Κωστής Αργυριάδης, από το “δρόμο για τη θάλασσα του Βορρά”

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς αναχώρησα.
Πρέπει να πάνε κοντά δυο χρόνια τώρα.
Θυμάμαι άφησα στην κόρη μου τη Σάντρα ένα
γράμμα:
«Mοναχός ξεκίνησα ή βρέθηκα εδώ
στις έρημες κοιλάδες και στα βουνά των κυνηγών
μακριά από Εκεί, μακριά από πολιτισμό
ήρθα να μαθητεύσω στη Σελήνη
και στον Κόσμο τον Παλιό
δραπέτευσα ή με διώξανε, δεν έχει σημασία
ούτε καν ξέρω αν είναι αυτή εδώ η ίδια η
μαθητεία
μονάχα ότι ζω, πυξίδα και πηγαίνω προς τη
θάλασσα του Βορρά
ελπίζοντας να συναντήσω την τύχη ή την ατυχία
μου
ίσως ελπίζω όχι με τούτη τη φορά
Ο λόγος δεν ήτανε σπουδαίος, ένα τάμα σε
κάποια δύσκολη στιγμή που ήμουν ευάλωτος
ίσως και όχι
ίσως αυτή ήταν η δικαιολογία μου
νομίζω πως δεν έχει πολλή σημασία
πηγαίνω αλήθεια προς τη θάλασσα του Βορρά
Αλλά ούτε κι αυτό έχει σημασία
ίσως ήτανε καλύτερη ιδέα από άλλες μου παλιές
όπως να ανοίξω μοναστήρι στο Τσερνόμπιλ ή
να σπουδάσω ναυτικός μηχανικός και να χτίσω
έναν Φάρο να κατοικήσω ή
να σπουδάσω χημικός μηχανικός και να
καθαρίσω τον Νείλο ή
να περπατάω συνεχώς μέχρι να πεθάνω, όπως
είπα και στο τάμα, ή
να ανατιναχτώ ακούσια μέσα στο νερό
χωρίς κανείς να το προσέξει
Έχει μήνες που έχω κατασκηνώσει σε μια σπηλιά
κάπου στον δρόμο για τον Βορρά
και σε ένα παλιό εγκαταλειμένο καταφύγιο
ανταρτών από τον εμφύλιο κάπου πιο νότια κι
έτσι πηγαινοέρχομαι στους δυο πόλους τακτικά
μέχρι να πάρω την απόφαση να αναχωρήσω για
τα καλά.
Έχω βρει ημερολόγια στο καταφύγιο, δεν
πρόκειται ποτέ να τα διαβάσω. Είμαι εγωιστής.
Έχω τόσες συνεκδοχές της πραγματικότητας και
του παραλογισμού όσες μπορώ να αντέξω.
Έχω κι ένα σκύλο, το Αστέρι, που τον έχω βρει
αλλά χάνεται συχνά, κάποτε θα συμφιλιωθούμε.
Πριν φύγω ήμουνα ενεργός πολίτης
κοινώς ένα τίποτα
έκανα την επανάστασή μου στις ώρες που
συνιστούσε η κοινωνία μου δηλαδή στη νιότη
μου και ψήφιζα τακτικά, έκανα και αποχή, έριξα
και άκυρα, συνέχισα την επανάστασή μου σιωπηλά
μέχρι που ενσωματώθηκε άρτια στο σύστημα.
Δεν παντρεύτηκα ποτέ και έχω μια κόρη, που δεν
είναι κόρη μου, είναι ένα αξιολάτρευτο πλάσμα
που βρήκαμε να περιφέρεται μόνο του στη
γειτονιά και το υιοθετήσαμε από κοινού όλοι
στην κοινότητα
κάποτε θα την ξαναδώ, θα έρθει νομίζω προς τα
’δώ
ή θα επιστρέψω
όλοι μας πάντα κάπου, κάπως επιστρέφουμε ή
μας επιστρέφουν».

ΤΕΛΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

*”Ο δρόμος για τη θάλασσα του Βορρά”, Εκδόσεις-Βιβλιοπωλείο Ο Μωβ Σκίουρος, Δεκέμβρη 2023.

Η Αντιγόνη Κεφαλά και η τέχνη της εξορίας

Το μυθιστόρημα της Αυστραλής συγγραφέα «Το νησί» του 1984 είναι ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα για τα σύνορα μεταξύ ζωής και τέχνης

MADELEINE WATTS*

Το δοκίμιο αυτό εμφανίστηκε αρχικά ως εισαγωγή στο βιβλίο «Το νησί» (Transit Books).

Η πρώτη φορά που άκουσα για την Αντιγόνη Κεφαλά ήταν όταν βρισκόμουν στο δεύτερο έτος του πανεπιστημίου. Μου την περιέγραψε ένας παλαιότερος συγγραφέας ως «μια εξέχουσα ποιήτρια από το Σίδνεϊ». Εκείνη την εποχή, σπούδαζα Αγγλικά στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, αλλά το έργο της Κεφάλα δεν είχε αναφερθεί ποτέ, και οι περισσότεροι από τους συγγραφείς που είχα συνδέσει με το Σίδνεϊ είχαν πεθάνει προ πολλού. Θυμάμαι ότι εκείνο το απόγευμα πήγα στο βιβλιοπωλείο λίγο έξω από την πανεπιστημιούπολη, αλλά δεν μπόρεσα να βρω τίποτα από την Αντιγόνη Κεφαλά και εγκατέλειψα γρήγορα την αναζήτηση.

Αυτή δεν είναι μια ασυνήθιστη ιστορία. Η Αντιγόνη Κεφαλά ήταν μια συγγραφέας που πέρασε μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής της καριέρας χωρίς μεγάλη δημοσιότητα. Το 2010, την ίδια χρονιά που άκουσα για πρώτη φορά γι’ αυτήν, η Κεφαλά έγραψε στο ημερολόγιό της για το γεγονός ότι έμεινε έξω από την ανθολογία της αυστραλιανής λογοτεχνίας Macquarie PEN. Ήταν, δικαιολογημένα, αναστατωμένη που ορισμένοι συγγραφείς -μεταξύ των οποίων και η ίδια- είχαν «σβηστεί εντελώς». Η ανθολογία περιλάμβανε έργα των πρώτων Βρετανών εποίκων του 19ου αιώνα και σύγχρονους συγγραφείς της Κεφαλά, όπως ο Ντέιβιντ Μαλούφ, η Σίρλεϊ Χάζαρντ και ο Τζέραλντ Μουρντέιν. Σε συνέντευξή της στο λογοτεχνικό περιοδικό «HEAT» την ίδια περίπου εποχή, η Κεφαλά είπε: «Έχω βρεθεί τόσο μακριά από κάθε κριτική γραμμή στην Αυστραλία όσον αφορά τη συγγραφή. Εκτός από έναν ή δύο ανθρώπους, κανείς δεν έχει προσεγγίσει το έργο μου ως σοβαρή πνευματική δραστηριότητα». Για μεγάλο χρονικό διάστημα, φαινόταν ότι η μόνη ιστορία που μπορούσε να ειπωθεί για την Αντιγόνη Κεφαλά ήταν μια ιστορία-φάντασμα: η επίμονη απουσία της από κάθε κυρίαρχη λογοτεχνική αναγνώριση, στην Αυστραλία και αλλού.

