Beatriz Nascimento, Έξι ποιήματα

ΓΥΝΑΙΚΑ ΟΡΘΙΑ
[10.02.19909]

Εδώ και πόσο καιρό υπάρχω στο χρόνο;
Μόνο τόσα χρόνια; Αδύνατον
Πόσες χρονολογίες έχουν σημαδέψει τον κορμί μου.
Αμέτρητες…
Αλλιώς προς τι όλη αυτή η έκφραση
Η αίσθηση του μη προβλέψιμου. Σωματίδια που εκρήγνυνται
Σίγουρα δεν ήξερα, όπως ξέρω τώρα ν’ αναγνωρίζω
Χρειάστηκε να νιώσω πολλά
Ν΄ αποκτήσω όπλα, για να σταθώ όρθια.

*

ΑΝΟΙΓΜΑ Ι
[12.08.1988]

Θέλω
Να αποβάλω κάθε σύνδρομο
Κάθε εμφάνιση που δεν με αντιπροσωπεύει
Κάθε εναπομείναντα δεσμό με το μισητό παρελθόν

Θέλω
Παλάμη γυμνή και πράσινη
Κληρονομιά που καλλιέργησα
Θέλω να συνοψίσω σε ένα μόνο
Όλα τα όνειρα που γέννησε η φαντασία μου.

*

ΕΝΑ ΠΡΟΤΡΕΤΟ
[1988]

Ένα πορτρέτο,
Ένας καθρέφτης.
Ένα πρόσωπο
Άλλο πρόσωπο.
Πόσες όψεις της εαυτής μέσα στην ίδια εαυτή;

*

ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΣΣΑ
[1985]

Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται το σύμπαν, είμαι ένα αναπόσπαστο άτομο
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιούνται τα πάντα, είμαι μια οντότητα
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται ο έρωτας, είμαι η αγαπημένη
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται η αρμονία, είμαι η ισορροπία
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται ο ήχος, είμαι η μουσική
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται η θερμότητα, είμαι η ζωή

*

ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΜΠΛΟΥΖ
[17.02.1990]

Γη γαλάζια
Ουρανός σκοτεινός
Φαντάσματα διασχίζουν τους δρόμους
Όπως κι εγώ, άλλο ένα φάντασμα γυμνό
Που πήρε να περπατά

Πιο ψάχνω;
Σε ποιο σώμα θέλω να βρεθώ;
Σε ποιο κρεβάτι θα ξεκουραστεί το ανήσυχο μου πνεύμα;
Στις νότες του ήλιου και στον ρυθμό των μπλουζ

Σε παρελθόντα γαλήνια
Σε μέλλοντα σφραγισμένο
Σε μανιασμένη σιωπή

*

ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ

Οι μοιραίες περιστάσεις
Δεν είναι πάντοτε μοιραίες
Προκύπτουν μοιραία όπως μοιραία προέκυπταν
Μες στους δαίδαλους της ζωής
Οι μοιραίες περιστάσεις
Δεν είναι πάντοτε μοιραίες
Μέσα μας

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 33, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2025. Μετάφραση: Σπύρος Πρατίλας.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Τρία ποιήματα

Ο νεκρός

Τον μεταφέραμε με τη βροχή
Το κεφάλι γερμένο στο πλάι
Τυλιγμένο με το πουκάμισο του Λούη.
Του ανοίξαμε την μπλούζα
Στεγνώσαμε τις κάλτσες του
Τη λασπωμένη του φανέλα·
Του φορέσαμε τα γυαλιά του.
Το σώμα του έτρεμε
Όλη τη νύχτα κατακίτρινο
Τα μάτια του γυάλιζαν
Όπως των αγαλμάτων·
Τα δάχτυλά του γροθιές.
Όταν ξημέρωσε
Τον τράνταξε ένα γέλιο
Τόσο δυνατό και συνεχές
Που μας ανάγκασε
Να εγκαταλείψουμε
Έντρομοι το σπίτι.

