Το έπος της γυναίκας στην ποίηση της Βίκυς Κατσαρού

Μόρα, Το σημάδι της Σάρας, ενύπνιο, 2025

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης*
 
Τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε μια σημαντική άνθιση ποιητικών συλλογών που διαπραγματεύονται τη θηλυκή ταυτότητα μέσα από το πρίσμα του παραλόγου. Αυτά τα έργα, συχνά αξιοποιώντας συμβολισμούς και μεταφορές, αναδεικνύουν αυτό που στο παρελθόν ονομάσαμε «θηλυκοφαγία» ή «κανιβαλισμό σε βάρος του θηλυκού» –μια ιστορική πραγματικότητα καταπίεσης που τώρα επανεξετάζεται με δημιουργικό πνεύμα. Παράλληλα, γίνεται όλο και πιο εμφανής η τάση προς υβριδικές ποιητικές μορφές, όπου τα όρια μεταξύ ποίησης, πεζού λόγου, performance και επικής αφήγησης θολώνουν, δημιουργώντας νέους χώρους έκφρασης. Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται η νέα συλλογή της Βίκυς Κατσαρού, Μόρα, Το σημάδι της Σάρας (ενύπνιο, 2025), ένα έργο που ενσωματώνει και υπερβαίνει αυτές τις τάσεις, προσφέροντας μια ποιητική επανάσταση που συνδυάζει έντονη φεμινιστική συνείδηση με πρωτοποριακή αισθητική.

Η Μόρα της Κατσαρού αποτελεί μια τολμηρή και πρωτότυπη επέμβαση στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Το έργο κινείται στον χώρο του θηλυκού παραλόγου, προσφέροντας μια ισχυρή φεμινιστική διεκδίκηση μέσα από μία γραφή που συνδυάζει οργή, αγωνία και την αναζήτηση μιας νέας έμφυλης ταυτότητας. Η συλλογή δεν φοβάται να κοιτάξει κατάματα την εποχή μας ως εποχή βίας, κανιβαλισμού και καταπίεσης του θηλυκού. Στην πραγματικότητα, η Κατσαρού μάς παραδίδει ένα σύγχρονο έπος με έντονο ρυθμό, όπου εναλλάσσονται άμετροι και έμμετροι στίχοι, δημιουργώντας μια δυναμική αφηγηματική ροή που διατηρείται συνεχής ακόμη και στα πεζά της συλλογής.

Το έργο αποτελεί μια ενιαία σύλληψη που ξεφεύγει από τους παραδοσιακούς ορισμούς της ποιητικής σύνθεσης. Η μεικτή αισθητική και ο ιδεολογικός συγκρητισμός ορίζουν ένα ποιητικό υβρίδιο που συνδέει τη μονολογική σκηνική ποίηση, το spoken word, τον πεζό λόγο και την επική αφήγηση. Αυτή η υβριδική φύση του έργου αποτελεί ουσιαστικά μια ποιητική αντανάκλαση της πολυπρισματικής γυναικείας ταυτότητας που επιχειρεί να αποδομήσει η ποιήτρια. Ο ειδολογικός συγκρητισμός και η απόρριψη των αυστηρών αισθητικών κανόνων υπηρετούν την αίσθηση του “επικού” ρυθμού και της προφορικής έντασης, κάνοντας την ανάγνωση να θυμίζει κάποιες φορές θεατρική performance.

Στην ποιητική αφήγηση, εναρμονισμένοι στίχοι επαναλαμβάνονται κατά το πρότυπο των επικών μοτίβων, δημιουργώντας έναν ρυθμικό παλμό που θυμίζει τα ρεφρέν του τραγουδιού ή τις κλισέ φράσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτές οι επαναλήψεις λειτουργούν ως ομογενοποιητικοί δεσμοί στο πολυπρισματικό περιεχόμενο του έργου, προσφέροντας μια αίσθηση ενότητας μέσα στη διακύμανση των θεμάτων και των τόνων. Η ποιητική αφήγηση επικεντρώνεται στις γυναίκες που “γέννησαν την καταστροφή” κατά των ανδρών που τις καταπιέζουν. Πρόκειται για γυναίκες που, μέσα από τους δικούς τους μύθους και τραύματα, στρέφονται ενάντια σε έναν κόσμο και σε άνδρες που τις καταδυναστεύουν, διεκδικώντας χώρο και φωνή μέσα στην Ιστορία. Την αφήγηση αυτή υπηρετεί ένα πλούσιο σύμπλεγμα συμβόλων, το οποίο η ποιήτρια αντλεί τόσο από τη βιβλική όσο και από τη μυθική παράδοση. Η Κατσαρού δημιουργεί έναν ιδιαίτερο συμβολισμό γύρω από την έννοια του θηλυκού, μετατρέποντάς το σε ένα εργαλείο αντίστασης, αποδομώντας συστηματικά την ιστορική θηλυκοφαγίας. Μέσα από το παράλογο και τον υπερρεαλισμό της αποσύνθεσης, εκθέτει τις διαχρονικές μορφές βίας και καταπίεσης που έχουν υποστεί οι γυναίκες.