Η Αντιγόνη Κεφαλά γεννήθηκε στη ρουμανική πόλη Brăila το 1931, μια πόλη του Δούναβη κοντά στα σημερινά σύνορα της Μολδαβίας. Οι γονείς της ήταν Έλληνες στην καταγωγή, αλλά η οικογένειά της είχε ζήσει στη Ρουμανία για τρεις γενιές μέχρι τη στιγμή που γεννήθηκε η κόρη τους. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς ένα κύμα πολιτικής αναταραχής σάρωσε τη Ρουμανία, η οικογένεια έφυγε. Η Κεφαλά έφτασε το 1947, σε ηλικία 16 ετών, στην Ελλάδα, μια χώρα που βρισκόταν στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου. Η οικογένεια έζησε σε προσφυγικούς καταυλισμούς που είχε δημιουργήσει η Διεθνής Οργάνωση Προσφύγων και ξεκίνησε να υποβάλλει αίτηση για μετανάστευση. Απορρίφθηκε από την Αυστραλία λόγω μιας ακτινογραφίας που έδειχνε μια μικρή σκιά στον πνεύμονα της μητέρας της, και αντ’ αυτού η οικογένεια έφυγε για τη Νέα Ζηλανδία το 1951. Αργότερα, η Κεφαλά περιέγραψε το σοκ από την υγρασία της Νέας Ζηλανδίας, τη δυσκολία επικοινωνίας στα αγγλικά και την αίσθηση ότι αρχικά ήταν ανεπιθύμητη, «την έκαναν να νιώσει ότι τα πρόσωπά μας, οι χειρονομίες μας, ανήκαν σε αυτή την εξωτική κατηγορία με την οποία οι ντόπιοι δεν ήθελαν να εμπλακούν».

Το 1960 η Κεφαλά μετακόμισε, για τελευταία φορά, στο Σίδνεϊ. Το Σίδνεϊ στο οποίο έφτασε εκείνη τη χρονιά ήταν πολύ διαφορετικό από την πόλη στην οποία μεγάλωσα. Ήταν η εποχή της πολιτικής της Λευκής Αυστραλίας, η οποία μόλις είχε χαλαρώσει για να επιτρέψει τη μετανάστευση από την ηπειρωτική Ευρώπη, αλλά συνέχιζε να αποκλείει σχεδόν όλους τους άλλους. Οι γυναίκες εξακολουθούσαν να μην επιτρέπεται να πίνουν στις παμπ. Το τραμ είχε καταργηθεί και οι αυτοκινητόδρομοι ταχείας κυκλοφορίας κατασκευάζονταν, εγκαινιάζοντας ένα μέλλον με κυκλοφοριακή συμφόρηση και ύποπτα λεωφορεία, που έκανε τη μετακίνηση όταν ήμουν έφηβη μαρτύριο. Οι αυτόχθονες Αυστραλοί παρέμεναν μη αναγνωρισμένοι από το Σύνταγμα και δεν μπορούσαν να ψηφίσουν, και τα παιδιά των αυτόχθονων εξακολουθούσαν να απομακρύνονται βίαια και συστηματικά από τις οικογένειές τους, μια ομάδα παιδιών που είναι γνωστή σήμερα ως οι Κλεμμένες Γενιές.

Ήταν επίσης ο πρώτος υπαινιγμός για το άνοιγμα ενός διαφράγματος μεταξύ της Αυστραλίας και του υπόλοιπου κόσμου. Η Κεφαλά έφτασε στο λιμάνι του Σίδνεϊ ένα καλοκαιρινό πρωινό, γεμάτο φως, ζέστη και κίνηση, την πιο σαγηνευτική εποχή του χρόνου. Περιέγραψε αυτές τις πρώτες ημέρες στο Σίδνεϊ ως κάτι σαν επιστροφή στο σπίτι. «Το παρελθόν μου στη Ρουμανία, στην Ελλάδα, επέστρεψε ως μια σημαντική εμπειρία σε ένα τοπίο που είχε παρόμοιες απηχήσεις», έγραψε. «Το τοπίο μου φαινόταν ήδη οικείο, επιτρέποντάς μου να επιβιώσω». Η επιβίωση, με πολλούς τρόπους, ισοδυναμούσε με τη συγγραφή. Μόνο όταν έφτασε στο Σίδνεϊ η Κεφαλά έγινε συγγραφέας.

Αφού περνούσε πολλές μέρες διδάσκοντας αγγλικά σε άλλους μετανάστες, η Κεφαλά πήγαινε στη Βιβλιοθήκη Mitchell και περνούσε τα βράδια της γράφοντας πριν πάρει το λεωφορείο για το σπίτι της. Η πρώτη της γλώσσα ήταν τα ρουμανικά- έμαθε γαλλικά στο σχολείο και ως έφηβη μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Μόνο στα 20 της, στη Νέα Ζηλανδία, έμαθε τα αγγλικά, την τέταρτη γλώσσα της. Αλλά όταν άρχισε να γράφει σοβαρά, η Κεφάλα έγραφε στα αγγλικά. «Νιώθω ότι πρέπει να ζεις σε μια γλώσσα για να μπορείς να γράφεις σε αυτήν», είπε η ίδια σε μια συνέντευξή της το 1994. «Δεν μπορούσα να γράψω στα ρουμανικά ή στα ελληνικά ή στα γαλλικά, επειδή ήταν γλώσσες από τις οποίες είχα περάσει κατά κάποιον τρόπο. Τα αγγλικά ήταν η γλώσσα στην οποία ζούσα πραγματικά». Όμως πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι η Κεφαλά να προχωρήσει με τους εκδότες. Σταδιακά άρχισε να υποψιάζεται, από τα σχόλια των εκδοτών που επέστρεφαν, ότι υπήρχε κάτι στα θέματα που την απασχολούσαν και κάτι στη γλώσσα της, που δεν «ταίριαζε».

Το «The Alien», την πρώτη ποιητική συλλογή της Κεφαλά, κυκλοφόρησε το 1973 από τον εκδοτικό οίκο Makar Press, έναν μικρό εκδοτικό οίκο που είχε ξεπηδήσει από ένα φοιτητικό περιοδικό του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ. Παρ’ ότι ήταν η πρώτη της μεγάλη επιτυχία, το ύφος της ήταν τόσο διαφορετικό από αυτό που ισοδυναμούσε με το (ομολογουμένως μικροσκοπικό) mainstream της ποίησης στην Αυστραλία της δεκαετίας του 1970, που υπήρχαν εσωτερικές συζητήσεις μεταξύ των εκδοτών για το αν έπρεπε να εκδοθεί ή όχι.

Σε έναν ξένο, μπορεί να φαίνεται περίεργος ο τρόπος με τον οποίο το λογοτεχνικό κατεστημένο της Αυστραλίας ξοδεύει χρόνο για να αποφασίσει πόσο «αυστραλιανό» ή «μη αυστραλιανό» θεωρείται ένα έργο τέχνης. Οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ενωμένες ως τα αγγλόφωνα κέντρα του κόσμου – γύρω από τα οποία περιφέρονται όλες οι άλλες αγγλικές γλώσσες και έναντι των οποίων οι υπόλοιποι προσπαθούμε να διεκδικήσουμε την επικράτειά μας.

Το έργο της Κεφαλά πάλευε πάντα να βρει κριτική αναγνώριση μέσα στα όρια αυτής της μικρής επικράτειας και συχνά κατέληγε στις παρυφές της. Τόσες πολλές σύγχρονες κριτικές και συνεντεύξεις επεξεργάστηκαν ζητήματα ταυτότητας, μετανάστευσης και «πολυπολιτισμικότητας» και διερωτήθηκαν για το πού «χωρούσε» η Κεφαλά στο αυστραλιανό λογοτεχνικό τοπίο, χωρίς να μιλήσουν ποτέ για την ίδια την Κεφάλα και το έργο της.

