Zachra Pourazizi: «Η αποστασιοποίηση κι ο ξεριζωμός έχουν κατακερματίσει το είναι μου»

Ιωάννης Κοντός*

Ιρανικής καταγωγής και αυτοεξόριστη στο Παρίσι, η Ζάχρα Πουραζίζι είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες και αιχμηρές σύγχρονες ποιητικές -και όχι μόνο- φωνές.

Συζητώντας μαζί της σε βάθος για τη γραφή, την ποίηση, την εξορία, την (αυτο)λογοκρισία, το Ιράν, την Ευρώπη και την Παλαιστίνη, με αφορμή την ανθολόγηση της δουλειάς της στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Τεφλόν.

«Στην ποίησή της, δε σταματά ποτέ να επινοεί τη δική της γλώσσα μέσα στην περσική γλώσσα. Στα ποιήματά της εξερευνά έναν ολόκληρο σιωπηλό, εγκαταλελειμμένο, άρρητο ή άγραφο κόσμο», γράφει ο κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής Parham Shahrjerdi για την ποίησή σου.

Ανακαλύπτεις και σμιλεύεις τη δική σου γλώσσα και φωνή μέσα από την ποίηση; Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους νιώθεις συνδεδεμένη με -ή αποκομμένη από- τη μακραίωνη περσική/ιρανική ποιητική παράδοση;
Η γραφή στα περσικά μού δίνει ελευθερία και μου επιτρέπει να δημιουργήσω τη γλώσσα μου, αποδομώντας και παραβιάζοντας μια σειρά κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων της γραμματικής και της σύνταξης.

Εξ ου και είναι μια γλώσσα η οποία μου ανήκει. Για μένα, η ποίηση εμφανίζεται στο συμβολικό μητρώο. Το να σκέφτεσαι την ποίηση, επομένως, σημαίνει να απελευθερώνεις τη γλώσσα από τον εαυτό της.

Σίγουρα, στη μορφή και το περιεχόμενο αυτών που γράφω, υπάρχει μια φωνή, η δική μου φωνή, ένας λόγος που παραμένει πάντα τουλάχιστον ένα μέρος, σε διαφωνία με τη γλώσσα ως διατομική αντικειμενικότητα.

Διαφορετικά ποιήματα είναι αγκυροβολημένα στη μνήμη της γραφής μου. Η σύγχρονη ποίηση με την οποία είμαι συνδεδεμένη είναι μέρος της συνέχειας της σύγχρονης περσικής ποίησης, που ξεκίνησε από τον Nima Youchidj στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ως έφηβη, ανακάλυψα τη σημασία και τον αντίκτυπο του έργου του χάρη σε σύγχρονους ποιητές των επόμενων γενεών.

Διαβάζω εκτενώς την κλασική λογοτεχνία από μικρή.

Νομίζω, ωστόσο, ότι η κλασική ποίηση θα μπορούσε να καταπνίξει και να περιορίσει το ποίημα ή να το αναγκάσει σε μια μουσικότητα και μια ποικιλόμορφη και μετρική αισθητική που κατά τη γνώμη μου υποτάσσουν τη γλώσσα σε προνεωτερικές λογικές και οριοθετούν το νόημα και τη φαντασία του ποιήματος.

Είναι ο «σιωπηλός, εγκαταλελειμμένος, ανείπωτος ή άγραφος κόσμος» όπου αναφέρεται ο Parham Shahrjerdi αυτός με τον οποίο αισθάνεσαι ιδιαίτερα εξοικειωμένη πολιτιστικά, κοινωνικά και ταξικά; Και αν ναι, γιατί;
Η εξωτερική άποψη υπερβαίνει το πεδίο ανάλυσής μου.

Με έναν υποκειμενικό τρόπο, καταλαβαίνω ότι αυτός ο άγραφος και άρρητος κόσμος τον οποίο υπαινίσσεται ο Parham Shahrjerdi είναι και ο γλωσσικός κόσμος (απαγορευμένες ή ταμπού λέξεις), η ποιητική μορφή (σε όρους καινοτομίας και παράβασης) και ο ανθρώπινος και κοινωνικός κόσμος (περιθωριακά άτομα).

Το σώμα είναι πανταχού παρόν στην ποίησή μου, ιδιαίτερα το γυναικείο σώμα, το οποίο έχει λογοκριθεί, απαγορευτεί, εξαφανιστεί και νοικοκυρευτεί στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Τεχεράνη, από μια καλλιεργημένη, μεσοαστική οικογένεια.

Έχω ορισμένα πολιτιστικά και κοινωνικά κεφάλαια -δανείζομαι τις έννοιες του Πιερ Μπουρντιέ- που δε μου δίνουν πρόσβαση στα μέσα για να ανακαλύψω από κοντά περιθωριοποιημένους κοινωνικο-γεωγραφικούς κόσμους ή να αγγίξω το δέρμα της πραγματικότητάς τους.

Θυμάμαι να φαντάζομαι αυτούς τους κόσμους και αυτούς τους ανθρώπους και να διαβάζω τις ιστορίες τους σε βιβλία ή εφημερίδες όταν ήμουν έφηβη.

Αλλά ως ενήλικη, ξέρω πολλά περισσότερα και πολύ καλύτερα. Θα έπρεπε να φανταστούμε και να δημιουργήσουμε το αδύνατο.

Αν μια λέξη περιοριζόταν στο τίποτα, θα την έγραφα, και αν ένα άτομο καταδικαζόταν στη σιωπή, θα τον έβαζα να μιλήσει στα γραπτά μου.

«Το εγώ μου πραγματώνεται μέσα στον ύπνο του χρόνου. […] Άθικτη, η νύχτα παραμένει», γράφεις στο ποίημα “Ο χρόνος”. Mε ποια έννοια το εγώ -ατομικό και συλλογικό- «πραγματώνεται στον ύπνο του χρόνου»; Και πώς συνδέεσαι με τον πυκνό ιστορικό χρόνο, τόσο ως ποιήτρια ιρανικής καταγωγής και ως άτομο;
Έγραψα αυτό το ποίημα στα περσικά σε μια εποχή που ο χρόνος μου φαινόταν παγωμένος. Ένιωθα το βάρος του χρόνου, σαν το κεφάλι ενός κοιμισμένου ακουμπισμένου στον ώμο ενός άλλου.

Τα εμπόδια μεταξύ των γλωσσών δε μου επέτρεψαν να βρω μια τέλεια ισοδυναμία του αρχικού ρήματος στα γαλλικά που είναι ένας συνδυασμός δύο λέξεων.

Οπότε, έπαιξα με αυτή τη φράση και τη χειραγώγησα.

Στα περσικά υπάρχει η δυνατότητα αφαίρεσης του υποκειμένου από την πρόταση, γιατί η προσθήκη του επιθέματος του συζυγούς ρήματος αφαιρεί την απόλυτη αναγκαιότητα της παρουσίας του υποκειμένου.

Αποφάσισα να αποδομήσω το ρήμα και να κατασκευάσω την πρόταση στα γαλλικά με έμφαση στο θέμα «εγώ». Στο ασυνείδητο του ποιήματος, ίσως, αυτό το «εγώ» είναι ένα συλλογικό «εγώ».

Στη διάρκεια της λογοτεχνικής Ιστορίας της περσικής γλώσσας, και ειδικότερα της Ιστορίας της νεωτερικής και σύγχρονης λογοτεχνίας, αρκετοί Ιρανοί διανοούμενοι, ποιητές και συγγραφείς έχουν αυτοκτονήσει ή φονευθεί από την κυβέρνηση.