Η Κατσαρού αξιοποιεί με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία τη λογοτεχνική παράδοση των “επικίνδυνων θηλυκών”, εκείνων των γυναικείων χαρακτήρων που κατά τη μυθολογία και τη λογοτεχνία καταστρέφουν άντρες. Ωστόσο, εδώ αυτή η παράδοση ανασυντίθεται μέσα από ένα αποκλειστικά γυναικείο βλέμμα, γεμάτο συμβολισμούς και κοινωνικό σχολιασμό. Οι μυθικές φιγούρες και πρόσωπα της θρησκευτικής η λογοτεχνικής παράδοσης δρουν σε ένα έπος που ανατέμνει τον κανιβαλισμό σε βάρος του θηλυκού σώματος και της γυναικείας ύπαρξης. Η λογοτεχνική παράδοση των “επικίνδυνων θηλυκών” επανέρχεται όχι ως στερεότυπο, αλλά ως όπλο. Η γυναίκα παρουσιάζεται όχι ως απειλή για το ανδρικό σύμπαν επειδή είναι το Άλλο (κλασική δυϊστική αντίληψη με καταγωγή στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τον Χριστιανισμό), αλλά επειδή αρνείται πια να υποταχθεί στους όρους του.

Το παράλογο κυριαρχεί στη σύνθεση, υποστηρίζοντας έναν υπερρεαλισμό της αποσύνθεσης, βασισμένο στην ανοικείωση και στη συνειρμική κίνηση εφιαλτικών εικόνων. Οι εικόνες γεννιούνται από την ιστορική εμπειρία της γυναικείας καταπίεσης και τη μνήμη της συλλογικής εξέγερσης. Έτσι, η Μόρα αποκτά μια σκοτεινή ονειρική υφή, όπου το όνειρο γίνεται εφιάλτης και ο εφιάλτης μετατρέπεται σε πολιτική πράξη. Κεντρικό ρόλο στο έργο παίζει το σωματικό στοιχείο. Ακολουθώντας την παράδοση της μεταπολεμικής έμφυλης ποίησης, η Κατσαρού αξιοποιεί τον διαμελισμό του γυναικείου σώματος (ένα μοτίβο που εισήγαγαν άνδρες ποιητές) για να το ανατρέψει. Μέσα από το παράλογο, αποκαλύπτει τη θηλυκοφαγία που διαπερνά πολιτισμούς και αιώνες. Η σύνδεση με τη θρησκευτική και μυθική παράδοση τής επιτρέπει να δώσει διαχρονικό βάθος στις μορφές της καταπίεσης (αγιοποίηση της παρθενίας, κοινωνική επιταγή της τεκνοποίησης, κυνήγι μαγισσών, διώξεις μαιών, καταραμένες γυναικείες φιγούρες της αρχαιότητας). Όλα αυτά επανεμφανίζονται μεταμορφωμένα, σαν φαντάσματα που απαιτούν δικαίωση.
 
Η Μόρα είναι, με αυτή την έννοια, μια βλάσφημη παρέμβαση στον δημόσιο λόγο. Αμφισβητεί αισθητικά, θρησκευτικά και έμφυλα στερεότυπα, προκαλώντας τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να αντιμετωπίσουν το δικό τους βλέμμα πάνω στη γυναίκα. Η πρόκληση αυτή, όπως συμβαίνει συχνά, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί “μισανδρισμός” (φευ) από ένα μέρος του κοινού. Η ιστορία της λογοτεχνίας μάς θυμίζει πως η εγκατάλειψη των “υψηλών” ιδανικών για χάρη θεμάτων φύλου και σεξουαλικότητας συχνά οδηγούσε σε περιθωριοποίηση των δημιουργών. Όταν όμως τέτοια θέματα γίνονται μέρος του mainstream προβληματισμού, η αντίδραση κατηγορείται για “προκλητικότητα”. Αλλά η Κατσαρού ακριβώς σε αυτές τις προκλητικές στάσεις θεμελιώνει την κύρια προβληματική της. Επιδιώκει την ανατροπή των παγιωμένων αντιλήψεων για την ποίηση (τη φόρμα, το ύφος, τον λόγο) αλλά και για την εικόνα της γυναίκας στις αβρααμικές θρησκείες και στον ανδρικό φόβο απέναντι στο θηλυκό που απειλεί να καταστρέψει το πατριαρχικό οικοδόμημα. Αυτή η διπλή ανατροπή −αισθητικά και ιδεολογικά− καθιστά το έργο της Κατσαρού μια παρέμβαση στον δημόσιο λόγο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ριζικής στάσης της Κατσαρού είναι η πλήρης απουσία ανδρικών ονομάτων στη συλλογή (με τη μοναδική εξαίρεση του κωδικοποιημένου “Χ.”). Αυτή η επιλογή αντιστρέφει τους παραδοσιακούς λογοτεχνικούς κανόνες, όπου για δεκαετίες (από τον ρομαντισμό και έπειτα) οι γυναίκες έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα, συχνά παραμένοντας ανώνυμες. Στο έργο της Κατσαρού, οι γυναίκες καταλαμβάνουν κεντρική θέση, τοποθετώντας στη γωνία του πλάνου το αρσενικό και επαναπροσδιορίζοντας τη λογοτεχνική αφήγηση από μια αποκλειστικά γυναικεία οπτική.