Όταν τελικά εντόπισα ένα βιβλίο της Αντιγόνης Κεφαλά, ήταν πολλά χρόνια αφότου έφυγα από το Σίδνεϊ και μετακόμισα στη Νέα Υόρκη. Στην Αμερική, διαπίστωσα ότι το να είμαι Αυστραλή είχε γίνει μέρος της ταυτότητάς μου με έναν τρόπο που δεν ίσχυε στην πατρίδα μου, απλώς και μόνο επειδή ήταν πλέον το επίθετο που άκουγα να χρησιμοποιείται συχνότερα για να περιγράψω τον εαυτό μου. Είχα αρχίσει να γράφω σοβαρά και προσπαθούσα να καταλάβω πού θα μπορούσα να ενταχθώ σε μια εθνική παράδοση. Διάβασα περισσότερη αυστραλιανή λογοτεχνία στα πρώτα μου χρόνια στην Αμερική από ό,τι είχα διαβάσει ποτέ πριν.

Αυτή ήταν η αναζήτηση που έκανα όταν βρήκα το «Νησί», σε ένα σπάνιο ταξίδι στην πατρίδα το 2018 – εξαντλημένο, στο Τμήμα Αυστραλίας του Sappho Books στην Glebe Point Road, απομονωμένο από τα άλλα μυθιστορήματα. Το διάβασα γρήγορα, στην ανησυχητική και οικεία υγρασία του ξενώνα που κάποτε ήταν το παιδικό μου δωμάτιο. Μετά από αυτό, πέρασα από όλα όσα μπόρεσα να βρω -την ποίηση της Κεφαλά, τα ημερολόγια του Σίδνεϊ και τα όψιμα ημερολόγιά της και τις νουβέλες που συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο Summer Visit.

Το «Νησί», που εκδόθηκε αρχικά το 1984, ήταν ένα από τα πρώτα πεζογραφικά έργα της Κεφαλά. Μια κριτική στην εφημερίδα The Sydney Morning Herald χρησιμοποίησε αυτά που θα γίνονταν γνωστά επίθετα για να περιγράψει το έργο της Κεφαλά στοιχειωτικό, ψυχρό, πυκνό, ιμπρεσιονιστικό. Μια άλλη κριτική, στο Outrider, περιέγραψε το «Νησί» ως ένα έργο με «ευρωπαϊκή ευαισθησία». Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί ήταν αληθινοί, και όμως τίποτα από αυτά δεν προσέγγισε την πολυπλοκότητα που έκανε το «Νησί» τόσο ηχηρό και τόσο όμορφο.

Το «Νησί» δεν είναι εξομολογητικό, αλλά το αυτοβιογραφικό του υπόβαθρο είναι σαφές. Η πρωταγωνίστριά του, η Μελίνα, είναι μια νεαρή φοιτήτρια που ζει κάπου στα μέσα του 20ού αιώνα, μετανάστρια μέσω Ρουμανίας και Ελλάδας, και τώρα αρχίζει να ανεξαρτητοποιείται. Η πλοκή είναι ανάλαφρη, δεν είναι πραγματικά το ζητούμενο- η γραφή ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διαδικασία του «γίγνεσθαι», προσπαθώντας να βρει ένα νέο είδος μορφής μέσα στην οποία θα αποκρυσταλλωθεί η εμπειρία του να είσαι ζωντανός. Η γραφή της Κεφαλά επεξεργάζεται πάντα το παρόν μέσα από το παρελθόν, η εμπειρία της πρωταγωνίστριάς της για το παρόν είναι αναγκαστικά δεμένη μέσα από και με αναφορά στην Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Νέα Ζηλανδία, γιατί πώς να μην είναι; Αυτή η κίνηση ανάμεσα σε ένα έντονα φανταστικό νοσταλγικό παρελθόν και την υπερπραγματικότητα του παρόντος είναι που συνιστά την υπνωτική ποιότητα του έργου αυτού.

Όταν εκδόθηκε το «Νησί» η αυστραλιανή λογοτεχνία κυριαρχούνταν από τα μεγάλα, θορυβώδη μυθιστορήματα κυρίως ανδρών συγγραφέων όπως ο Peter Carey και ο Tim Winton. Οι συγγραφείς είχαν αρχίσει να αναμετριούνται με τη γενοκτονική πραγματικότητα της αποικιακής ιστορίας της Αυστραλίας, και τα βιβλία που έτυχαν της μεγαλύτερης προσοχής ήταν αυτά που προσφέρονταν καλύτερα για να συμπεριληφθούν στα προγράμματα σπουδών των γυμνασίων. Κάτι σαν το Νησί ήταν ριζικά διαφορετικό. Εκείνο το υγρό απόγευμα που διάβασα για πρώτη φορά το «Νησί», εντυπωσιάστηκα από την αυτοτελή γλώσσα, την έντονα οπτική ποιότητα του πεζού λόγου, τη ρευστότητα με την οποία η Κεφαλά κινείται μεταξύ των αναμνήσεων και του παρόντος της Μελίνας, σαν να ήταν δυσδιάκριτα τα σύνορα μεταξύ των δύο. Μου θύμισε άλλα μυθιστορήματα που είχα συνηθίσει να αποκαλώ «λεπτά έργα της γυναικείας φύσης του 20ού αιώνα» που διάβαζα την ίδια περίπου εποχή, βιβλία της Μαρίνας Τσβετάεβα, της Κλαρίς Λισπέκτορ, της Μαργκερίτ Ντυράς, της Ναταλί Σαρρότ, της Κρίστα Βολφ. Καθένα από αυτά τα βιβλία με εντυπωσίασε με την αίσθηση ότι είχα ανακαλύψει μια χαμένη προγονή που μου έμοιαζε πολύ.

Όταν ξαναδιαβάζω τώρα την Κεφαλά, είναι ακριβώς αυτή η ποιότητα της υπερεθνικότητας που βρίσκω πιο οδυνηρή. Έχω κι εγώ γίνει κάποια της οποίας η εμπειρία του ενεστώτα είναι χρωματισμένη από τη σχέση μου με τους πολλούς τόπους στους οποίους έχω ζήσει: Διασχίζω με ποδήλατο το Βερολίνο πίσω από μια κοπέλα με Doc Martens και αυτή συγχέεται με την αδελφή μου στη Μελβούρνη- διασχίζω με το αυτοκίνητο τα κεντρικά Tablelands της Νέας Νότιας Ουαλίας φλυαρώντας στον σύζυγό μου για το πώς όλα μου θυμίζουν τη Νότια Καλιφόρνια- η κλειστοφοβία που νιώθω στη Νέα Υόρκη μετά από μια αυγουστιάτικη καταιγίδα μου θυμίζει ότι το σώμα μου εξακολουθεί να περιμένει τη «δροσερή αλλαγή» ενός Φεβρουαρίου στο Σίδνεϊ. Έτσι είναι να ζεις στις άκρες, στους ενδιάμεσους χώρους, διαφορετικών χωρών, πολιτισμών, γλωσσών.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 το έργο της Κεφαλά άρχισε να εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Giramondo του Σίδνεϊ, τον « πρωταθλητή» των Αυστραλών συγγραφέων που γνώρισαν αναβιώσεις στα τέλη της καριέρας τους στην Αμερική, όπως ο Τζέραλντ Μούρναν και η Αλέξις Ράιτ. Όταν η Κεφαλά πέθανε το 2022, έμαθα για τον θάνατό της από έναν επικήδειο που έστειλε ο οίκος Giramondo. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, είχε λάβει το λογοτεχνικό βραβείο Patrick White, το οποίο απονέμεται σε έναν συγγραφέα του οποίου το έργο ζωής έχει συμβάλει σημαντικά στην αυστραλιανή λογοτεχνία χωρίς να έχει αναγνωριστεί επαρκώς. Τώρα, τρία χρόνια αργότερα, το «Νησί» αποκτά νέα πνοή. Το μόνο που εύχομαι είναι να είχε εκδοθεί νωρίτερα. Είμαστε ακόμα πολύ λίγοι από εμάς που ψιθυρίζουμε το όνομα της Κεφαλά μεταξύ μας, ως «εξέχουσας ποιήτριας από το Σίδνεϊ».

