Η Πόρτα του Δημήτρη Τσεκούρα. Μια θαυμάσια αλληγορία για τον «ανοχύρωτο» άνθρωπο, αυτόν που «στα νεύρα του μπερδεύεται όλη η φύσις»(Στίχος από ποίημα του Κ. Καρυωτάκη). Αυτόν που ο αγαπημένος του Γιώργος Χειμωνάς ονόμασε «πένθους εραστή». Αλλά κι ένας τρόπος να μιλήσει για την ίδια την περιπέτεια της γραφής, όταν αυτή γίνεται προμηθεϊκή μοίρα που καρφώνει τον συγγραφέα στον Καύκασο. Μόνο που ο Καύκασος του Κλεό είναι οι άλλοι, οι τόσο αγαπημένοι αλλά και ανεξιχνίαστοι – γι’ αυτό και ξένοι- άλλοι που στέκουν ολόγυρα απ’ την ορθάνοιχτη πόρτα του. Ο Κλεό αποφασίζει να βγάλει την πόρτα του σπιτιού του. Όλη η ιστορία ξεκινά από τον φόβο ότι ο επικείμενος θάνατός του, για τον οποίο έχει μια φρικιαστική βεβαιότητα, δεν θα γίνει αντιληπτός από κανέναν. Και αποφασίζει να αφήσει τον χώρο του- το διαμέρισμα «των δύο απέραντων δωματίων»- ανοχύρωτο. Η συνειδητή επιλογή του ανθρώπου αυτού είναι μία : Να ανοίξει τον εαυτό του στους άλλους. Γιατί το σπίτι του αντανακλά στον εαυτό του και ο εαυτός του στο σπίτι του.
« Una comedia humana» , μια ανθρώπινη κωμωδία επιλέγει να δηλώσει εξαρχής ο συγγραφέας ότι είναι το έργο του, παρά το έντονο τραγικό υπόβαθρο της ιστορίας. Γι’ αυτό και υιοθετεί ένα ύφος παιγνιώδες, αυτοσαρκαστικό , αντιστεκόμενος στον καθωσπρεπισμό των «σοφολογιότατων» (Λέξη παρμένη από το έργο Διάλογος του Δ. Σολωμού) σχολαστικών φιλολόγων. Ενώ η λογοτεχνική του γλώσσα αποκαλύπτει- χωρίς όμως καμία έστω υπόνοια επίδειξης- ευρυμάθεια και στέρεη γνώση της ελληνικής γλώσσας, ο Δ. Τσεκούρας υπονομεύει με γενναιότητα αυτήν την ίδια τη σύλληψη της γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας. Η σκηνή του ασανσέρ με τη γειτόνισσα, όπως και όλες του οι απολαυστικές παρεκβάσεις (έξοχες ,ένα ξεχωριστό σώμα μέσα στην αφηγηση) φανερώνουν έναν μαέστρο του λόγου, ο οποίος όμως στέκει ειρωνικά απέναντι στο ίδιο το όπλο του. Αρνείται να χωρίσει σε παραγράφους το πρώτο κεφάλαιο, αλλά με ανατρεπτική ματιά το δηλώνει με τη φράση «αλλαγή παραγράφου». Με υποδόρια ειρωνεία τορπιλίζει τη σοβαροφάνεια ενός κειμένου δομημένου εξωτερικά σε παραγράφους, οι οποίες όμως δε λένε τίποτε, δεν εισχωρούν στην ψίχα του λόγου, δε σημαίνουν. Αυτήν την ανατροπή την κάνει στο εισαγωγικό κεφάλαιο του έργου του με το αινιγματικό τίτλο : «ελάχιστα λόγια για την εξωτερική εμφάνιση..». Ο Κλεό, ο ήρωας της ιστορίας του, εξωτερικά μοιάζει με ζωγραφιά του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, αλλά θαυμάζει τον Ιερώνυμο Μποστ. Το βιβλίο ξεκινά με τη φράση: «Τίποτα δε με ευχαριστεί». Λες και το ανικανοποίητο προβάλλει ως προϋπόθεση της συγγραφικής περιπέτειας.
Αν θέλαμε να δώσουμε ένα μόνο χαρακτηριστικό του λογοτεχνικού ήρωα που αριστοτεχνικά πλάθει ο Δ. Τσεκούρας στην Πόρτα του, αυτό θα ήταν η αντίφαση. Ο Κλεό μοιάζει φτιαγμένος από ολωσδιόλου αντιφατικά υλικά .
