Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή, (πατ πατ με σόλα στο κενό)

Αποκοιμιέται στην καρέκλα του μαγαζιού του
Οι πελάτες γύρω του όλο πίνουν το ποτό τους
–περιστέρια–

Τα λιγοστά μακριά μαλλιά του γέρνουν μπροστά
Γέρνει όλος
σαν κουρασμένο δέντρο
Το μαύρο του παλτό τον προστατεύει
απ’ όλα αυτά που σκαρφαλώνουν στην πλάτη του

Τα κλειδιά του πέφτουν
Δεν ξυπνάει

Το πέλμα του κινείται στον ρυθμό της μουσικής
Ένα πατ πατ με σόλα στο κενό

Δε μπορώ να μην τον κοιτάζω

Μοιάζει με γιγαντιαίο κοράκι

Σαράντα χρόνια πίνει

Εντοιχισμένος στους σκασμένους τοίχους και στις γυναίκες με
μίνι και βραχνή φωνή

Είναι ένας μαύρος βράχος με άσπρα μαλλιά
μέσα στη νύχτα

Ένα εκατομμύριο μπουκάλια τσακίζονται πάνω του

Όλο αυτό το κόκκινο φως του μαγαζιού
είναι το αίμα του

Και πώς όλο πέφτουν κι άλλα κι άλλα πράγματα απ’ τις τσέπες
του
Ο
αναπτήρας
Η
ταμπακιέρα
Οι
τρεις του
γιοι

Κατερίνα Γκιουλέκα, Διαχρονικά πατριαρχικές ταξιαρχίες

Η “επικαλύπτουσα
το πρόσωπον”
οθόνη
της Κομνηνής
ένα μεσαιωνικό
προσωπίδιο
το στομομάνικο
μιας στυγνής
κυριολεξίας
η μαντίλα
το τσεμπέρι
ο γυναικείος
κεφαλόδεσμος
-του Αιγαίου
κεφαλοδέσ(ε)ι-
φακιόλια
μπόλιες
πέπλα
κυρίως η τσάπα
οι Ηπειρώτισσες
(σαν βουλώνονται)
από κοντά
του Βόσπορου
μια αναμαλλαρέα
και μαζί της οι
ασκέπαστες
οι ξεμαντίλωτες
οι άτσυπες-
ξετσίπωτες
μιας πεισματάρας
γλώσσας
πώς και
-απορώ-
ξενίζονται
πώς με αφελή
τόσο α(μετα)νόητα
κοιτούν
υπεροψία
στα επίμονα κάστρα
των ξένων
μια Burka

ξεμαλλιάρες
(τι δεν κατάλαβες;)

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, Αθήνα 2024.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η τρέλα είναι ίδια σε όλα τα στάδια

Artwork: Caitlyn Grabenstein

η τρέλα είναι ίδια σε όλα τα στάδια
απαράλλαχτη σε κάθε σχισμή
του μυαλού σου
σαν να υφαίνεις εικόνες μόνο με τα χέρια
με περιγράμματα που ενσταλάζουν
το άυπνο της ύπαρξής σου
όψεις που μεταδίδονται παντού
τις παρασέρνει ο αέρας
ξεφεύγουν από τους περίκλειστους χώρους
αιωρούνται στο κενό
αντάρτισσες στα πέρατα
ούτε ο ήλιος δεν τις καίει
μένουν ανεξίτηλες
στον αιώνα τον άπαντα

