Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Φρεγάτα στο σεληνόφως
Νύχθ’ υπό λυγαίαν ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.
Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι! Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε, ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.
Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων. Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο, ο Χάρος, μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη. Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε, βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων, να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό εμηνύσαν πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα, καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,
σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων: πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν, καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.
Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:
εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι, λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα άνθη.
Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων, και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος, στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!
Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους: Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες, δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.
Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι (η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!) Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων, αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.
Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι. Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του, κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα– μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!
Here in the great cemetery behind the fortress of Barcelona I have come once more to see the graves of my fallen. Two ancient picnickers direct us down the hill. “Durruti,” says the man, “I was on his side.” The woman hushes him. All the way down this is a city of the dead, 871,251 difuntos. The poor packed in tenements a dozen high; the rich in splendid homes or temples. So nothing has changed except for the single unswerving fact: they are all dead. Here is the Plaza of San Jaime, here the Rambla of San Pedro, so every death still has a mailing address, but since this is Spain the mail never comes or comes too late to be of use. Between the cemetery and the Protestant burial ground we find the three stones all in a row: Ferrer Guardia, B. Durruti, F. Ascaso, the names written with marking pens, and a few circled A’s and tributes to the FAI and CNT. For two there are floral displays, but Ascaso faces eternity with only a stone. Maybe as it should be. He was a stone, a stone and a blade, the first grinding and sharpening the other. Half his 36 years were spent in prisons or on the run, and yet in that last photograph taken less than an hour before he died he stands in a dark suit, smoking, a rifle slung behind his shoulder, and glances sideways at the camera half smiling. It is July 20, 1936, and before the darkness falls a darkness will have fallen on him. While the streets are echoing with victory and revolution, Francisco Ascaso will take up the hammered little blade of his spirit and enter for the last time the republics of death. I remember his words to a frightened comrade who questioned the wisdom of attack: “We have gathered here to die, but we don’t have to die with dogs, so go.” Forty-one years ago, and now the city stretches as far as the eye can see, huge cement columns like nails pounded into the once green meadows of the Llobregat. Your Barcelona is gone, the old town swallowed in industrial filth and the burning mists of gasoline. Only the police remain, armed