Voltairine De Cleyre (1866-1912), Δύο ποιήματα

Η Πρόποση της Απελπισίας

“Κλαύσαμε και οι θεοί είναι σιωπηλοί
Εμπιστευτήκαμε και προδοθήκαμε
Αγαπήσαμε και ο καρπός ήταν η στάχτη
Δώσαμε και το δώρο μετρήθηκε.

Ξέρουμε ότι οι ουρανοί είναι άδειοι,
ότι η φιλία και η αγάπη είναι ονόματα
ότι η αλήθεια είναι σκωρία σαν στάχτη,
οι καμένες φλόγες του τέλους της ζωής.

Πολύ και μάταια περιμέναμε,
μετά τη νύχτα του ανθρώπινου τριξίματος,
για ένα μόνο τραγούδι στην άρπα της Ελπίδας,
ή μια αχτίδα αυγής στην ακτή.

Ναι, τραγούδια έρχονται αιωρούμενα, γλυκό θαύμα,
και σπίθες χρωματισμένες σαν βέλη αστράφτουν·
αλλά η γλυκύτητα είναι ψέμα, και κουρασμένα πόδια
τρέχουν πίσω από μια αχτίδα φωτός βάλτου.

Την ώρα της ανάγκης μας, το τραγούδι σβήνει,
και το στεναγμό της θάλασσας φουσκώνει από θλίψη.
Η σειρήνα χλευάζει με το γουργουριστό γέλιο της,
που πνίγεται στο το βαθύ χτύπημα του θανάτου.

Το φως που κυνηγάμε με τα αδέξια πόδια μας,
σαν τους στόχους καλύτερων χρόνων,
ταλαντεύεται ψηλά και χαμηλά και εξαφανίζεται,
οι σπίθες ήταν βαμμένες με τα δάκρυά μας.

Ο Θεός είναι ψέμα, και η πίστη είναι ψέμα,
και η αγάπη είναι δέκα φορές περισσότερο·
η ζωή είναι ένα πρόβλημα χωρίς λόγο,
και ποτέ κάτι που πρέπει να αποδειχθεί.

Προσθέτει και αφαιρεί και πολλαπλασιάζει,
και διαιρεί χωρίς σκοπό ή τέλος.
Όλες οι απαντήσεις της ψευδείς, ακόμη και ψευδώς αληθινές,
σύζυγος, εραστής, φίλος.

Το ξέρουμε τώρα, και δεν έχει πια σημασία.
Τι σημασία έχει η ζωή ή ο θάνατος;
Μικροσκοπικά έντομα, αναδυόμαστε από τη γη,
ο πόνος και η προσφορά είναι η ανάσα μας.

Σαν μυρμήγκια σέρνουμε στην κοντή μας άμμο,
ονειρευόμενοι “μεγάλα πράγματα”.
Ιδού, θροΐζουν, σαν φλοιοί σε έναν ωκεανό οργής,
στην ορμή των τρομερών φτερών του Χρόνου.

Ο ήλιος χαμογελάει χρυσός, και τα φυτά λευκά,
και ένα δισεκατομμύριο αστέρια χαμογελούν, ακίνητα·
Ακίνητα, άγρια ​​σαν εμάς, το καθένα γυρίζει προς τη γη,
Και δεν μπορεί να κρατήσει τη θέλησή του.

Χτισμένα, ανόητοι, τα μεγάλα σας πράγματα,
Ο χρόνος θα φέρει στο τίποτα·
Ζεσταίνεται με τραγούδι, τραγουδάει το γλυκό ψέμα,
Και το ψεύτικο βέλος τα δάκρυά του σφυρηλάτησαν.

Για εμάς, μια εκεχειρία για τους θεούς, τους έρωτες και τις ελπίδες,
Και μια προσευχή φωτιάς και ροής·
Μια ελαφριά στροφή στον χορό του θανάτου,
Και ένα δυνατό ζήτω για τον τάφο!