• Ο Φόβος και η Αγωνία ότι ο Φόβος θα επανέλθει.
• Η μεγάλη αηδία του για όλα.
• Η πεποίθησή του ότι όλα είχαν φτάσει στο τέλος.
• Η τρυφερή ματιά του στα πράγματα.
• Η παιδικότητα που οι γύρω του εκλαμβάνουν ως αφέλεια.
• Η άνευ όρων παράδοσή του στη μαγεία του ανερμήνευτου.
• Η απόλυτη παράδοσή του στον Φόβο με τη λυτρωτική της δράση.
• Η εσωτερική καταβύθιση, μαζί όμως με την προκλητική έξοδο προς τους άλλους.
• Το γκρέμισμα κάθε βεβαιότητας.
Η εμμονή με το πρόσωπο σε αντιδιαστολή προς το προσωπείο, οι πολλαπλοί εαυτοί, ο άλλος ως καθρέπτης διατρέχουν το έργο.
« Παρατηρούσε το πρόσωπό τους να αλλάζει όψη, σαν να έλιωναν μπογιές από το πρόσωπό τους».
Ο ίδιος ο Κλεό αλλάζει όψη. ( Το πρόσωπο και ο καθρέπτης ).
Παράλληλα επιλέγεται το δίσημο, αλληγορικό ύφος και το παιγνίδι με την πολυσημία των λέξεων. Η Γλώσσα για τον Δημήτρη Τσεκούρα είναι ο τρόπος του να μιλήσει για το άρρητο. Η κάσα της πόρτας –το σπίτι που γίνεται τάφος και οδηγεί σε μια άλλη Ανάσταση- Ανάληψη. Ο Κλεό στο τέλος της ιστορίας πετάει.
Επαναλήψεις λέξεων συνειδητά επιλέγονται ως μια ρυθμική υπόμνηση ότι το καίριο κάποιες φορές οφείλει να μνημειώνεται εν είδει ρεφρέν στην ασθενή εκ φύσεως μνήμη των αναγνωστών. Μόνο που ακόμη πιο καίρια είναι ακριβώς η επίγνωση ότι τίποτα δεν αξίζει να παίρνει κανείς στα σοβαρά. Μέσα από την επανάληψη λέξεων που δηλώνουν αυτά τα ανούσια άψυχα πράγματα που σωρεύονται γύρω από τον Κλεό στοιχειώνοντάς τον ( τηλέφωνο, δουλειά) και που τελετουργικά και μεθοδικά διώχνει από πάνω του.
Ο αφηγητής από την αρχή συνδιαλέγεται με τον δυνητικό αναγνώστη. Του κλείνει το μάτι με μια διανοητική ευφυία που εντυπωσιάζει, γιατί είναι ολότελα απροσποίητη. Η γλώσσα στην Πόρτα ρέει. Δίνει την εντύπωση ότι είναι ένα ποτάμι που για καιρό έμεινε κλεισμένο σε φράγμα συγκεντρώνοντας ετερόκλητα ψήγματα λόγου κι όταν κάποτε το φράγμα έπεσε, με μια ελευθερία ορμητική ξεχύθηκε, παρασύροντάς στο πέρασμά του τα πάντα.
Από ένα σημείο και μετά, ο αφηγητής και ο κύριος ήρωας της αφήγησης, ο Κλεό, ταυτίζονται.( Έκδηλη η αυτοαναφορικότητα σε όλο το έργο ). Κι ενώ ταυτίζονται, ο συγγραφέας επιμένει στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, εμπλέκοντας τον ήρωα σε έναν ιδιότυπο διάλογο τόσο με τον αφηγητή όσο και με τον δυνητικό αναγνώστη.
Έξοχο δείγμα γραφής αυτό που τιτλοφορείται « ένα πολύ λυπητερό κεφάλαιο». Το κεφάλαιο αυτό κλείνει με την ανατρεπτική φράση : «… το επίγειο τέλος της αφήγησης». Τι υπονοεί αυτή η φράση; Ότι η ιστορία του Κλεό ( εξαρχής ο ήρωας, ο Κλεό συστήνεται στον αναγνώστη ως « ο άνθρωπος της ιστορίας μας» ) ίσως συνεχιστεί και σ’ έναν υπερβατικό χώρο, έναν μη χώρο έξω από την επίγεια σφαίρα. Το ανατρεπτικό τέλος της ιστορίας επιτείνει αυτήν την αίσθηση. Μια αίσθηση ότι ο λογοτεχνικός ήρωας του έργου αυτονομείται από ένα σημείο και μετά και αποκτά δική του Γλώσσα, επομένως και δική του Ζωή.