Λεωνίδας Καζάσης, Επισήμανση

Φωτογραφία: Urs Boke

Ατενίζοντας εξήντα ένα χρόνια.
Ήρθα, είδα και εντός ολίγου αναχωρώ.
Η ζωή θα είχε μόνο ομορφιές!
Ως και αυτή η επίπονη προσπάθεια ανευρέσεως πόρων,
σε ομορφιά θα απέληγε, εάν το μάταιο τους ανθρώπους
δεν ξελόγιαζε, όταν το γενετήσιο αγκάλιασμα οι άνθρωποι σε θάνατο καταδίκασαν.
Από της ζωής τις έκπαγλες πληρότητες που ως ανάξιες λοιδωρούνται,
το γενετήσιο αγκάλιασμα περισσότερο από όλες της ζωής τις καλλονές,
εχέγγυο ζωής τον θάνατο να λησμονείς!
Ψευδαίσθηση αδιάψευστη ζωής αενάου! 
Ατενίζοντας εξήντα ένα χρόνια,
η επιθυμία του γενετήσιου αγκαλιάσματος με κρατά να μην βουλιάζω!
Αφού οι άνθρωποι το απαγορεύουν,
ονειρευτής θα τ’ αγκαλιάζω! 

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Δύο ποιήματα

Κοντεύαμε να βγούμε έξω απ΄
το ποίημα
όταν κάποιος μας φώναξε

Σιγά!
Έχει κι η έξοδος το Μεσολόγγι της

Κοιτάξαμε ένα γύρω
τις μυρτιές
μόνο οι μύγες βούιζαν
χρυσόμυγες
και η γη κυμάτιζε απ΄  τη ζέστη

Παρά τον κίνδυνο κανένας δεν φοβήθηκε
μόνο γονατιστός συλλάβιζε καθείς
την προσευχή του

Τοπίο που σε λένε ποίημα
ευλόγα με να μη σε λησμονήσω. 

*

Ο μάγος ποιητής

Θα σε ζηλεύω στα τυφλά με μουσική
Άγγιξες την αλήθεια με απρόθυμα χέρια
στο μέτωπό σου τώρα θα πεθάνει
 
Σ’ αφήνω και κατεβαίνω χαμηλά
Παραμονεύω τον μάγο της φυλής
καθώς στραγγίζει το φώσφορο απ’ τα κόκαλά του
να εξασφαλίσει την καινούργια μέρα
Έπειτα βγαίνει και καλεί τα πνεύματα
γίνεται ασβέστης – απλώνει σύμβολα στα πεζοδρόμια
γίνεται στιλέτο – χορεύει σ’ όλες τις πλατείες
Κι έπειτα ντύνεται το ράσο του και καταγράφει
Ο μάγος ποιητής

26.5.79

*Από τη συλλογή «Τοπίο που σε λένε ποίημα» (1987).

Nicanor Parra, Γράμματα του ποιητή που κοιμάται σε μια καρέκλα [αποσπάσματα]

Ι.
Λέω τα πράγματα όπως είναι
Ή ξέρουμε τα πάντα από πριν

Ή τίποτε ποτέ μας δεν ξέρουμε.
Το μόνο που μάς επιτρέπεται
Είναι να μάθουμε σωστά να μιλάμε.

IV.
Eίμαι απ΄αυτούς που χαιρετούν τις νεκροφόρες.

Χ.
Τάισε χολή τις μέλισσες
Μπόλιασε με σπέρμα το στόμα
Γονάτισε σε μια λίμνη αίματος
Φταρνίσου μες στον νεκροθάλαμο
Άρμεξε μιαν αγελάδα
Και περίλουσέ την με το ίδιο της το γάλα.

ΧV.
Για τελευταία φορά το ξαναλέω
Οι προνύμφες είναι θεές
Οι πεταλούδες είναι άνθη σε αέναη κίνηση
Χαλασμένα δόντια
δόντια που θρύβουν
Στην εποχή ανήκω του βωβού σινεμά.
Το γαμήσι είναι πράξη λογοτεχνική

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Wallace Stevens, από την “Κυριακή πρωί”