Τα βάσανα του «εγώ» αυτών των εξαφανισμένων ψυχών αντηχούν στην ψυχή του είναι μου ως ιρανικής καταγωγής συγγραφέως.

Γράφεις και στα φαρσί και στα γαλλικά και μεταφράζεις τα ποιήματά σου. Εξελίσσεσαι τόσο ως ποιήτρια όσο και ως άνθρωπος μέσα από αυτήν τη συνεχή διαδικασία;
Είναι μια συνεχής αναζήτηση στις γλώσσες μου, τα περσικά και τα γαλλικά.

Όταν γράφω στα περσικά, μερικές φορές βρίσκομαι να μεταφράζω ασυναίσθητα μια έκφραση ή μια λέξη στα γαλλικά και αντίστροφα. Είναι αλληλένδετο, μερικές φορές ακόμα και επώδυνο, γιατί μέσω της υπερβολής, οι γλώσσες μπορούν να χαθούν.

Η γραφή μου στα γαλλικά, η οποία τις περισσότερες φορές είναι επανεγγραφή και αναψυχή, περιέχει κατάλοιπα της περσικής, της τονικότητάς μου, της γλωσσικής μου φαντασίας.

Η εξέλιξή μου ως ποιήτριας είναι αναπόφευκτα μια εξέλιξη ως ατόμου που κατοικεί δύο γλώσσες. Η ποίησή μου αγγίχθηκε και χτυπήθηκε από αυτή τη διγλωσσία, αυτά τα μπρος πίσω και αυτό το απέραντο ταξίδι.

Τα ποιήματά σου απαγγέλλονται συχνά κατά τη διάρκεια δίγλωσσων αναγνώσεων και παραστάσεων στο ραδιόφωνο με τη συνοδεία μουσικής ή σύγχρονου χορού.

Γιατί είναι απαραίτητη για σένα η επιτελεστική -και, γενικά, η συλλογική- διάσταση της ποιητικής διαδικασίας;
Η ιδέα να ερμηνεύσω την ποίησή μου μου ήρθε χάρη σε φίλους στον καλλιτεχνικό και εναλλακτικό κόσμο του Παρισιού που με προσκαλούσαν μερικές φορές σε ραδιοφωνικές εκδηλώσεις ή σε φεστιβάλ μουσικών παραστάσεων.

Η απαγγελία ποιημάτων με μεταφέρει σε έναν χώρο διαφορετικό από αυτόν ο οποίος μου είναι οικείος ως συγγραφέα. Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων ποίησης, το κοινό, ακροατής ή θεατής, δένεται μαζί της μέσω της ακρόασης και της σιωπής.

Πιστεύω ότι η ποίηση δημιουργείται σε δύο στιγμές, τη στιγμή της γραφής και τη στιγμή της ανάγνωσης, όπου το ποίημα ενσαρκώνεται στη φωνή και παίρνει μια σωματική διάσταση.

Η ποίησή μου έχει ρίζες στο είδος της μυθοπλασίας, έχω μεγάλο ενδιαφέρον για την αφήγηση.

Το «εγώ» στα ποιήματά μου δεν είναι αυτοβιογραφικό, με άλλα λόγια, η τροπικότητά του καθορίζεται περισσότερο από το μέλλον παρά από το παρελθόν.

Ταυτόχρονα, όταν απαγγέλλω τα ποιήματά μου, ακούω ξανά τον εαυτό μου, γίνομαι ακροάτρια του δικού μου ποιήματος, βγαίνω από τη γραφή μου, γυρίζω και την κοιτάζω στα μάτια.

Να προσθέσω επίσης πως η περσική ποίηση έχει μια πλούσια ρητορική παράδοση, που χρονολογείται από την αυγή του χρόνου.

Με τη φόρτιση των συναισθημάτων στη φωνή, η ποίηση μπορεί να ταράξει τον ακροατή και να σκίσει την καρδιά του. Αυτή η εμπειρία δε μοιράζεται μόνο μέσω της γραφής.

Το Objet(s) Perdu(s) είναι η τελευταία σου συνεργασία με τον μουσικό Nicolas Jorio. Θα ήθελες να αναλύσεις την ιδέα και τον στόχο αυτής της συνεργασίας και την αποδοχή της από το κοινό στη Γαλλία;
Το πρότζεκτ Objet(s) Perdu(s) έχει εξελιχθεί υπό τον τρέχοντα τίτλο Z&N, και είναι ένα έργο σε εξέλιξη. Πρόκειται ένα άλμπουμ σε μια σειρά τριών δίσκων, ο πρώτος εκ των οποίων έχει υλοποιηθεί.

Το άλμπουμ αποτελείται από ποιήματα από την τελευταία μου ποιητική συλλογή στα περσικά και ηχητικά και μουσικά κομμάτια – πολυοργανικά και πειραματικά του Nicolas.

Είναι ένας διάλογος ανάμεσα στην ποίηση και τη μουσική, τα σύμπαντά μας, τις δημιουργίες και τα οράματά μας.

Έχοντας εμφανιστεί σε δύο φεστιβάλ στο Παρίσι, ηχογραφήσαμε τη φωνή μου και υποβάλαμε αίτηση για καλλιτεχνική κατοικία στο Παρίσι. Στο τέλος της κατοικίας, οργανώσαμε μια συλλογική ακρόαση.

Η υποδοχή του έργου καθώς και η ανταπόκριση από το κοινό ήταν θετικές, τόσο από τους επαγγελματίες όσο και από τους μη επαγγελματίες.

«Το να είμαι στην Ευρώπη αποκομμένος από [την κοινότητά μου] είναι ένας περιορισμός από μόνος του. Το να μη σε γαλουχεί ένα περιβάλλον ενώ προσποιείσαι ότι είσαι ακόμα μέρος του είναι μια πρόκληση», δήλωσε πρόσφατα ο φυγάς Ιρανός σκηνοθέτης Μοχαμάντ Ρασούλοφ.

Σε ποιον βαθμό και με ποιους τρόπους η χωρική σου αποστασιοποίηση από την καθημερινή σύγχρονη ιρανική πραγματικότητα διαμόρφωσε ή/και επηρέασε τη δουλειά σου;
Είναι μια ρήξη. Δε ζω πλέον στο Ιράν, επομένως δεν έχω πια καμία αυθεντική γνώση ή προσωπικές εμπειρίες. Ωστόσο, βιώνω άλλες πραγματικότητες που με εμπνέουν και μία από αυτές είναι όσα συμβαίνουν στο Ιράν.

Είναι μια πραγματικότητα την οποία βιώνω εξ αποστάσεως και με τις πληγές της εξορίας.

Ο ξεριζωμός διαταράσσει τον κόσμο του ατόμου, αποδυναμώνει και ταυτόχρονα βαθαίνει το είναι του. Είναι ένα γεγονός που σηματοδοτεί φρικτά τη σχέση με τη ζωή και τον θάνατο.
Η αποστασιοποίησή μου, ωστόσο, είναι τόσο χωρική όσο και χρονική και με κάνει να χάνω λέξεις, αγαπημένα πρόσωπα, αναμνήσεις. Αυτή η εμπειρία ξύπνησε μέσα μου μια φωνή που επιδιώκει να πει, να αφηγηθεί και να εκφραστεί μέσω της γραφής.

Το γεγονός αυτό επηρέασε αναγκαστικά τη σύνδεσή μου με την περσική γλώσσα. Η έλλειψη άμεσης πρόσβασης στο περσόφωνο κοινό στο Ιράν με ώθησε αναπόφευκτα στην αυτομετάφραση και τη συγγραφή στα γαλλικά.

