Πασχάλης Κατσίκας, Πυρηνική σχάση

Δύο σκιές ποτίζουν τον τοίχο
δύο σκιές που κρατιούνται από το χέρι
κάτω απ’το λαμπρό φως του μανιταριού
την διαπεραστική ενέργεια
της μεγαλύτερης επιστημονικής ανακάλυψης

Ανεξίτηλες μένουν στη μνήμη
Ηχούν σαν αιώνιο ζευγάρι

-Οθέλλος και Δυσδαιμόνα
Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Αντώνιος και Κλεοπάτρα-

Καταδικασμένες όχι από έρωτα
στο χαμένο έργο ενός αγνώστου Σαίξπηρ

-Χιροσίμα και Ναγκασάκι-

Η προσπάθεια διάσπασης των ατόμων
απέτυχε!

75 χρόνια μετά…

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από τη σελίδα του ποιητή στο Facebook.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η ουτοπία

Η ουτοπία δεν είναι
παρά μια εξάσκηση
της επίγνωσης
ότι έχουμε σπάσει
τις κλειδαριές
των σοφών
τους κωδικούς των
ιερών χειρογράφων
ότι έχουμε καταλάβει
τα παλάτια των ιερατείων
κι έχουμε πλημμυρίσει
τα λιβάδια της ζωής μας
με άπλετο φως.

Κωστής Τριανταφύλλου, Δύο ποιήματα

γειτονιά

οι άνθρωποι της γειτονιάς
που πεθαίνουν και κυκλοφορούν σαν φήμες
περίεργα μαγαζιά σκονισμένα και θαμπά
ακατοίκητα
το ένα μετά το άλλο
χωρίς μέλλον
άδειες στοές των αγγέλων
εμπόριο στον άλλο κόσμο
γειτονιά των αβάσταχτων λέξεων
λαχειοφόρος αγορά του κάτω κόσμου
άνθρωποι της γειτονικής ματιάς
της καθαρής σχέσης
της συμπιεσμένης καθημερινότητας γειτονιά
μες στο ντουμάνι των ονείρων
ο ένας μετά τον άλλον
να πεθαίνουν
στη γειτονιά των φαντασμάτων

δύσκολος Μάρτιος του ’20
στην πλατεία του κάτω κόσμου

***

ησυχία

ο πλανήτης αφουγκράζεται
γυρίζει μέσα στη δική του σιωπή του σ
μέσα στη δική μας σιωπή της πόλης
στη σιγή της γειτονιάς
στην ησυχία του σπιτιού
του κήπου
της ψυχής μας
για να ακουστούν ξανά τα πουλιά
κι οι γάτες που ερωτοτροπούν
ας ονειρευτούμε για λίγο
έτσι κι εγώ θα βρω το δρόμο μου να φύγω

*Από τη συλλογή “Μη άρτιος Μάρτιος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2020.

Neringa Abrutyte, Δύο ποιήματα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΤΗ ΝΕΡΙΝΓΚΑ*

θέλω να έρθει ο χειμώνας: έτσι είναι το βράδι μου
ξεκουράζεσαι ή δουλεύεις; – ο γλάρος φτερακίζει στη θάλασσα
το ηλιοβασίλεμα σωστή θράκα τα δέντρα η κυριακή
σιγοπίνοντας κάτι διακλαδίζομαι ξένοιαστα στην ακροθαλασσιά
ω σε ποιό δίχτυ πέταξαν τη θάλασσα κρώζουν τα κλαδιά
πετάω ρίχνω μια μοναδική ματιά καμιά φορά είναι ωραία
όμως γιατί μου φάνηκε ότι για να συγκεντρωθείς ο χειμώνας είναι
καλύτερη εποχή; και εδώ που τα λέμε δεν μπορείς να ξέρεις πότε
θα σε αγκαλιάσει ένα τέτοιο καλοκαίρι που σαν το δρόμο
για τη θάλασσα την ακρογιαλιά σαν θρύλος μακραίνοντας
να θυμίζει τη μια και μοναδική χερσόνησο που έχει το όνομά μου

* Νέρινγκα ονομάζεται και η χερσόνησος, στην οποία ανήκει η γενέθλια πόλη της συγγραφέως (Σ.Τ.Μ.)

***

ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

αγαπώ τα πράγματα; και εκείνα εμένα,
όταν μπορώ κάποιες στιγμές να τα αποκτήσω;
όμως από λεφτά το μήνα αυτό μηδέν
και ένα πράγμα μπορεί να είναι όμορφο, αλλά κρύο-

θα μπορούσα να κάνω οικονομία;
όμως στο κέντρο ξαφνικά πιάνει βροχή
και έτσι αγοράζω ομπρέλα στη στιγμή,
όταν βγαίνω ραντεβού -και ξάφνου!-
(χωρίς ομπρέλα και βροχή) -και τα λεφτά έχουν χαθεί!
Πέφτουν απ’ τον ουρανό (λες να τα γλείψει ο αγαπημένος μου;)

και αυτό το πράγμα θα ανοίξει,
συνέχεια λέγοντας ότι ο χρόνος είναι χρήμα ο έρωτας-
βροχή και όλα όσα θές είναι το χρήμα-
το ΑΠΡΑΓΜΑΤΟ, που κάτι τέτοιες ώρες το ξοδεύεις,
γι’ αυτό αγάπα πιο πολύ
τα πράγματα απ’ τους αγαπημένους!

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2015. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Το τραγούδι του μπαρμπα-Θεού του κλοσάρ

-Ι-

Η Δημιουργία – τρίχες!
Ποτέ και τίποτα δεν δημιούργησε ο Θεός.
Αυτό το ξέρουν δα και τα μωρά.
Ο Θεός είναι ένας μοναχά γερο-αλήτης
με γένια κίτρινα και με μια μποτίλια φτηνό κρασί εκ δεξιών του
ξάπλα εις τους αιώνας των αιώνων κάτω απ’ τ’ άθλιο γεφύρι των άστρων.

