Νίκος Σφαμένος, Εσείς

στις δύσκολες στιγμές
σκέφτομαι τους φίλους μου
που με έσωσαν

τον Θερβάντες
τον Χάσεκ
τον Στάινμπεκ
τον Φιόντορ
και μερικούς ακόμα
που έγραφαν σε σκοτεινά κελιά
που δάκρυζαν στα λερωμένα χαρτιά
που τρελάθηκαν

λοιπόν φίλοι μου
αυτό το βράδυ του καύσωνα
που η πόλη είναι βουβή
και τίποτα δεν θα συμβεί
τριγυρίζετε όλοι εδώ
-περίεργο ε;-

λίγο να χαϊδέψω 
την δροσιά σας
φίλοι που με σώσατε
-άνθη σε διαλυμένους καιρούς-

Νίκος Καρούζος, Ο εχέμυθος άνεμος απ’ τα υψώματα

Φωτογραφία: ένα έτσι

Βάζοντας τη φτέρνα του ενός ποδιού στη μύτη του άλλου
ειρωνεύομαι συνήθως το περπάτημα
την αμοίραστη σκέψη κατορθώνοντας που δραπετεύει
μόνη της
απ’ του καιρού τα αναρίθμητα, του χώρου τα ειωθότα.
(Θα ‘πρεπε να προσθέσω ίσως πως ο άνεμος εμποδίζει το κέρδος.)
Εγώ τη ζωή μου την έχασα κι αυτό ειν’ η άρρωστη
κουλουριασμένη μου ευτυχία.
Είναι μια φράση τούτη που σήμερα την ξελεπιάζω.
Τα επίγεια λέει κάπου ο Ιησούς – και τα επίγεια -,
συντρίβοντας τους πλαστούς ουρανούς ανάμεσα στα άμφια.
Για σκέψου το καλά -: ο θάνατος ν’ απόκειται στην άνθηση
να γεύεται τη γεύση μας μυρίζοντας τέτοια ζωντανίλα…
Σιχάθηκα τους στίχους τα βοερά σκάνδαλα των λέξεων.
Εσύ δεν είσαι ο νυμφίος της διάνοιας ο προικοθήρας
(του όντος η εξεύρεση)
κάτι ορέγεσαι εσύ να απαστράπτει κρεμάμενος
απάνω απ’ τους λαίμαργους κρημνούς της ορατότητας
την έμμονη σκιά σου γυρεύοντας από χάμω ναν την ξεριζώσεις
οπουδήποτε στην κίνηση ή στην ευλάβεια δίχως εκκλησία:
τη θρυμματίζουσα τον εαυτό της ακινησία.

Μαχμούτ Νταρουίς, Θα έρθουν άλλοι βάρβαροι

Θα έρθουν άλλοι βάρβαροι.
Θα απαχθεί η γυναίκα του αυτοκράτορα.
Τύμπανα θα χτυπήσουν δυνατά.
Τύμπανα θα χτυπήσουν δυνατά κι άλογα θα καλπάσουν
πάνω από μια θάλασσα ανθρωπινά κορμιά
απ’ το Αιγαίο ως τα Δαρδανέλλια.
Κι εμάς γιατί να μας νοιάζει;
Τι σχέση έχουν οι γυναίκες μας με τις ιπποδρομίες;

Θα απαχθεί η γυναίκα του αυτοκράτορα.
Τύμπανα θα χτυπήσουν δυνατά.
και θα έρθουν άλλοι βάρβαροι.
Οι βάρβαροι θα καταλάβουν άδειες πόλεις,
θα εγκατασταθούν λίγο πιο πάνω από τη στάθμη της θάλασσας,
πιο δυνατά απ’ το σπαθί σε καιρό παραφροσύνης.
Κι εμάς γιατί να μας νοιάζει;
Τι σχέση έχουν τα δικά μας τα παιδιά με τα τέκνα του όχλου;

Τύμπανα θα χτυπήσουν δυνατά.
Και θα έρθουν άλλοι βάρβαροι.
Θα απαχθεί η γυναίκα του αυτοκράτορα από το σπιτικό του.
Από το σπιτικό του θα εξαπολύσει στρατιωτική επίθεση,
να ξαναφέρει τα ύψη στο κρεβάτι του.
Κι εμάς γιατί να μας νοιάζει;
Τι σχέση έχουν πενήντα χιλιάδες σοροί μ’ αυτόν
τον σύντομο γάμο;
Θα ξαναγεννηθεί ο Όμηρος μετά από μας;
Θα ανοίξουνε ποτέ τις πύλες τους οι μύθοι στους πολλούς;