Επιπλέον, η γαλλική γλώσσα έχει εισέλθει στην ποίησή μου, γιατί ζω τις περισσότερες φορές σε αυτήν τη γλώσσα, και συνειδητοποιώ ότι αφήνει ίχνη στη γραφή μου στα περσικά.

Παρά το πάθος μου για τη μυθοπλασία, από τότε που βρίσκομαι στη Γαλλία, γράφω όλο και περισσότερη ποίηση, η οποία από μόνη της είναι ένα αποσπασματικό είδος. Η αποστασιοποίηση κι ο ξεριζωμός έχουν κατακερματίσει το είναι μου.

Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, σύγχρονοι Ιρανοί καλλιτέχνες -είτε μέινστριμ είτε όχι- ή κάποια συγκεκριμένη εγχώρια λογοτεχνική τάση με τους οποίους/την οποία ταυτίζεσαι;
Δεν έχω πλέον πολλές γνώσεις για το τι συμβαίνει αυτήν τη στιγμή στον ιρανικό λογοτεχνικό κόσμο.

Όμως για πολύ καιρό, εξαιτίας του αυταρχικού καθεστώτος, πολλοί συγγραφείς, καλλιτέχνες, ποιητές και διανοούμενοι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, έχουν φυλακιστεί, εξοριστεί ή σκοτωθεί.

Θα έλεγα πως δεν ταυτίζομαι με συγγραφείς που υποτάσσονται στη λογοκρισία, ή που αυτολογοκρίνονται.

Πάντα όμως υπάρχουν αντίθετα ρεύματα. Για παράδειγμα, ο Ιρανός εκδότης της πρώτης μου ποιητικής συλλογής στη Γαλλία δημοσίευσε επίσης ποιητές οι οποίοι ζουν στο Ιράν.

Ένας συγγραφέας που δεν μπορεί να γράψει ή να δημοσιεύσει υποφέρει από απομόνωση και εξορία στη χώρα του.

Είναι πολύ πιο περίπλοκο να μιλάμε για τη Διασπορά, επειδή είναι διασκορπισμένη και εκπροσωπείται σε ελάχιστα ιρανικά μέσα ενημέρωσης στο εξωτερικό.

Πολλοί καλλιτέχνες έχουν μεταναστεύσει, κυρίως στη Βόρεια Αμερική. Ορισμένοι καλλιτέχνες δεύτερης γενιάς που γεννήθηκαν από έναν ή δύο Ιρανούς γονείς, αυτοπροσδιορίζονται ως Ιρανοί. Γνωρίζω τη δουλειά ελάχιστων από αυτούς.

Ο ιρανικός κινηματογράφος είναι συγκεκριμένα το καλλιτεχνικό μέσο το οποίο απέχει περισσότερο από το δικό μου, και οι Ιρανοί που δραστηριοποιούνται σε αυτό το μέσο είναι οι πιο απομακρυσμένοι από τις πολιτικές μου ιδέες και αξίες.

Αλλά η δυτική ματιά πάντα εστιαζόταν σε ορισμένες πτυχές, ορισμένα προφίλ, ορισμένους χαρακτήρες.

Είναι μια οπτική εξαιρετικά μεσοποιημένη, η οποία τροφοδοτείται από επιφανειακές πληροφορίες και κλισέ, είναι ένας μηχανισμός αναπαραγωγής αυτής της εικόνας.

Αν δεν είχες φύγει από το Ιράν, δε θα είχες επιβιώσει μακροπρόθεσμα ή/και η ακεραιότητα του ποιητικού σου οράματος θα είχε τεθεί σε κίνδυνο.

Αισθάνεσαι, ωστόσο, ότι η Γαλλία -και η Ευρώπη γενικότερα- εξακολουθούν να παραμένουν προπύργια της ελευθερίας του λόγου, αν λάβουμε υπόψη την εντεινόμενη δίωξη/φίμωση των παλαιστινιακών/φιλοπαλαιστινιακών φωνών;
Δεν έχω κανένα συμβιβασμό με το σύστημα της λογοκρισίας και της καταστολής. Καθώς το Ιράν έχει ζήσει υπό δικτατορικά καθεστώτα επί αιώνες, έχω κληρονομήσει ιστορικά τη δίψα για ελευθερία έκφρασης.

Στη Γαλλία, παρατηρώ πως είναι ολοένα και πιο περίπλοκο ή λεπτό να υπερασπιστεί κάποιος δημόσια τις πολιτικές του απόψεις με γενικούς όρους, παρά το γεγονός ότι θεωρητικά υπάρχει ελευθερία έκφρασης.

Η γαλλική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια ρητορική περί υπερβολικής ασφάλειας, κηρύσσοντας κατάσταση έκτακτης ανάγκης από το 2015.

Θυμάμαι πως έχουν ακυρωθεί πολιτιστικές εκδηλώσεις που συνδέονται με την Παλαιστίνη.

Για παράδειγμα, μια συνάντηση με την Τζούντιθ Μπάτλερ τον Δεκέμβριο του 2023 ακυρώθηκε από το Δημαρχείο του Παρισιού με το πρόσχημα της πιθανής διατάραξης της δημόσιας τάξης.

Έχουν περάσει μερικές δεκαετίες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο φασισμός και η γενοκτονία επιστρέφουν, με την υποστήριξη των Δυτικών κυβερνήσεων. Το κακό στον κόσμο γύρω μας δεν είναι πρωτοφανές.

Σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς, όμως, εμφανίζεται και αντίσταση. Το τρέχον τεύχος του περιοδικού Τεφλόν λειτουργεί ως η ιδανική εισαγωγή στην ποιητική δουλειά σου. Είσαι εξοικειωμένη/σε διάλογο με σύγχρονες/σύγχρονους Ελληνίδες/Έλληνες ποιήτριες/ποιητές;
Λυπάμαι που δε γνωρίζω τη γλώσσα κι έχω διαβάσει ελάχιστες μεταφράσεις ελληνικής ποίησης – μεταξύ άλλων, την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου που είναι μεταφρασμένος από έναν αριστερό Ιρανό ποιητή, τον Ahmad Shamlou.

Πρόσφατα, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στη βιβλιοθήκη του CIPM (Διεθνές Κέντρο Ποίησης Μασσαλίας), ανακάλυψα το έργο του Οδυσσέα Ελύτη, Δυτικά της λύπης, μεταφρασμένο στα γαλλικά το 2022.

Ελπίζω να έρθει μια μέρα κατά την οποία θα ανακαλύψω την ελληνική ποίηση στο πρωτότυπο.

Ευχαριστώ θερμά τη Ζάχρα Πουραζίζι για την παραχώρηση της φωτογραφίας της (© MoHo Pourazizi).

Η ποίηση της Ζάχρα Πουραζίζι ανθολογείται στο τεύχος 32 του περιοδικού Τεφλόν. Κείμενο-Μετάφραση: Δήμητρα Λ. Νικολοπούλου.

*Η συνέντευξη αναδημοσιεύεται από εδώ: https://poli-k.net

Lola Ridge, Reveille / Αφυπνιστείτε

Come forth, you workers! 
Let the fires go cold— 
Let the iron spill out, out of the troughs— 
Let the iron run wild Like a red bramble on the floors—
Leave the mill and the foundry and the mine  
And the shrapnel lying on the wharves— 
Leave the desk and the shuttle and the loom—
Come, 
With your ashen lives, 
Your lives like dust in your hands.  