Η Μόρα της Βίκυς Κατσαρού, λοιπόν, αποτελεί μια τολμηρή και πρωτότυπη επέμβαση στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Μέσα από την πολύπλευρη και υβριδική γραφή της, η ποιήτρια καταγράφει την γυναικεία εμπειρία σε μια εποχή βίας και συστημικής καταπίεσης, μετατρέποντας την ποίηση σε όπλο αντίστασης και απελευθέρωσης. Το έργο της προκαλεί και προβληματίζει ως μια ζωτική φωνή στον σύγχρονο λογοτεχνικό διάλογο για τα ζητήματα φύλου.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο fractalart.gr

Jorie Graham, Τενεσί, Ιούνιος

Αυτή είναι η ζέστη που ψάχνει το ψεγάδι σε καθετί
κι αγαπά το ψεγάδι.
Δεν είναι τίποτα
πιο ασήκωτο απ’ το πνεύμα της,
τίποτα πιο έγκλειστο
απ’ το σώμα εντός της.
Εν μία νυκτί
φυτρώνουν τα κρίνα της·
οι αυλές μας —
γυμνές, ύστερα ψεύτικα χαρούμενες, μετά ξανά γυμνές.
Φαντάσου
να παραδέρνει ο νους γδυτός τη λογική του,
δες στο κορμί σου όχθες ποταμού που σιγοτρώγονται…

Μέσα της, δεν επιζεί κανένας κόσμος
σωρεύοντας περισσότερα απ’ τους γύρω του·
εκεί, η πίεση να γίνεσαι όλο και λιγότερος
είναι η πίεση να παίρνεις
όλο και περισσότερο
για να φτάσεις ως εκεί.

Ω —
άφησέ τη να σε αγγίξει…
Η βεράντα — μικρή κάσα του σώματος — φωτίζεται απότομα
κι η αιώρα ταλαντεύεται αβίαστα πέρα απ’ το χείλος της.
Παρακάτω οι φτέρες — τα καυτά τους στρωσίδια —
και λαμπυρίδων επίδεσμοι
πάνω απ’ τα παχιά καπνοχώραφα·
γρύλλοι κεντώντας τη ζέστη
για να γεμίσουν οι ίδιοι τα κενά.

Λικνίσου στο σκότος εκείνο
κι ύστερα πίσω εκεί
όπου οι τυφλές πεταλούδες της νύχτας
γυροφέρνουν, γυροφέρνουν,
πίσω και μπρος απ’ το ολόλευκο σπίτι
ως τους κισσούς που ξεπλέκονται.

Τίποτα δεν θα σε πιάσει.
Τίποτα δεν θα σ’ αφήσει να φύγεις.
Το λέμε άνθισμα —
το πνεύμα από σένα σκιρτά
κι εσύ παραμένεις.

*Μετάφραση: Ν. Κωσταγιόλας

Σούζαν Αμπουλχάουα: Ποίηση της μαχόμενης Παλαιστίνης

Artwork: Suhab Khatib

Παναγιώτης Ελ Γκεντί, Σούζαν Αμπουλχάουα*

«Άλμπι», «κάλμπι» ή «γκάλμπι» είναι η καρδιά στα αραβικά· η λέξη, ενταγμένη στη φράση «για κάλμπι», σημαίνει «καρδιά μου» και απευθύνεται συνήθως στο αγαπημένο πρόσωπο. Οι σημασίες όμως μεταβάλλονται, όταν οι άνθρωποι πονούν, διψούν ή πεθαίνουν· «για κάλμπι» σημαίνει πλέον και «πατρίδα μου» / «χώρα μου» / «σπίτι μου» και η φράση εκφέρεται οδυνηρά από το στόμα των Παλαιστινίων, δηλώνοντας όσα χάνονται, όσα πεθαίνουν ή όσα ελπίζεται πως θα ξαναγίνουν.