and arrogant, smiling masters of the boulevards, the police and your dream of the city of God, where every man and every woman gives and receives the gifts of work and care, and that dream goes on in spite of slums, in spite of death clouds, the roar of trucks, the harbor staining the mother sea, it goes on in spite of all that mocks it. We have it here growing in our hearts, as your comrade said, and when we give it up with our last breaths someone will gasp it home to their lives. Francisco, stone, knife blade, single soldier still on the run down the darkest street of all, we will be back across an ocean and a continent to bring you red carnations, to celebrate the unbroken promise of your life that once was frail and flesh.
Εδώ στο μεγάλο νεκροταφείο πίσω από το φρούριο της Βαρκελώνης ήρθα για άλλη μια φορά να δω τους τάφους των πεσόντων μου. Δύο αρχαίοι εκδρομείς μας κατευθύνουν κάτω από το λόφο. «Durruti», λέει ο άνδρας, «ήμουν στο πλευρό του». Η γυναίκα τον σιγοντάρει. Σε όλη τη διαδρομή προς τα κάτω αυτή είναι μια πόλη των νεκρών, 871.251 difuntos. Οι φτωχοί στοιβαγμένοι σε πολυκατοικίες μια ντουζίνα ψηλά- οι πλούσιοι σε υπέροχα σπίτια ή ναούς. Έτσι, τίποτα δεν έχει αλλάξει εκτός από το μοναδικό αταλάντευτο γεγονός: είναι όλοι νεκροί. Εδώ είναι η Plaza του San Jaime, εδώ η Rambla του San Pedro, οπότε κάθε νεκρός εξακολουθεί να έχει μια ταχυδρομική διεύθυνση, αλλά επειδή αυτή είναι η Ισπανία η αλληλογραφία δεν έρχεται ποτέ ή έρχεται πολύ αργά για να είναι χρήσιμη. Μεταξύ του νεκροταφείου και του του προτεσταντικού νεκροταφείου βρίσκουμε τις τρεις πέτρες όλες στη σειρά: Ferrer Guardia, B. Durruti, F. Ascaso, τα ονόματα γραμμένα με μαρκαδόρους, και μερικά κυκλωμένα Α και αφιερώματα στην FAI και την CNT. Για δύο υπάρχουν ανθοδέσμες, αλλά ο Ascaso αντιμετωπίζει την αιωνιότητα μόνο με μια πέτρα. Ίσως όπως θα έπρεπε να είναι. Ήταν μια πέτρα, μια πέτρα και μια λεπίδα, η πρώτη αλέθει και ακονίζει η άλλη. Τα μισά από τα 36 χρόνια του τα πέρασε σε φυλακές ή στο κυνήγι, κι όμως σε αυτή την τελευταία φωτογραφία που τραβήχτηκε λιγότερο από μια ώρα πριν πεθάνει στέκεται με σκούρο κοστούμι, καπνίζοντας, με ένα τουφέκι κρεμασμένο πίσω από τον ώμο του, και κοιτάζει πλάγια στην κάμερα μισοχαμογελώντας. Είναι 20 Ιουλίου, 1936, και προτού πέσει το σκοτάδι ένα σκοτάδι θα έχει πέσει πάνω του. Ενώ οι δρόμοι αντηχούν από τη νίκη και την επανάσταση, Ο Francisco Ascaso θα σηκώσει τη σφυρήλατη μικρή λεπίδα του πνεύματός του και θα μπει για τελευταία φορά στη δημοκρατία του θανάτου. Θυμάμαι τα λόγια του σε έναν φοβισμένο σύντροφο που αμφισβήτησε τη σοφία της επίθεσης: «Εμείς συγκεντρωθήκαμε εδώ για να πεθάνουμε, αλλά εμείς δεν χρειάζεται να πεθάνουμε με τα σκυλιά, οπότε φύγε». Σαράντα ένα χρόνια πριν, και τώρα η πόλη εκτείνεται όσο το μάτι μπορεί να δει, τεράστιες τσιμεντένιες κολώνες σαν καρφιά χτυπημένες στα κάποτε πράσινα λιβάδια του Llobregat. Η Βαρκελώνη σας έχει χαθεί, η παλιά πόλη καταπίνεται στη βιομηχανική βρωμιά και στις καυτές ομίχλες της βενζίνης. Μόνο η αστυνομία απέμεινε, οπλισμένη και αλαζονική, χαμογελαστή αφέντρα των λεωφόρων, η αστυνομία και το όνειρό σου για την πόλη του Θεού, όπου κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα δίνει και λαμβάνει τα δώρα της εργασίας και της φροντίδας, και αυτό το όνειρο συνεχίζεται παρά τις παραγκουπόλεις, παρά τα σύννεφα θανάτου, τον βρυχηθμό των φορτηγών, το λιμάνι που λερώνει τη μητέρα θάλασσα, συνεχίζεται παρά όλα που το χλευάζουν. Το έχουμε εδώ που μεγαλώνει στις καρδιές μας, όπως είπε ο σύντροφός σας, και όταν το παραδώσουμε με τις τελευταίες μας ανάσες κάποιος θα το αγκομαχήσει να το επιστρέψει στη ζωή του. Φρανσίσκο, πέτρα, λεπίδα μαχαιριού, μοναχικός στρατιώτης που εξακολουθεί να το τρέξιμο στον πιο σκοτεινό δρόμο από όλους, θα επιστρέψουμε πέρα από έναν ωκεανό και μια ήπειρο για να σου φέρουμε κόκκινα γαρύφαλλα, για να γιορτάσουμε την αδιάσπαστη υπόσχεση της ζωής σου που κάποτε ήταν εύθραυστη και σαρκική.