I call upon you, workers. 
It is not yet light 
But I beat upon your doors. 
You say you await the Dawn 
But I say you are the Dawn. 
Come, in your irresistible unspent force  
And make new light upon the mountains.  

You have turned deaf ears to others— 
Me you shall hear.  
Out of the mouths of turbines, 
Out of the turgid throats of engines, 
Over the whisling steam,  
You shall hear me shrilly piping.  
Your mills I shall enter like the wind,  
And blow upon your hearts, 
Kindling the slow fire.  

They think they have tamed you, workers— 
Beaten you to a tool 
To scoop up a hot honor 
Till it be cool— 
But out of the passion of the red frontiers 
A great flower trembles and burns and glows 
And each of its petals is a people.   

Come forth, you workers— 
Clinging to your stable 
And your wisp of warm straw— 
Let the fires grow cold, 
Let the iron spill out of the troughs, 
Let the iron run wild 
Like a red bramble on the floors . . .  

As our forefathers stood on the prairies  
So let us stand in a ring, 
Let us tear up their prisons like grass 
And beat them to barricades— 
Let us meet the fire of their guns 
With a greater fire, 
Till the birds shall fly to the mountains
For one safe bough. 

Αφυπνιστείτε

Βγείτε έξω, εργάτες!
Αφήστε τις φωτιές να παγώσουν…
Αφήστε το σίδερο να χυθεί, έξω από τις γούρνες…
Αφήστε το σίδερο να τρέξει σαν κόκκινο θάμνο στα πατώματα…
Αφήστε το μύλο, το χυτήριο και το ορυχείο…
Και τα θραύσματα να κείτονται στις αποβάθρες…
Αφήστε το γραφείο και τη σαΐτα και τον αργαλειό…
Ελάτε,
Με τις σταχτί ζωές σας,
τις ζωές σας σαν σκόνη στα χέρια σας.

Σας καλώ, εργάτες.
Δεν είναι ακόμα φως
Αλλά χτυπάω τις πόρτες σας.
Λέτε ότι περιμένετε την αυγή
Αλλά εγώ λέω ότι εσείς είστε η Αυγή.
Ελάτε, με την ακαταμάχητη αστείρευτη δύναμή σας
Και φτιάξε νέο φως στα βουνά.

Έχετε κλείσει τα αυτιά σας στους άλλους…
Εμένα θα με ακούσετε.
Από τα στόματα των τουρμπίνων,
Από τα πρησμένα λαρύγγια των μηχανών,
Πάνω από τον ατμό που σφυρίζει,
θα με ακούσετε να σφυρίζω.
Στους μύλους σας θα μπω σαν τον άνεμο,
και θα φυσήξω στις καρδιές σας,
ανάβοντας την αργή φωτιά.

Νομίζουν ότι σας εξημέρωσαν, εργάτες…
Σας έκαναν εργαλείο…
Για να μαζέψετε μια καυτή τιμή
Μέχρι να κρυώσει…
Αλλά από το πάθος των κόκκινων συνόρων…
Ένα μεγάλο λουλούδι τρέμει και καίγεται και λάμπει
Και κάθε πέταλο του είναι ένας λαός.

Βγείτε έξω, εργάτες…
Γαντζωμένοι στο στάβλο σας
και το ζεστό σας άχυρο…
Αφήστε τις φωτιές να κρυώσουν,
Αφήστε το σίδερο να χυθεί από τις γούρνες,
Αφήστε το σίδερο να τρέξει άγρια
σαν κόκκινη βάτα στα πατώματα…

Όπως οι πρόγονοί μας στέκονταν στα λιβάδια
Έτσι ας σταθούμε σε ένα δαχτυλίδι,
Ας σκίσουμε τις φυλακές τους σαν χορτάρι
Και να τους χτυπήσουμε σε οδοφράγματα…
Ας αντιμετωπίσουμε τα πυρά των όπλων τους
με μια μεγαλύτερη φωτιά,
Μέχρι τα πουλιά να πετάξουν στα βουνά
Για ένα ασφαλές κλαδί.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

ένα έτσι, η αλήθεια είναι δύο

Φωτογραφία: ένα έτσι

η αλήθεια είναι δύο
αναλογίσου την ευκαιρία και χτύπα

πόσα σύνορα επιστρέφουν την λέξη
πατρίδα
στην αγκαλιά ενός αγνώστου

η ακτή κι ο ορίζοντας
δεν είναι εύκολη υπόθεση

το καλό και το δίκαιο

το παιδί που θα μεγαλώσει
τον κόσμο
μέχρι να χωρέσει στα μάτια μου

υψώνω το δάχτυλο
την σιωπή μου να παραδεχτώ
μόνος μαζί
με τον φροντιστή της σκηνής

ποτέ δεν είμαστε αυτό που έρχεται
είμαστε πάντοτε αυτό που φεύγει

στην άκρη της γλώσσας
κρέμεται αυτό το χαζό αστείο

σαν σημαία καρφωμένη
στο ολόγιομο νέο φεγγάρι

https://enaetsi.wordpress.com

Joyce Mansour, Από τα “Ερωτικά”

Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας
Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απʼ τα θαλερά βυζιά σου
Πυρετός η βιάση απʼ των νεφρών σου τα σαλέματα.
Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία,
το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε
μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα
μου ξεριζώνουν τα πιστόνια.
Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απʼ την παραλυσία πρησμένο
πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής
του ορίζοντά σου
σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης…
Είναι νύχτα
κι η γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο
δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά
πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.

*

Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου
Μαλλιά μπερδεμένα
Αιδοία γαντζωμένα
Με το στόμα σου για προσκεφάλι
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη
Δίχως να μας χωρίζει ανάσα
Δίχως λέξεις να μας περισπούνε
Δίχως μάτια να μας διαψεύδουν
Δίχως ρούχα.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος
Συσπασμένη και ιδρωμένη
Λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα
Απʼ την αδράνεια φαγωμένη
Της έκστασης τρελή
Πάνω στον ίσκιο σου νά ʽχω ξεμείνει
Καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου
Για να πεθάνω ανάμεσα στα δόντια του λαγού
Τα σάπια
Ευτυχισμένη.

*

Εγωιστικά μ’αγαπάει εκείνη,
της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια
της αρέσει που περπατώ τ’αλατισμένα χείλια μου
πάνω στις άσεμνες γάμπες της, πάνω στα πεσμένα στήθια της
της αρέσει που θρηνώ της νιότης μου τις νύχτες
ενώ αυτή στερεύει τα μούσκλα
που απ’τις άνομες επιθυμίες της αγανακτούνε
Δεν είναι από λάθος μου αν τα νύχια σου μακραίνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν κανείς δεν σ’έκλαψε
Δεν είναι από λάθος μου αν πάγωσες αγαπημένε
Δεν προσδόκησα το θάνατό σου

*

Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου
Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα
Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο
των υπονόμων
Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων
το στόμα γεμάτο κρέας
τα μάτια πλημμυρισμένα μ’ όνειρα
να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων
Μ’αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα
Τ’αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια
κι’εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα’θελα ν’αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι τη μητρότητα.


Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

*

Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’τ’αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας

*

Άσε με να σ’αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

*“Ερωτικά”, Εκδόσεις Κείμενα, 1978. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

«Μόρα» της Βίκυς Κατσαρού (κριτική) – Η αιώνια γυναίκα, δημιουργός ενός νέου κόσμου

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος*

Εύα, Παπούσα, ο Θεός ως γυναίκα και τώρα η Μόρα, η Σάρα και άλλες γυναικείες μορφές. Μέσα από τέσσερις ποιητικές εκτινάξεις, η Βίκυ Κατσαρού ορίζει ήδη κάτι περισσότερο από μια καταστατική πράξη για την ίδια, κάτι πολύ περισσότερο από ένα ποιητικό στίγμα για όσα προτίθεται να αφήσει πάνω στον χάρτη των λέξεων.

Δεν έχουμε να κάνουμε με μια δήλωση προθέσεων, αλλά με μια εκ προθέσεως (φύσεως και θέσεως) φαινομενολογία της γυναικείας φύσης. Αν προσπαθήσει κανείς να διαβάσει ξεχωριστά καθένα από τα έργα της, θα λάβει μόλις ένα μέρος αυτή της στάσης. Σημαντικό μέρος μεν, καθαρογραμμένο, αλλά θα έχει χάσει τη συνολική προσπάθεια σύντηξης του αρχαίου μύθου που φέρει η γυναίκα που έρχεται από το ξεκίνημα του κόσμου (ή, ακόμη σωστότερα, από τον κόσμο που εκείνη ξεκίνησε) έως τις μέρες μας.

Όπως ακριβώς έχουμε μια πορεία που δεν σταματάει στον χρόνο, παρά τις όποιες -πολλές- κοινωνικές αγκυλώσεις που θέλουν να μετατρέψουν τη γυναίκα σε παίγνιο, άθυρμα, σκλαβωμένο ειδώλιο και απαξιωμένη υπόσταση, έτσι και το ποιητικό αποτύπωμα της Κατσαρού, ο κόσμος που εκείνη ορίζει διά των λέξεων, είναι πέρα από χρονικές και τοπικές σημάνσεις.

Γυναίκες-ορόσημα

Οι δικές της γυναίκες είναι ορόσημα, είναι οι απαρχές, είναι οι πρώτες και βασικές ραφές αυτού του κόσμου. Ναι, υπό συνθήκες μπορεί κανείς να τις διαβάσει και με τη συμβολοποιημένη διάστασή τους. Αυτός είναι άλλωστε ο ορισμός της αχρονικότητας στη λογοτεχνία. Να ορίζεις κάτι που δεν περιχαρακώνεται, που δεν συμβιβάζεται με τα κοινωνικά προκείμενα.

Άλλωστε, βάσει της δομής του βιβλίου, οι αρχικές σκέψεις που ενδέχεται να παραπέμπουν στη Σάρα της Παλαιάς Διαθήκης υποχωρούν ή, σωστότερα, εντάσσονται σε ένα γενικότερο (αλλά όχι αφηρημένο) πλέγμα μύθων

Αν πρέπει, λοιπόν, να μιλήσουμε για το σημάδι της Σάρας οφείλουμε να μην δούμε μόνο τη στειρότητα που ανένηψε, αλλά την οιονεί γέννηση ενός ολόκληρου κόσμου που ως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε, μέχρι αυτή να τον ορίσει (με ή χωρίς τη θεϊκή βούληση και επίρρωση). Άλλωστε, βάσει της δομής του βιβλίου, οι αρχικές σκέψεις που ενδέχεται να παραπέμπουν στη Σάρα της Παλαιάς Διαθήκης υποχωρούν ή, σωστότερα, εντάσσονται σε ένα γενικότερο (αλλά όχι αφηρημένο) πλέγμα μύθων, παραμυθιών και τραγωδιών που μας έρχονται από παλιά και εν πολλοίς ορίζουν την ανθρώπινη μοίρα.

Αυτό από μόνο του μας εισάγει μια άλλη εξόχως ενδιαφέρουσα προβληματική αυτού του βιβλίου. Μοιάζει να έρχεται από παλιά, αλλά ταυτόχρονα γίνεται σημερινό, όχι με όρους πρωτοεπίπεδης ταυτοχρονικότητας. Μακριά από εμάς οι σκέψεις για ένα βιβλίο που εντάσσεται στον λεγόμενο νέο-φεμινισμό ή σε μια δυναμική λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκες που θέλουν να ορίσουν με ισχυρό τρόπο την αυταξία τους. Όλες αυτές οι μερικότητες φαντάζουν περιοριστικές αυτού που θέλει να κάνει η Κατσαρού.

Η οντολογία

Διότι πέραν της φαινομενολογίας του θηλυκού πόλου, υπάρχει και η οντολογία του. Η Μύριαμ, η Ελσινόρη, η Σάρα είναι πρόσωπα που υπήρχαν πάντα και στο πάντα οδεύουν. Είναι, άραγε, ένα ειδυλλιακό πάντα; Η γυναίκα στην Κατσαρού ζητάει και διεκδικεί. Ρηγματώνει τη συνθήκη που έχει οριστεί εις βάρος της. Η αντιπρότασή της δεν είναι μια επίφαση ισότητας ή η διεκδίκηση μιας τρέχουσας θέσης. Αντίθετα, είναι η δημιουργία ενός άλλου κόσμου, ενός νέου κόσμου. Ολότελα διαφορετικού από τον υπάρχοντα που φθίνει και καταρρέει μέσα στην πληγωτική μεγαλαυχία του.

Πώς σπάει λοιπόν αυτή αλυσίδα;

Επίσης, δεν είναι ειδυλλιακό το πάντα και για έναν λόγο παραπάνω: η Κατσαρού δεν υπαινίσσεται απλώς, αλλά τείνει το χέρι της σε εκείνες τις γυναίκες που στέκονται παράμερα από την άνωση, αδυνατούν να ξεφύγουν από το καταπιεστικό πλαίσιο στο οποίο έχουν περιπέσει. Πώς σπάει λοιπόν αυτή αλυσίδα;

Η λύση της αγάπης

Διά της αγάπης, της συμφιλίωσης, της συνύπαρξης, ανεξάρτητα από το φύλο. Αυτό μας λέει η Κατσαρού, αλλά και πάλι δεν πρόκειται για μια ρομαντική θέαση ενός ιδεατού κόσμου. Η συγγραφέας δεν ξεχνάει πως αυτός ο κόσμος έχει οριστεί πάνω στα θεμέλια της καταπίεσης, της βίας, της πατριαρχίας και της επιβολής του σώματος στο σώμα. Αυτό, όμως, που μας λέει είναι ότι πρέπει να σπάσει ο φαύλος κύκλος της βίας και μέσω μιας νέας γέννησης -ιδού πάλι η κυριαρχία της μητρότητας- να φτιαχτεί κάτι νέο. Πολύ σωστά μας υπενθυμίζει το βιβλίο:

«Ποιο είναι όμως το τίμημα της ελευθερίας; Σε έναν κόσμο που τρέφεται από το ίδιο το χρέος του, η λύση οφείλει να είναι καθολική».

Αρκεί να σκεφτούμε πως στον δικό μας κόσμο, όπου η μερικότητα κυριαρχεί, η βία, εκτός από το να αφήνει εμφανή σημάδια πάνω στο σώμα, γίνεται ακόμη πιο ύπουλη καθώς υποβάλλεται, ουσιαστικοποιείται ενδόμυχα, αποκτάει δύναμη επί των υποκειμένων που έχουν γαλουχηθεί να αποδέχονται τις νόρμες άνευ έτερης αντίστασης. Η υλικότητα και η σωματικότητα στην ποίηση της Κατσαρού είναι καθοριστική. Είναι παλλόμενη, φέρει στοιχεία που ορίζουν μια αλλαγή, έναν μετασχηματισμό, μια σφύζουσα αλλοτροπία. Το ίδιο συμβαίνει και στο τελευταίο της βιβλίο.