Κι αν αποτολμήσουμε έναν ορισμό της αυθεντικής λογοτεχνίας και του αυθεντικού λογοτεχνικού ήρωα είναι αυτός, ότι ο ήρωας στέκει πιο πάνω από το χέρι του δημιουργού του. Ο Δημήτρης Τσεκούρας στην Πόρτα καταφέρνει να πλάσει έναν τέτοιο λογοτεχνικό ήρωα και να μάς τον συστήσει με τρυφερότητα, οξυδέρκεια και ανατρεπτική ματιά. Την ανατρεπτική ματιά του ονείρου που σε αφήνει εμβρόντητο να αναρωτιέσαι αν αυτό που μόλις διάβασες ανήκει στη σφαίρα της πεζογραφίας, του φιλοσοφικού δοκιμίου ή της πεζόμορφης ποίησης. Η Πόρτα είναι ένα λογοτεχνικό έργο που αρνείται την ταξινόμηση. Αυτό και μόνο αρκεί, για να την κατατάξουμε στα αυθεντικά έργα της λογοτεχνίας.
Ας πούμε ότι βρέχει.
Ότι είναι Κυριακή, πρωί.
Ότι είμαστε δεκαεννιά,
κι αυτό θα πει
δεν έχουμε ιδέα πως είναι να στενεύει ο δρομος
μέχρι να μη χωράς.
Γεμάτη αυτοπεποίθηση εσύ,
θα περπατάς
πάνω από την πόλη,
απ’ την ομίχλη που άλειψε τον δρόμο,
από το δέρμα μου που μαλακώνει όταν σε βλέπω
που έρχεσαι.
Ακόμα δεν θα ξέρουμε
πως όλο αυτό που μοιάζει με αρχή,
θα το σκεπάσει η φθινοπωρινή υγρασία.
Στο ποίημα εδώ, αυτό δεν έχει σημασία.
Ούτε πως κάτι τόσο αλλιώτικο θα γίνουμε
απ’ ό,τι φανταστήκαμε.
Τώρα,
εδώ,
είμαστε μόνο εσύ κι εγώ.
Και η υπόσχεση της πρωινής βροχής.
***
#Descartes
Ποστάρω επιμελώς.
Στήνω τους τένοντες και τις αρθρώσεις –
φωτογραφίες,
σπάνια ρήματα, ανέκδοτα ποιήματα,
πολυσυλλαβικά επίθετα σε δόσεις.
Φτιάχνω το δικό μου τέρας του Φράνκενσταϊν,
το ταΐζω ό,τι βρω.
Κάθε μέρα μεγαλώνει και ψηλώνει
ένα μέτρο τη φορά.
Κι αυτό με αφορά,
καθώς το ψηφιακό μου
τέρας άρχισε να μ’ αψηφά.
Και χωρίς αμφιβολία,
άλλη σκέψη ή δυσκολία,
το σαρκοφάγο,
περίτεχνο,
πλάσμα μου, σύντομα θα με καταπιεί.
..κι ύστερα, έκλεισες τα μάτια, καταπίνοντας βιαστικά μια τσίχλα σχεδόν αμάσητη. Είχαν προηγηθεί βέβαια κάτι λαχανιασμένα αλισβερίσια -εκ του συστάδην, πάντοτε- Κάτι νυχιές στις χούφτες, κάτι βλέμματα. Τίποτα δεν προμήνυε όμως τόση υγρασία, να φτάνει ως το μεδούλι και να ψάχνει ακόμη… εσύ, καλά εκεί, εν αναμονή, κάτω απ’ την ελάχιστη μάσκαρα που έλιωνε έτσι, απρόκλητα – εγώ τι κάνω τώρα, μου λες; Ποτάμια ιδρώτας… κι όχι, δεν ήταν άγγιγμα ελαφιού, το γρέζι έτρωγε δέρμα κι από κάτω γυάλινες φλέβες – θρύψαλα ηττηθήκαμε κατά κράτος φίλε, η μπάλα έφυγε πέρα, στα μάρμαρα… μ’ ένα μύτο ξερό, σφύριξε η λήξη κι ύστερα… ύστερα, το κακό απόγινε, ολοσχερώς που λένε… μπλέξαν κραγιόνια, δάκρυα κι αναφιλητά, ένα τουρλουμπούκι αδιάβαστος πήγα, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Μ’ αρέσει που στο τέλος ρώτησες «τι ώρα είναι», καθώς μου σκούπιζες – καθόλου απαλά- κάτι αναμνηστικές μπογιές στην άκρη των χειλιών κι…
Και ο μουγγός κυττούσε τη πανσέληνο μες απ’ το καθρέπτη
του ποταμού
Ο νυχτοφύλακας έπαιρνε κ έκλεινε τη φεγγαρόλαμψη σ’ ένα
του σφύριγμα
Κ ή Αφροδίτη περιδέραιο τη πέρναγε στο σκιερό ουρανό.