1892

*

Ζωή ή Θάνατος

Μια ψυχή, στα μισά της Πύλης, είπε στη Ζωή:
“Τι μου προσφέρεις;”

Και η Ζωή απάντησε:
“Πόνος, ο αδιάκοπος αγώνας, η απογοήτευση, μετά από αυτά
Σκοτάδι και σιωπή.”

Η ψυχή είπε στον Θάνατο:
“Τι μου προσφέρεις;”

Και ο Θάνατος απάντησε:
“Στην αρχή, αυτό που σου δίνει η Ζωή στο τέλος.”

Στρεφόμενη στη Ζωή: “Τι θα γίνει αν ζήσω και αγωνιστώ;”
«Άλλοι θα ζήσουν και θα πολεμήσουν μετά από εσάς
Λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι πιο εύκολο εκεί που πρέπει να πάτε εσείς.»

«Και για τους αγώνες τους;» «Ένα πιο εύκολο μέρος θα είναι
Για τους άλλους, ακόμη και στο αποκορύφωμα του πιο οξύτατου πόνου
Της αγωνίας που κατακτήθηκε.»

«Και τι έχω εγώ
να κάνω με όλους αυτούς τους άλλους; Ποιοι είναι αυτοί;
«Εσύ ο ίδιος!» «Και όλοι αυτοί που ήταν πριν από εσάς», «Εσύ ο ίδιος!»

«Το σκοτάδι και η σιωπή, επίσης, έχουν τέλος;»
«Τελειώνουν στο φως και τον ήχο. Η ειρήνη τελειώνει στον πόνο,
Ο θάνατος τελειώνει σε μένα, και εσύ πρέπει να γλιστρήσεις από τον Εαυτό.

Για τον Εαυτό, όπως το φως στη σκιά και η σκιά στο φως ξανά,
Διάλεξε!»
Η ψυχή, αναστενάζοντας, απάντησε: «Θα ζήσω.»

Φιλαδέλφεια, Μάιος 1892

Γιώργος Β. Μακρής (1923-1968), Απλός λόγος

Υπάρχει εκτός των άλλων κι ένα τραίνο.
Κοιτάζω πάντα προς τα πίσω
ν΄ απομακρύνουνται τ΄ άγνωστα τούτα ζώα.
Είμαι χαρούμενος συχνά
που δεν αφήνουμε ίχνη.
Εσείς οι άλλοι μη μιλάτε
Το παιδί αυτό απεβίωσε χθες
και στην πόρτα ο ανίδεος επισκέπτης
βαστάει το ψάρι του δεμένο
με το πράσινο βούρλο.
Τι άραγε κερδίσαμε
ταχτοποιώντας τις χρονολογίες;
Μάθαμε αυτό και το είπαμε
δημιουργώντας κάποιες ιδέες.
Το είπαμε ο καθένας
με τη σειρά.
Όπως υπάρχει μια ψηλή ξυλένια σκάλα
και κόπος πολύς.
Και κάποτε ένας σκύλος σήκωνε
το πόδι του
άμα το επιθυμούσατε.
1942

*Πηγή: Γραπτά Γιώργου Μακρή, Πρόλογος-Επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς, Αθήνα: Εστία 1986.

Βύρων Λεοντάρης, από την “Ψυχοστασία”

Ποτέ δεν είχε η Νύχτα τόσο πληγωμένα μάτια
ανάστατα, βουερά, έκθαμβα μάτια
για τα παιδιά των θυμωμένων τούτων δρόμων
που διασταυρώνονται με προβολείς και πολυβόλα.
Τον ίλιγγο του πυρετού γνώρισαν και τα δόντια
της παγωνιάς, της δίψας και της πείνας τη ναυτία,
ω ,σύντομοι, πολύχρωμοι ύπνοι με ξεσκέπαστα τα μάτια,
ω, της καρδιάς κελάρυσμα ύστερα απ’ το τρέξιμο
ξεφεύγοντας την άτιμη τρικλοποδιά του θανάτου…

*”Ψυχοστασία (ποιήματα) 1949-2006”.

Nicanor Parra, Βοήθεια!