Η θρησκεία

Άλλο ένα στοιχείο που ορίζει το έργο της Κατσαρού είναι η σχέση της με τη θρησκεία. Είναι τόσο έντονη η διαλεκτική αυτής της σχέσης που θα έλεγε κανείς πως μεταβαίνει από τη θέωση στη βεβήλωση κι από την αποδοχή στη βλασφημία. Η δική της ιερότητα είναι μια δυνατότητα, ένα δυνητικός άλλος πνευματικός τόπος που κατακτάται διά της εξέγερσης και όχι της άνευ όρων αποδοχής.

Δεύτε φάγετε, αυτή είναι η σάρκα μου, το αίμα μου, η καρδιά μου, η ψυχή μου.

Δεύτε φάγετε. Γιατί μετά θα σας φάω εγώ.

Όχι, η Οφηλία δεν είναι μια αποτρελαμένη που τελικά πνίγεται: μετατρέπεται σε μια νέα Λαίδη Άμλετ (sic).

Διά της Ελσινόρης εισερχόμαστε στον καταστατικό μύθο του Άμλετ. Όμως, στην Κατσαρού ο μύθος αποκτάει μια άλλη διάσταση. Όχι, η Οφηλία δεν είναι μια αποτρελαμένη που τελικά πνίγεται: μετατρέπεται σε μια νέα Λαίδη Άμλετ (sic). Μια γυναίκα που κουβαλάει όλες τις οντολογικές ποιότητες που χάρισε ο Σαίξπηρ στον ήρωά του, αλλά πλέον ιδωμένες από τη θηλυκή πλευρά. Ίσως και την πιο ενδιαφέρουσα. Τι κάνει η Λαίδη Άμλετ; Κοιτάζει τον κόσμο από το χείλος του χάους. Σιωπά, αλλά είναι μια εντατική σιωπή, μια σιωπή που γεννάει, που αναστοχάζεται, άρα πραγματεύεται κάτι νέο που θα έρθει κι αυτό μέσω μιας σχάσης, μιας κύησης. Όλα αναδιατάσσονται. Η ηθική, η πολιτική, οι σχέσεις, οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί, η θρησκεία. Όλα τίθενται υπό αίρεση, όλα αποκτούν μια νέα αλήθεια.

Αυτό ακριβώς έχει καταφέρει να κάνει ως τώρα η Κατσαρού. Να δημιουργεί μια ποίηση εύφλεκτη. Σωματική και πνευματική ταυτοχρόνως.

Κάπου εδώ θυμόμαστε -η Κατσαρού σίγουρα μας το θυμίζει- πως η ποιητική πράξη, ως μια ύψιστη μορφή ελευθερίας και αναδιάταξης του υπάρχοντος κόσμου, φέρει αυτή την ευθύνη. Να είναι οραματική, να επιδιώκει, να φέρει πάντα έναν αέρα αναγέννησης, να μην αρκείται στο λίγο και το υπάρχον. Να μην δέχεται και να μην αποδέχεται. Να φτιάχνει εκεί που κάτι χάλασε. Να χαλάει εκεί που ο χαλασμός είναι δημιουργία.

Αυτό ακριβώς έχει καταφέρει να κάνει ως τώρα η Κατσαρού. Να δημιουργεί μια ποίηση εύφλεκτη. Σωματική και πνευματική ταυτοχρόνως. Ποίηση που τελικά χρειαζόμαστε, διότι αυτό που μας συμβαίνει δεν θα μπορέσει να οριστεί και στη συνέχεια να διαλυθεί. Διότι πρέπει να διαλυθεί, και η ποίηση, όπως είναι πάντα με το μέρος του ανθρώπου, θα λειτουργεί πάντα προς αυτή την κατεύθυνση.

* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. 

Δυο λόγια για την ποιήτρια

Η Βίκυ Κατσαρού είναι συγγραφέας, μεταφράστρια και επιμελήτρια. Είναι υπεύθυνη των νέων επανεκδόσεων των έργων του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς και του ανέκδοτου, μέχρι πρότινος, έργου του, Ο Αvήφοpος. Γεννήθηκε το 1987 και ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του τμήματος Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, στη Θεατρολογία και στο Εργαστήρι Επιμελητών του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ).

Έχει γράψει τρεις ποιητικές συλλογές, Τα κεpάσια της Έυας (Εκδόσεις Ιωλκός, 2018), Παπούσα (Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021) και Χαpακίδες (Εκδόσεις Ενύπνιο, 2023). Η Μόpα είναι το τέταρτο ποιητικό βιβλίο της. 

https://bookpress.gr/kritikes/poiisi/23238-mora-tis-vikys-katsaroy-kritiki-i-aionia-gynaika-dimiourgos-enos-neou-kosmou??utm_source=Newsletter&utm_medium=email&fbclid=IwY2xjawLB1dZleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFweU9ObThtSnlzYzFLZ1dHAR5t3oWXgfLrd2ajQTzHzo_YK3uPwvp4Oa3VF7q02htPJoi2dEI9w96dZ_y3Lw_aem_axwuQ4saS8UavUnTdW5ylg

Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα από τα γαλλικά

Μετάφραση ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα ο Άρης Αλεξάνδρου βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έζησε κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, γράφοντας το «Κιβώτιο». Την περίοδο εκείνη και για την ακρίβεια στα 1969 με 1971 έγραψε υπό τη μορφή άσκησης εννέα ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία περιέχονται στην β’ έκδοση του συλλογικού τόμου Ποιήματα (1941-1974), και φέρουν τον τίτλο «Exercices de rédaction». Δύο εξ αυτών αποδίδονται και στα ελληνικά από τον ίδιο και περιέχονται στον ίδιο συλλογικό τόμο. Τα υπόλοιπα επτά δίνονται σήμερα στην μετάφρασή τους. — ΞΜ

ΑΠΟΔΟΧΗ

Εκτός από τον ουρανό
χωρίς πουλιά
τα βρεγμένα ονόματα
των δρόμων
τα νησιά παλιών καιρών
εξαφανισμένα
σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα
γεωγραφίας
εκτός από τη γλώσσα μου
χαμένη κι αυτή
τις λέξεις μεταφρασμένες
με λεξικό
χωρίς ιστορία χωρίς γη
χωρίς νερό
εκτός από τον πόνο της
τρίτης μου εξορίας.

*

ΜΝΗΜΗ

Μες στο θυμάρι, ανάμεσα στις πέτρες
(καλύτερα να σωπαίνεις, δεν θέλω να μιλώ)
Κάτω απ’ τον γαλάζιο ανοιξιάτικο ουρανό
(να ξεχνάς, αυτό τριάντα σου πήρε χρόνια)
Στους αγκαθότοπους θυμάρι ανθίζει
(ήταν στης νιότης την αυγή οι τρεις μου φίλοι)
Μια μέρα τ’ Απρίλη, μέρα ηλιόλουστη λαμπρή,
κείτονταν στο σωρό, είχαν κι οι τρεις τουφεκιστεί.

