Tamistas Mhnymal, Ποίημα

Φωτό: σπιτική

σαν

κανακουρελάκι

που το παίρνουν

και φτιάχνουνε μικρά

πανιού κουκ

λάκια

με πήρες

στου σπιτιού σου

τα χαλάκια και μ έσυρες

σακί υποταγών

μούφερνες

το γιαούρτι σε μπολάκια

ήτανε πάντοτε υπέρ πάντων

ο αγών

το μεσημέρι

τρώγαμε μαλάκια

σχαινόσουνα τους γύρους

τα σουβλάκια

και 

τα στιφάδα

κουνελιών τε

και λαγ

ών

φαΐ

και σεξ

ένας παράδεισος 

η ζήση

ώσπου

τελείωσ

ε

αν

το καλοσκεφτείς

ήτο εξόχως

αλλαζον

ικό

ν

.

/

.

/

.

Χ.Π. Σοφίας, Παραπλήγουσα με επίρρημα

Μια ζέμπρα στο Μανχάτταν με περσινά παγοπέδιλα χαζεύει τις έφηβες κούκλες με τα προσφυγικά φτερά ενώ δύο προφήτες στη μέση του δρόμου σχεδιάζουν τη γεωγραφία των αστικών βημάτων πίνοντας αμβροσία  

Από τα οστά των γυάλινων κτιρίων θλιμμένες λάμψεις επωάζουν τους αστρικούς μύθους των πλασμάτων που νηστεύουν τις συσκευασίες της ασημένιας μεμβράνης και με ψαλμούς αστροναυτών ξεγράφουν το θέρος που ωριμάζει το θειάφι της πολυταξιδεμένης σιωπής 

Δίχως βροχή η ηλικία της ψυχής μεταμορφώνει την αιωνιότητα των πεσμένων φύλων αφήνοντας το νήπιο του αηδονιού μόνο του με το υάκινθο φως 

Το εκτελεστικό απόσπασμα του δειλινού προσπαθεί να ξεχωρίσει το πορτοκαλί από το βαθύ μπλε δίχως να πληγώσει τις κρυμμένες σκιές που περιμένουν τον ερωτικό  άρχοντα να τους φέρει από το ερημικό ακρογιάλι τα χρώματα τα αθάνατα που βαραίνουν τους αντικατοπτρισμούς και τη σιωπηλή λύρα 

Πλησιάζουν τα βρεφικά άστρα τη μοναξιά του μητρικού χώματος στους σφαγμένους δρόμους με τις ψυχρές πεταλούδες 

Σώμα το σώμα στο εργαστήρι της όρασης ο γενετήσιος τρόμος της εξοχικής σιγής περιθάλπει τους σκοτεινούς ήλιους των γαλάζιων γυναικών με τη μνήμη των πουλιών 

Αδειασμένο από τον ουράνιο υπήκοο το μοβ όνειρο προσφέρει τη τέφρα του καθρέπτη 

Αχθοφόροι του ήλιου με συρμάτινα λουλούδια και τη θύμηση του μαύρου ψωμιού φέρνουν τη πραμάτεια τους 

Ύπαρξη και σιωπή θυσία στην ωραιότητα τη μοναχική 

Η ακινησία δίχως νερένια διέξοδο  

Προπατορικό με τη λευκότητα των δευτερολέπτων ύψος φλύαρο όμως με του ελαφιού τη ταπεινότητα συλλέγει τις κραυγές των λαμπτήρων αναπνέοντας στα σκοτεινά με τη σαύρα της χρυσής άμμου 