«Ραζάα» σημαίνει «επιστροφή» και αυτή η λέξη χρησιμοποιείται σήμερα για να δηλώσει την υπόσχεση των Παλαιστινίων προς τη γη από την οποία εκτοπίζονται. Αυτή η υπόσχεση έχει εν μέρει μόνο χαρακτήρα υπερβατικό· εκφωνείται μαχητικά urbi et orbi, δηλώνοντας την επιμονή στον δίκαιο αγώνα για ελευθερία, ενάντια στο εποικιστικό αποικιοκρατικό σχέδιο του Ισραήλ και του σιωνισμού. Επιστροφή επειδή τα κλειδιά των σπιτιών και της χώρας τους τα έχουν μέσα στην καρδιά τους.

«Σουμούντ» είναι ο πολύσημος εκείνος όρος με τον οποίο δηλώνεται, μεταξύ άλλων, η σταθερή επιμονή, η διαρκής και καθημερινή αντίσταση στις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής, οι πολιτικές πράξεις στο επίπεδο της καθημερινότητας. «Σουμούντ» μπορεί να θεωρηθεί και η διακήρυξη της επιστροφής και η επίκληση στην ιθαγένεια και η με κάθε καλλιτεχνικό μέσο αντίσταση εκ μέρους των Παλαιστινίων σε ό,τι το Ισραήλ συμβολίζει.

Η Σούζαν Αμπουλχάουα, με τον αιχμηρό της λόγο, εξ ονόματος της μαχόμενης Παλαιστίνης, προσπαθεί να πει ότι ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι διαρκής, καθημερινός και επίμονος – όσο διαρκής, καθημερινή και επίμονη είναι η σφαγή που υφίσταται η Παλαιστίνη.

Η Αμπουλχάουα, ποιήτρια της διασποράς, όπως τόσες και τόσοι άλλοι, είναι πρωτίστως πεζογράφος και ακτιβίστρια. Τα τρία αγγλόφωνα μυθιστορήματά της (Πρωινά στη Τζενίν, 2010· Το μπλε ανάμεσα στον ουρανό και το νερό, 2015· Ενάντια στον δίχως αγάπη κόσμο, 2020) απέσπασαν πολλά βραβεία και μεταφράστηκαν σε πληθώρα γλωσσών. Η ίδια σήμερα ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ, όπου έχει ιδρύσει τη ΜΚΟ για παιδιά «Παιδικές χαρές για την Παλαιστίνη». Ως ακτιβίστρια συμμετέχει ενεργά στο κίνημα «Μποϊκοτάζ, Αποεπένδυση και Κυρώσεις» (Boycott, Divestment and Sanctions: BDS) εναντίον του Ισραήλ, ενώ σειρά ομιλιών της προασπίζεται τον αγώνα των Παλαιστινίων. Η αγγλόφωνη ποιητική της συλλογή Η φωνή μου αναζητούσε τον άνεμο εκδόθηκε το 2013, ενώ συμμετείχε και επιμελήθηκε ανθολογήσεις κειμένων και συλλογικών τόμων.
Το δεύτερο από τα εδώ μεταφραζόμενα ποιήματα ανήκει στη συλλογή του 2013, ενώ το πρώτο εκφωνήθηκε στο άνοιγμα του δεύτερου φεστιβάλ λογοτεχνίας «Η Παλαιστίνη γράφει», το οποίο διεξήχθη στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2023. Στη συνανάγνωσή τους παράγουν ένα ενδιαφέρον κοντραπούντο: τα δεινά, που παρουσιάζονται στο δεύτερο ποίημα, είναι μία από τις προϋποθέσεις για τη σταθερή επιμονή στον αγώνα, που παρουσιάζεται στο πρώτο ποίημα.
 