ένα έτσι, Η ποίησή μου

Φωτογραφία: ένα έτσι

Η ποίησή μου είναι αυτό το κλειδί
που κρατάω μπροστά στα μάτια σας.
Δεν ξέρετε τι είναι αυτό που ανοίγει
ή αυτό που κλειδώνεται ξοπίσω του
ή αν πρόκειται, απλώς, για ένα αντικείμενο
χαμένο από κάθε προορισμό.
Είναι ένα κλειδί σαν όλα τα άλλα.
Σαν το κλειδί του σπιτιού σας
ή εκείνης της παλιάς σκονισμένης αποθήκης.
Κανείς δεν ξέρει αν και πότε
θα χρησιμεύσει σε κάτι.
Κι όμως είναι ένα κλειδί.
Αυτό από μόνο του είναι, ίσως, αρκετό
για να το κρατήσετε έστω και λίγο
στην παλάμη σας, κοιτώντας το
για μία ελάχιστη κοινή στιγμή
προτού ξεχαστεί μαζί με τα υπόλοιπα δάκρυα
στο βάθος του τελευταίου συρταριού.

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Βυτιοφόρα στο Σχιστό

Μια πόρνη αγκαλιάζει τα χαμένα της χρόνια.
Τα τρίδυμα “χαίρουν άκρας υγείας”.
Το τρύπιο παπούτσι του εργάτη έχει μεγαλύτερη αξία
απ’ το πορτοφόλι του κοιλαρά βιομήχανου.
Η Μαρία στο κρεβάτι έχει ιλαρά,
η Χαρά διαβάζει Ιστολογία.
Πολλά βυτιοφόρα στο Σχιστό,
το REO που ακολουθεί
φέρνει τα OFF στη Διοικητική Μέριμνα.
Μού αρέσει τ’ ωραίο όποιο και να ‘ναι,
λέει η Μαρίνα.
Ο Αλέκος δάγκωσε τη λαμαρίνα
με την Άννα.
Πολύ ακριβή στην αγορά η μπανάνα.
Ένα χαρτί λευκό η σκέψη του Αντώνη.
Η στέψη θα γίνει στις 6 παρά τέταρτο.
Η Αντιγόνη θυμώνει
και σπάει τον πήλινο κουμπαρά.
Η κουμπάρα του Λεωνίδα είναι τσαχπίνα.
Στην “Αλκυονίδα” έχει “εβδομάδα σοβιετικού κινηματογράφου”.

1997

*Από τη συλλογή “Ποιητική καταδίκη”, Εκδόσεις “Το Κοινόν των ωραίων τεχνών”/Μαΐστρος, 2025.

Percy Bysshe Shelley (4/8/1792 – 8/7/1822)