31.12.2020

Δήμητρα Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

ένα κίτρινο φως

αναβοσβήνει στη

θέση της καρδιάς σου

και μοιάζεις με φάρο από άλλο

πλανήτη

***

όσο περνούσε ο χρόνος 

ερωτευόμασταν ο ένας τον άλλο 

μα πολύ περισσότερο τους εαυτούς μας 

και τον κόσμο που θα αποκτούσαμε

ύστερα γνωρίσαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο 

ύστερα μισήσαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο 

ύστερα βαρεθήκαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο

πριν πεθάνουμε από πλήξη

θα μπορούσαμε 

τουλάχιστον 

να γνωριστούμε

***

                                               στον Πέτρο

είναι η αγάπη —πάλι— που λείπει

θα πεις ή ίσως

που δεν ξέρεις ακόμα τι είναι 

θα βάλεις κονιάκ —ακόμα δυο 

θα βάλεις και σάουντρακ τζαζ 

θα βάλεις και στο σκηνικό να βρέχει

μέχρι που ξημερώνοντας

—όπως θα πλένεις επιτέλους τα πιαάτα-

δεις τη σημασία 

του αιφνιδιασμού

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, εκδόσεις θράκα, Ιούνιος 2016.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Πλησίασμα              

Έχουμε ανάγκη αποδράσεων, είπα.

Χρειαζόμαστε συγκεντρώσεις, απάντησες.

Οι συγκεντρώσεις τους βρεγμένοι σοβάδες του γεντί κουλέ.

Τα χείλη σου στάζουν διαμαρτυρίας αλουργίδα,

αμφιβολία που ωρίμασε, μπέσα που τρελά θέλγει,

παιχνίδια σπινθηρίσματος που έκρηξη υποβόσκουν.

Τον χαμένο χρόνο αναζητώ με τα μάτια,

με την πέννα μέσ’ τον χρόνο,

ελπίζοντας να με φυγαδεύσουν τα έμπιστα χνώτα σου.

***

Η επιθυμία εξωραϊζει την πίστη προτρέποντας

 Μαζί σου ο χώρος εξαντλείται,

ο χρόνος αδυνατώντας να σε μελετήσει,

γίνεται ανίκανος να σε επαναλάβει,

χάνοντας της φθοράς την επιρροή.

Σαν τον ήλιο άλλος δεν θά’ ναι!

Ο άνεμος συνθέμελα τραντάζει!

Η βροχή τους αιθέρες γδέρνει!

Κι από εσένα, τίποτε πιο ερωτικά πλασμένο.

Σέσαρ Βαγιέχο, Πυκνότητα και ύψος

Θέλω να γράψω, αλλά μου βγαίνει αφρός,

θέλω να πω πάρα πολλά, αλλά κολλάω˙

δεν υπάρχει ειπωμένος γρίφος που δεν είναι σούμα,

δεν υπάρχει πυραμίδα γραφτή χωρίς καρδιά.

Θέλω να γράψω αλλά αισθάνομαι πούμα˙

θέλω να στεφανωθώ, αλλά κρεμμυδώνομαι.

Δεν είναι μιλημένος βήχας που δεν γίνεται ομίχλη,

δεν υπάρχει θεός και γιος θεού δίχως εξέλιξη.

Πάμε, λοιπόν, γι΄ αυτό, να φάμε χόρτο,

σάρκα από κλάμα, φρούτα από λυγμό,

τη μελαγχολική ψυχή μας σε κονσέρβα.

Ας πηγαίνουμε! Ας πηγαίνουμε! Είμαι πληγωμένος˙

πάμε να πιούμε αυτό που είναι πιωμένο,

πάμε , κόρακα, να γκαστρώσουμε την κορακίνα σου.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

2 ποιήματα | Πάνος Κεφαλάς

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Ηλύσια Πεδία

Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
κι να γυρνάς τα φτωχά μου βράδια
στα μέρη της ψυχής μου
εκεί που καμιά δεν τόλμησε ποτές της να φτάσει
στο μαύρο και στο άσπρο
εκεί που μου αρέσει να κρύβομαι από τα φτηνά κοιτάγματα,
για να με κρατάς στο τώρα σου
να μου φανερώνεις το αύριο.
Μαζί σου!
Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
από το παραθύρι μου να σε κοιτώ κρυφά να έρχεσαι
μα να πονώ στο κάθε γεια σου στο κλείσιμο της πόρτας.
καληνύχτα να μου λες
και να σε ρωτώ με άγχος
θα σε δω αύριο!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να καταστρέφεις τις σκέψεις μου με την εικόνα σου
τον χρόνο να μου κρύβεις που με αγχώνει
με τον τρόπο που εσύ μόνο μπορείς,
και να σε έχω να χάνονται τα πάντα.
Γαλήνη είσαι!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να αισθάνομαι την πνοή και…