Το αντίτυπο του «Νησιού» που είναι δίπλα μου καθώς γράφω, είναι το ίδιο που αγόρασα το 2018. Ένα αυτοκόλλητο στο εσωτερικό του βεβαιώνει ότι αγοράστηκε αρχικά από το Feminist Bookshop στο Lilyfield το 1984. Μυρίζει σαν το Σίδνεϊ. Με αυτό εννοώ ότι μυρίζει σαν το λερωμένο με μακιγιάζ κουτί ραπτικής της μητέρας μου στο μουχλιασμένο ντουλάπι, σαν τα κίτρινα άλμπουμ φωτογραφιών που είναι παρατεταγμένα στα ράφια των παππούδων μου κάτω από τις κασέτες VHS – μυρίζει σαν την υγρασία εκείνου του παιδικού δωματίου. Μυρίζει σαν να έχουν απορροφηθεί από την κόλλα, το μελάνι και το χαρτί τα στοιχεία του Σίδνεϊ -αλμυρό νερό, νότιοι άνεμοι, σάπια άνθη συκιάς και ζακαράντας, φύλλα ευκαλύπτου που ψήνονται στο έδαφος από ψαμμίτη, ψητό αρνί, τοστ Vegemite, αμπέλια από φρούτα του πάθους, καρακάξες, κοκατού και λορικέτ- όλα αυτά. Γιατί στο τκλατω-κάτω της γραφής το Σίδνεϊ ήταν αυτό που καθόρισε το έργο της Antigone Kefala, και εκεί αναπαύθηκε μετά από δεκαετίες περιπλάνησης. Το αντίγραφό μου ταξίδεψε τρεις διαφορετικές ηπείρους και δύο από τους ωκεανούς του κόσμου, για να καθίσει εδώ στο γραφείο μου. Αλλά όταν ξεφυλλίζω τις σελίδες από τα δεξιά προς τα αριστερά, αυτό το βιβλίο είναι ό,τι πιο κοντά στο σπίτι μου θα μπορούσα να είμαι.

*Η Madeleine Watts είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων, ιστοριών και δοκιμίων. Πρόσφατα εξέδωσε το βιβλίο Elegy, Southwest.

Viktor Tatishchev, Πενήντα φωτογραφίες του με τον τίτλο “Ιθάκες”

Μέσα στη λαοθάλασσα του διαδικτύου από σύμπτωση θα έλεγε κανείς, αν και πολλοί θα πείτε πως τίποτα δεν είναι τυχαίο, όταν μέσα στο διαδίκτυο συναντώνται δύο άνθρωποι όπως ο Βίκτωρ κι εγώ.

Κάπως έτσι γεννιέται η ιδέα της συνεργασίας ενός φωτογράφου και μιας συγγραφέως. Έτσι όπως η τέχνη συναντά την λογοτεχνία.

Η εφεύρεση της φωτογραφικής μηχανής ήρθε σαν αποτέλεσμα ή μάλλον σαν συνέχεια της τέχνης της ζωγραφικής που στόχο είχε την διαιώνιση του προσωρινού της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η φωτογραφία στις μέρες μας έχει περάσει στην συνείδηση της Ιστορίας στις καλές Τέχνες και δεν θα άφηνε κανέναν μας αδιάφορο η εξέλιξη της μέσα στα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα που με γοργό ρυθμό μέσα από τα γρανάζια της τεχνολογίας πέρασε από την απλή συμβατική στην αναλογική για να εντυπωσιάσει με την υπερσύγχρονη DSLR.

O Viktor Tatishchev, ένας παλιός φωτογράφος όπως ονομάζει τον εαυτό του ασχολήθηκε από τα νεαρά του χρόνια με την φωτογραφία και συγκεκριμένα από τότε που ήταν μαθητής Λυκείου.

Γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας και τελείωσε το Λύκειο θετικής κατεύθυνσης. Ξεκίνησε σαν χομπίστας φωτογράφος και ασχολήθηκε επαγγελματικά για ένα διάστημα. Ως επαγγελματίας πολεμικός φωτογράφος βρέθηκε να καλύπτει φωτογραφικά τον πόλεμο στην Τσετσενία και μετά στην Λιβύη της Βόρειας Αφρικής.

Αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης Επιστήμες και σήμερα ζει και εργάζεται ως διευθυντής σε μια εταιρεία στην Ρωσία.Για την ακρίβεια ως 3D team manager.

Μέσα στις πολλές επαγγελματικές του υποχρεώσεις η φωτογραφία εξακολουθεί και είναι το αγαπημένο του χόμπι.

Παρά την δυσκολία του διαδικτύου σαν μορφή επικοινωνίας συνεργαστήκαμε θαυμάσια και πολύ γενναιόδωρα μου πρόσφερε 4 φωτογραφίες του για το βιβλίο μου “ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη του 2024.

Από αισθητικής άποψης η σονάτα μου απογειώθηκε κι έτσι σκέφτηκα όχι μόνο να συνεχίσω την συνεργασία μαζί του αλλά στα πλαίσια μιας διαπολιτισμικής διάδρασης όπου η τέχνη της φωτογραφίας συναντά την λογοτεχνία να σφραγιστεί με μια έκθεση φωτογραφίας του Βίκτωρ η οποία θα συνέπιπτε με την ζωντανή παρουσίαση του τρίτου μου βιβλίου ΡΟΥΒΙΝΑ Η ΟΡΜΥΛΙΩΤΙΣΣΑ που κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2024.

Δυστυχώς, αντίξοες συνθήκες δεν επιτρέπουν την πραγμάτωση αυτού του στόχου μας.

Παρ’ όλα αυτά το φωτογραφικό υλικό του μου το έχει στείλει και αποτελείται από 50 φωτογραφίες με τον τίτλο “Ιθάκες”.

Τη σειρά αυτή την ονομάσαμε έτσι γιατί οι περισσότερες από τις φωτογραφίες του είναι σε εσωτερικό χώρο δηλαδή στο σπίτι μέσα.Μέσα από την απλότητα και την σιγουριά που σου προσφέρει το σπίτι σου που μάλλον θα πρέπει να αναφερθώ σε μία Αγγλική ρήση για να επιχειρηματολογήσω: .