Όπως κάποιος που σε ασημένιο όραμα μετεωρίζεται
Υπακούοντας στην σαρωτική κίνηση των ανέμων των δυσωδών
Από τα υπέροχα σύννεφα επάνω, τόσο γρήγορα
Κατά μήκος των σκοτεινών και ταραγμένων νερών γοργοδιάβαινε
Η βάρκα.― Ένας ανεμοστρόβιλος την παράσερνε συνεχώς,
Με βίαιες ριπές και δύναμη επιταχυντική,
Μέσα από τους χιονισμένους σκοπέλους της θάλασσας της ερεθισμένης.
Τα κύματα υψώνονταν. Ολοένα και υψηλότερα
Οι άγριοι λαιμοί τους σφάδαζαν κάτω από της τρικυμίας το μαστίγιο
Όπως ερπετά που πασχίζουνε σαν τα αδράχνουνε τα όρνια.
Ήρεμος και χαρούμενος μέσα στον πόλεμο τον τρομακτικό
Των κυμάτων που συντρίβονταν μεταξύ τους και όπως χτυπούσαν
Έπεφταν, και την μαύρη πλημμύρα που ακολουθούσε του ανεμοστρόβιλου
Την σκοτεινή πορεία την καταστροφική, καθόταν:
Σάμπως οι διάνοιές τους να ευθύνονταν
Που ορίστηκαν για να τον οδηγήσουνε στο φως
Των ματιών των αγαπημένων, ο Ποιητής καθότανε
Κρατώντας το πηδάλιο σταθερό. Το βράδυ ήρθε,
Οι αχτίδες του ηλιοβασιλέματος κρεμούσανε τις ιριδωτές τους αποχρώσεις
Ψηλά ανάμεσα στους ασταθείς από σταγόνες θόλους
Που περιέβαλαν το μονοπάτι του στα ανοιχτά˙
Το λυκόφως, ανεβαίνοντας αργά από την ανατολή,
Συνέπλεκε τις πλεξούδες του σε σκοτεινότερα στεφάνια
Επάνω από την ξάστερη πρόσοψη και τα ακτινοβόλα μάτια της ημέρας˙
Η νύχτα ακολούθησε, ενδεδυμένη αστέρια. Σε κάθε πλευρά,
Ακόμα τρομακτικότερα τα πολυάριθμα ρέματα
Της φουσκοθαλασσιάς, σε πόλεμο αμοιβαίο,
Εφόρμησαν με μαύρη αναταραχή όλο κεραυνούς, σαν για να περιγελάσουν
Τον γαλήνιο ουρανό, τον διάστικτο. Η μικρή βάρκα
Ακόμα πήγαινε μπροστά στην καταιγίδα˙ ακόμα πήγαινε, όπως ο αφρός
Καθοδικά στον απόκρημνο καταρράκτη παγερού ποταμού˙
Πότε σταματώντας στο χείλος του κύματος του σπαραγμένου˙
Πότε φεύγοντας μακριά πίσω από τον εκρηγνυόμενο σωρό
Που έπεφτε, τον ωκεανό συνταράσσοντας. Με ασφάλεια πήγαινε―
Λες και εκείνη η εύθραυστη και χαραμισμένη ανθρώπινη μορφή,
Θεός των στοιχείων.

Percy Bysshe Shelley, από το βιβλίο “Περί ζωής: Διακήρυξη Δικαιωμάτων / Αλάστωρ ή Το Πνεύμα της Μοναξιάς”, μτφρ. Γ. Μπλάνας & Χ. Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque, 2020.

Reading Greece: Antonis Tsokos – “Only through poetry can we imagine a world without prejudices and inequalities”

Antonis Tsokos was born in Athens in 1976. His first poetry collection titled Swing with the stars was published in 2013, followed by One more drink, Charles, Hours of plural insomnia, and From Emmanouil Benaki to midnight, all by Gavriilides Books. His poems have been translated into German and have been included in various anthologies. His new poetry collection titled A cooperative of janitors was published in December 2024 by Kichli.

Since 2016 he manages the online magazine Monocle. In autumn 2021, he opened Monocle Bookstore in Feidiou str., in the centre of Athens and in spring 2023 the Monocle Editions.

Your latest poetry collection Συνεταιρισμός θυρωρών [A cooperative of janitors] was recently published by Kichli. Tell us a few things about the book.
Α cooperative of janitors  is my fifth poetry collection, the first to be published by Kichli. The poems included in the book were written from 2019 to early 2022. I don’t remember which is the first poem in the collection, I mean chronologically, but I do remember the last one, that is, “The Cats of Feidiou str.”.  This is the only poem written in a bookstore. I should say that these poems, to a large extent, are also children of the city. Of my beloved Athens and beyond.

Love and death, time that relentlessly passes by and an underlying sorrow for things that are irreversibly lost seem to pervade the poems of the book. Which are the main themes the book touches upon?
Love, an ancient art that is being lost day by day, is one of the main themes of the collection. Another theme is time, which often moves in reverse, from the present to the past, deep into its arrogance, wearing itself away instead of inflicting damage. There are also references to love, death, and wealth unrelated to material possessions. Finally, there are conversations with my favorite poets; poets who have exerted an influence on my daily life.

Since your first poetry collection in 2013 until today, more than ten years later, what has changed and what has remained the same in your poetry? Are there recurrent points of reference in your writings?
My first poetry collection is quite different from my subsequent books. Both in the style and form of the poems. First writing ventures have an innocence that is difficult to repeat. In Swing with the stars I focused on finding the rhythm of my poems. Poetry is a dance that begins on earth and ends in heaven. For this to happen, your knees have to bleed repeatedly.
This condition won’t change no matter how many years pass by. The wounds only differ, some have healed while others are still deepening. If there is a point of reference in my poetry it is the urban lifestyle. The trees that live in my poems do not know what life is like in the forest. They have all grown up on busy avenues.