Ι

Η απολαυστική γαλήνη της μέσα στο neglige
τα πορτοκάλια κι ο καφές, το ηλιόλουστο δωμάτιο
κι η ολοπράσινη ελευθερία του παπαγάλου
πάνω στο χαλί, διώχνουν μακριά
τις άφωνες σκιές του αρχαίου μαρτυρίου.
Όμως ξανά ονειροπολεί και τότε νιώθει μέσα της
ν’ απλώνεται το ρίγος της παλιάς καταστροφής
όπως όταν το πέλαγος έξαφνα σκοτεινιάζει.
Τα πορτοκάλια, ευωδιαστά, τα πράσινα λαμπρά φτερά
μοιάζουν ν’ ανήκουν σε μια ακολουθία νεκρών
που ξετυλίγεται πάνω από θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο.
Η μέρα είναι μια θάλασσα πλατιά και χωρίς ήχο
σταματημένη για να διασχίσει μέσα στ’ όνειρο της
και να ‘ρθεί
στην Παλαιστίνη τη βουβή
τον τόπο του αίματος, τον τάφο.

IV

Λέει η γυναίκα, “Είμαι χαρούμενη όταν την αυγή
μες στην ομίχλη τα πουλιά, ρωτούν να μάθουν
με γλυκούς κελαηδισμούς αν τα λιβάδια υπάρχουν.
Μα όταν φύγουν τα πουλιά και πάψει να ‘ναι
στα λιβάδια καλοκαίρι τι θα μείνει απ’ τον Παράδεισο;”
Δεν ξέρω οιωνών ναούς
ούτε νεκρών οάσεις
χρυσούς αγρούς κάτω απ’ τη γη
μελωδικά νησιά όπου οι ψυχές ξαναγυρνούν
στης φαντασίας το νότο ή φοινικιές γεμάτες σύννεφα
σε λόγους θεϊκούς, που ν’ άντεξαν
όσο το πράσινο του Απρίλη· ή που θ’ αντέξουν
Όσοι οι καλοκαιρινές αυγές των αναμνήσεών της
κι όσο η επιθυμία της για τις βραδιές του Ιούνη
που κορυφώνονταν με των χελιδονιών τους τέλειους ελιγμούς.

*“Κυριακή πρωί” (δίγλωσση έκδοση), μετάφραση Στάθης Καββαδάς, Εκδόσεις Άγρα, 2006.

Philip Levine, «Ο τρίτος» [απόσπασμα]

[…] «Ο τρίτος»
ρωτάς, «ποιος ήταν ο τρίτος άντρας
στη φωτογραφία;» Δεν υπάρχει
φωτογραφία, ούτε μυστήριο
μόνο Αλάτι και Πετρέλαιο
στα καθημερινά τρεξίματα του κόσμου
τρία παλικάρια με βρώμικα ρούχα δουλειάς
στον δρόμο τους κάτω από ένα φωτοστέφανο

από διχασμένα σύννεφα και πεινασμένα χαμοπούλια. 

[μετάφραση: Γιάννης Σκαραγκάς]
http://entefktirio.blogspot.com.au/2015/08/107.html

Παύλος Ανδρέου, Ρεσάλτο

Ακούστηκαν οι πόρτες
της βιβλιοθήκης να κλειδώνουν.
Οι βιβλιοθηκονόμοι
εξάρθρωσαν τους ώμους
αρνούμενοι να παραδώσουν κωδικούς
απ’ την παγκόσμια ποιητική παραγωγή.
Τρία ρομπότ μεταλλικά
στο κάδρο της εφόδου.

Το πρώτο με το στόμα μεγαφώνου
ούρλιαζε σαν στοιχειό υστερικά:
«Μη χάνετε ούτε στιγμή
τα κίτρινα απ’ τον καιρό ποιήματα
με τα βαθιά νοήματα
αμέσως στη σακούλα
να νιώσει το μεγάλο αφεντικό
πως είναι από δω και μπρος το μέλλον».

Το δεύτερο κατάπινε ασύστολα
σελίδες δημιουργικής γραφής
απ’ τα σπασμένα ράφια
ξερνώντας θεωρίες ακατάληπτες
και άγνωστες κουφές φιλοσοφίες.