Δεν φύγαμε ποτέ
 
Δεν έχει σημασία τι ζητάτε
Επειδή είμαστε οι άνθρωποι της χώρας
Επειδή είμαστε οι φύλακες των ιστοριών της
που μας κληροδοτήθηκαν από τα ελαιόδεντρα
Επειδή τα ποτάμια της διατρέχουν τα σώματά μας
και οι γιαγιάδες μας κεντούσαν το τοπίο της
στο δέρμα μας εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια
Επειδή σελώσαμε τα πρώτα της άλογα
τραγουδήσαμε τις πρώτες της μπαλάντες και
θερίσαμε το σιτάρι της με αγάπη
άσχετα με το ποιος κρατούσε όπλα εναντίον μας
Επειδή η ποίησή μας πότισε τους κήπους της
από τότε που ήταν ακόμα Χαναάν
Επειδή χορέψαμε όταν παντρεύτηκε τη Μεσόγειο Θάλασσα
και της φτιάξαμε για γαμήλια τούρτα έναν δίσκο
κιουνεφέ από τη Ναμπλούς
Επειδή ήμασταν πάντα εκεί
Είμαστε οι Εβραίοι, οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι
ζήσαμε μετασχηματισμένοι μεταξύ των θρησκειών
κατοικήσαμε τόπους προσκυνήματος που χάθηκαν και επέστρεψαν
αναμιχθήκαμε με τους κατακτητές μας
πεθάναμε από τα σπαθιά τους και
θρέψαμε το χώμα της με τα σώματά μας
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Όταν ο Ερρίκος Η΄ έστειλε την Άννα Μπολέιν στον πύργο
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν η Μαρία Αντουανέτα οδηγήθηκε στη γκιλοτίνα
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν ο Γαλιλαίος κοίταξε τους ουρανούς
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν ο Κολόμβος χάθηκε, λεηλάτησε και βίασε εκεί όπου αποβιβάστηκε
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν η βασίλισσα Νζίνγκα κυβέρνησε τα βασίλεια του Ντόνγκο και της Ματάμπα
Όταν ο Τζένγκις Χαν εκπόρθησε το Σινικό Τείχος
Όταν οι σουφραζέτες έκαναν πορεία
Όταν όλη η ιστορία σας
εμείς ήμασταν εκεί
Όχι στην Ευρώπη ή τη Ρωσία ή την Πολωνία ή
το Μπρούκλιν ή την Υεμένη ή
ή το Ιράν ή το Ιράκ
αλλά στην Παλαιστίνη
συνεχώς, για χιλιετίες
Επειδή εμείς δημιουργήσαμε τους χορούς της
καλλιεργήσαμε όλους τους λόφους της και
φτιάξαμε τα σπίτια μας μέσα στα αυλάκια της
Επειδή κοιμηθήκαμε, φάγαμε, γεννήσαμε
παντρευτήκαμε, αγαπήσαμε, γεράσαμε και πεθάναμε στην αγκαλιά της
από τότε που ο χρόνος ήταν σχεδιασμένος για ημερολόγιο
Επειδή τώρα είναι κάτω από τη μπότα ενός ξένου
Οι καμπύλες της ισοπεδώθηκαν από τους πολεοδόμους
τα δέντρα της κόπηκαν και κάηκαν από το μίσος τους
το σώμα της χαρακωμένο και αποστεγνωμένο
το ρόδι της κυριευμένο και φυλακισμένο
το ζάταρ της θαμμένο στο τσιμέντο και
η άγρια ταραχώδης ιστορία της
βιαίως χωμένη σε ένα πλαστικό κουτί
με ένα νέο όνομα και έναν νέο επικό μύθο
Σκότωσαν τα πουλιά της
πήραν το χούμους και τα φαλάφελ μας ως ομήρους σε ένα μουσείο
που έχτισαν πάνω από τους τάφους των προγόνων μας
Αλλά εμείς ξέρουμε και
μόνο εμείς μπορούμε να πούμε τις ιθαγενείς ιστορίες της
να τραγουδήσουμε τα ντόπια τραγούδια της και
να χορέψουμε γι’ αυτήν μια υπόσχεση από τα παιδιά της
που είναι αποφασισμένα να γυρίσουν πίσω
στην αγκαλιά των ηλιόλουστων λόφων της
στους πορτοκαλεώνες και τους ελαιώνες της
να αναζωογονήσουν τα αποξηραμένα ποτάμια της
για να μπορέσουν και πάλι να βροντοφωνάξουν γεμάτα ζωή
όπως έκαναν όταν η οικογένειά μας
ήταν ολόκληρη στις όχθες της
Εμείς
πάντα θα της γράφουμε τα ερωτικά μας γράμματα
πάντα θα τραγουδάμε και θα ζωγραφίζουμε και θα ράβουμε και
θα μαγειρεύουμε τα αγαπημένα της φαγητά
και θα σκεφτόμαστε και θα μαλώνουμε και θα κλαίμε και θα φυτεύουμε
και θα θερίζουμε και θα γιορτάζουμε γι’ αυτήν
την Παλαιστίνη μας
Στηριζόμαστε ο ένας στον άλλο
Βασιζόμαστε στους φίλους μας και
αποκηρύσσουμε τους κανονικοποιητές της καταπίεσής μας
Επιμένουμε
Υπάρχουμε
Είμαστε ένα έθνος
μία ιστορία
μία κληρονομιά
ένας λαός
αποφασισμένοι και προορισμένοι να επιστρέψουμε στην πατρίδα
 
 
Ουαλά
 
Είναι 3 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Η ουρά είναι μεγάλη
Και πυκνή
Με σώματα
 