Μα τά μικρά κορίτσια που δεν πάτησαν ακόμη δεκατρία
Τ’ ουρανού το σφύριγμα μ’ ένα σφύριγμα κι άνεμο φιλί έπιναν
Από το στέμμα του μισότρελλου γεροζωγράφου π έφερνε
Τα σφυριχτά κορίτσια, με το κάρβουνο ηής υπόσχεσης στο χαρτί
της αιώνιας αγάπης’
Και κυττουσε μέ λαχτάρα κι όλο κύτταγε τη πανσέληνο, ο
μουγγός, μες απ το ποτάμι.
Το ποτάμι κυττούσε τη πανσέληνο κ η πανσέληνος το ποτάμι.
Φιλούσε με τ άλαλα χείλη του ο μουγγός τά σπυριά,
καί γίνονταν φεγγάρια’
Χίλια φεγγάρια ο ουρανός, χίλιες πανσέληνους,
κ ένα κλεφτοφάναρο για τον ποιητή.
***
Κολυμπώ στα βαθειά νερά
Μια ζωή στοά) χρόνου το σταμάτημα
Κολυμπώ στα βαθειά νερά.
Στης αγάπης το πρωτοξύπνημα
με χείλη φιλιών, ρουφώ
απ το λουλούδι τή δροσιά
Μια στάλα ικμάδα που κυλά
σ αυλάκια αχάρακτα
νεανικού προσώπου.
Απύξιδο καράβι χάνεται
Στου έρωτα τον ωκεανό’
Γοργόνα απ τής νιότης χλωροφύλλη
Από τη μέση και κάτω ροφός,
Τους κρίκους
Της αλυσίδας
Της άγκυρας λύνει.
Στου βυθού τα εργαστήρια
Κομψοτέχνημα σ ασήμι καί φύκη ο έφηβος
Της σάρκας και του έρωτα την ένωση, γιορτάζει.
Και το σκοινί τραβώ- δεν τελειώνει.
Τη σκανδάλη πατώ
Κ εκπυρσοκροτεί
Ένα όνειρο
Όνειρο και σκάνδαλο
Καθαρό ασήμι και χρυσάφι της αμμουδιάς
’που κυλιούνται τα γυμνά παιδιά —
Και το σκοινί τραβώ ίσαμε το τέλος.
Τη νύχτα η Σφίγγα
αφουγκράζεται την έρημο και
ανανεώνει το μυστήριό της
με εισπνοές νύχτιας σιωπής
Οι βεδουΐνοι μηρυκάζουν τη ζέστη
της μέρας
με ήχους κοφτούς και κρυσταλλιασμένους
απ’ τη βραδυνή ψύχρα
Από ψηλά οι αστερισμοί
ανταλλάσσουν μηνύματα με
την απέραντη κίτρινη άμμο
μαζί ανιχνεύοντας τις κοινές ρίζες τους
Μια ροή δίχως παύση
διατρέχει το χώρο
Μια μυστική κοσμική ενέργεια
αχαρτογράφητη και
χωρίς αλφάβητο
2
Μια ιστορία αληθινή
Μια ιστορία με αλήθεια
είναι κελάϊδημα πουλιών
το δειλινό
συναθροισμένα καθώς στέκουν
στην ίδια φυλλωσιά
Πές μου και συ
μια τέτοια ιστορία το βράδυ
Τόσο ζωντανή
Τόσο εύηχη
Τόσο αληθινή