Δε ξέρω πώς βρέθηκα εδώ:

Έτρεχα πανευτυχής
Με το καπέλο στο δεξί μου χέρι
Πίσω από μια πεταλούδα φωσφορίζουσα
Που μ’ έκανε τρελό από χαρά

Και ξάφνου γκαπ σκοντάφτω
Και δεν ξέρω τι έγινε ο κήπος
Το σκηνικό άλλαξε εντελώς:
Αίμα κυλά από το στόμα και τη μύτη

Ειλικρινά δεν ξέρω τι συνέβη
Ή σώστε με αμέσως
Ή φυτέψτε μου μια σφαίρα στον αυχένα.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα επείγουσας ανάγκης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2008.
**Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Πρόκνη, συμβάν

ήταν μια τυχαία τρίτη
ο ουρανός στο instagram ήταν ροζ
εγώ δεν ήμουν έγκυος
οι κατσαρίδες κάναν πάρτυ
είπα: οι υποθέσεις οδηγούνε σε σφάλματα
ενώ έχυνα πάνω στα οδοφράγματα
συμφώνησες
με το αίμα
είχες θυμώσει
μου έδειξες τα δόντια σου
είπα ναι
με ζωγράφισες με αίμα και καύλα
με αποσυντόνισες
Δηλαδή σωστή καταστροφή
μια ευγενική εισβολή στο σύστημά μου
σε παρακαλώ
μην πάμε ποτέ για δουλειά

*Από τη συλλογή “Επισκευές πλοίων”, εκδόσεις μπαταρία, Οκτώβρη 2024.

Βασίλης Λαδάς, Πάντοτε με διλήμματα

Πάντοτε με διλήμματα
κρεμασμένοι στην κλωστή
πηγαίνουμε να κοιμηθούμε
βήχοντας
ή μ’ ένα μαχαίρι που σκάβει αργά το σώμα
με το πηγμένο αίμα γύρω του
ανοίγοντας έναν κρατήρα ηφαιστείου σιωπηλό.

Αλλά στο βάθος του καθρέφτη
είμαστε ακίνητα παιδιά.

Από το δρόμο η σειρήνα του ασθενοφόρου
καλεί το θάνατο
είτε να ‘ρθεί είτε να φύγει.
Είτε ‘ρθεί είτε φύγει
το σώμα μας αποκεφαλίζεται
και μένει ακέφαλο χωρίς ηλεκτρισμό.

*Από τη συλλογή “Βράδυ στο σπίτι” (1986). Περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό τόμο “Βασίλης Λαδάς – Τα Ποιήματα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Πάτρα 2023.

Δημήτρης Τζάνογλος, Στο βαγόνι

Η θέση απέναντι μου είναι άδεια
Είμαι άνετος
Έρχεσαι και κάθεσαι
Σε κοιτάζω
Με κοιτάζεις
Διακρίνω ένα χαμόγελο μέσα από τη μάσκα σου
Χαμογελάω κι εγώ
Κοιταζόμαστε για ώρα
Σηκώνεσαι να κατέβεις
Κατεβαίνω κι εγώ εδώ
Ο δρόμος άδειος και προχωράμε στην ίδια κατεύθυνση
Με κοιτάς πάλι
Με άγχος
Βγάζεις τα κλειδιά σου και τα κρατάς στο χέρι σου
Επιταχύνεις και χάνεσαι σε μια πυλωτή
Συνεχίζω τον δρόμο μου
Στεναχωριέμαι για εμένα
Φοβάμαι για εσένα.

Κατερίνα Φλωρά, Αν

Φώτο: Urs Boke

Αν εκείνο είχε βγει αληθινό
του παιδικού ονείρου μυστήριο όλον
θα ακολουθούσε αστέρι το δρόμο μας
φωτίζοντας το σκοτάδι και τα σύννεφα τα γκρίζα

Τότε η ψυχρή ακίδα του πόνου
δε θα ’ τανε τόσο βαθιά μέσα μας
θα προσπερνούσε γοργά
σαν πέρασε η σειρά της

Τότε και μέσα στον μαύρο ασφυκτικό κλοιό
πνοής ίχνος θα μας τράβαγε ψηλά
στην αέναη δροσιά