• κλοπ• κλοπ• κλοπ• κλοπ• πέταλα αλόγου• στη δημοσιά• που χλιμιντρίζει μες στην ομίχλη• και πουλιά• ίσως γλάροι• που κρώζουν κάτω απ’ τά σύννεφα• μάλλον στα ψηλά βράχια• που μοιάζουν με σύννεφα• πάνω από το γιαλό• και ύστερα το κουδούνισμα από ένα κοπάδι• μακρινό στη μνήμη• που όμως έρχεται πάλι μπροστά μου• να κατεβαίνει τις ράχες• μεθυσμένο από χρώματα• και τη δροσιά τής χλόης• θα ήταν παράδεισος• αν ήσουν εδώ• να τραγουδάς με τ’ αηδόνια στο ρέμα• νεράιδα που χάθηκες• την ώρα που γέρνεις• με τη στάμνα για νερό• ή χορεύεις στα ξέφωτα• ενώ το κοπάδι βελάζει• φωνές βοσκών στο στάλισμα• όπως και οι ζωές των ανθρώπων• που μαζεύονται ο ένας• δίπλα στον άλλον• μόνο λίγο πριν πέσει κεραυνός• σαν τιμωρία• [ θα πουν ]• και γίνουν στάχτη όσα υπήρξαν• άραγε να χάνονται όλα• και τίποτα να μην απομένει• που να θυμίζει ότι ζήσαμε• μια πνοή έστω παλιού τραγουδιού• αλησμονώ και χαίρομαι• θυμούμαι και λυπούμαι• που μονομιάς στη λήθη θα βουλιάξουμε• δεν ακούτε• βλέπω• ενώ άλλοι• έρμαια στις μεγάλες πολιτείες• χτυπούν τα ξένα κουδούνια• γυρεύοντας τα χαράματα• τη φθορά που κουβαλούν στο μυαλό τους• χρόνια πολλά• λοιπόν• και χρόνια αμέτρητα• σου στέλνω μήλο σέπεται• κυδώνι μαραγκιάζει• ωστόσο• λένε• πώς [ η άνω τελεία ] είναι η ψευδαίσθηση μιας συνέχειας• ότι τίποτα δε σταματάει τελικά• η αυταπάτη ότι• έστω και ως σκιές• θα υπάρχουμε• σαν αεράκι στη σάρκα• τη δική σου• που ήθελα με το στόμα να γυμνώσω• και δε θέλω να ξέρω ότι γερνάει• ή να φαντάζομαι πάνω της άλλα χέρια• τούτη τη νύχτα που κάθισα• κι έγραψα λίγα• σα θυμητάρια• ενώ έχω καλή γνώση• ότι αύριο θα ξεχαστούν σ’ ένα συρτάρι• που θα κάνω• χρόνους και καιρούς να το ανοίξω•
Author Archives: Το κόσκινο
Γιώτα Τεμπρίδου, Από τα “ιογενή”
μισή σου (εγκλεισμός #2)
και της Μάνικας και της Μαριλένας
Μας πήρανε το έξω, είμαι μέσα μου, μας πήραν το μαζί, είμαι μισή σου. Βλέπω απ το παράθυρο την απέναντι, σκέτος ο δρόμος μάς χωρίζει, δεν περνάει κανείς, πώς σε λένε;, ωραία μαλλιά. Αλλάζει κάθε μέρα τις καρέκλες μεταξύ τους, βάζει τη δεξιά αριστερά, την αριστερά δεξιά, δεν ξέρω πια ποια είναι ποια. Στέκεται ανάμεσά τους και βγάζει τα ρούχα της, αφήνει μισά στη μια καρέκλα, μισά στην άλλη. Κατάγυμνη και ωραία η απέναντι, ωραία μαλλιά, πώς σε λένε;, ανάμεσα σε καρέκλες με ρούχα. Μια μέρα θα είναι σαν σήμερα και θα γδυθώ και εγώ. Θα σταθώ στο ίδιο σημείο, θα κοιτάξω απέναντι, δεν θα είναι κανείς, το διαμέρισμα παρατημένο χρόνια. Θα λείπει το έξω, το μαζί και το απέναντι, σαν σήμερα, και εγώ θα τρέμω. Θα φοράει πολλά, δεν θα έχει μαλλιά, σαν σήμερα, ο-φόβος.
Πάνω δεξιά (εγκλεισμός #4)
της Τιτίκας (ε, και της μανούλας)
Η μαμά μου πιστεύει πως δεν έχουμε κρούσματα στο βόρειο Έβρο, γιατί δεν είπε κάτι η τιβί. Καρφί δεν της καίγεται της τιβί για το βόρειο Έβρο, της λέω. Γελάει. Είναι ανακουφιστικό το γέλιο της, αλλά κρατάει πολύ. Προλαβαίνω να σκεφτώ νεκρές που τις σκότωσαν σφαίρες, όχι ιοί. Νεκρούς που δεν μετρούσαν ούτε ως ζωντανοί. Κάποτε κουράζομαι. Πέφτω για ύπνο και βλέπω τη μάνα μου αρματωμένη στα σύνορα, από δω μεριά, να ετοιμάζεται να κυνηγήσει τους ανθρώπους, τους από κει μεριά, που όμως δεν είναι άνθρωποι πια αλλά προϊστορικά ζώα. Ξυπνάω φωνάζοντας μην τους πιστεύεις μαμά. Δύο-πέντε-πέ-ντε-δύο-μηδέν, την παίρνω στο τηλέφωνο. Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας, την πετυχαίνω στην τηλεόραση.
*”τα ιογενή”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2020.
Ηλίας Λάγιος (5 Ιουλίου 1958 – 5 Οκτωβρίου 2005)
Έλα, υψηλή και υπερήφανη γλώσσα
ν’ αφηγηθείς.