*

Κομμαγηνή

Να δίνεις το πρόσωπό σου στη φωτιά
Ν’ αγκαλιάζεις τους αγγέλους που
Πέφτουν απ’ την οροφή που υποχώρησε
Να πιπιλίζεις τα όνειρα
Να φιλάς τα μάρμαρα, τα μαχαίρια
Στην άκρη του σχοινιού
Πριν πέσεις στο κενό
Να φωνάζεις φωνές ανομολόγητες.
Ν’ απλώνεις το μάγουλό σου στον Ιούδα που
Έφτασε με το τρένο απ΄ την Κομμαγηνή
Ψιθυρίζοντας είναι ώρα
Είναι ώρα
Μην καθυστερείς.

*

Οι εφήμεροι

Σήμερα συνάντησα ανθρώπους
Που θ’ αναχωρούσαν για ταξίδι.

Τα μάτια τους ήταν αδειανά
Και στο μισό του προσώπου τους
Κατέβαινε ένα μπλε ηλεκτρικό αίμα.
Έκοβαν αφηρημένοι τα δάχτυλα των παιδιών
Τακτοποιούσαν τις αποσκευές τους
Κι ύστερα πηδούσαν ένας ένας
Στο νερό
Γυαλίζοντας σαν αποχαιρετισμοί.

*Από τη συλλογή “Όμιλος Φίλων Θαλασσής Ο Ισορροπιστής”, Αθήνα, Απρίλιος 1976 (με την εκδοτική επιμέλεια της “Λέσχης”).

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Η αδελφή μου ως Μπέλα Χαντίντ

Μαλλιά, κάποτε τράβηξα αυτά τα μαλλιά.
Στήθος, γοφοί, δάχτυλα, γόνατα,

μπράτσα,

κάποτε αγκάλιασα αυτά τα μπράτσα
κι έπειτα τα διέλυσα σε ξερόκλαδα.

[Η αδελφή δεν είναι προέκταση του εαυτού]

Παίζαμε γεμάτες φθόνο ώσπου να πέσει το σκοτάδι.
Στον κήπο η κούνια λικνίζεται ακόμη,
ένα καλούπι απ’ όπου ξεπηδούν
καταραμένες νύμφες σε ασημένιο δάσος
–τώρα μαζεύονται γύρω απ’ τη λίμνη στη σκιά της μητέρας

[Η αδελφή μου δεν είναι προέκταση του εαυτού]

Εδώ όποια κολυμπάει στα βαθιά βυθίζεται,
όπως η κωπηλάτισσα που διασχίζει
τον ωκεανό με σφιγμένα τα χείλη.
Εδώ πάντοτε πρέπει κάτι να θυσιάζεις
να δίνεις το ψωμί σου στα κοράκια
να έχεις βέλη έτοιμα έξω από τη φαρέτρα.

Η αδελφή μου κόβει ένα κομμάτι δέρμα
και το αφήνει δωρεά πάνω σε αρχαία ρίζα.

Σε αυτό το δάσος δεν χορτάσαμε ποτέ,
μονάχα ψάχναμε γλυκά
σαν άγρια σκυλιά στις παρυφές του.

[η αδελφή μου δεν είναι προέκταση του εαυτού μου]

φωτογραφίζεις κι εσύ το πρόσωπό σου
όταν κλαις
ή μήπως τα δικά σου δάκρυα
δεν γίνονται ποτέ μαργαριτάρια;

*Δημοσιεύτηκε στο “Τεφλόν”, τεύχος 33, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2025.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Ας γίνουμε ο λόγος που θα έχουν να ανησυχούν