Το τρίτο έφτιαχνε τη λίστα εκτελέσεων
με τα ονόματα των ποιητών
που ορκίζονταν στη μοναξιά
πως έγραφαν μονάχοι.

Συρτάρια άδειαζαν καθώς
καρδιές χτυπούσαν δυνατά
μέσα σε τόμους και τετράδια δακρυσμένα.
O αρχηγός απ’ τον ασύρματο διέταξε:
«Αν κάποιοι αναγνώστες δυσπιστούν
ριπές υγρών μεταλλικών στα μούτρα».

Ήταν εκείνη η στιγμή
που ένας προφήτης ποιητής
σωριάστηκε κατάχαμα
σφίγγοντας ένα χαϊκού ημιτελές-
κανείς δεν έμαθε αν έμεινε στον τόπο.
Τότε κατάλαβα.
Δεν έκλεβαν βιβλία.
Ταρίχευαν ποιήματα σε μνήμες μηχανών
για ν’ αναστηθούν αργότερα
με τις υπογραφές τους.

(Σάμπως και δεν το ξέραμε
πως κάποιοι ποιητές
γράφουν με χέρια τεχνητά
εδώ και τόσα χρόνια…)

Μαρία Πανούτσου, Δεκαπέντε του Αυγούστου δεν είναι γιορτή

No one
bears witness for the
witness. 

Paul Celan 

Δεκαπέντε του Αυγούστου, δεν ήμουν εκεί.
Σκαλίζω χαρτιά και ρωτάω γιατί.
Δεν ξέρω, τους λέω, με κοιτάτε λοξά, τρυφερά.
Χαρτιά, εργαλεία, τι λένε, κοιτάτε.
Εκεί στο χωριό ξαπλωμένοι κοιμούνται.
Έναν ύπνο δικαίου, από χέρι, σε χέρι.

Θα σφαχτούνε μια μέρα γιορτής
Μαρία, Μαράκι, Μητέρα και κόρη.
Πικρό το τριφύλλι μιλάει και λέει:
Μαρία, Μαράκι δεκαπέντε του Αυγούστου.
Μη με ρωτάτε δεν ξέρω, δεν είδα
Μόνο κοιτάτε, τι βρήκα.. τι προίκα

Άσπρη φανέλα φθαρμένη φοράει.
Μαρία, Μαράκι κοίτα πως μπήκαν,
ταινία του Αυγούστου
Kαι πάλι εδώ, μη με ρωτάτε, δεν ξέρω, δεν είδα
Mόνο κοιτάτε τι έχω, φθαρμένο και λιώμα,
αυτό το πανί.

Γιοφύρι το λένε της Άρτας,
όμως δεν είναι
Κομμένο το λένε, δεν ξέρω, δεν είδα.
Κρατάω γερά ένα άσπρο πανάκι.
Κοιτάτε τι έχω, στις χούφτες τους λέω.
Και κλαίω, Μαρία, Μαράκι, γι αυτό.

Μια νύχτα δεν ήταν, μια μέρα δεν ήταν,
Μόνο η αυγή και χρώματα γκρι.
Κοιμάται τους λέω, δεν είναι σωστό.
Και εκείνοι με τέχνη, το αίμα καυτό.

Κοιμάται του λέω δεν πρέπει,
το σώμα γυμνό
Και εκείνοι, παράσημα σπέρνουν.
Και βήμα σωστό, δεν ξέρω δεν είδα.
Mη με ρωτάτε κοιτάτε, κοιτάτε.
Μαρία, Μαράκι, δεν είναι γιορτή.
Mια λύπη, μια θλίψη, τι νύχτα και αυτή.