Περιμένεις
 
Ένα σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε πλαστική σακούλα
Σφιχτά στο χέρι σου το εξαντλημένο απ’ τη δουλειά
 
Η γυναίκα σου ετοίμασε το πρωινό και το μεσημεριανό σου
Σηκώθηκε πριν από σένα
Και μαζί προσευχηθήκατε πριν την αυγή
 
Σε φίλησε στο πρόσωπο και είπε
Άλλα μαάκ για χαμπίμπι
Ο Αλλάχ μαζί σου, αγάπη μου
 
Φιλάς τα πρόσωπα των παιδιών σου που κοιμούνται
Δεν τα έχεις δει ξύπνια εδώ και μήνες
Και αναρωτιέσαι
Έχει αρχίσει να σπάει η φωνή του Ουαλίντ;
Έχουν αρχίσει να φουσκώνουν οι γοφοί της Ουιζντάντ;
Πόσο μεγάλο ήταν το χαμόγελο της Σοράγια όταν γύρισε σπίτι
με τον έλεγχό της;
 
Είναι 4 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Ακόμα περιμένεις
Η ουρά μπροστά σου είναι τόσο μεγάλη
Και πίσω σου τώρα είναι μεγαλύτερη
 
Λίγοι μιλούν
Είστε τόσο στρυμωγμένοι
που κρατάτε ο ένας τον άλλον όρθιο
 
Βλέπετε τη δική σας κούραση
που αντανακλάται στην κούραση που είναι χαραγμένη
Στα πρόσωπα γύρω σας
 
Κοιτάτε αλλού
Ψάχνετε για ένα τσιγάρο
Αλλά ποιος στο διάολο μπορεί να το αντέξει αυτό;
 
Κοιτάζεις τα γκράφιτι πέρα από τα
Σιδερένια κάγκελα που σε κρατούν μέσα
Γραμμένα μόνο για σένα
Από σιωνιστές εποίκους που σου ρουφάνε την ανάσα από τα πνευμόνια
 
Καταλαβαίνεις το νόημα
των αγγλικών τους λέξεων
«Ψοφήστε αράπηδες της άμμου»
 
Μερικές φορές
το αποζητάς κι εσύ αυτό
 
Είναι 5 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Οι στρατιώτες φτάνουν
Η γραμμή χαλαρώνει
Κάνεις ένα βήμα μπροστά
Κινούμενος από το βάρος των σωμάτων
Πίσω σου
 
Το σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε μια πλαστική σακούλα
είναι συνθλιμμένο.
Δεν επιβιώνει ποτέ
 
Είναι 7 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Τώρα είναι η σειρά σου
Παρουσιάζεις τα χαρτιά σου
Ξεδιπλώνεις και ξαναδιπλώνεις
Τα μάτια κάτω
Η καρδιά κάτω
Χάλι μαύρο
 
Αλλά
Είσαι έξω από τη γραμμή
Δεκαπέντε άντρες πριν από σένα τραβήχτηκαν στην άκρη
Και προσπάθησες να μην κοιτάξεις
Να μην ακούσεις αυτόν που ικετεύει
Μη με χτυπήσεις
 
Είναι 7:30 π.μ.
Στο λεωφορείο με τα βοοειδή
 
Είσαι στον δρόμο
Η χώρα που σου έκλεψαν
διασπείρεται έξω από το παράθυρό σου
Και φαντάζεσαι
Ο άντρας που θα ήσουν
Ο άντρας που θα έπρεπε να είχες γίνει
Εκεί έξω
Ιππεύοντας το άλογο της οικογένειας
Τις καθαρόαιμες φοράδες του παππού σου
που μεγάλωσε κι ανέθρεψε κι αγάπησε
Σε μια Παλαιστίνη
Μη βιασμένη
Μη κλεμμένη
 
Είναι 8 π.μ.
Κατεβαίνεις από το λεωφορείο με τα βοοειδή
Στραπατσαρισμένο το σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε μια πλαστική σακούλα
Στο ένα χέρι
 
Τα μάτια σου κάτω
Η καρδιά κάτω
Βάζεις την εργαλειοθήκη σου κάτω για να χτυπήσεις
στην πίσω πόρτα των σιωνιστών εποίκων
που δίνουν δουλειά
 
Αλλά
 
Το αφεντικό των σιωνιστών εποίκων φωνάζει
Ουαλά
Μις χον ελ γιομ!
Δεν υπάρχει σήμερα
Αγόρι μου!
 