Ας γίνουμε ο λόγος που θα έχουν να ανησυχούν.
Το ξάφνιασμα στην σιωπηλή τους λαίλαπα.
Η ορμή, που σκίζει τα στήθη
και εκφράζεται χείμαρρος μετά από αναβροχιά.
Πρέπει η ποίηση να γίνει πάλι απειλή.
Να ζωγραφιστεί πάλι στα χείλη του Εργάτη.
Να σταθεί πλάι στον απλό
και καθημερινό πόνο και αγωνία.
Το ασυμβίβαστο της ζωής των μποέμ,
ας γίνει ξανά το τραγούδι
στο γλέντι και στον χορό των κολασμένων.
Το απρόβλεπτο της παρόρμησης,
της γενιάς των μπιτ,
ας βγεί ξανά από τα καλογυαλισμένα βιβλιοπωλεία.
Ας αφήσουν πίσω τους βαλσαμωμένους
με τα σαρκοβόρα εγώ τους,
που ευλογούν τα γένια, τα κασκόλ και τις τραγιάσκες τους.
Ας απλωθούν στον δρόμο με κινήματα ρευστά, ειλικρινά και φρέσκα.
Για αυτό γράψε και εσύ,
άπλωσε την καρδιά και το μυαλό στο τραπέζι.
Πιάσε μολύβι και άστα να φαγωθούν μεταξύ τους.
Ποτέ δεν κατάφεραν να υποτάξουν
κάτι που δεν μπόρεσαν ποτέ να ελέγξουν.

Ευγενία Βάγια, Από το “η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”

Ωραία εργασία η τεμπελιά!

Τα πρωινά μου αρέσει να παρακοιμάμαι. Δικαιολογούμαι στον εαυτό μου, λέγοντας ότι
δεν πρόκειται για τεμπελιά αλλά για εργασία, αφού δεν υποδύομαι την χαλαρή αθωότητα
ενός θεατή αλλά τον ζήλο στα όρια της ζήλιας, ενός σκηνοθέτη – ενός θεωρητικού της σκηνοθεσίας: παραμονεύω, να δω ως τι θα εμφανιστεί αυτό που πρόκειται να εμφανιστεί,
σε ποια μεταμόρφωση θα υποβληθεί το μήνυμα προκειμένου να μου παρασταθεί.

Όπως ένας ηθοποιός ντύνεται ένα αστραπιαίο κοστούμι, προσδένεται σε ένα άρμα για να
μεταφερθεί, μπαίνει στο πετσί ενός άλλου όντος, παρουσιάζει από τα βάθη της ύλης τις
δυνατότητες μιας άλλης γλώσσας, το μήνυμα χρησιμοποιεί τη μεταμφίεση, αλλάζει κώδικα.
Η μικρή σκηνή των ονείρων είναι κλειστή σε όσους προβαίνουν ωμοί, με την χυδαιότητα
της αληθείας τους. «Εδώ όλοι υποδυόμαστε» είναι γραμμένο πάνω πάνω.

Η σκέψη ταξιδεύει με τον τρόπο των ονείρων, αλλά με μια βιασύνη που δεν μου αφήνει
περιθώρια ανάλυσης διέρχεται από τα τοιχώματα χιλιάδων κυττάρων. Κάθε κύτταρο κι
ένα σύνορο. Κάθε σύνορο κι ένα επεισόδιο μεταγραφής. Το σώμα μου απαρτίζεται από
άπειρα συμβάντα σε άπειρα φυλάκια, που αδυνατώ να παρακολουθήσω. Ούτως ή άλλως,
δεν φτάνουν όλες οι σκέψεις στο προσκήνιο. Κατά χιλιάδες αποτυγχάνουν στη μεταγραφή,
απορρίπτονται και περιστρέφονται σε αραιή τροχιά, αναμένοντας στην καθημερινή
αναμόχλευση, μια ευκαιρία ακόμη.