Critics have commented on the use of surreal elements in your poetry. What purpose does this sense of the unfamiliar, along with a strong ironic and sarcastic element, serve?
Many times poetry goes beyond reality to put things into the right perspective. In one of my poems I write “have you seen birds stop at red lights?”. In societies boundaries are set by people; poetry is governed by other rules. The law of gravity weighs down objects; in human thought there is no predetermined end. Otherwise poetic irony and sarcasm is the only way out.

More generally, what role does language play in your writings?
Language is both the beginning and the end for those of us involved in writing. A dear person of mine used to say that it’s the tools that make the master. Language is the most important tool we have in our hands. If we use it right we can do wonders, if we overdo it we will prove unworthy. There is always the risk of still damaging the tool itself.

How does poetry converse with the surrounding environment? Could poetry be used to imagine what could be radically different realities?
The role of poetry is comforting, subversive and radical. Only through poetry can we imagine a world without prejudices and inequalities. Can a poem change the world? Definitely no. But it can help us reconsider our perceptions.

In recent years there has been a burgeoning of poetry in every form. How is this strong civic presence to be explained?
In recent years, the production of poetry books has been on the rise. This does not mean that the interest of poetry readers has increased as well. However, in order not to be level-headed, some steps have been taken in this direction. Small publishing houses, independent bookstores and some creators have contributed to this end. Important poetry festivals are now held both in Athens and around the country. What is needed is for the poets to put ourselves second. Poetry should always come first.

How do contemporary poets converse with global literary trends? Where does the local/national meets the global and the universal?
The new generation of poets has an important tool in their hands, the internet. Technology has unwittingly benefited the written word. It is important that the poetry written today in every part of the planet reaches the eyes, ears and consciousness of our own creators the moment it is written. From then on, it is up to each creator to decide what to keep and what to leave free in the sky of poetry.

*Interview by Athina Rossoglou

*From https://www.greeknewsagenda.gr

Nicanor Parra, Διακήρυξη (απόσπασμα)

Κυρίες και κύριοι
Αυτή είναι η τελευταία λέξη μας
-Η πρώτη και τελευταία λέξη μας-
Οι ποιητές κατεβήκανε απ’ τον Όλυμπο.

Για τους παλιότερους
Η ποίηση ήταν ένα είδος πολυτέλειας
Για μας ωστόσο
Πρώτης ανάγκης είδος είναι:
Αδύνατο χωρίς αυτή να ζήσουμε.

Σ’ αντίθεση με τους παλιότερους
-Κι αυτό το λέω μ’ όλο το σέβας-
Εμείς υποστηρίζουμε
Ότι ο ποιητής δεν είναι αλχημιστής
Ο ποιητής είν’ ένας άνθρωπος κι αυτός
Ένας χτίστης πού χτίζει τον τοίχο του:
Ένας κατασκευαστής θυρών και παραθύρων.

Εμείς κουβεντιάζουμε
σε γλώσσα καθημερινή
Σύμβολα καβαλιστικά δεν θέλουμε.

Κι ακόμη κάτι:
Ο ποιητής είναι εδώ
Για να μη γενεί στραβό το δέντρο.

Αυτό είναι το μήνυμά μας.
Καταγγέλλουμε τον ποιητή δημιουργό
Τον Ποιητή Κελεπούρι
Τον ποιητή χαρτοπόντικα. [ . . .]