Μπηγμένο μαχαίρι, ορθό και λοξό.
Ανθρώπινο χέρι αφημένο, νωπό.
Άνθρωποι είμαστε; ρωτάω, ρωτώ.
Βγαλμένο το σώμα μικρό τρυφερό.
Γεμάτο ιστορίες από κόσμο παλιό.
Μη με ρωτάτε, δεν ξέρω, δεν είδα.
Μόνο της Άρτας το γεφύρι θρηνώ.

Τους είπανε πάμε, γιορτή ξημερώνει.
Και αυτοί, γιορτή με μύθους και ύμνους.
Άνδρες, γυναίκες, για μύθους τους πήραν.
Και ψάξαν για μύθους σε κοιλιές και σε στέρνα.
Σε σπλάχνα μητέρας, ξεκαρφώνουν τα βρέφη.
Θ και Φ, Θάνατος, Φόβος τα βλέφαρα κλείνουν.

Αυτοί με κόκκινα μάτια κλειστά.
Υπνοβάτες μια γης που μεθά.
Με γροθιές και αρμαθιές.
Δεν ξέρω δεν είδα, θα το πω και το λέω.
Σουρώνω μ’ οργή κι’ απορία και λέω.
Δεν ξέρω, δεν είδα, του τόπου μου θρήνο.

Τουφεκάνε κολλημένο στο τοίχο,
έναν άνδρα γερό.
Όχι ένας προς έναν, αλλά δέκα κορμιά
και φυσίγγια για έναν.
Δεν μιλιέται κανείς, μόνο γέρνει
και ψέλνει καημό.
Τις γραφές συναντά και τα λόγια
της γης.
Και τα μαύρα τα ρούχα,
στο πετσί φορεμένα.
Με τις ίνες γεμάτες,
από μνήμες και αίμα.

Κομμένο με λένε – και αμέσως με ζώνει ένα χέρι
Βγαλμένο από σώμα ιερό, πατέρα με γιο.
Μου λένε κοφτά κι δυό, μη φύγεις, μην στρέψεις.
Και εγώ και είδα και ξέρω και βλέπω και αγγίζω.
Και θάβω ακόμη τις μνήμες , Μαρία, Μαράκι.
Σε τούτη την γη, δεν ήρθαμε μόνο
για μία γιορτή.

Στο Κομμένο, βροχή ξεκινά δροσερή.
Ξεκινά κι’ αποσταίνει μ ένα σάλτο λειψό.
Και πάλι νερό, το ίδιο το βράδυ.,
Ξεπλένει το αίμα απ’ της γης το χορτάρι.
Να φύγει κάθε ίχνος σφαγής,
πριν ανοίξει ο κρουνός της οργής.

Κάθε Αύγουστο τώρα τι λένε.
Χρόνια πολλά και καλά με υγεία.
Μαρία, Μαράκι, μητέρα και κόρη.
Στην φούστα τα χέρια, στις πτυχές και στις σούρες.
Θάχω ελπίδα, μαχαίρι με τσάπα και το φως που προσμένει.
Με πνοές, και με αύρες, μιας ζωής καθαρής.

Αθήνα 2016-2017

Aνέκδοτο ποίημα της συλλογής ‘ Πέρα από τον μύθο’ Δοκιμές για μία τελετή θανάτου Προσέγγιση σε ιστορικά γεγονότα του εικοστού αιώνα στην Ελλάδα. Κομμένο, ένα μικρό χωριό στην άκρη του Αμβρακικού, στις εκβολές του ποταμού Αράχθου, Ένα χωριό, ισοπεδωμένο, 20 οικογένειες ξεκληρίστηκαν, 317 νεκροί κάθε φύλου και ηλικίας -ανάμεσά τους 97 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών και 119 γυναίκες- κι ένας αιματοβαμμένος γάμος, με τη νύφη, τον γαμπρό και όλους τους καλεσμένους (περίπου 30 άτομα) να τυλίγονται στις στάχτες μίσους, άλλοι 20 πνίγηκαν στον ποταμό Άραχθο, προσπαθώντας να ξεφύγουν.