Ομορφιά δίχως μνήμη μονάχα φως ενέργεια σιωπή – ομορφιά παρούσα ομορφιά εφήμερη σαν τη σκιά. Στην ενατένισή μου, ένα σε λογαριάζω με τον ήχο είσαι ήχος ταξίδι σιωπή – ένα με τη θάλασσα τη μεγάλη την απόλυτη ερωμένη μου. Α! δε γυρίζω πίσω στα μονοπάτια που περάσαμε χθες – κάποτε. Στην ενατένισή μου ένας δρόμος μακραίνει – χωρίς ανάμνηση – χωρίς παρελθόν. Κοντά στη θάλασσα πλανιέμαι κι’ έχω το πέλαγος αγνάντια τους βυθούς και το ξανθό σμαράγδινο νερό – το στερέωμα και τη θάλασσα και τη χίμαιρα μαζί μου – το σώμα το δικό της ξάφνισμα και ρίγος άρωμα διαβατικό. Δός μου τα χέρια σου τα σύμβολα της σιωπής τους μαστούς να ξεδιψάσω. Μουσική για πηλός εργασμένος με τα δάχτυλα τα νοητικά του γλύπτη με τη σιγή την ξύπνια την εντατική του γλύπτη φανερωμένος – χίμαιρα δική μου άρωμα διαβατικό.
*
Σ’ αυτό το θλιβερό λιμάνι βρίσκουμαι
Σ’ αυτό το θλιβερό λιμάνι βρίσκουμαι ξένος ερημικό σημείο σύννεφο ασβολερό. Κόκκινα πράσινα ξαγρυπνησμένα φώτα σιωπούν. Αλλά στο πένθιμο μοναχικό λιθόστρωτο της προκυμαίας ένα φωσφόρισμα μεταλλικό ψυχρό δικό σου ιριδίζει κ’ είναι το γέλιο σου ωπλισμένο με την αιχμή της περιφρόνησης χαρισμένο με τα δάχτυλα τα σεραφικά της καλοσύνης.
*Από το βιβλίο «Αναστάσιος Δρίβας, Τα έργα», φιλολογική επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης & Μαίρη Μικέ, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2012.
You singing all my dead, You singing what you don’t deliver to sleep of time, Describe the empty house to me, tell me about these dead dressed in coffins who live in my innocence. With all my deaths I get back to my death, with childhood handles, with drunk desires who did not walk under the sun, and there’s no morning word who gives reason to death, and not a god to die without faces.
Αόρατες Τέχνες
Τραγουδάς όλους τους νεκρούς μου, Τραγουδάς ό,τι δεν παραδίδεις στον ύπνο του χρόνου, Περιέγραψέ μου το άδειο σπίτι, πες μου γι’ αυτούς τους νεκρούς ντυμένους σε φέρετρα που ζουν στην αθωότητά μου. Με όλους τους θανάτους μου ξαναγυρίζω στο θάνατό μου, με παιδικές λαβές, με μεθυσμένες επιθυμίες που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο, και δεν υπάρχει πρωινή λέξη που δίνει λόγο στο θάνατο, και δεν είναι θεός να πεθάνει χωρίς πρόσωπα.
Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους. Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος, μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού, χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο. Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν, καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή, είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι, γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα, μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι, τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια, που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.
Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα, προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια, εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη, φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι. Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα, «Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε», βέβαιος ότι εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο. Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος, κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους, θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.
Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο, αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία. Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα. «Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε».
Μυρωδιές από ζαρζαβατικά και φρούτα τον γύριζαν Τριάντα τόσα χρόνια πίσω δεκαεξάχρονο αγόρι Ξαπλωμένο πλάι στο ποτάμι αγριοπερίστερα Κόβοντας το διάστημα σε πλατιές λωρίδες Ο χρόνος χρειαζόταν επιδέσμους για τις πληγές του Στην ιτιά ο πόνος του αηδονιού μποστάνια Μ’ όλα τους τα υπάρχοντα παράδεισος κι ο θόρυβος Του νερού ισοκράτης της Βιβλικής συμφωνίας Βατομουριές γέροντας τα αιμάτινα κλωνιά τους Στο νερό νάρκισσοι κι η Τζούλια στ’ άσπρα Να ’ρχεται απ’ το μονοπάτι παλιέ καημέ Μνήμη από μπομπότα μέλι κι άγουρο Φιλί εικόνες και μυρωδιές τον πολιορκούν ως Το άλλο τετράγωνο με τα μεγάλα κτίρια ρουφιάνοι Θυρωροί κλητήρες καρφιά τον υποδέχονται Ενώ πίσω του βουίζει απειλητικό –ώριμα Θυμωμένα στάχυα– το χαμένο καλοκαίρι.