.
-ΙΙ-

– Πού πήγαν οι παλιοί καλοί αλήτες;

Ετούτοι μάτια μου δεν ξέρουν μήτε τα κανιά ν’ απλώνουν
μήτε την γόπα ξέρουν να φουμέρνουνε σωστά.

– Πού πήγαν οι παλιοί καλοί αλήτες;

Ετούτοι για ένα σπιτάκι μια δουλίτσα μιαν ασφάλεια ζωής
ξεχνούν μεμιάς και λεφτεριά και περηφάνια.

– Λοιπόν, πού πήγαν οι παλιοί καλοί αλήτες;

.
—

*Δημοσιευμένο στον “Μανδραγόρα”. Αφιερωμένο στον Στράτο Κυπριωτέλη.

Κατερίνα Κουτσογιαννοπούλου, Αγάπη

Άναρχη αγάπη
Άκυκλη στον κύκλο τον αιώνιο
Άμετρη προσπέραση στην αιωνιότητα
Άκρατη στις στρατιές σας
Απροσάρμοστη στο ρυθμό των κομπιούτερ σας
Άσχετη στη μιζέρια σας
Άναυδη στις κραυγές σας
Ακάλυπτη στο Φως
Αβίαστη στο βιασμό σας
Αρραγής στις ρωγμές σας
Ανάρμοστη στα πιστεύω σας
Άσπιλη στις ερωτικές σας διαστροφές
Ανώριμη στις σοβαρότητές σας
Ακούραστη στις συμφορές
Ακλόνητη
Αλάνθαστη μοίρα
Αδάμαστη μέσα στις πόλεις
Αντίθετη από σας
Άπραγη στην καθημερινότητα
Αντιμέτωπη με το Σύμπαν
Άφταστη
Ανέγγιχτη
Αμόλυντη στα πάθη σας
Ανέραστη
Άχραντη
Απέριττη μέσα στα πλούτη σας
Αλλόφρονη στην τρέλα σας
Ασύστολη στις ηθικές σας
Αχτένιστη στους δρόμους
Απροσπέραστη στους αιώνες
Άνομη
Άναρχη αγάπη
–ΑΓΑΠΗ–

Andrew Franks, Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…

Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…
Ζούσα σ’ ένα μπουκάλι Ουίσκι, μέχρι που…

Με άνοιξες.

*Από τη συλλογή ”Sunflower Eclipse over Troia Nova”, Soul Bay Press, 2018.

Διάλογος για έναν

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry

Και να που ήρθε ο καιρός
του γάμου των άφυλων μονολόγων,
σε μία τελετή
σεμνής ανατομίας.

Διαδικαστικόν:

Τυλίγεις
την ελκώδη γύμνια μου
σε νυφική αποστειρωμένη γάζα.
Οι συγνώμες γδύνονται
το κοινό σαρκίο τους
και για μία ύστερη φορά
τα δίκια αναποδογυρίζουν.
Κοιτούν ανάσκελα
μια ρεκλάμα αναπαλαιωμένης 
μνήμης
να επαναλαμβάνεται απλήρωτη
Να γητεύεται
και να γητεύει
της επιείκειας το μονάκριβο μάτι
και ολοπάνω του να μπήγεται
ο ξύλινος ορίζοντας
λες κι είναι δαίμονας .

-" μάζεψε τα μαλλιά σου,
μου κρύβεις το φεγγάρι"

-" ψάξε τα μάτια μου στην πλάτη.
Ορκίστηκα 
το αύριο να πληγώνω 
κοιτώντας μόνο πίσω"

-" άργησες μιά πανσέληνο
Ο ουρανός λυκάνθρωπος , 
μας δάγκωσε "

-" ας διαρρήξουμε έναν κήπο.
Να βυζάξουμε ασβέστη 
σαν τις γαρυφαλλιές 
στους τενεκέδες "

-" ξεκίνα, έρχομαι "

Για λίγο μόνον
σύμφωνοι
πεντάφτωχοι αγαπήσαμε.
Γενήκαμε κι οι δύο
Μάνες

View original post

Hans Warren, Στην Αλεξάνδρεια

Βυθισμένος στις σκέψεις. Προσπαθώντας
να ερμηνεύσει στη δική του γλώσσα
το έργο του ποιητή που πέθανε
μισόν αιώνα πριν. Διατακτικός
και ατημέλητος βγήκε στον δρόμο,
κοντοστάθηκε, κοίταξε. Εκεί βαδίζαν
ίσκιοι αλλοτινοί, σιδεράδες, γραφιάδες,
που μύριζαν σκουριά και ξυμένα μολύβια, όμως
μεταμφιεσμένοι έφηβοι. Να το ύποπτο
καφενείο. Το έλεος του ποτού. Κι όλα εγίναν
ποίηση κι όνειρο την πρώτη εκείνη
νύχτα στην περιβόητη Αλεξάνδρεια.
Το φως του φάρου, η μουσική, η βροντή των κυμάτων.
Ξεμέθυστον το πρωί τα πόδια του τον έφεραν
στον απόμερο δρόμο, στο σκουροκίτρινο σπίτι,
στα καταθλιπτικά δωμάτια, τα γεμάτα
χαλιά κι ανθοδοχεία και παραπετάσματα.
Από καιρό χαμένα. Όμως πού
είναι η φωνή, ο πλούσιος ήχος
που πρέπει όλα τούτα να τ’αρθρώσει;

*Από το βιβλίο ”Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, έκδοση Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1999. Μετάφραση: Χήρο Χόκβερντα.