Καίσαρ Εμμανουήλ, Νυχτερινή φαντασίωση

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Φρεγάτα στο σεληνόφως

Νύχθ’ υπό λυγαίαν
ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
εμηνύσαν
πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
άνθη.

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Philip Levine, Francisco, I’ll Bring You Red Carnations / Francisco, θα σου φέρω κόκκινα γαρίφαλα

Here in the great cemetery
behind the fortress of Barcelona
I have come once more to see
the graves of my fallen.
Two ancient picnickers direct
us down the hill. “Durruti,”
says the man, “I was on
his side.” The woman hushes
him. All the way down
this is a city of the dead,
871,251 difuntos.
The poor packed in tenements
a dozen high; the rich
in splendid homes or temples.
So nothing has changed
except for the single
unswerving fact: they are
all dead. Here is the Plaza
of San Jaime, here the Rambla
of San Pedro, so every death
still has a mailing address,
but since this is Spain
the mail never comes or
comes too late to be of use.
Between the cemetery and
the Protestant burial ground
we find the three stones
all in a row: Ferrer Guardia,
B. Durruti, F. Ascaso, the names
written with marking pens,
and a few circled A’s and tributes
to the FAI and CNT.
For two there are floral
displays, but Ascaso faces
eternity with only a stone.
Maybe as it should be. He was
a stone, a stone and a blade,
the first grinding and sharpening
the other. Half his 36
years were spent in prisons
or on the run, and yet
in that last photograph
taken less than an hour before
he died he stands in a dark
suit, smoking, a rifle slung
behind his shoulder, and glances
sideways at the camera
half smiling. It is July 20,
1936, and before the darkness
falls a darkness will have
fallen on him. While
the streets are echoing
with victory and revolution,
Francisco Ascaso will take up
the hammered little blade
of his spirit and enter for
the last time the republics
of death. I remember
his words to a frightened
comrade who questioned
the wisdom of attack: “We
have gathered here to die, but we
don’t have to die with dogs,
so go.” Forty-one years
ago, and now the city stretches
as far as the eye can see,
huge cement columns like nails
pounded into the once green
meadows of the Llobregat.
Your Barcelona is gone,
the old town swallowed
in industrial filth and
the burning mists of gasoline.
Only the police remain, armed
and arrogant, smiling masters
of the boulevards, the police
and your dream of the city
of God, where every man
and every woman gives
and receives the gifts of work
and care, and that dream
goes on in spite of slums,
in spite of death clouds,
the roar of trucks, the harbor
staining the mother sea,
it goes on in spite of all
that mocks it. We have it here
growing in our hearts, as
your comrade said, and when
we give it up with our last
breaths someone will gasp
it home to their lives.
Francisco, stone, knife blade,
single soldier still on
the run down the darkest
street of all, we will be back
across an ocean and a continent
to bring you red carnations,
to celebrate the unbroken
promise of your life that
once was frail and flesh.