Δεν θα αναφερθώ σε τίποτα περισσότερο αν και είχα στον νου μου το ποίημα του Κ.Π.Καβάφη “Η Ιθάκη”.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις λέει ο λαός. Θα σας αφήσω λοιπόν να απολαύσετε 50 φωτογραφίες του Viktor Tatishchev και θα ευχαριστήσουμε για άλλη μια φορά την κυρία Γεωργία Κοτσόβολου και το Περιδικό HOMOUNIVERSALIS για την Φιλοξενία της έκθεσης και της παρουσίασης του βιβλίου μου ΡΟΥΒΙΝΑ Η ΟΡΜΥΛΙΩΤΙΣΣΑ

ΜΑΡΙΑ ΜΑΚΜΙΛΑΝ ΖΑΧΑΡΙΑ

Ο Viktor Tatishchev και η Maria Macmillan Zacharia zachariamaria1@gmail.com είναι μέλη της φωτογραφικής ομάδας [YouPic]

REVIEW ON VIKTOR TATISCHEV’S PHOTO WORK

According to Samuel Becket, a great writer, and a poet whose favorite hobby was photography,” a photographer expresses in his images his inner world”. In other words, people tend to immortalize by taking photos, what they see nice or beautiful or what is in their interest.

That’s how I stopped in front of Viktor’s photos, staring at them with admiration. A series of photos he calls ‘table work’.

As he said, he used a technique that wouldn’t be able to explain in the chat box and therefore I had to read the instructions which means, pages and pages.

As I was born in 1961 in Greece, I have been confronted with all the changes of technology of the last 50 years, which means half a century.

Speaking about Viktor’s photos I will make a stop on the ones that a photo camera is depicted and occasionally an old clock. A clock that somebody wouldn’t find in the market easily today because all these device have been replaced by digital contemporary device that indicate the year we live in, The year 2024 ,the first quarter of the 21st century. It also reminds us of past times that we, the older generation keep remembering with nostalgia.

The photo camera used to be in the form of compact and photographers used the traditional film. The combination of these two items are depicted in an image next to books very well arranged, giving me the impression that I had in front of me a whole history through the decades in black and white colors that ring the bells of the past just before the invention of the colored film. I t also tends to occupy our memory and through minimalizing gives the sense of vintage on a photo that probably was taken yesterday.A piece of art that the artist didn’t take much effort, but the result was simply superb.

Being a writer, trying to combine narration in the form of short stories with poetry,I wrote a book with the title For A sonata And A paper moon.

When I bumped into Viktor’s photos depicting an old piano with a porcelain cup of coffee next to it, I thought to myself ‘Yes, that’s it. This is what I really want as a cover of my book
I have never met Viktor in real life, but a real friendship started because we had in common our love to photography.

It took us a bit to cooperate, but we eventually made it and I think a real friendship started since we finally recognized each other.

Trying to combine the four photos I was given very generously by Viktor, I put one photo, the one with the piano and the cup of coffee as a cover because the cup of coffee to me symbolizes hospitality as whenever somebody visits my place, the first question is ‘Will you have some coffee?’

Hospitality is one of the customs of Greece and since Greek mythology to nowadays has passed into our tradition though the contemporary Greeks express a slight fear because of the vast number of refugees that have invaded my country lately.

A Sonata is kind of classical music. Music, art, literature, poetry painting and photography as an art are some of the things that distinguish humans from animals bearing in mind that human brain is divided in the spiritual part and the one that characterizes animals. A human being to survive needs both kind of nutrition. Music is the best to make humans better.

Later on always staring with admiration the rest of Viktor’s work,I stopped at a cup of coffee made of procaine and red roses were drawn on it ,sample of good taste and a hint that characterizes inner quality. At the same time this porcelain reminded me of something similar that my mother used to have and when she was alive I asked her once whether I could have it She refused smiling to me by saying ‘No’, because you will be having your coffee or tea in it whenever you visit me.

So, I realized that this cup with the roses must be as precious to Viktor as the memory of a mother or somebody he truly loved.

I would like to stop here but just before I finish, I must mention a combination I made in my book. I combined a photo I was given by Viktor with an extract by Odysseas Elytis, a Greek   Poet, awarded with the Nobel Prize once.

That’s how I divided the third part of my book.*

*Η αναφορά είναι για το βιβλίο της Μαρίας Μακμίλλαν Ζαχαρία “ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΝΑΤΑ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη από τις εκδόσεις “Όστρια” με εξώφυλλο του Viktor Tatishchev.

On page 83

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις και πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το’ τ’ και το ‘ε’
Πάντα εμείς το φως και η σκιά
Πάντα εσύ το αστεράκι και πάντα
Εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι

Οδυσσέας Ελύτης.

So, I will try to translate these lines for the sake of my friend Viktor
The waves have heard of you
How you caress and how how
You kiss.
How you whisper the letters ‘t’ and ‘e’
We will always be the light and the shadow.
You will always be the star and I will always be
The dark boat
You will be the port and I will be the torch.

Translated by Maria Zacharia

My book practically is divided in three parts. On page 17 you can see again the same photo of Viktor’s piano and the cup of coffee but though Viktor gave it to me slightly different in color, a bit reddish it ended up while printing ,black and white.

Moreover, I combined it with an extract of the famous Greek Poet Giannis Ritsos. A poem that is called A Sonata in Moonlight

I will try to translate this poem too.

Αφησέ με νάρθω μαζί σου – Τι φεγγάρι απόψε
Είναι καλό το φεγγάρι – δεν θα φαίνεται που
Άσπρισαν τα μαλλιά μου, το φεγγάρι θα κάνει πάλι
Χρυσά τα μαλλιά μου.
Δεν θα καταλάβεις
Άφησέ με να έρθω μαζί σου, όταν έχει φεγγάρι
Μεγαλώνουν οι σκιές μέσα στο σπίτι
Αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
Ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
Λησμονημένα λόγια-δεν θέλω να τ’ακούω – Σώπα
Άφησέ με νάρθω μαζί σου

Γιάννης Ρίτσος

Let me come with you
-what a moon tonight
The moon is good-it won’t
Be seen that my hair turned
Into grey.You won’t understand
Let me come with you.
When there is this kind
Of moon in the sky
The shadows grow bigger.
In the house
Invisible hands
Withdraw the curtains.
A finger writes on the dust of
The piano forgotten words-I don’t
Want to hear them-Be silent!
Let me come with you!

Translated by Maria Zacharia

On page 29, I divided the second part of my book with Viktor’s photo that shows the old tableclock, the cup of coffee and the photo camera. I also combined it with a small extract of one my favorite Greek poets Tasos Livaditis.

Θα μπορούσα να έχω κάνει σπουδαία πράγματα
Στην ζωή μου ,μα γεννήθηκα πολύ απασχολημένος.

Τάσος Λειβαδίτης

I could have made great things.
In my life ,but I was born very occupied.

Translated by Maria Zacharia

*Το κείμενο και οι φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από εδώ (όπου μπορείτε να δείτε και άλλες φωτογραφίες του Viktor Tatishchev: https://homouniversalisgr.blogspot.com/2024/06/viktor-tatishchev.html?spref=fb&fbclid=IwY2xjawK5upNleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFNSlNieFhqaGhhN0VpY3ViAR7TbHzi2lDh74Nf8FwjZgUXK0eoNmtpuJ0DMmC0T1TL_s3Tuyjq-robE0sKEA_aem_MP5TTaJubhyLAuHMXJVtNA

Γιώργος Αναγνώστου, Ρευστότητας Έρωτας

Φωτογραφία: Στράτος Φουντούλης

Στο ήθος γενναιοδωρίας Θ.Τ.