*

ΕΣΤΕΤ

Η ζωή έχει πρόσωπο, έτσι δεν είναι;
Στη φυλακή έλεγα…
Ο χρόνος το σβήνει όπως…
Βάλτε ένα νόμισμα στις γραμμές.
Όταν περάσει το τραίνο,
το νόμισμα μένει γυμνό,
χωρίς κορόνα, χωρίς γράμματα.
Είν’ ό,τι θέλω να πω…
η γυμναστική της φυλακής μ` εκνεύριζε.
Όχι, αυτό είναι λάθος. Με συγχωρείτε.
Μιλάω άσχημα τα γαλλικά.
Έπρεπε να πω
αυτό μου ήταν ανυπόφορο.

*

Ο ΣΦΥΓΜΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Πέφτει απαλά η βροχή στη γη
μα οι σταγόνες της ξανανεβαίνουν
στον ουρανό.

Πάει κι έρχεται η απαλή βροχή,
ανεβαίνει-κατεβαίνει με ρυθμό
και μέτρο,
σταθερά, όπως ο σφυγμός του κόσμου,

ο σφυγμός που κάνει το αίμα μου βροχή
να πέφτει,
που κάνει τη βροχή αίμα μου ν’ ανεβαίνει.

Λοιπόν, απατάσθε, αγαπητέ μου Κύριε.
Έχω βροχή περίσσια ακόμα στο κορμάκι μου
κι εσείς ήρθατε πολύ νωρίς, φίλε μου Θάνατε.

*

ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ

Το συρματόπλεγμα, ο καταυλισμός, καταλαβαίνετε,
συρρικνώνονταν καθημερινά,
τα σύρματα έπεφταν κατά πάνω μας
απ’ όλες τις πλευρές,
τ’ αστέρια κάθε μέρα χαμηλότερα.
Τα σκουριασμένα σύρματα πιο κοντά,
το στρατόπεδο πιο στενό,
το φως σκουριασμένο,
τ’ αστέρια από μέταλλο
καθημερινά κατέβαιναν
Καταλαβαίνετε;
Όχι, δεν κατάλαβαν.
Ήταν σιωπηλός! Ακόμη κι αυτός
δεν μπορούσε να εξηγήσει
πώς τ’ αστέρια έχουν γίνει
αγκάθινο στεφάνι.
Σαν τίποτα να μην είχε συμβεί,
πώς καταφέραμε να φορέσουμε
ένα συρμάτινο στεφάνι
για καπέλο.

*

ΣΑΦΗΝΕΙΑ

Όσο η θάλασσα κι αν ήταν ταραγμένη
όσο κι αν είναι σήμερα ήρεμη και λαμπερή.
Κι εγώ, πνιγμένος στο φως,
βλέπω ξαφνικά στο βάθος έναν αμφορέα,
που κινείται απαλά
απ’ τα θαλάσσια ρεύματα του βυθού.
Ένας αμφορέας ώχρας
με σχεδόν ξεθωριασμένα μαύρα σχέδια.
Βλέπω μέσα απ’ τα γαλανά νερά
τον αμφορέα μαύρο, με σχέδια ώχρας,
που μου θυμίζει κάτι ξαναϊδωμένο,
έναν αμφορέα διάφανο πολύ
με σχέδια γαλάζια
και φόντο κόκκινο της ώχρας.
Ναι, τον γνωρίζω!
Είναι το κεφάλι ενός αγάλματος.
Είναι –το γνωρίζω καλά– το ελληνικό μου
κεφάλι. Καρατομημένο.

*Αναδημοσίευση από το Νέο Πλανόδιο στο https://neoplanodion.gr/2025/06/16/exercices-de-redaction/?sfnsn=mo&fbclid=IwY2xjawK85g5leHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFXTjZQeHM1bGVJM1l2eXJDAR5WqBSlM9ngwlMylk8ByfqKhIwivQgnWk8Oe2h_-7HoU2o2Yzq7gbYxLa6uJA_aem_Xr8AQ6G3pydhzstQ_lYrhw

Λεωνίδας Καζάσης, Προμήτορος νουθεσίαι

Σας καταλαβαίνω!

Είστε απασχολημένοι με τις οικογένειές σας!

Γι’ αυτό μοιράζετε λευκές επιταγές στους ειδήμονες: τους ολίγους και τους άριστους! Για να ασχολούνται με τα κοινά και να αποφασίζουν ερήμην σας˙ και αυτοί οι αθεόφοβοι συνωμοτούν εις βάρος σας, κλέβοντας χρήματα, θεσπίζοντας σκληρούς, άδικους νόμους˙ όμως για να πούμε και του στραβού το δίκιο, παραφορτώνετε τους άρχοντες με ευθύνες, ώστε να μην προλαβαίνουν να παρακολουθήσουν τα τούρκικα σήριαλς από την τηλεόραση, ενώ εσείς τα παρακολουθείτε, διευρύνοντας το γνωστικό πεδίο σας, οξύνοντας την κριτική διάθεσή σας.

Αλλά τώρα, δεν μπορείτε να αλλάξετε τα έπιπλά σας, τα είδη υγιεινής, λιγουρεύεστε απ’ τις βιτρίνες τα καγιέν, χωρίς να μπορείτε να τα αγγίξετε, αδυνατείτε να στείλετε τα παιδιά σας στο εξωτερικό, να σπουδάσουν ατομοκρατία, κομπασμό, αδηφαγία, ληστρική, ανεραστία, δολιότητα.

Σας πήραν απ’ το στόμα το δόλωμα της χλιδής με το οποίο σας δωροδοκούσαν. Σας αιφνιδίασαν! Τα χάσατε!  Όμως ελπίζετε!

Η τελευταία σας ελπίδα είναι το ενδεχόμενο ενός ολοκαυτώματος, η λήξη του οποίου θα φέρει πάλι την ευημερία της ανάπτυξης, την λύσσα της κατανάλωσης, τις επενδύσεις. Δηλαδή θα ξανανθίσουν όλα αυτά που θα οδηγήσουν σε νέο ολοκαύτωμα. Η γιαγιά μου που έζησε και στην εποχή της έξαρσης της εκμεταλλευτικής καπιταλιστικής κουλτούρας των κρεματορίων, της Χιροσίμα, των Γκουλάγκ, και μάλιστα ήταν τότε (χωρίς να ντρέπεται) μητέρα δύο παιδιών, μετά από χρόνια, πάλι δίχως ντροπή έλεγε: «Αυτή είναι η ζωή Λεωνίδα! Οι άνθρωποι κάνουν πολέμους και μέσα από τα χαλάσματα, αρχίζουν πάλι να δημιουργούν!».

Ενώ με αγανάκτηση , υπερηφάνεια και θράσος περίσσιο η γιαγιά επίσης έλεγε: « Μόνο τα ζώα συνευρίσκονται με όποιο ζώο τους αρέσει˙ ο άνθρωπος με την αιδώ και την ηθική που διαθέτει, διαφέρει από αυτά».

Υ.Γ.  Η ανηθικότητα των ζώων συνίσταται (κατά τους ανθρώπους) στην αναίδεια της ελευθερίας των ζώων να εκφράζουν  αυτό που νοιώθουν˙ σε αντίθεση με τους ανθρώπους οι οποίοι πνίγονται! Το σύμπλεγμα των ανθρώπων έναντι  του  θράσους των ζώων να εκφράζονται, αλλά, και έναντι  της αυτάρκειας των ζώων  λόγω της λιτότητος και της μυικής, ανοσοποιητικής υπεροχής τους (!) αναγκάζει τους ανθρώπους, να διαχωρίζονται από τα ζώα, υποτιμώντας τα, φορτώνοντας σε αυτά, τις αθλιότητες, που, μόνο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να επινοήσουν!