Και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ευχαριστείς τον Αλλάχ που
η γυναίκα σου και τα παιδιά σου δεν είναι εκεί
για να τους ακούσουν να σε φωνάζουν
Ουαλά
 
*Εισαγωγή και απόδοση από το πρωτότυπο: Παναγιώτης Ελ Γκεντί

**Δημοσιεύτηκε στο jacobin.gr

ένα έτσι, ποιήματα

Hannah Höch, Seen From Above (1959)

η γριά έψελνε στο διάδρομο
ο γέρος διάβαζε Μπουσκάλια
οι συνοδοί μοιάζανε θλιμμένοι
περισσότερο από τους ασθενείς
οι πρωτάρηδες ξεχωρίζαν
ο Θεός είχε ήδη πάρει τη θέση του
μπροστά στον υπολογιστή
στα δεξιά της μακάριας πύλης
διαβάζοντας στις φλέβες μας
βαρετές καθημερινές ιστορίες
ξημέρωμα πάνω στις ταράτσες
κεραίες, δορυφορικά πιάτα
ένας γερανός στο βάθος γυρίζει
μια κουρούνα στέκεται και φεύγει
το φως ως συνήγορος του θύματος
το φως ως δικαστής συνταξιούχος
με τα φρύδια της λογικής γερμένα
στο βάρος της μεγάλης απόφασης
και τα μάτια άδεια, πλημμυρισμένα
από αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο
που οι άνθρωποι αποκαλούν ζωή
μετράω πόδια, λεπτά
που θα γίνουν ώρες
η μέρα Πέμπτη
το ταξίδι στην μητρόπολη
κι άλλα πόδια κι άλλα λεπτά
πέρα δώθε στον διάδρομο
καθώς ξημερώνει
φτηνά αθλητικά παπούτσια
περιμένουν το όνομά τους
ανυπομονούν να γιατρευτούν
έστω και για σήμερα μόνο
η μέρα Πέμπτη
σκονισμένα μαύρα adidas
πλαστικό λευκό δάπεδο
ο καφές τελείωσε, περιμένω

*

στην παρθενούλα μας

όταν σου μιλάω για μένα
μου απαντάς εσύ
επιστρέφοντάς μου την απόσταση

χαρίζοντάς τη μου
για οποιαδήποτε περίτεχνη μανούβρα
διαλέξω και πάλι

τα χέρια πίσω
από τα πόδια / στο κεφάλι
μια τρυπούλα ενδιάμεσα

εσύ μου λες είσαι αυτό
όπως εγώ εκείνο το άλλο
λιγάκι πιο πέρα, συνέχισε να μιλάς

μπορώ να αγγίξω
τα πολλαπλά σου φεγγάρια
και τις άνυδρες ακτές

δίχως να χρειαστεί ποτέ
να τα ονομάσω σπίτι
ή ακόμη χειρότερα, θεέ μου

χωρίς ποτέ να συμφωνήσω
πως καλό θα ήταν εκεί
να επιστρέψεις

όταν κάποτε σου ζητηθεί
μία αλήθεια
για να σε δουν

μίλησέ μου για σένα
και πήγαινε μας όπου εσύ θες
αρκεί να μπορώ να αισθάνομαι

το πότε φεύγεις
προς το αστείρευτο πουθενά
αυτής της ύπαρξης

ένα σημείο
από όπου σε αποχαιρετώ
για να σε βρω ξανά μετά

στην δεξιά μεριά του κρεβατιού
το μέρος από όπου όλα
τα σύννεφα περνάνε

έτσι
για να συνεχίσω να ακούω
κι ας μην έχω ιδέα τι λες

κι ας μην προσπάθησα ποτέ
να καταλάβω
αν όντως λες κάτι

ή απλά αγαπάς! τον τρόπο
που σε ακούω
όπως κι εγώ γίνομαι ο τρόπος
που όλα αυτά σιγά σιγά
χάνουν όποιο νόημα
κι αν είχαν

γελώντας και κλαίγοντας
στο βλέμμα που ανταλλάξαμε
την πρώτη φορά

που σε είδα
να πλησιάζεις το πρόσωπό μου
κι εγώ το δικό σου

Μανώλης Μεσσήνης. Απολογία συγγραφέως

Φωτογραφία: Patrick Tomasso-Oaqk

Είμαστε η σκιά μιας φευγαλέας αλήθειας,
το μυστήριο ότι υπήρξαμε εκεί

Είμαστε κάποιοι που πιστεύουν στο αστάθμητο

Είμαστε αφηγητές εκείνου που κανείς δε θέλει,
ενός ονείρου το οποίο αναγγέλλει και ανιχνεύει
με σαφήνεια τη ροή του χρόνου προς τον θάνατο

Είμαστε ένας Δαβίδ με μια πένα ικανή να σκοτώσει Γολιάθ

Μας κατακλύζει η θλίψη
επειδή η βαθύτερη γραφή είναι η απώλεια

Είμαστε οι μεταφραστές του κόσμου

Είμαστε ένα μάτι που εντοπίζει το ψευδές
και το δείχνει

Είμαστε ικανοί για κάθε θράσος

Είμαστε αυτοί που κάνουν τις λέξεις να ζουν όπως θέλουν,
ν’ αντηχούν, να μιλούν για τον εαυτό τους
σαν να προφέρονται στον αέρα,
σαν να πηγάζουν απευθείας από την αναπνοή,
το νόημα, τον ρυθμό, τη μουσική