View original post 112 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, Συσπάσεις στο πρόσωπο

Photo: Eva Besnyo

συσπάσεις στο πρόσωπο

εξαντλούνται στη στιγμή

τα χαμόγελα κρύα

κι οι εφιάλτες καραδοκούν

αν νομίζουμε ότι ζούμε

πλανιόμαστε πλάνην οικτράν

Maria Grazia Calandrone, Στο στόμα όλων

Salvador Dali, Premonition (1936)

Μικρή άρια των παιδιών

Ο αέρας, ο πρώτος

που ανάσανες, ήταν μαρτιάτικος πρωινός αέρας. 

Ο ήλιος

έκαιγε ήσυχος στο κύμα του

από το μεγάλο παράθυρο γιατί μεγάλη

ήταν η καρδιά

και αδιάφορη

όπως ο ήλιος που ακουμπά το φως του πάνω στα νερά του ποταμού

και ταξιδεύει λαγαρός

μέχρι τη θάλασσα

που τον χώρο της διασχίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη

σφυρίγματα γλάρων και τίποτα πια

δεν μπορεί να σε βλάψει. Είναι όμορφο να προστατεύεις

τον καινούργιο αέρα στο πρόσωπο εκείνου που γεννιέται,

με χέρια ανθρώπινα να διατηρείς

ιερό το ιερό, να κάνεις τον αέρα πιο καθαρό εκεί όπου αγγίζει

η καρδιά, γιατί η καρδιά είναι απλή κι ανάλαφρη

σαν χαρταετός

και άλλα πράγματα που πάνε από τη γη στον ουρανό.

Όμορφο είναι να λες θα κάνω ό,τι μπορώ

κι ακόμα περισσότερα, από οποιαδήποτε άλλη πάνω στη γη:

πάρε, ζωή

από τη ζωή μου

την αθώα σου ελευθερία.

13/10/2018

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Αργύρης Χιόνης, Γέρασες, φίλε

Γέρασες, φίλε, και βουβάθηκαν τα μάτια σου, 

δεν τραγουδάνε πια, όπως πρώτα, 

δεν μιλούν, δεν ψιθυρίζουν καν. 

Δυο σκοτεινά παράθυρα τα μάτια σου, 

χτισμένα, και πια δεν φτάνει ως εμένα η μέσα μουσική σου. 

Υπάρχει, αλήθεια, ακόμα αυτή η μέσα μουσική 

ή μήπως είσαι ως εκεί χτισμένος, ως τα μύχια της ψυχής σου, 

πλήρης σιωπής και συμπαγής σαν πέτρινο άγαλμα;’

Μαρία Θεοφιλάκου, Σπίτι για τον χειμώνα


Eva Besnyö, “Self-portrait”, Amsterdam, 1952.

Η πόλη δε δίνει μια δεκάρα αν ίσως

δεν την περπατούν.

Κι εγώ νομάς σε ένα χαμόγελο

που ήταν και δεν είναι

και θα είναι, όπως

ο κόσμος συνεχίζει απαράλλαχτος

μ’ ελπίδες και με άρνηση

τον χαβά του,

λέω σε τούτο τον χειμώνα, δε βαρέθηκες

εσύ μεγάλος εκδορέας να βολεύεσαι

σ’ έρημους δρόμους,

ανέστιος και ρέστος;

Του λέω, το έξω φέτος ξέχνα το.

Μέσα μου θα σου στρώσω

να επιβλέπεις

τη μεγαλύτερη σφαγή.

Έτσι κι αλλιώς,

δεν είναι η άνοιξη που μ’ ενδιαφέρει.

Ένα κλαδί στο δέντρο χωρίς όνομα,

όχι πολύ μακριά από δω,

στολίζεται τη γύμνια

και ομορφαίνει.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2020/12/blog-post_20.html?fbclid=IwAR3JJ0-3R2DqBLTJiE1n1v9hlr3jdUVzktjYrtqhtOIi7G8losriTrD7arU