Η έλξη σκίρτησε. Στο σημείο ακριβώς που παιχνίδισαν δυο γλώσσες. «Ο παλιός έρωτας με νεράιδες…», άρχισε την ιστορία. Την είχε ακούσει από τον μετανάστη παππού του. Τελετουργική αφήγηση καλοκαιρινή. Η κάθε επιστροφή στον προγονικό τόπο. Οι σταθεροί της παρέας δεν έπαυαν να την εκτιμούν σαν κάτι που ακόμα μάγευε. Τα νέα μέλη σαν να αποκόμιζαν κάποιο ηθικό μήνυμα. Αυτή όμως εστίασε αλλού. Επέλεξε άλλη ερμηνεία. Περίμενε μέχρι να καταλαγιάσουν τα σχόλια. «Αχ αυτός ο φιλαράκος ο ιός!» πρόσθεσε ανέκφραστη.

Ο παλιός ιός, «ο pal ιός», ο φίλος μας, η αρρώστια του έρωτα, κατέγραψε ο αυτόματος μεταφραστής μέσα του. Χαλί αναγνώρισης, κοινός χώρος, παιχνίδι διγλωσσίας. Τόπος διασποράς. Η έλξη των λέξεων ρίγησε σαν συνεύρεση, τους εκτόξευσε. Ήταν μια απόδραση από την κοινή θέα της συμμόρφωσης. Τους δύο ερωτευμένους λογοτέχνες ασφαλώς και δεν έπρεπε να τους δούνε παρέα. Μακριά από το νησί λοιπόν, μακριά από εκεί όπου ακόμα και τα πεύκα έχουν όραση και οι αμμουδιές ακοή.

Στην αρμύρα του δέρματος ψηλάφησε τη γενέτειρά της. Στο Bondi, στα κύματά του, εκεί που το σώμα ελάφραινε, εκεί θεράπευε τις ρωγμές της εσωτερικής εξορίας· «ρευστότητα διέλυε ό,τι υπήρχε ανάμεσα στην πατριαρχία του πατέρα και την αλαζονεία των λευκών που λαχταρούσε και απωθούσε συνάμα· τα καταργούσε. Διάχυτη την πλημμύριζε η πολλαπλότητα του εαυτού, ελευθερία από όρια και ιεραρχίες, η θάλασσα ο τόπος που λάτρευε να κατοικεί, her true home, το βαθύ ανήκω». Έτσι το έθεσε πολύ αργότερα. Η αέναη επανάληψη της ρευστότητας. Διψούσε. Μια ανεξάντλητη πηγή για γραφή. Και αν η τυραννία της απόστασης από την Ελλάδα ήταν ένα ρήγμα αγεφύρωτο, το Αιγαίο στο χωριό προσέφερε διαρκώς νέα καλοκαίρια. Και μαζί τα φαντάσματα της καταγωγής αποκτούσαν διαρκώς νέα ονόματα.

«Κι εσύ, από πού ακριβώς είσαι;» Η αναπόφευκτη ερώτηση ήρθε κάπως αργά, το εκρηκτικό φλερτ δεν χωρούσε το μπανάλ. Δίστασε να ονομάσει την επαρχία. Οκλαχόμα. «Από το όλα χώμα» ήρθε ένα λογοπαίγνιο από το πουθενά, μια αστραπή αστοχίας. Σφίχτηκε. Μα η αφροδισιακή θεά καραδοκούσε, μουλιάζοντας με καταιγίδα τα λόγια του. «Ακόμα και οι λέξεις υγραίνονται όταν αγγιζόμαστε», έσωσε την στιγμή. «Θα μας πότιζε ακόμα και μια Οκλαχόμα από χαλκό», τον αγκάλιασε η ευχέρειά της στα γλωσσικά παιχνίδια. Fan της φαντασίαs, η φαντασία είναι fun, ο Έρως και ο Παν φαν ζωτικής δροσιάς. Τον φίλησε, ανέμισε υγρούς κόκκους άμμου η ηδονή.

Λάμποντας σε νερό ιερό ανίερες ενώσεις. Οι ωκεανοί του Bondi, καθόλου μα καθόλου ειρηνικοί, ξεβράζοντας στρώματα εδάφους τυρφώδους, μίξεις με πηλώδη χώματα, φιλόξενα στις βυσσινιές. Καταρράκτες βοστρύχων κορμιά, ποτάμια πλοήγησης με παράξενα πορθμεία, χείμαρροι απουσίας την άνοιξη, δύο τρία καλοκαίρια αργότερα όπως συχνά συνηθίζεται, αργόσυρτοι παραπόταμοι, λίμνη λιμνάζουσα, το έλος, σχεδόν τέλος.

Συμφώνησαν να κλείσει ο κύκλος. Εκεί ακριβώς που είχε ανοίξει. Εκεί που τα ελαιόδεντρα ανεμοδαρμένοι κατάσκοποι και εκεί που οι άνεμοι μεταφορείς κωδικών. Για τους ντόπιους to go & sip news. Εκεί που η ακολουθία των εφτασφράγιστων μυστικών συντάσσει ένα αναγκαίο καμουφλάζ. Δεν αγγίχθηκαν. Και να προέκυπτε δεν θα αντιστοιχούσε στα περασμένα. Του ζήτησε όμως να μπει στον χορό της παρέας, κάτι που τον ξάφνιασε, αφού γνώριζε καλά πως δεν χόρευε. Σαν ομίχλη θυμάται τα υγρά μάτια να τον προσκαλούν, το πρώτο τρέμισμα μιας θύελλας εκεί. Και αυτός της χάρισε το χορό, μια τελευταία υπόκλιση -τόσο μα τόσο αδέξια- στην ισχύ της γοητείας της.

Χορτασμένη πλέον η Αφροδίτη. Επιλέγοντας την ειρωνεία για επιδόρπιο. Το κονιάκ της τελετής λήξης να ποτίζει μια δεύτερη ζωή στην ηλεκτρισμένη στιγμή. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτήν την αλχημεία ο Ιταλός φίλος. Διακριτικός μάρτυρας της ιστορίας, φωτογράφος. Αναγνώρισε την κατάσταση, αφουγκράστηκε την στιγμή, εστίασε στη μορφή της και μόνο (θαυμάζοντας ίσως κρυφά), το μυστικό οπωσδήποτε να προφυλαχθεί. Το μοιραίο κλικ: Το ξαναμμένο της πρόσωπο, το τόξο των φρυδιών, το τελευταίο βέλος που εκτοξεύεται προς άγνωστο αποδέκτη τώρα. Όταν την πρωτοείδε τον διαπέρασε το φως. Σκίσιμο στην μνήμη διαμπερές από φως.

Στοιχειωμένη και η ανάγνωση του βιβλίου της. Με τις λέξεις να σαλεύουνε σαν φαντάσματα. «Η καταιγίδα έπνιξε την φράση στο στόμα της, αποζήτησε τα χείλη του. Υγράνθηκε το σώμα με κάτι σαν συμπύκνωση και διάχυση μαζί, μια αιώρηση πάνω από όλα όσα χωρίζουν την πραγματικότητα από την φαντασία. Την ρευστότητα της θάλασσας αλλά όχι πια μόνη σου, άκουσε μια φωνή να της απαιτεί. Η συνέχεια θα έρθει στην γραφή: ‘Μην εκπλαγείς αν μας συναντήσεις στο μυθιστόρημά μου,’ τον προετοίμασε».