Είμαστε αυτοί που παρατηρούμε,
αντιγράφουμε, μιμούμαστε, παρωδούμε,
διαλύουμε, ερευνούμε, επικρίνουμε,
παραμορφώνουμε, εξιλεώνουμε, κατανοούμε,
σκληραίνουμε και γοητεύουμε

Είμαστε αυτοί που υφαίνουν διαφορετικές εποχές
και χώρους χωρίς χρόνο

Είμαστε αυτές οι απλές λέξεις

Είμαστε αυτή η παράξενη φωτιά που κρύβεται κάτω από το γράψιμο

Κατερίνα Κολιοπούλου, η Πόρτα

Σ’ έχω αποστηθίσει
απ΄τις ταμπέλες της Πατησίων
σ’ έχω διαβάσει τις νύχτες
σπιθαμή προς σπιθαμή
σ’ έχω μυρίσει
σε κουτί
στο παγκάκι της πλατείας
σε σύνθημα του δρόμου

Σε είπα απ’ έξω
Σ’ αφουγκράστηκα
Σελίδα τη σελίδα
σε φυλλομέτρησα
Στα δάχτυλα
σε έπαιξα
-Κάποια σημασία έχει το φως-

Σου ‘κλείσε τα φύλλα
Μου άνοιγες τα μάτια
Μου ‘πες:
Σήμερα
Τυφλώσουν

Σ’ έχω αποστηθίσει
Κάπου κάπου σε σφυρίζω
του κόλπου μου πύρινη
άρθρωση

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2022.

Τάκης Σινόπουλος, Αν

Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.

Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα, και το σύννεφο
εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέφοντας ξα-
φνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που κοίταζαν λίγο πιο
πριν.

Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.

Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

*Aπό τη συλλογή Πέτρες, σελ. 16, Εκδόσεις Κέδρος, 1982

Κωνσταντίνος Βορβής, Τέσσερα ποιήματα

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ


Πόσο θ’ αντέξει ακόμα
μόνος στην άκρη του κόσμου
χωρίς συμμάχους χωρίς ένα χέρι
στα πυρά ευάλωτος της μνήμης
να αντιμάχεται να πολεμά
να στέκεται όρθιος σχεδόν
ενώ το παράλογο τον πολιορκεί
στο πιο ευαίσθητο σημείο

*

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ

Σε σένα επιστρέφουμε πάλι
Σε σένα, άσπλαχνη μητέρα
παραδίνουμε την σάρκα μας
Απελεύθεροι από τον φόβο
της αιώνιας κατάπτωσης
Αμόλυντοι από την φθορά και την ελπίδα
το άθικτο πρόσωπό σου, το χαοτικό
αντικρίζουμε

*

ΕΠΙΓΟΝΟΙ

Την λευκότητα της παρθενικής σιωπής σου
Νύχτα, Αυτοί έρχονται να καταστρέψουν·
Στα χέρια τους κρατούν τον εξόριστο καρπό
και η τροχιά τους χάνεται μακριά,
πολύ μακριά στο επέκεινα

Υποδέξου τους σαν άσωτους υιούς
επίγονους του ονείρου

*

ΒΛΕΜΜΑ

Μόνο μια μνήμη κράτησα μέσα στον οχετό
εκείνο το βλέμμα, το τόσο αδιαπέραστο
το τόσο ακλόνητο στην πτώση
που αυθόρμητα υπέτασσε το χάος
και έδινε ξανά ζωή
στα ανέφικτα, παλιά οράματα

Αυτό το βλέμμα κράτησα μονάχα
με τον φανατισμό των ξεπεσμένων

*Από το συγκεντρωτικό τόμο «Τα ποιήματα», Εκδόσεις Σιγαρέτα, 2025.

Αργύρης Χιόνης, Συμβάν

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Σκότωσε
όλα τα περιστέρια
κι έφτιαξε
ένα μεγάλο πουπουλένιο μαξιλάρι.
Ύστερα,
έπεσε να κοιμηθεί
εν ειρήνη.

*Από τις “Απόπειρες φωτός’”, Εκδόσεις Δωδεκάτη Ώρα, Αθήνα, 1966.

Γιάννης Κοντός, Κίνδυνος στην πόλη

Απόψε δεν γράφονται ποιήματα

Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν – αλλά
κανείς δεν βλέπει.

Τρέψω – τρέχουμε
Σκοντάφτω στον εαυτό μου.

Ο ποιητής παριστάνει
το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.