Ο επιστήμονας εαυτός περιστρεφόμενος αργά μέσα στον κάδο των ονείρων επιθυμεί να
τσακώσει τον ποιητή στα πράσα τη στιγμή που θα φοράει την αναπεπταμένη μπέρτα του
για να φανερωθεί. Και είναι αυτή η αποστολή που με παρα-κρατάει δέσμια της θαλπωρής
των σκεπασμάτων, μέχρι να σκάσει επείγον μήνυμα από την ουροδόχο. Σπάσαν τα
φράγματα κι ο κόσμος όπου να ‘ναι πλημμυρίζει, old chum!

Αναρωτιέμαι, ποια είναι η αξία των σκέψεων αν δεν τις διατυπώνει κανείς…

*

Δενδρίτες Χ

Ό,τι αγαπώ είναι εύθραυστο, τις ώρες της αγρύπνιας μπορεί να σπάσει μέσα σε μια κακόβουλη παλάμη. Κι αντίθετα, ό,τι μισώ αυτές τις ώρες ατσαλώνεται. Ω, μακάρι να τους φοβόμουν τους αγαπημένους μου όπως φοβάμαι τον αδίστακτο εχθρό. Θα ήταν πολύ καλύτερα, πολύ καλύτερα για όλους. Θα πίστευα τυφλά στη δύναμή τους, στην ατρωσία τους, στην ανέλπιστη τύχη που τους γλιτώνει πάντα από τους εφιάλτες μου. Κι εκείνοι θα απαλλάσσονταν έτσι απ’ τις ανησυχίες μου. Οι αδυναμίες τους δεν θα μου τρώγαν την ψυχή, τα λεπτά τους ραγίσματα δεν θα τα πρόσεχα καν. Ο φόβος είναι μια πίστη από ατσάλι. Τους αγαπώ και γκρεμίζονται οι πύργοι μου κάθε φορά που σκοντάφτουν. Κάθε φορά που σκοντάφτουν ψάχνουν τα μάτια μου.

Λυπάμαι που οι γυναίκες αναγκάζονται να αγαπούν με τρόπο τόσο εξουθενωτικό. Σαν να σου χαρίζουν ένα χωράφι αλλά ταυτόχρονα σε πυροβολούν στα πόδια και δεν καταφέρνεις να διανύσεις πάνω από δεκαπέντε μέτρα μέσα στις ξαφνιασμένες παπαρούνες.

Νύχια, μαλλιά κανείς; Είμαι ένας αρχαίος μηχανισμός που συνεχίζει να παράγει μαλλιά και νύχια ενώ η ζωή τού παραγγέλνει ανάπαυλα.

Στη ζώνη της βολής μου δεν γράφω, δεν μου περνάει απ’ το μυαλό. Πιο πολύ ταυτίζομαι με το καλαμάρι που απομυζά μικρές απολαύσεις στη λάσπη του βυθού. Ούτε που υποψιάζομαι τι μπορεί να κατασκευάσει η φαντασία. Η γέφυρα Ρίου – Αντίρριου μου είναι το ίδιο αυτονόητη με την οροσειρά της Πίνδου. Η πίστη είναι μια σκαλωσιά εκεί που δεν θυμάσαι τι ήταν πριν. Πάνω της στήνεται μια παράσταση με αγγέλους που πηγαινοέρχονται. Δεν ενδιαφέρει ούτε η αποστολή τους, ούτε η χρησιμότητά τους, μόνο η σπουδή τους.

Μένουν οι σκαλωσιές ατέλειωτες κι άφταστος ο ουρανός, τα δέντρα απογοήτευσαν τον ποιητή. Όμως τα πουλιά δίνουν μάχη για κάθε ταπεινό κλαρί πριν πέσει η νύχτα.

Αν μπορώ να ονομάσω αυτό που επιθυμώ, αν μπορώ να το δω και να το περιγράψω έτσι ώστε να εμφανιστεί στα μάτια των άλλων, είναι γιατί πιστεύω στην έλευσή του. Αύριο, μεθαύριο, κάποτε. Η έμπνευση είναι μια πίστη από μετάξι της αυγής.