Πράγματι, έτσι είχε ειπωθεί. Κάτι είχε προαισθανθεί από νωρίς μα ο πυρετός του για εκείνη έσβησε τις υποψίες πριν καν τολμήσουν να ξεμυτήσουν. Άραγε εκείνη -γνώστης καλοκαιρινών θαυμάτων- προανήγγειλε το τέλος του έρωτα ως αρχή της φαντασιακής του απόδοσης; Άγνωστο. Η μόνη βεβαιότητα καταστάλαξε ως κοινοτυπία και ο στρόβιλος της συνεύρεσης τροφοδοτούσε το σώμα με μελλοντικές γραφές.

Επιλεκτικά, βέβαια. Ίσως να είχε λόγους, ίσως όχι, το στοιχείο της νεράιδας δεν χώρεσε στην λογοτεχνική απόδοση. Τον είχε ρωτήσει για την ιστορία του παλιού έρωτα. Για ποιο λόγο η αφήγησή της κάθε καλοκαίρι, «μήπως για να γητεύεις με φολκλόρ τις τουρίστριες;», του είπε σαν πείραγμα. Ωραία άνοιξε θέμα συζήτησης, ξωτικά, νύμφες, λαογραφία, family lore, χρηστικά παρελθόντα, ήταν διαβασμένη. «Αλληγορία για το πως διαμορφώνω τον εαυτό μου στα φάσματά του. Τα πολλαπλά του φάσματα, πως λειτουργώ με τα πολλά μου φαντάσματα, τους διπλούς και τριπλούς εαυτούς μου», τόνισε με μια συνειδητή επανάληψη λέξεων. «Την πολυμορφία της νεράιδάς μου, την υβριδικότητά της, την ηλεκτρίζει ένα ήθος, ένας βαθύς τρόπος πλοήγησης. Ένας ηθικός προσανατολισμός -ας τολμήσω τη φράση- με κέντρα βάρους, αυτό επιθυμώ να τίθεται ως ερώτημα στο πάρτι της πολλαπλότητας». «Αχ ο μοντερνιστής μου στον ωκεανό της μεταμοντερνικότητας…» ανέβασε τον πήχη θεωρητικά.

Εξουθενωμένος επιστρέφει στην φωτογραφία, φορτίζεται, φανερώνεται η αφετηρία για τoν δικό του επίλογο. «Πλησιάζω σε απόσταση αναπνοής τα μεγεθυμένα μάτια, τριπλάσια στον τελετουργικό αποχαιρετισμό που ποιεί η γητεύτρα μάγισσα. Επιθυμώ για τελευταία φορά να με κατοικήσει ο λατρευτικός της πόθος. Μήπως η έκθαμβη λαμπρότητά της είναι το τελευταίο δώρο της μνήμης; Μια ύστατη δοκιμή δύναμης που με μεταμορφώνει σε χορευτή που με μεταλλάσσει για χάρη της; Χωρίς δυϊσμούς (έτσι θα το έθετε αυτή), σπονδή ταυτόχρονα στο μεγαλείο του έρωτα και στον βωμό της εξουσίας του.

Η απόπειρα αναπαράστασης ήτανε μάταιη, η στιγμή έχει δραπετεύσει. Δεν υπάρχω πλέον ως αντικείμενο της ματιάς της, έχω εκτοπιστεί. Σεβαστή η παρέμβαση του φωτογράφου φίλου, απόλυτα κατανοητό το πώς και το γιατί της απουσίας. Το θέμα έγκειται αλλού, στην απόφασή της. Στις μετατοπίσεις που επέφερε. Η στιγμή έχει μεταφερθεί στον μαγνητισμό ενός άλλου οπτικού πεδίου, σε έναν χώρο που το βλέμμα της απλόχερα απλώνεται. Την δύναμη της σαγήνης επιλέγει πια να εκθέτει σε κοινή θέα. Στέρεη, συμπαγής απόφαση. Εκρηκτικά μόνη πλέον στο φβ να θέλγει, επιθυμίες ρευστές.

Σε υγρό τοπίο επιθυμώ να την αποχαιρετήσω, καταδύομαι. I see a salty seabed in her ocean, θαυμάζω τα κοράλλια, αναπνέω τα σκοτεινά οξυγόνα που αρμονικά μας ανέστησαν. Αφήνομαι σε υπόγειες ροές, απλώνομαι σε χορογραφίες πολυπόδων, διαθλάσεις χρωμάτων. Διαχέεται η οσμή της, μνήμη γεύσης από τον βυθό. Μα να και η ωκεάνια νεράιδα της ιστορίας εμφανίζεται, σε μια τόσο δα γωνιά παραμελημένη, πλησιάζω να την αγκαλιάσω μα σαν να ασφυκτιεί, ‘αφήνεσαι και σε παρασύρει πάλι η ομορφιά, το ρευστό και το εύγεστο, αρκετά πια με την αισθητική’, με μαλώνει, ‘άλλα σ’ έχω ακούσει να θαυμάζεις σε μένα, κέντρα ήθους, τους τόπους και τους τρόπους τους’. Με απομακρύνει από την τρυφερότητά της, ψυχρά ρεύματα με ανατρέπουν, συνέρχομαι. Ο λόγος του αφόρητου πόνου με βουλιάζει. Ανελέητα, οδυνηρά. Από τον πολύτιμο δεσμό στην αγορά γοητείας. Από το ειδικό βάρος της σχέσης στην κοινωνία του θεάματος. Παγώνω. Πριν τα κέντρα της μεταφερθούν αλλού -δεν θέλω να γνωρίζω πια προς τα που-, συμπυκνωμένη, η εκστατική της ρευστότητα εκεί κάποια στιγμή παγιώθηκε».
*
*Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα 1960) ζει και εργάζεται στην Αμερική. Έχει δημοσιεύσει το βιβλίο Χαρτογραφήσεις της λευκής εθνοτικότητας: Λαϊκή εθνογραφία και δημιουργία χρηστικών παρελθόντων στον ελληνοαμερικανικό κόσμο (Νήσος 2021), καθώς και τις ποιητικές συλλογές, Διασπορικές Διαδρομές (Απόπειρα 2012), (https://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html) και Λόγοι Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής (Ενδυμίων 2016). (https://endymionpublic.blogspot.com/2016/07/blog-post.html⁩) Διατηρεί το μπλογκ, Διασπορική Σκοπιά: Ποιητικές Εν-τάσεις Στιχοπλοκές. (https://diasporic-skopia.blogspot.com/)

**Δημοσιεύτηκε εδώ: https://staxtes2003.com/2025/06/09/9-6-25/

Θαλερός Κώστας, Στο χείλος αδειασμένου φλιτζανιού

μπορώ να πω καθώς φαίνεται να κάθομαι
ακίνητος σ’ ένα τραπεζάκι σε μια φτωχική μικρή αυλή
ακολουθώντας με τον δείκτη του δεξιού μου χεριού
το χείλος ενός αδειασμένου φλιτζανιού
μπορώ να πω πως τους έχω γνωρίσει όλους
έναν προς έναν ξεχωριστά
ίσως στον κατάλληλο χρόνο που αναλογούσε
σε καθέναν από αυτούς
σε φαντασμαγορική ή σαρκική εκδοχή
σε νεανική ή γέρικη
σε νευρική ή σε νωθρή
“λιώμα” ή αδέκαστους

συγνώμη δεν μπορώ παρά να γελάσω λίγο
ακριβώς σε αυτό εδώ το σημείο
όχι δεν οφείλεται σε κάποιο αστείο που είπαν
που θυμήθηκα και θα μπορούσα να σου μεταφέρω

γαμώτο, δεν οφείλονται όλα όσα μου συμβαίνουν
δεν οφείλονται όλα σε αυτούς και μόνον σ’ αυτούς

είπα πως είμαι μια πόλη που επισκέπτονται
δεν είπα ποτέ πως ήμουν ναός λατρείας τους

και τώρα που σοβαρεύτηκα και θα με ρωτάς
για καθέναν απ’ αυτούς
μη νομίσεις πως με το που θα τους φιλοξενήσεις
θα αλαφρύνει τίποτε σε μένα ή σε σένα

αυτοί θα χτίζουν θα γκρεμίζουν
θα μας κάνουν όλο και πιο δυνατούς
χαράζοντάς μας παντού με γέλια και αίματα

αλίμονο! Εγώ σου μιλάω
και συ με περνάς σαν έναν απ’ αυτούς…

*Από το βιβλίο “πειροτεχνήματα – τεκμηριώσεις αιώνιων δευτερολέπτων”, έκδοση +τεχνία-, Ιούνης 2014.

