή πρόζας) σε μικρή έκταση, συχνά με έτοιμα υλικά. Εδώ όμως έχουμε υπέρβαση της πεπατημένης· ο Λουκόπουλος έχει τα δικά του γνωστικά και γλωσσικά υλικά, πετυχαίνει να δώσει το στίγμα της «βινιέτας» και τη δική του διάσταση σε ένα υπερχρονικό-υπερχωρικό πλαίσιο, μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε αναρωτιέμαι τι είδους κοινό μπορεί, όχι να εκτιμήσει, αλλά απλώς να αναγνώσει. Στην εποχή των ΜΚΔ και της εύκολης αλληλεπίδρασης, οι βινιέτες αυτές αξίζει να είναι έντυπες.

Από το όρος Σινά στη λίμνη της Γαλιλαίας, από τη Γάνδη στον Τίγρη και τον Ευφράτη, από τα χρόνια του πατέρα στα χρόνια του Ιησού, από τη Διεθνή του Δημητρώφ στα σπόρια του Μανδραγόρα, αισθάνομαι πως ο όρος «αναφορά» είναι το ελάχιστο μέρος της εκφραστικής δύναμης που μπορώ να παραγάγω σε σχέση με την παραδοχή μέσα μου πως το γνωστικό εύρος είναι μεγάλο και δεν τιθασεύεται. Και καλώς δεν τιθασεύεται, όταν δεν πιέζεται από εξωτερικούς κοινωνικούς παράγοντες, ενόσω από την άλλη θαυμάζω τον τρόπο που αιωρείται από τη δυναμική την οποία φανερώνει όταν απασχολείται, επί παραδείγματι, με τη θεματική του έρωτα. Παραθέτω, από την εντέκατη βινιέτα (XIème vignette) ΔΙΑΜΕΤΡΟ (ΙΙ), την «(πόλκα ντοτ συστολή)», η αρετή της οποίας έγκειται στην ύπαρξη «μύθου» που ενδυναμώνει το συμπέρασμα-ορισμό:

«ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ συνάντησε μια παλιά ερωμένη του που φορούσε
το ίδιο φουστάνι όπως τότε που την είχε ερωτευτεί: ένα
μεταξωτό πόλκα ντοτ, γαλάζιο, με λευκές κουκκίδες. Καθώς η
κοπέλα έτριβε το στήθος της απαλά στο μπράτσο του νέου
εραστή της, δεν απέφυγε να ζηλέψει το πώς άλλαζαν διάμετρο οι
κουκίδες απ’ τον πόθο. Έπειτα αισθάνθηκε να συρρικνώνεται
απειρόβαθμα ο εγωισμός του ώσπου ταυτίστηκε με μια από
τις λευκές κουκκίδες του φορέματος. Σκέφτηκε, δεν πειράζει,
στο τέλος όλοι έτσι καταλήγουμε· λευκές κουκίδες μηδενικής
διαμέτρου. Kαι στον έρωτα και στη ζωή.»

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, η δέκατη όγδοη βινιέτα (XVIIIème vignette) με τον γενικό τίτλο Η ΓΛΩΣΣΑ και με τη λατινική αρίθμηση των ποιητικών στροφικών μορφών ξεκινά με ένα ποίημα -εισαγωγικό, εκτός αρίθμησης-  που έχει τη γνώριμη κατανομή στίχων με στοίχιση στα αριστερά. Στο συγκεκριμένο ποίημα κορυφώνεται το ποιητικό εγώ εξηγώντας εν πολλοίς γιατί διάλεξε τη γλώσσα: «[…] Τα χείλη μου μιλούν/μόνο τη γλώσσα που τα σχηματίζει./Σ’ αυτή τη γλώσσα στρέφομαι να λάβω/και πάντοτε λαμβάνω/περισσότερα απ’ όσα έδωσα.». Δεν θεωρώ τυχαία τη διαφοροποίηση της μορφής και αυτό δείχνει πως εν γένει ο ΚΛ δεν κάνει τυχαίες επιλογές: αυτό το μέρος μοιράζεται με τη ΣΙΩΠΗ ένα είδος αντιπαράθεσης-συμπλήρωσης: «Η ΓΛΩΣΣΑ μου είναι ταυτόσημη της ιδέας και της εξέλιξης: καταργεί τον ομφαλό, τον ενδιάμεσο, τη σύναψη, την επίρρωση και οδηγεί στην κατάληξη.» (Ι), αλλά και «Η ΣΙΩΠΗ παράγει με τη σειρά της απόγνωση σαν ένα διαρκές γενέθλιο του κενού.» (VII). Η δέκατη ένατη βινιέτα (XIXème vignette), τιτλοφορημένη σκέτα ΣΙΩΠΗ, μονήρης στο αδιαπραγμάτευτο τέλος, εγγράφεται με την ποιητική μορφή του ποιήματος-εισαγωγής με την ίδια στοίχιση στα αριστερά, με τον ΚΛ να «συνθέτει» το γλωσσικό παράγωγο της σιωπής, με τον Τζων Κέητζ και τη γνωστή ουβερτούρα –του πιανίστα που δεν ακουμπάει καν το πιάνο– να αποτελεί το συμβολικό της έτερον:

«Οι γυναίκες που αγάπησα
σιωπούσαν πριν τον έρωτα
λες και περίμεναν το έναυσμα από κάποιον αδήριτο χρησμό
ή την ουβερτούρα του Τζων Κέητζ στο έργο 4′ 33″»

Ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος έχει μια ολότελα δική του ποιητική, που κατά κανόνα επιχειρεί τον συνδυασμό δύο εκ διαμέτρου αντίθετων εννοιών (αν και όχι ακριβώς αντώνυμων), του ιδεαλισμού και του νατουραλισμού (με τη φιλοσοφική έννοια του όρου, αν και όχι στον βαθμό που το επεδίωξε και το έπραξε, πράγματι, στην Οικογενειακή Ρίζα 70). Μέσα από ένα ιδιαίτερο πρίσμα, στον αντίποδα του μπωντλαιρικού spleen, που όμως εξιδανικεύει και προσγειώνει συνάμα με τον δικό του τρόπο, ήτοι χωρίς να λείπει η ελληνικότητα και έχοντας ως βάση τον ρασιοναλισμό του θετικού λόγου, ο Λουκόπουλος θέτει στη διάθεσή μας ποιήματα που μοιάζουν να εμπίπτουν στο πεδίο της φιλοσοφίας της γλώσσας. Απασχολεί, φαίνεται, η φύση της σημασίας και του τι ακριβώς σημαίνει να σημαίνουν τα πράγματα, κυρίως όμως η επινόηση του ποιητικού υποκειμένου μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι που ανάγει το κάθε ποίημα σε αυτό καθαυτό (πράγματι ποίημα) αφήνοντας κατά μέρος τελικά τον ουσιώδη αυτό τρόπο ως μοτίβο κοσμοθεωρίας του γράφοντος ή –όσοι παράξενοι προτιμάτε– της γραφής.

Πώς, όμως, αφήνει κανείς κατά μέρος κάτι τόσο ουσιώδες όσο η κοσμοθεωρία; Μία απάντηση δίνει το στίγμα του παρόντος κειμένου: γιατί ο Λουκόπουλος έχει την ικανότητα να οδηγεί τον αναγνώστη σε μία κατάσταση όπου δεν απομένει παρά μόνο η ποίηση ως φαινόμενο αισθαντικό και αισθητικό.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://neoplanodion.gr/2025/05/15/vinietes/?fbclid=IwY2xjawKV7gdleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFXQTNKclNBdnJmdUVRcGtJAR7nqdDh2y9MW_jLnIbHU0EofSyy-x48PePQKAO7d7vIQma5K2reJIpVivKeBQ_aem_qxgHtCfG1emgD94OaAu-pQ

George Le Nonce, Ήττα

Ἄργησα πολὺ νὰ μιλήσω δὲν ἤθελα νὰ πῶ τ᾽ ὄνομά μου
Βικτωρία Θεοδώρου

Ἀδαὴς ἀκόμη, κοιτάζεις τὴν ἀντανάκλασή σου καὶ χαίρεσαι
«ἐγὼ εἶμαι» λές, «αὐτὸς εἶμαι ἐγώ», οὔτε ποὺ φαντάζεσαι
πὼς δὲν εἶσαι, καὶ δὲν θὰ γίνεις, τὸ εἴδωλό σου, ἕνας ἄλλος
εἶναι ἡ ἀντανάκλασή σου, κι ὄχι μόνο αὐτὴ στὸν καθρέφτη,
ὅλες οἱ ἀντανακλάσεις ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ὅλα τὰ εἴδωλά σου
εἶναι ἕνας ἄλλος, ἀλλιῶς ζεῖ, ἀλλιῶς σκέφτεται,
ἄλλα στηρίγματα ἔχει, ἐσὺ δὲν τὰ φαντάζεσαι κάν.

Ἀμέριμνος σοῦ λέει ἱστορίες γιὰ τὴ μάνα του
κι οὔτε τοῦ περνάει ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ἐσὺ δὲν ἔχεις μάνα.
Νοσταλγικὸς σοῦ περιγράφει τὸ πατρικό του σπίτι
κι οὔτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς ἐσὺ δὲν ἔχεις σπίτι.
Πικραμένος σοῦ ἀφηγεῖται πῶς τὸν ἀδίκησαν στὴ δουλειὰ
κι οὔτε ὑποψιάζεται πόσα χρόνια ἔχεις ἄνεργος.

Ἁπλὰ πράγματα, καθημερινά, δεδομένα
σπίτι, δουλειά, οἰκογένεια, καταγωγὴ
μόνο ποὺ δὲν εἶναι δεδομένα
καὶ δὲν θέλεις πιὰ νὰ ξανασυναντήσεις
δὲν θέλεις πιὰ νὰ ξαναμιλήσεις μὲ κανέναν
δὲν διαθέτεις τὸν ἐλάχιστο ἀπαιτούμενο
κοινὸ παρονομαστὴ
ἔχεις χάσει πρὸ πολλοῦ κάθε παρονομαστή.

Καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ διανοηθεῖ πὼς ὑπάρχεις κι ἐσὺ
μέσα στὴν ἐπιδεικτικὴ ἀρτιμέλεια τοῦ κόσμου.

*Από τη συλλογή «Μαντείο», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2024.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Από τον λόφο του Στράνη

Καίγεται πάλι το Μεσολόγγι
ολημερίς κι ολονυχτίς βροντάει το κανόνι
από στεριά και θάλασσα βαρούν το καλυβάκι
Καίγεται
καίγεται το Μεσολόγγι
πεινάει και διψάει
πίνει θολό νερό και τρώγει φύκια
τρώγει ψοφίμια και ποντίκια
δεν πέφτει καίγεται το Μεσολόγγι.
Κι εμείς
από τον λόφο του Στράνη ψιθυρίζουμε
“Βάστα καυμένη Παλαιστίνη!”
πολύ σιγά και ψόφια ψιθυρίζουμε
μη μας ακούσουνε των Βρυξελλών οι Μεττερνίχοι.
όμως στο μέγα πένθος του αιώνα συμμετέχουμε
νηστεύοντας τρεις μέρες το σουβλάκι

*Από το περιοδικό “Σημειώσεις”, τεύχος 90.