Όταν παύεις να μνημονεύεις τις γεύσεις, εγκαταλείπεις έναν κήπο. Μαραίνονται οι ρόκες και τα λάπατα, ξεραίνονται οι βασιλικοί, σκουληκιάζει η αχλαδιά. Όλα τα ξεχνάς, τα παρατάς στη τύχη τους. Μόνο αρπάζεις το κοτόπουλο, του στρίβεις το λαρύγγι και το τρως.
Δεν θα κυνηγήσω ποτέ ξανά, δεν αξίζει. Θα επιστρέψω στη αυλή της παιδικής ηλικίας, θα σκαλίζω στο χώμα τις εντυπώσεις με ένα κλαδάκι. Δεν θα σηκώσω το κεφάλι. Όποιος περάσει και με ερωτευτεί.

*“Η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, Αθήνα 2023.

Γωγώ Πονηράκου, Ποιήματα

Αν ζούσε σήμερα η Κατερίνα

Θα έδειχνε την τέχνη του
να ανοίγεις το στόμα
εκτοξεύοντας πέτρες,
αναρχία, εξέγερση.
Αν ζούσε, θα έκανε
πάνω-κάτω την Πατησίων
Με ένα γαλάζιο νυχτικό και
ξεπλυμένο Πρόσωπο
από τα δάκρυα για την κατάντια μας
Θα έσπαγαν οι βιτρίνες
Με κάθε της στίχο
Θα φιμώνονταν οι φασίστες,
με κάθε νεύμα·
Τα κατακάθια θα βολεύονταν
μια χαρά
στον υπόνομο αντί για
τα εξουσιαστικά έδρανα
οι τιποτένιοι φονιάδες εύθραυστων
και θαρραλέων ψυχών
θα σάπιζαν φυλακισμένοι.
Αν ζούσε σήμερα η Κατερίνα,
η Αθήνα θα ήταν
μια πόλη
λυτρωμένη, οι υποκριτές
-όλοι-
θα κρύβονταν στις μισερές
τρύπες
ηττημένοι.

*

Δεκαπενταύγουστος στη Ρώμη

Άδεια Ρώμη
όπως
άδεια Αθήνα•
η χαρά των τουριστών.
Βαδίζουμε αργόσυρτα
στις όχθες του Τίβερη,
λιαζόμαστε
Ο ήλιος μας αποχαυνώνει
αγοράζουμε άχρηστα,
σημαντικά μικροπράγματα :
μαγνητάκια για το ψυγείο,
περικεφαλαία μπρελόκ,
σκαλισμένο Ινδιάνο σε ξύλο,
ολόφρεσκο tiramisu
φρέσκο το φιλί σου
(τράβα με ψηλά!)
αυτές είναι οι κατεψυγμένες
αναμνήσεις που έχω
από εσένα
μαζί με:
τα σκισμένα αεροπορικά
τα κουφέτα
από το πρώτο
μνημόσυνο
έμεινες
για πάντα
εικοσιτρία
κι εγώ
έγινα
μαμά.

*Από τη συλλογή “ΕΞΖΙΤ”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Θεόδωρος Ντόρρος, Κρεατινά φαινόμενα σπουδαιότητας

Τα μάτια δείχνουνε πολύ τη φυλαγμένη θέληση
που αναπαύεται στο ζεσταμένο το κορμί,
ολοκάθαρα.
για κάτι έτοιμη.

Δεν είν’ ο τόπος που πηδά.

Τα ρούχα φρέσκα,
κρύβουν τη σάρκα που ‘χει συναίσθηση της ξυπνημένης
κατοχής της,
σα να ‘ναι προέκταση του κεφαλιού.