Η αιδημοσύνη και η ηθική των πολιτισμένων ανθρώπων, ευρίσκονται στην Χιροσίμα!
Στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου! Μαϊντάνεκ! Τρεμπλίνκα! Μπούχενβαλντ! Σέλμνο! Μαουτχάουζεν! Μπέλζεκ!

Σομπιμπόρ! Τερεζίενσταντ!  Βαρσοβία! Βίλνο! Νταχάου! Πόναρυ! Μπέρκεν-Μπέλσεν! Μάλι Τρόστενετς! Μάουτχάουζεν-Γκούζεν!

Ζάξενχάουζεν!  Γκρός-Ρόζεν!  Ράβενσμπρικ! Νοϋενγκάμε! Νατζβάϊλερ-Στρούτχοφ! Μίτελμπάου-Ντόρα! Σκάρτυσκο! Ζάκωβ!  Φλόνσεμπεργκ!  Σιβηρία! Τσέρνομπιλ!

Έντιμοι αιδήμονες της καθημερινής εργασίας και της οικογένειας, αυτήν την φορά, η φαντασία της πολιτισμένης ηθικής αρετής σας θα ξεπεράσει τόσο πολύ τα ανωτέρω αριστουργήματά σας, ώστε χορτάρι δεν θα φυτρώσει! Οι λέξεις δε πλούτος, πλούσιος, επιχειρηματίας, επενδύσεις, καριέρα, εξουσία, κέρδος, ανάπτυξη, ελεύθερη αγορά, ανταγωνισμός θα αποτελούν βαρύτατα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος, που όποιος τις προφέρει, θα θανατώνεται πάραυτα!

Όμως θα είναι πολύ αργά για τους εναπομείναντες,  προσβεβλημένους μελλοθάνατους.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Σαν ένα κύμα

Σαν ένα κύμα θα ‘ρτει. Ή σαν το ξαφνικό φως που αστράφτει
στον ορίζοντα -φανάρι που δεν το ‘δειχναν οι χάρτες.
Σαν ένα κύμα. Πάνω στα λάδια και τα γράσσα, πάνω στα
μαύρα κουρασμένα σίδερα.
Σαν ένα κύμα. Στα βρώμικα, κρυφά φορτία. Στα σκοτεινά και φοβισμένα αμπάρια.
Σαν ένα κύμα θα’ρτει -μα εσύ πορεία μην αλλάξεις.
Δώσε το στίγμα κι ετοιμάσου μια για πάντα να ξυπνήσεις.

*Από τη συλλογή “Νόστιμον ήμαρ”, 1988.

Αγγελική Κουντουράκη, Στη σιωπή

Σε ένα δωμάτιο σκοτεινό μας έβρισκε γυμνούς το ξημέρωμα
Άρχιζες τότε να μιλάς σαν άνθρωπος στη θαλπωρή που πάει να φωλιάσει
για μια πόλη μακρινή
και εκείνα τα παιδιά που μέσα στην ίδια τους φωτιά κάηκαν
και τον κόσμο τελικά δεν κατάφεραν να σώσουν από την ιστορία

Κάποτε τα ποιήματα μελωδίες είχαν κρυμμένες για τα τραγούδια
και ίχνη άφηναν με τη γραφή
να μην μπορεί η σιωπή από την αδράνεια να χάσει ψιθύριζες
και στο σώμα σου έψαχνα την απόγνωση να κρύψω
και ένα λευκό μαντήλι για εκείνους στο λαιμό σου να τυλίξω

Με χαρτί και λέξεις δεν σώζεται ο κόσμος έλεγες
και τα χάδια γδέρνανε τη ψυχή
γιατί η συγκίνηση πια δεν μετράει ανθρώπους ζωντανούς
μα απώλειες και συντρίμμια και τις ζεστές ώρες σβήνει
για μια αγωνία ξένη

Βλέπαμε τις αλήθειες που άναβαν τον κόσμο μήπως ανάποδα γυρίσουν μα εμείς πίσω από κλειστές πόρτες κρυβόμασταν
Ψίθυροι που κραυγή θέλαν να γίνουν αυτό ήμασταν μου έλεγες
και σε σελίδες κιτρινισμένες κρυβόσουν μην και μας βρει η αντοχή

Ποτέ δε θα σιωπήσουν έλεγες και δεν σταματούσες να ρωτάς γιατί πίσω γυρίσαμε σε εποχές που μίσος ο άλλος γίνεται μέσα σε λίγες ώρες
Γιατί ακόμη ελευθερία πρέπει να ζητάμε σαν να έχει ήδη χαθεί;
Ποια απειλή έμεινε τώρα εμάς τους τυχερούς των αιώνων να ξυπνήσει;

Η απάθεια φύση μας ντύθηκε και ο τρόμος δεν μας έσωσε ούτε απόψε
μου έλεγες λίγο πριν αποκοιμηθούμε
στη συντριβή

Μαρία Πανούτσου, Το μπορντέλο

γνώρισα
ανθρώπους χωρίς ρίζες
χωρίς την μνήμη της γης
χωρίς τα νερά
που γλύψανε τις πατούσες
των προγόνων τους
χωρίς τον απέναντι
που μας κοιτά
με μάτια όλο προσμονή
για ένα
μικρό έστω θαύμα
νοερά

γκιζεράω στους δρόμους
και ρουφώ κατευθύνσεις
του ορίζοντα
καθώς απλώνω το χέρι
για ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα
με το αεράκι

στο μάθημα της ιστορίας
δεν συγκροτούσα ημερομηνίες
αλλά δράσεις και πρόσωπα
αποφάσεις και αιματοχυσίες
ξεδιψούσα με τις σημαίες
που κρεμιόντουσαν
σχισμένες στα μπαλκόνια
εκεί μαζί κι οι άνθρωποι
ξαπλωμένοι στα πλακόστρωτα

κάποτε έγραψα σε μια έκθεση ιδεών
τον λόγο
που οι πράξεις των αριθμών
δεν είναι για μένα
αλλά το απέραντο του κόσμου
το νεφέλωμα και η δίνη

την ίδια εποχή σκεπτόμουν τα μπορντέλα
πως τάχα ήταν χώροι ελευθερίας
ήθελα την πόρνη
χωρίς την πράξη
που έκανε
το οίκημα χωρίς
την συνεύρεση ανθρώπων

τα δεκαέξι μου χρόνια ονειρευόντουσαν
το αναποδογύρισμα του κόσμου
γι’ αυτό αγόρασα του τόμους της ιστορίας
σε τιμή ευκαιρίας και πέρασαν τα χρόνια
μέσα σε εικόνες ενός τσίρκου

στο τέλος όλα τα φαντάστηκα
και χώρους και μυρωδιές και πρόσωπα
και λόγια και πίστεψα σε ένα θέατρο σκιών
ώσπου μια μέρα άδεια απ όλα
και με ένα τσουβάλι αναμνήσεις
αποφάσισα ότι είμαι
απλά ένας ακόμη άνθρωπος
και επιτέλους ησύχασα.

τότε ήταν που βροχή ήταν βροχή
ο ήλιος, ήλιος
το φαγητό, φαγητό
το σκέπασμα, σκέπασμα
το τραγούδι, τραγούδι
η φωτιά, φωτιά
η αβύσσους, άβυσσος

κτλ κτλ κτλ

τότε ήταν που πεθύμησα

ένα βιβλίο να είχα ένα βιβλίο μονάχα για όλη την μου την ζωή

οι ανίσχυροι
ζώα γυναίκες παιδιά έγχρωμοι μειονότητες ανάπηροι
μετανάστες άποροι…

Αθήνα 2020