*
Ο,ΤΙ ΕΙΧΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Ό,τι είχα για σένα μέσα μου το κάνα στίχους. Άδειασα, ρημάχτηκα για χατίρι σου κι εσύ ρίχνεις μπόι κι ομορφαίνεις απ᾿ το στερνό μου αίμα· μού καρφώνεις την ανάσα στο στήθος με τα μακριά σου δάχτυλα κι από τις ρίζες της ξεπηδάνε τριαντάφυλλα πού με πληγώνουν Και με μεθάνε.
Κάτι μου λέει πως θα σε χάσω όταν κοιτάζω αυτούς τους δρόμους και τις πλατείες του μικρού νησιού όταν μ’ αφήσεις θα γεμίσω μοναξιά σαν έρημο μπακάλικο σαν άδειο μαγαζί μες στο λιμάνι
*
Θα σε πάω σε καλύτερα κλαρίνα εκεί που πέφτουν χιλιάρικα κι όχι όπως εδώ πενηντάρικα πιάνοντας μόνιμη δουλειά θα ανεβώ κοινωνικά στο χώρο των κλαρίνων
*
Είπα στον εαυτό μου: θα γράφεις ένα μικρό πεζό τη βδομάδα θα γράφεις ένα μικρό ποίημα το δεκαήμερο θα διαβάζεις ένα βιβλίο το δεκαπενθήμερο του βάζω σκληρά καθήκοντα και τον κουράζω
*
Κολυμπώ και τραγουδώ κι όλο λέω τα τραγούδια μου στα ψάρια
*
Εγώ αγαπώ όσους βαδίζουν με μια τυρόπιτα στο χέρι αγαπώ τους χοντρούς τους λαίμαργους τους ασουλούπωτους που μασουλούν και ονειρεύονται σαν τα πουλιά που τσιμπούν ψίχουλα στο πεζοδρόμιο κι ύστερα πετούν ψηλά
*
Ποιητικές διαδόσεις
Για να αισθάνεσαι εσύ πουλί εγώ κατάντησα βαρίδι Γεμίζεις τα βιβλία σου με τέτοιους στίχους: “είμαι πουλί με ελαφρά φτερά κι αθώα φτερουγίζω” πακέτα ποιήματα μου φέρνεις σπίτι να τα χαρίζω σε γνωστούς μου Εσύ πετάς στα σύννεφα κι εγώ γυρίζω φορτωμένος από πόρτα σε πόρτα . *Από τη συλλογή “Η βραχνή φωνή”, 2003.
Pity the nation whose people are sheep And whose shepherds mislead them Pity the nation whose leaders are liars Whose sages are silenced and whose bigots haunt the airways Pity the nation that raises not its voice but aims to rule the world by force and by torture And knows No other language but its own Pity the nation whose breath is money and sleeps the sleep of the too well fed Pity the nation Oh pity the people of my country My country, tears of thee Sweet land of liberty!
(2007)
Λυπάμαι το έθνος του οποίου ο λαός είναι πρόβατα Και του οποίου οι βοσκοί τον παραπλανούν Λυπάμαι το έθνος του οποίου οι ηγέτες είναι ψεύτες Του οποίου οι σοφοί έχουν φιμωθεί και του οποίου οι φανατικοί στοιχειώνουν τους αεραγωγούς Λυπάμαι το έθνος που δεν υψώνει τη φωνή του αλλά στοχεύει να κυβερνήσει τον κόσμο με τη βία και τα βασανιστήρια Και δεν γνωρίζει άλλη γλώσσα εκτός από τη δική του Λυπάμαι το έθνος του οποίου η ανάσα είναι χρήμα και κοιμάται τον ύπνο των πολύ καλοταϊσμένων Λυπάμαι το έθνος Ω λυπάμαι το λαό της χώρας μου Πατρίδα μου, δάκρυα για σένα Γλυκιά γη της ελευθερίας!