Εδώ στο μεγάλο νεκροταφείο
πίσω από το φρούριο της Βαρκελώνης
ήρθα για άλλη μια φορά να δω
τους τάφους των πεσόντων μου.
Δύο αρχαίοι εκδρομείς μας κατευθύνουν
κάτω από το λόφο. «Durruti»,
λέει ο άνδρας, «ήμουν στο πλευρό του».
Η γυναίκα τον σιγοντάρει.
Σε όλη τη διαδρομή προς τα κάτω
αυτή είναι μια πόλη των νεκρών,
871.251 difuntos.
Οι φτωχοί στοιβαγμένοι σε πολυκατοικίες
μια ντουζίνα ψηλά- οι πλούσιοι
σε υπέροχα σπίτια ή ναούς.
Έτσι, τίποτα δεν έχει αλλάξει
εκτός από το μοναδικό
αταλάντευτο γεγονός: είναι
όλοι νεκροί. Εδώ είναι η Plaza
του San Jaime, εδώ η Rambla
του San Pedro, οπότε κάθε νεκρός
εξακολουθεί να έχει μια ταχυδρομική διεύθυνση,
αλλά επειδή αυτή είναι η Ισπανία
η αλληλογραφία δεν έρχεται ποτέ ή
έρχεται πολύ αργά για να είναι χρήσιμη.
Μεταξύ του νεκροταφείου και του
του προτεσταντικού νεκροταφείου
βρίσκουμε τις τρεις πέτρες
όλες στη σειρά: Ferrer Guardia,
B. Durruti, F. Ascaso, τα ονόματα
γραμμένα με μαρκαδόρους,
και μερικά κυκλωμένα Α και αφιερώματα
στην FAI και την CNT.
Για δύο υπάρχουν ανθοδέσμες,
αλλά ο Ascaso αντιμετωπίζει την αιωνιότητα
μόνο με μια πέτρα.
Ίσως όπως θα έπρεπε να είναι. Ήταν
μια πέτρα, μια πέτρα και μια λεπίδα,
η πρώτη αλέθει και ακονίζει
η άλλη. Τα μισά από τα 36
χρόνια του τα πέρασε σε φυλακές
ή στο κυνήγι, κι όμως
σε αυτή την τελευταία φωτογραφία
που τραβήχτηκε λιγότερο από μια ώρα πριν
πεθάνει στέκεται με σκούρο
κοστούμι, καπνίζοντας, με ένα τουφέκι κρεμασμένο
πίσω από τον ώμο του, και κοιτάζει
πλάγια στην κάμερα
μισοχαμογελώντας. Είναι 20 Ιουλίου,
1936, και προτού πέσει το σκοτάδι
ένα σκοτάδι θα έχει
πέσει πάνω του. Ενώ
οι δρόμοι αντηχούν
από τη νίκη και την επανάσταση,
Ο Francisco Ascaso θα σηκώσει
τη σφυρήλατη μικρή λεπίδα
του πνεύματός του και θα μπει για
τελευταία φορά στη δημοκρατία
του θανάτου. Θυμάμαι
τα λόγια του σε έναν φοβισμένο σύντροφο
που αμφισβήτησε
τη σοφία της επίθεσης: «Εμείς
συγκεντρωθήκαμε εδώ για να πεθάνουμε, αλλά εμείς
δεν χρειάζεται να πεθάνουμε με τα σκυλιά,
οπότε φύγε». Σαράντα ένα χρόνια
πριν, και τώρα η πόλη εκτείνεται
όσο το μάτι μπορεί να δει,
τεράστιες τσιμεντένιες κολώνες σαν καρφιά
χτυπημένες στα κάποτε πράσινα
λιβάδια του Llobregat.
Η Βαρκελώνη σας έχει χαθεί,
η παλιά πόλη καταπίνεται
στη βιομηχανική βρωμιά και
στις καυτές ομίχλες της βενζίνης.
Μόνο η αστυνομία απέμεινε, οπλισμένη
και αλαζονική, χαμογελαστή αφέντρα
των λεωφόρων, η αστυνομία
και το όνειρό σου για την πόλη
του Θεού, όπου κάθε άνδρας
και κάθε γυναίκα δίνει
και λαμβάνει τα δώρα της εργασίας
και της φροντίδας, και αυτό το όνειρο
συνεχίζεται παρά τις παραγκουπόλεις,
παρά τα σύννεφα θανάτου,
τον βρυχηθμό των φορτηγών, το λιμάνι
που λερώνει τη μητέρα θάλασσα,
συνεχίζεται παρά όλα
που το χλευάζουν. Το έχουμε εδώ
που μεγαλώνει στις καρδιές μας, όπως
είπε ο σύντροφός σας, και όταν
το παραδώσουμε με τις τελευταίες μας
ανάσες κάποιος θα το αγκομαχήσει
να το επιστρέψει στη ζωή του.
Φρανσίσκο, πέτρα, λεπίδα μαχαιριού,
μοναχικός στρατιώτης που εξακολουθεί να
το τρέξιμο στον πιο σκοτεινό
δρόμο από όλους, θα επιστρέψουμε
πέρα από έναν ωκεανό και μια ήπειρο
για να σου φέρουμε κόκκινα γαρύφαλλα,
για να γιορτάσουμε την αδιάσπαστη
υπόσχεση της ζωής σου που
κάποτε ήταν εύθραυστη και σαρκική.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), Δύο ποιήματα