Γι’ αυτούς,
οι μηχανές παίρνουν ψυχή,
ανθρώποι χάνουν τα δικά τους,
γίνονται όλα σα δοσμένα στη ζωή τους,
όπως τους δόθηκε το σώμα τους.
Και όλα λειτουργούνε σαν αυτό,
κρυμμένα να μη φαίνονται οι ασχήμιες.
Αυτές δεν πρέπει ν’ αναφέρονται.
Κι από τον ίδιο να ξεχνιώνται.
Σαν το σώμα του.
Φροντίδες σ’ ορισμένες ώρες.
Κι όταν χαθούνε όλα,
δεν πρέπει να του φέρνουν λύπη,
όπως δεν τον λυγίζει ταπεινά ο θάνατος.

Είν’ η “α ξ ί ω σ η”
το μόνο που κρατάει στη ζωή τέτοιους ανθρώπους
που ‘χει η πάστα τους ξαναγίνει από το χρήμα.

Παρμένες όλες τους οι άλλες ιδιότητες

*Από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου “Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005.

Ερίνα Χαραλάμπους, Τρία ποιήματα

ΧΙΙΙ

Της μητέρας μου

Πέφτω στα πόδια σου
ανοίγω τα σκέλια σου
την τραχηλική σου τομή να αγγίξω
να κοινωνήσω τη γέννα σου θέλω
κι εσύ να με τυλίγεις στα σπάργανα
και με βαφτίζεις θέλεις
δεν θέλεις
σιωπή

XIV

Σημεία απόστροφα, υπό διαστολή
υπό διάλυση κυρίως περιβάλλουν
την έντονη ή άτονη φωνή σου –
ορίζεσαι ωστόσο απ’ τις εγκλίσεις
όλου του κόσμου τις συμβάσεις
τις διαθέσεις του λυγμού
που ατελεύτητα την απαλείφουν
ανηλεώς και κεκλιμένα την εκφέρουν
διά και προ παντός
εντός

XIV

ό,τι διαβάζεις
μάταιος κόπος
χαμένος χρόνος
κανένα κόμμα
ούτε ένα στίγμα
σημείο στίξης
κανένα ποίημα
δεν είναι άξιο
πώς να σταθεί
υπό το ύψος
των περιστάσεων
της ειρωνείας
της φωνής μου

*Από τη συλλογή “Ταυ – Είκοσι οκτώ ριπές και ένα πολεμικό ανακοινωθέν”, Εκδόσεις Θράκα, Απρίλιος 2022.

Dilshad Abdullah, Δύο ποιήματα 

ΜΙΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
 
Μαζεύει τα πεσμένα φύλλα στον κήπο.
Για λίγες στιγμές τα κοιτάζει, η ζωή τους είναι σύντομη.
Έπειτα τα θάβει σε ένα λάκκο.
Θυμάται τους νεκρούς, πόσο άχαρα τοποθετούνται στον τάφο.
Μέσα στα μπλεγμένα κλαδιά της ροδιάς μπροστά του,
το κελάηδημα ενός κοινού φλώρου
τον επαναφέρει στη γη σαν να παρηγορεί την καρδιά με το κελάηδημά του.
Για λίγες στιγμές
ρίχνει το θάνατο στο λάκκο της λήθης.
Κι αυτός έχει σαπίσει εδώ και καιρό.