Να πεις το τέλος της ιστορίας.
Πόσο πολύ αγάπησεν ο ένας τον άλλο.
Γιατί; Άρχοντες κι αρχόντισσες
κι εσείς αρχοντοπούλες αναρωτιέστε γιατί;
Ακούστε με. Είναι ο Χρόνος.
Ο Χρόνος ο Επικυρίαρχος, ο Χρόνος ο Αυθέντης,
ο Χρόνος ο Δυνάστης.
Οι άμοιροι, είμαστε δεσμώτες του Χρόνου.
Έλα, γλώσσα μου, να ιστορήσεις
τη μοίρα μας. Ο άνθρωπος είναι υπήκοος του Χρόνου.
Μικρός, θνητός και λίγος. Πώς
ν’ αντέξει τη φθορά;
Όταν αγαπάς, πώς ν’ αντέξεις το πρόσωπό του
που καταποντίζεται στην ηλικία;
Όταν αγαπάς, πώς ν’ αντέξεις
τις πρώτες ρυτίδες της;
*Από τη συλλογή “Η Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος” εκδόσεις Ίκαρος.
Λεωνίδας Καζάσης, Ορθροβασία
Του φεγγαριού βέργα εναπομείνασα επισκοπεί,
νυκτός ανάνηψη ροδίζει, μετάβαση πορτοκαλί – πρωίας αποχρώσεις,
η ημέρα εδραιώθηκε. Ίμερος ήρεμος ο ήλιος,
λάβρος το μεσημέρι καταυγάζοντας οργά!
Ρόχθοι, θροΐσματα, ριζά, κορφοπλαγιές γλάφουν
ράγδην Μονεμβασία!
Της φύσεως απροσπέλαστη αρνησικυρία.
Υ.Γ. Ορθροβασία,
ράγδην Μονεμβασία!
Της φύσεως απροσπέλαστη αρνησικυρία.
Ειρηναίος Μαράκης, Έπεσε το Facebook
Έπεσε το Facebook
τι θα γίνει τώρα
βλέπω αναρχία μες τη χώρα.
Κλείσε το παράθυρο
σφράγισε την πόρτα
τίποτα δεν είναι σαν και πρώτα.
Έπεσε το WhatsApp
χορεύουν στου Twitter τις γωνιές
και οι καινούργιοι Ζούκεμπεργκ
παίζουνε το λαούτο.
Έπεσε το Facebook
κι από τις άλλες εφαρμογές
τρέχουν να προλάβουνε
το πανηγύρι ετούτο.
Έπεσε το Instagram
σάλεψε η τάξη
ποιο like για πάντα έχει πετάξει.
Όλα γύρω πέφτουνε
σήμανε το καμπανάκι
οι χρήστες αναζητούν καινούργιο παιγνιδάκι.
Έπεσε το WhatsApp
χορεύουν στου Twitter τις γωνιές
και οι καινούργιοι Ζούκεμπεργκ
παίζουνε το λαούτο.
Έπεσε το Facebook
κι από τις άλλες εφαρμογές
τρέχουν να προλάβουνε
το πανηγύρι ετούτο.
*Διασκευή – παρωδία του τραγουδιού “Έπεσε η κυβέρνηση” του Μάνου Χατζηδάκι (μουσική) και του Νίκου Γκάτσου (στίχοι). Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς, Δίσκος: Χειμωνιάτικος ήλιος – 1986 | https://youtu.be/ipLMjvHLPLM |
Αργύρης Χιόνης, Είκοσι τέσσερα καρφιά για μαλακά κρεβάτια [ΙΙΙ]
Κατερίνα Φλωρά, Κοινός τόπος
Στης μιας στιγμής το μειδίαμα
όταν στέκεται της χαράς το βήμα
όταν η συνάντηση ταιριάξει στο βλέμμα,
στο άγγιγμα, στην κοινή μας αίσθηση
Τότε η στιγμή να απλώνεται
ίσως τότε να χρωματίζει το δίπλα γκρίζο
να εκτείνεται στο χώρο, στο χρόνο στο εντός
Τότε που η απόσταση πάψει,
ίσως μακρύνουμε,
ίσως μακρύνει η θωριά μας,
τα αόρατα σχοινιά που μας ενώνουν
Για την Κατερίνα.
για τη φωτογραφία και την κριτική

Για την Κατερίνα Γώγου που έφυγε στις 3 Οκτώβρη του 1993.
Είμαι ελεύθερη, ελεύθερη, ελεύθερη
κι όταν έρθει καιρός
που θα κρέμεται στο τσιγκέλι
το πετσί μου σαν τομάρι
απ’ τους κρατικούς εκδορείς και τη λογοκρισία
η φαντασία μου θα τρέχει… τρέχει…τρέχει
είμαι φευγάτη από τώρα τρέχει … γειαααα
ΙΔΙΩΝΥΜΟ
ΓΩΓΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
Θεόδωρος Μπασιάκος (1963-2020), Πόλεμος
Μαρία Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

ΣΕ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ
Προς χάριν
μιας εσθήτας της Ελένης
η Ιφιγένεια θανατώθηκε
Είχε την όψη του βωμού
ΤΑ ΤΕΙΧΗ
Στην πόλη
μαρτυρούν
τις πολιορκίες των Περασμένων
τους εγκλωβισμούς των Σύγχρονων
ΤΑ ΑΠΟΞΗΡΑΜΕΝΑ
Τα βιβλία των αποξηραμένων λουλουδιών
ξεφυλλίζονται
πανομοιότυπα σχεδόν.
Νοσταλγικά
Προσεκτικά
με τις ανάσες θρυμματίζονται
*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, Φεβρουάριος 2021.