Ομορφιά δίχως μνήμη

Ομορφιά δίχως μνήμη
μονάχα φως ενέργεια σιωπή –
ομορφιά παρούσα
ομορφιά εφήμερη
σαν τη σκιά.
Στην ενατένισή μου, ένα
σε λογαριάζω με τον ήχο
είσαι ήχος ταξίδι σιωπή –
ένα με τη θάλασσα τη μεγάλη
την απόλυτη ερωμένη μου.
Α! δε γυρίζω πίσω
στα μονοπάτια που περάσαμε
χθες – κάποτε.
Στην ενατένισή μου
ένας δρόμος μακραίνει
– χωρίς ανάμνηση
– χωρίς παρελθόν.
Κοντά στη θάλασσα πλανιέμαι
κι’ έχω το πέλαγος αγνάντια
τους βυθούς και το ξανθό σμαράγδινο νερό –
το στερέωμα και τη θάλασσα
και τη χίμαιρα μαζί μου –
το σώμα το δικό της
ξάφνισμα και ρίγος
άρωμα διαβατικό.
Δός μου τα χέρια σου
τα σύμβολα της σιωπής
τους μαστούς
να ξεδιψάσω.
Μουσική
για πηλός εργασμένος
με τα δάχτυλα τα νοητικά του γλύπτη
με τη σιγή την ξύπνια την εντατική του γλύπτη
φανερωμένος –
χίμαιρα δική μου
άρωμα διαβατικό.

*

Σ’ αυτό το θλιβερό λιμάνι βρίσκουμαι

Σ’ αυτό το θλιβερό λιμάνι βρίσκουμαι
ξένος ερημικό σημείο σύννεφο ασβολερό.
Κόκκινα πράσινα ξαγρυπνησμένα φώτα σιωπούν.
Αλλά στο πένθιμο μοναχικό λιθόστρωτο της προκυμαίας
ένα φωσφόρισμα μεταλλικό ψυχρό δικό σου ιριδίζει
κ’ είναι το γέλιο σου
ωπλισμένο με την αιχμή της περιφρόνησης
χαρισμένο με τα δάχτυλα τα σεραφικά της καλοσύνης.

*Από το βιβλίο «Αναστάσιος Δρίβας, Τα έργα», φιλολογική επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης & Μαίρη Μικέ, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2012.

Alejandra Pizarnik, Invisible Arts / Αόρατες Τέχνες

You singing all my dead,
You singing what you don’t deliver
to sleep of time,
Describe the empty house to me,
tell me about these dead dressed in coffins
who live in my innocence.
With all my deaths
I get back to my death,
with childhood handles,
with drunk desires
who did not walk under the sun,
and there’s no morning word
who gives reason to death,
and not a god to die without faces.

Αόρατες Τέχνες

Τραγουδάς όλους τους νεκρούς μου,
Τραγουδάς ό,τι δεν παραδίδεις
στον ύπνο του χρόνου,
Περιέγραψέ μου το άδειο σπίτι,
πες μου γι’ αυτούς τους νεκρούς ντυμένους σε φέρετρα
που ζουν στην αθωότητά μου.
Με όλους τους θανάτους μου
ξαναγυρίζω στο θάνατό μου,
με παιδικές λαβές,
με μεθυσμένες επιθυμίες
που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,
και δεν υπάρχει πρωινή λέξη
που δίνει λόγο στο θάνατο,
και δεν είναι θεός να πεθάνει χωρίς πρόσωπα.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Γεραλής, Αίθουσα αναμονής

Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα,
«Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε», βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
«Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε».

*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2025/07/23/aithousa-anamonis/

Τάσος Πορφύρης, Δύο ποιήματα

ΛΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ

Μυρωδιές από ζαρζαβατικά και φρούτα τον γύριζαν
Τριάντα τόσα χρόνια πίσω δεκαεξάχρονο αγόρι
Ξαπλωμένο πλάι στο ποτάμι αγριοπερίστερα
Κόβοντας το διάστημα σε πλατιές λωρίδες
Ο χρόνος χρειαζόταν επιδέσμους για τις πληγές του
Στην ιτιά ο πόνος του αηδονιού μποστάνια
Μ’ όλα τους τα υπάρχοντα παράδεισος κι ο θόρυβος
Του νερού ισοκράτης της Βιβλικής συμφωνίας
Βατομουριές γέροντας τα αιμάτινα κλωνιά τους
Στο νερό νάρκισσοι κι η Τζούλια στ’ άσπρα
Να ’ρχεται απ’ το μονοπάτι παλιέ καημέ
Μνήμη από μπομπότα μέλι κι άγουρο
Φιλί εικόνες και μυρωδιές τον πολιορκούν ως
Το άλλο τετράγωνο με τα μεγάλα κτίρια ρουφιάνοι
Θυρωροί κλητήρες καρφιά τον υποδέχονται
Ενώ πίσω του βουίζει απειλητικό –ώριμα
Θυμωμένα στάχυα– το χαμένο καλοκαίρι.