*

ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
 
Δεν γνωρίζω τον ασθενή δίπλα μου, αλλά νιώθω φιλία.
Δεν γνωρίζω τον γιατρό μας, αλλά νιώθω αγάπη.
Η νοσοκόμα έρχεται συχνά να μετρήσει την πίεση και το σάκχαρό μας.
Μας βάζει τον ορό, και μας κάνει την ένεση που πονάει σαν τσίμπημα σκορπιού.
Αλλά νιώθω καλοσύνη.
Σαν να είμαι μέσα στην οικογένειά μου, έρχονται να με βοηθήσουν.
Τα φάρμακα και το απολυμαντικό κάνουν δυσάρεστη τη μυρωδιά του θαλάμου, οι λεκέδες στους τοίχους
είναι τα ίχνη των ασθενών που ήταν εδώ πριν από εμάς.
Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτούς, παρόλα αυτά νιώθω σιγουριά.
Σαν να μας παρηγορούν, μας λέγουν, κι εμείς ήμασταν εδώ για λίγο και φύγαμε.
Αλλά δεν ξέρουμε πού πήγαν; Έγιναν καλά ή πέθαναν;
Η αμφιβολία, σαν επιδημία, αρχικά εξαπλώνεται από μια ψευδαίσθηση της οποίας η πηγή είναι άγνωστη.
Σε ένα ανοιγοκλείσιμο ματιού, βυθίζει τα πάντα σε κατάσταση ανησυχίας.
Αμφιβάλλει για τη ματαιότητα του φαρμάκου.
Για τη διάρκεια της παραμονής, για την ικανότητα του γιατρού και για τη δύναμη του σώματος να αντισταθεί.
Τα συναισθήματα που έρχονται απ’ έξω και για λίγο γαλήνη προσφέρουν.
Όμως έπειτα, οι άσκοπες σκέψεις τα διαλύουν.
Η ζωή έχει απομακρυνθεί τόσο που τα ίχνη της μοιάζουν με λεκέδες στους τοίχους.
Με λίγη ταραχή, η αμφιβολία ξεσπά.

*Στους πρόποδες των αρχαίων βουνών του Κουρδιστάν, στην ιστορική πόλη του Ερμπίλ, το 1956 γεννήθηκε ένας άνθρωπος που αργότερα έγινε ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της σύγχρονης κουρδικής λογοτεχνίας. Ο Dilshad Abdullah, μετην πένα του, έχει αφήσει το αποτύπωμά του βαθιά στην ποιητική παράδοση του λαού του. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, άρχισε να υφαίνει τον πλούσιο ιστό του κουρδικού πολιτισμού με τις λέξεις του. Το σύνολο του έργου του – 23 ποιητικές συλλογές και 6 βιβλία δοκιμίων – αποτελεί θησαυρό της κουρδικής λογοτεχνικής κληρονομιάς. Κάθε στίχος του είναι σαν μια κλωστή που συνδέει το παρελθόν με το παρόν, την παράδοση με τη σύγχρονη πραγματικότητα του κουρδικού λαού. Η φωνή του Abdullah δεν περιορίζεται μόνο στα σύνορα της χώρας του. Τα ποιήματά του έχουνμεταφραστεί στα αραβικά, τα περσικά και τα σουηδικά, ταξιδεύοντας πέρα από τα βουνά τουΚουρδιστάν και μεταφέροντας τους παλμούςτης καρδιάς και της ψυχής του λαού του σε μακρινές ακτές. Μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να ζει και να γράφει στην πόλη του (Ερμπίλ)…


**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.
 

Αλίκη Καμπέρη, Τρία ποιήματα

OPUS DEI

“Για να γράψει μια γυναίκα
πρέπει να έχει λεφτά κι ένα δικό της δωμάτιο”
V. WOOLF
Ένα δικό της δωμάτιο

Η καλλιπλόκαμη νεράιδα Καλυψώ
κάλεσε τον Ερμή
πάραυτα στο νησί της.

“Βοηθήστε με, ω θεοί,
να φύγει ο Οδυσσέας
κι ο θρήνος του μαζί”.

*

ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ

Νιώθω
ηρεμία
όταν
σε αισθάνομαι

Θα μείνεις
για πάντα;

Θα μείνω

*

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα ρούχα
χάδι
παρηγορητικό
απαλό
μόνιμο

Άνοιξη

Το παλτό
κρεμασμένο
ανακουφισμένο
που δεν με περιέχει

*Από τη συλλογή “Το υλικό δεν ευθύνεται μα της πτώσης το ύψος”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.