Στέλιος Ροΐδης, Τα δάχτυλα στη λίμνη

Μπροστά από την πύλη της ομορφιάς υπάρχει ένας
ρακοσυλλέκτης και ένας ανάπηρος
όσο πλησιάζεις σου ζητάνε να θυμηθείς
και δεν μπορείς να βρεις τι
μια γυναίκα τρέχει να πάρει γάλα και ξαναμπαίνει μέσα
ω δεν ήμουνα εγώ αυτός, ποια είσαι εσύ
ο ταξιτζής που σταματάει
μια ερώτηση θα κάνει και θα έχει πει την ιστορία της ζωής σου
σταμάτα κάπου, διόρθωσε την διαδρομή
κάποιος βάζει τα δάχτυλά του στην λίμνη
και τα ψάχνει μετά για μια τουλάχιστον εποχή
όταν βρέχει προσπαθεί να τελειώσει εκείνο το γράμμα
τριάντα χρόνια μετά, παίρνει μια μονολεκτική απάντηση
συνεχίζει να προσπαθεί να γράφει
πρέπει να αλλάξω σκέφτεται λίγο την διατύπωση
η βροχή που ξαναρχίζει, τον κάνει να ελπίζει πάλι
έτσι ευχάριστα περνάει ο καιρός,
σταμάτα κάπου, άναψε τσιγάρο, διόρθωσε ότι μπορείς,
φύγε για λίγο, φύγε για πολύ, γύρνα, μείνε πολύ,
κοίτα έξω,
κοίτα την βροχή, μην γράφεις.

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, Από “Του Λιναριού τα πάθη”

Ράψιμο

Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω. Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ. Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη. Κόβω και ράβω παρ’ όλ’ αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ. Γιατί θα ’ρθουνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια. Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή. Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ’ τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα ’χει πάει η δαχτυλήθρα μου. Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται. Κι ο μαγνήτης μου θα ’χει πεθάνει.

*

Η σβούρα

Μέσα στα δώρα που της φέραν στη γιορτή της, βρήκε μια σβούρα σκοτεινή που δε γυρνούσε. Ώρες την έριχνε πια στο χαλί. Κι έμενε η σβούρα σα νεκρή, σκοτεινιάζοντας γύρω την κάμαρη. Έξω στη λιακαδίτσα, στ’ ωραίο χωματάκι, μόλις που έπαιρνε μισή στροφή και ξανασταματούσε. Και η αυλίτσα έπεφτε μονομιάς στη σκιά.

Τι σβούρα ήταν αυτή; Ποιος της την είχε χαρίσει; Η μαμά της δεν ήξερε να της πει. Μακάρι να ’ξερε, της έλεγε, να του τα ψάλλει. Τις ξαδελφούλες της πια ξεμονάχιαζε, τις συμμαθήτριές της. Και τι μας πέρασες, μωρέ σαχλή; της κάκιωναν εκείνες. Μια παλιοσβούρα, και χαλασμένη, θα σου φέρναμε εμείς στη γιορτή σου;

Μόνη της έπρεπε να βρει την άκρη. Το σχολείο της ήτανε μέσα στα πεύκα. Κάτω απ’ τα πεύκα στεκόταν στο διάλειμμα, με τη σβούρα αγκαλιά, και κοίταζε πέρα.

Κάποια φορά, όταν χτύπησε πια το κουδούνι, κι όλα τα κοριτσάκια χαθήκαν στις τάξεις, αυτή στεκόταν ακόμα εκεί. Συλλογισμένη πήρε να περπατάει. Σε λίγο δεν έβλεπε πια το σχολείο, το σπίτι της, βρέθηκε πολύ πιο μακριά, κι αργότερα κρύφτηκε πίσω της το τελευταίο σπιτάκι, ενώ το δάσος, ατέλειωτο, συνεχιζόταν.

Τότε είδε μπροστά της έναν τεράστιο πύργο. Σκοτεινός και παράξενος υψωνόταν στα σύννεφα, κι είχε την πόρτα του ανοιχτή και την καλούσε.

Χώθηκε μέσα, δισταχτική. Μια σκάλα στενή διακρινόταν στο βάθος. Πού να οδηγούσε; Όσο κι αν κοίταζε ψηλά δεν μπορούσε να δει, γιατί εχτός που ήταν γύρω σκοτάδι, η σκάλα φαινόταν να χάνεται στα ύψη. Περπατώντας δειλά προς τα εκεί, χάιδευε τη σβούρα της ηλεκτρισμένη. Κάτι σα λάμψη πήρε να την τριγυρνά. Έκατσε χάμω, στο πρώτο σκαλάκι, κι ήσυχα ήσυχα, προσεκτικά, χωρίς καθόλου να στρίβει τα δάχτυλά της, άφησε πλάι της, με τη μύτη, τη σβούρα.

Που πήρε όμορφα στριφογυρίζοντας ν’ ανεβαίνει, μέσα σε σπίθες χρυσαφιές χρωματιστές σκαλί σκαλί, με κινήσεις χορεύτριας, με στροβίλους καθώς πάει τ’ αδράχτι.


*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993. («Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986)
**Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html