*

Ο,ΤΙ ΕΙΧΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Ό,τι είχα για σένα μέσα μου το κάνα στίχους.
Άδειασα, ρημάχτηκα για χατίρι σου κι εσύ
ρίχνεις μπόι κι ομορφαίνεις απ᾿ το στερνό μου
αίμα· μού καρφώνεις την ανάσα στο στήθος με
τα μακριά σου δάχτυλα κι από τις ρίζες της
ξεπηδάνε τριαντάφυλλα πού με πληγώνουν
Και με μεθάνε.

*Από τη συλλογή “Η πέμπτη έξοδος” (1980).

Κώστας Ριτσώνης, Ποιήματα

Κάτι μου λέει πως θα σε χάσω
όταν κοιτάζω αυτούς τους δρόμους
και τις πλατείες του μικρού νησιού
όταν μ’ αφήσεις θα γεμίσω μοναξιά
σαν έρημο μπακάλικο
σαν άδειο μαγαζί μες στο λιμάνι

*

Θα σε πάω σε καλύτερα κλαρίνα
εκεί που πέφτουν χιλιάρικα
κι όχι όπως εδώ πενηντάρικα
πιάνοντας μόνιμη δουλειά
θα ανεβώ κοινωνικά στο χώρο
των κλαρίνων

*

Είπα στον εαυτό μου:
θα γράφεις ένα μικρό πεζό τη βδομάδα
θα γράφεις ένα μικρό ποίημα το δεκαήμερο
θα διαβάζεις ένα βιβλίο το δεκαπενθήμερο
του βάζω σκληρά καθήκοντα
και τον κουράζω

*

Κολυμπώ και τραγουδώ
κι όλο λέω
τα τραγούδια μου στα ψάρια

*

Εγώ αγαπώ όσους βαδίζουν
με μια τυρόπιτα στο χέρι
αγαπώ τους χοντρούς
τους λαίμαργους
τους ασουλούπωτους
που μασουλούν
και ονειρεύονται
σαν τα πουλιά
που τσιμπούν
ψίχουλα
στο πεζοδρόμιο
κι ύστερα πετούν ψηλά

*

Ποιητικές διαδόσεις

Για να αισθάνεσαι εσύ πουλί
εγώ κατάντησα βαρίδι
Γεμίζεις τα βιβλία σου με τέτοιους στίχους:
“είμαι πουλί
με ελαφρά φτερά
κι αθώα φτερουγίζω”
πακέτα ποιήματα μου φέρνεις σπίτι
να τα χαρίζω σε γνωστούς μου
Εσύ πετάς στα σύννεφα
κι εγώ γυρίζω φορτωμένος
από πόρτα σε πόρτα
.
*Από τη συλλογή “Η βραχνή φωνή”, 2003.

Lawrence Ferlinghetti, Pity the nation… / Κρίμα το έθνος…

Polly Castor, National Crisis (acrylic)

Pity the nation whose people are sheep
And whose shepherds mislead them
Pity the nation whose leaders are liars
Whose sages are silenced
and whose bigots haunt the airways
Pity the nation that raises not its voice
but aims to rule the world
by force and by torture
And knows
No other language but its own
Pity the nation whose breath is money
and sleeps the sleep of the too well fed
Pity the nation Oh pity the people of my country
My country, tears of thee
Sweet land of liberty!

(2007)

Λυπάμαι το έθνος του οποίου ο λαός είναι πρόβατα
Και του οποίου οι βοσκοί τον παραπλανούν
Λυπάμαι το έθνος του οποίου οι ηγέτες είναι ψεύτες
Του οποίου οι σοφοί έχουν φιμωθεί
και του οποίου οι φανατικοί στοιχειώνουν τους αεραγωγούς
Λυπάμαι το έθνος που δεν υψώνει τη φωνή του
αλλά στοχεύει να κυβερνήσει τον κόσμο
με τη βία και τα βασανιστήρια
Και δεν γνωρίζει
άλλη γλώσσα εκτός από τη δική του
Λυπάμαι το έθνος του οποίου η ανάσα είναι χρήμα
και κοιμάται τον ύπνο των πολύ καλοταϊσμένων
Λυπάμαι το έθνος Ω λυπάμαι το λαό της χώρας μου
Πατρίδα μου, δάκρυα για σένα
Γλυκιά γη της ελευθερίας!