Οι νεκροί βρομούσαν από ʼνα μίλι μακριά, ήταν ανελέητο το τελευταίο καλοκαίρι – τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων τις στέγες των σπιτιών. Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους μπάσαν τους νεκρούς απʼ την πίσω πόρτα στον Άη-Γιάννη, δεν τους φορούσαν, λέει, τα φέρετρα. Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα στα ρούχα του– άνοιγε λάκκους, τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα στους κροτάφους στη μνήμη βαθιά ώς το μέλλον. Τον ήξερες αλλιώτικα τον κυπριώτικο ήλιο θεία Μαρίνα την αυγή με τα περιστέρια στους ώμους.
I moon-faced baby with cocaine arms nineteen summers nineteen lovers novice of the junkie angel lay sister of mankind penitent sister in marijuana sister in hashish sister in morphine against the bathroom grimy sink pumping her arms full of life (holy holy) she bears the stigma (holy holy) of the raving christ (holy holy) holy needle holy powder holy vein dear miss lovelorn: my sister makes it with a hunk of glass do you think this is normal miss lovelorn I DEMAND AN ANSWER!
II weep for my sister she walks with open veins leaving her blood in the sewers of your cities from east coast to west coast to nowhere how shall we canonize our sister who is not quite dead who fornicates with strangers who masturbates with needles who is afraid of the dark and wears her long hair soft and black against her bloodless face
III midnight and the room dream-green and hazy we are all part of the collage brother and sister, she leans against the wall and he, slipping the needle in her painless arm pale fingers (with love) against the pale arm
IV children our afternoon is soft, we lean against each other our stash is in our elbows our fix is in our heads god is a junkie and he has sold salvation for a week’s supply
Blues για την αδελφή Sally
Ι φεγγαρόμορφο μωρό με χέρια κοκαΐνης δεκαεννέα καλοκαίρια δεκαεννέα εραστές δόκιμη του άγγελου πρεζάκια λαϊκή αδελφή της μετανοίας της ανθρωπότητας αδελφή στη μαριχουάνα αδελφή στο χασίς αδελφή στη μορφίνη στον βρώμικο νιπτήρα του μπάνιου αντλώντας τα χέρια της γεμάτα ζωή (άγιο άγιο) φέρει το στίγμα (άγιο άγιο) του παραληρούντος Χριστού (άγιο άγιο) ιερή βελόνα ιερή σκόνη ιερή φλέβα αγαπητή δεσποινίς ερωτοχτυπημένη: Η αδελφή μου το κάνει με ένα κομμάτι γυαλί πιστεύετε ότι αυτό είναι φυσιολογικό δεσποινίς lovelorn ΑΠΑΙΤΩ ΜΙΑΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ!
II κλάψτε για την αδελφή μου περπατάει με ανοιχτές φλέβες αφήνοντας το αίμα της στους υπονόμους των πόλεών σας από την ανατολική ακτή στη δυτική ακτή στο πουθενά πώς θα αγιοποιήσουμε την αδελφή μας που δεν είναι εντελώς νεκρή που συνουσιάζεται με αγνώστους που αυνανίζεται με βελόνες που φοβάται το σκοτάδι και φοράει τα μακριά της μαλλιά μαλακά και μαύρα στο αναίμακτο πρόσωπό της
III μεσάνυχτα και το δωμάτιο ονειροπράσινο και θολό είμαστε όλοι μέρος του κολάζ αδελφός και αδελφή, αυτή ακουμπάει στον τοίχο και αυτός, γλιστράει τη βελόνα στο ανώδυνο χέρι της χλωμά δάχτυλα (με αγάπη) πάνω στο χλωμό χέρι
IV παιδιά το απόγευμά μας είναι μαλακό, ακουμπάμε ο ένας πάνω στον άλλο η κρυψώνα μας είναι στους αγκώνες μας η δόση μας είναι στο κεφάλι μας ο θεός είναι πρεζόνι και έχει πουλήσει τη σωτηρία για προμήθειες μιας εβδομάδας