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan), Χνούδι (Lint)

Jerry Bleem — «Patriotic Lint Drawing VI» (χνούδι ἀπὸ σημαῖες τῶν ΗΠΑ σὲ φύλλο κυλίνδρων ἁπλωμένο σὲ χαρτί, 5″ x 8”).

ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ λιγάκι ἀπόψε συναισθήματα ἀπερίγραπτα καὶ συμβάντα ποὺ θά ’πρεπε μᾶλλον νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε μὲ ὅρους νημάτων καὶ ὄχι μὲ λέξεις.
       
Κάθομαι καὶ περιεργάζομαι ρετάλια τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας. Εἶναι θραύσματα ζωῆς μακρυσμένης, δίχως νόημα ἢ σχῆμα. Εἶναι πράγματα ποὺ συνέβησαν ἁπλῶς, σὰν χνούδι.

*Πηγή: Richard Brautigan, Revenge of the Lawn. Stories 1962-1970, Νέα Ὑόρκη, Simon and Schuster, 1972 [πρώτη δημοσίευση: Rolling Stone 25 (4 Ἰαν. 1969), σ. 30].

**Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) (1935, Τακόμα – 1984, Σὰν Φρανσίσκο). Ἀμερικανὸς πεζογράφος καὶ ποιητής. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕντεκα νουβέλες, δέκα ποιητικὲς συλλογὲς καὶ μία συλλογὴ σύντομων πεζογραφημάτων. Ἡ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, τὸ παιγνιῶδες καὶ γλυκόπικρο ὕφος καὶ ἡ εὑρηματικότητά του εἶναι στοιχεῖα ποὺ θὰ συναντήσει κανεὶς στὸ σύνολο τοῦ ἔργου του. Ἔδωσε ὁ ἴδιος τέλος στὴ ζωή του.

***Μετάφραση ἀπό τὰ ἀγγλικά:
Γιῶργος Ἀποσκίτης (1984). Γεννήθηκε καὶ ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πραγματοποίησε σπουδὲς στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο. Ἔχει ἀσχοληθεῖ, μεταξὺ ἄλλων, μὲ τὴ λεξικογραφία καὶ μὲ τὰ κινούμενα σχέδια. Δουλειά του ἔχει δημοσιευτεῖ στὸ περιοδικὸ Σημειώσεις καὶ ἀλλοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρωτότυπα κείμενα καὶ μεταφράσεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπονζάι. Πρῶτο του βιβλίο ἡ συλλογὴ μὲ μικρὰ πεζὰ Στιγμόμετρο (Σμίλη, 2021).

****Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/06/08/richard-brautigan-chnoudi/

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Οφιούσα

Διπλά κοιτάς τα πράγματα,
είσαι ένας άνθρωπος εξεταστής
και ταξιδευτής συγχρόνως.
Δεν ησυχάζεις πουθενά,
όσο την ημέρα βλέπεις δράση
και το βράδυ τη σιγαλιά του λάθους.
Φεύγουν οι καιροί σαν να μην άλλαξε
παρά μόνο η ηλικία και ο τρόπος
που αντιλαμβάνεσαι το σώμα.
Οφιούσα είναι το νησί,
τόπος με κινδύνους η σκέψη,
όταν αναίρεσις αυτό που έπραξες
έστω και με την απραξία.
Κάποιοι θα ήθελαν να βρίσκονται
σε αυτή τη θέση σίγουρα,
εσύ μέσα από τα χαλάσματα βρίσκεις
τον ρυθμό σου να πορεύεσαι στον κόσμο.
Δεν έχεις κάθισμα, συνεχίζεις να πατάς
ξεροσέλιδα και ψόφια γράμματα,
αναζητώντας τον φάρο στο βάθος,.
το αγαπημένο πρόσωπο έναντι αγάπης
που δεν δίνεται με ίδιο τρόπο όπως τότε.

*Από τη συλλογή “Υδρούσα – Οφιούσα”, Εκδόσεις Κέδρος, 2021.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Γράμμα στο παρελθόν

Αποφάσισα να συγχωρήσω
να χωρίσω τα “συν”, κολλημένα στη μνήμη
όσα είπα “τέρας”.
Είκοσι χρόνια μετά
τα γράμματα στο μέλλον
γύρισαν πίσω
στις πέτρινες κάσες τους.
Στην αργοπορία του κουκουλωμένα
τα μισά σωθικά μου
σκοτώνονται με τα άλλα μισά κάθε μέρα
για την επικράτεια του φόβου.
Ψυχροπολεμικοί παγετώνες εμείς
εκτεθειμένοι σε ακτίνες Χ της αλήθειας
πλημμυρίζουμε τον κόσμο
γεμίζοντας τις βαθιές πληγές του.

*Από το βιβλίο “Δαιμονισμένες – Κείμενα όλο triggers”, έκδοση Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη, 2023.

Χρίστος Λάσκαρης (1931-2008), Τέσσερα ποιήματα

ΜΑΚΡΙΑ

Και έτσι βρέθηκα σ’ αυτή την πόλη:
μακριά απ’ ό,τι αγάπησα,
μακριά απ’ ό,τι γύρεψα,
μακριά –
σε πολυκατοικίες μέσα.
Η μέρα είναι δύσκολη εδώ,
κι η νύχτα πάντα μια ποινή
καθώς στο μαξιλάρι σου θυμάσαι.
Όσο για την αυγή
ανύπαρκτη.

*

ΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΊΑ

Χρόνια τώρα
πηγαινοέρχονται φορτωμένα.

Κανένα τους δε σκέφτηκε
να βγει απ’ τη γραμμή.

*

ΕΠΑΡΧΙΑ

Πόσος θάνατος κυκλοφορεί στους δρόμους,
πόσο καλοντυμένος θάνατος:
άντρες μες στ’ ακριβά κοστούμια τους
γυναίκες μέσα στα πλούσια παλτά τους.
Δείχνουνε ζωντανοί
και θα μπορούσες να τους πεις ευτυχισμένους
καθώς με δώρα επισκέψεις ανταλλάσσουνε.
Μα το βράδυ
που επιστρέφουνε στα σπίτια τους
κι αρχίζουν να ξεντύνονται αργά,
μέσα απ’ τον καθρέφτη
ένας πεθαμένος τους κοιτάζει.

*

ΤΑ ΜΕΓΑΦΩΝΑ

Μεγάφωνα

Τρέφω
μια έντονη αποστροφή
για τα μεγάφωνα.
Έτσι όπως τα βλέπω
από πάνω μου να χάσκουνε,
μου θυμίζουν επίμονα
την εξουσία.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Χρίστος Λάσκαρης – Ποιήματα” Εκδόσεις Τύρφη, 2022.