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Λεύκιος Ζαφειρίου, 15.7.19

Artwork: Λευτέρης Οικονόμου

Οι νεκροί βρομούσαν από ʼνα
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι –
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απʼ την πίσω
πόρτα στον Άη-Γιάννη,
δεν τους φορούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του– άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ώς το μέλλον.
Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

Lenore Kandel, Blues for Sister Sally / Μπλουζ για την Αδελφή Sally

I
moon-faced baby with cocaine arms
nineteen summers
nineteen lovers
novice of the junkie angel
lay sister of mankind penitent
sister in marijuana
sister in hashish
sister in morphine
against the bathroom grimy sink
pumping her arms full of life
(holy holy)
she bears the stigma (holy holy) of the raving christ
(holy holy)
holy needle
holy powder
holy vein
dear miss lovelorn: my sister makes it with a hunk
of glass do you think this is normal miss lovelorn
I DEMAND AN ANSWER!

II
weep
for my sister she walks with open veins
leaving her blood in the sewers of your cities
from east coast
to west coast
to nowhere
how shall we canonize our sister who is not
quite dead
who fornicates with strangers
who masturbates with needles
who is afraid of the dark and wears her long hair soft
and black
against her bloodless face

III
midnight and the room dream-green and hazy
we are all part of the collage
brother and sister, she leans against the wall
and he, slipping the needle in her painless arm
pale fingers (with love) against the pale arm

IV
children our afternoon is soft, we lean against
each other
our stash is in our elbows
our fix is in our heads
god is a junkie and he has sold salvation
for a week’s supply

Blues για την αδελφή Sally

Ι
φεγγαρόμορφο μωρό με χέρια κοκαΐνης
δεκαεννέα καλοκαίρια
δεκαεννέα εραστές
δόκιμη του άγγελου πρεζάκια
λαϊκή αδελφή της μετανοίας της ανθρωπότητας
αδελφή στη μαριχουάνα
αδελφή στο χασίς
αδελφή στη μορφίνη
στον βρώμικο νιπτήρα του μπάνιου
αντλώντας τα χέρια της γεμάτα ζωή
(άγιο άγιο)
φέρει το στίγμα (άγιο άγιο) του παραληρούντος Χριστού
(άγιο άγιο)
ιερή βελόνα
ιερή σκόνη
ιερή φλέβα
αγαπητή δεσποινίς ερωτοχτυπημένη: Η αδελφή μου το κάνει με ένα κομμάτι
γυαλί πιστεύετε ότι αυτό είναι φυσιολογικό δεσποινίς lovelorn
ΑΠΑΙΤΩ ΜΙΑΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ!

II
κλάψτε
για την αδελφή μου περπατάει με ανοιχτές φλέβες
αφήνοντας το αίμα της στους υπονόμους των πόλεών σας
από την ανατολική ακτή
στη δυτική ακτή
στο πουθενά
πώς θα αγιοποιήσουμε την αδελφή μας που δεν είναι
εντελώς νεκρή
που συνουσιάζεται με αγνώστους
που αυνανίζεται με βελόνες
που φοβάται το σκοτάδι και φοράει τα μακριά της μαλλιά μαλακά
και μαύρα
στο αναίμακτο πρόσωπό της

III
μεσάνυχτα και το δωμάτιο ονειροπράσινο και θολό
είμαστε όλοι μέρος του κολάζ
αδελφός και αδελφή, αυτή ακουμπάει στον τοίχο
και αυτός, γλιστράει τη βελόνα στο ανώδυνο χέρι της
χλωμά δάχτυλα (με αγάπη) πάνω στο χλωμό χέρι

IV
παιδιά το απόγευμά μας είναι μαλακό, ακουμπάμε ο ένας πάνω στον άλλο
η κρυψώνα μας είναι στους αγκώνες μας
η δόση μας είναι στο κεφάλι μας
ο θεός είναι πρεζόνι και έχει πουλήσει τη σωτηρία
για προμήθειες μιας εβδομάδας

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.