Έγινα διαγώνισμα εξαμήνου, να διανύσεις δηλαδή έξι μήνες μάθησης και να έρθεις να ελεγχθείς για το ύφος μου, να αποφασισθεί από τους ειδικούς αν είμαι επαληθεύσιμη στις πράξεις μου και σου, να βγω αληθινή ή σκάρτο, να έχω λύση βαρετή ή να είμαι άλυτος γρίφος συναρπαστικός, να αποτυπωθεί ρητά ή άρρητα αν υπάρχει συστηματικότητα στην κατανομή των πρώτων αριθμών μου, υπάρχει χάσμα της μάζας μου, υπάρχει εξίσωση για τα πέταλα που ρίχνεις για να περπατήσω, υπάρχει χάρακας για τον ίσκιο που θέλεις να τρυγήσω, ω θεοί, πόσο θα ήθελα να γίνω μαθηματικός να φτιάξω μια εξίσωση να βγάλω το αποτέλεσμά μας μην είμαι άγνωστος Χ και δε με βρεις ποτέ μη γίνεις παρονομαστής και με διαρκείς μέχρι να γίνω μηδενικό
*
ΦΕΜΙΝΑ ΝΟΥΛΙΟΥΣ
Δε γνωρίζω αν έχω κατοικηθεί από κανέναν Δε γνωρίζω αν ήμουν γυναίκα πριν το εφηβαίο μου βγάλει τρίχες Δε γνωρίζω αν υπήρχα πριν χάσω την παρθενιά μου Δε γνωρίζω αν υπάρχω καν τώρα χωρίς παρθενότητα Δε γνωρίζω ποιος είναι ο καταπατητής που θα με ορίσει Δε γνωρίζω αν είμαι προς εκμετάλλευση ή αν είμαι κατοικήσιμη Δε γνωρίζω αν είμαι περιστασιακή λεπτομέρεια ή αμετάβλητη ολότητα Δε γνωρίζω αν είμαι nobody ή nobody’s land Δε γνωρίζω αν είμαι τώρα ή θα γίνω μετά γυναίκα
Ας γίνω έστω res mancipi να ανήκω σε κάποιον είτε με χαρτί είτε με μια υπόσχεση διαιώνισης
Η ελευθερία έρχεται γυμνή ρίχνοντας λουλούδια στην καρδιά, και περπατάμε ταυτόχρονα μαζί, μιλάμε με τον ουρανό στον ενικό. Εμείς οι μαχητές θα χτυπήσουμε τολμηρά τις ωραίες ασπίδες με το χέρι, αφήστε τον λαό κυβερνήτη πάντα, για πάντα, εδώ κι εκεί. Αφήστε τις κοπέλες να τραγουδάνε στο παράθυρο τραγούδια για την παλιά εκστρατεία για τον πιστό υπήκοο Ήλιο, και τον μονάρχη λαό.
(1917)
*
Ελευθερία για όλους
Όλοι για την ελευθερία θα πάμε εκεί. ‘Άνθρωποι με φτερά κύκνου κουβαλούνε παντιέρες. Σε σύγκριση με τα καυτά μάτια της ελευθερίας, η φλόγα είναι κρύα, πετάξτε τις εικόνες! (1) Νέες θα ζωγραφίσει η πείνα… Προχωρούμε μαζί με φλογερά τραγούδια όλοι για την ελευθερία θα πάμε μπροστά! Κι αν πεθάνουμε, θ’ αναστηθούμε! Καθένας μετά θα ζωντανέψει. Πάμε στο μαγευτικό μονοπάτι, ακούγοντας με θάρρος τα ηχηρά βήματα. Κι αν είναι και οι θεοί αλυσοδεμένοι, ας δώσουμε και σ’ αυτούς ελευθερία…
(1918)
Εννοεί τις εικόνες της εκκλησίας.
*Από το έργο “Κιούρτος για κριτές”, σε απόδοση Ελένης Κατσιώλη, Εκδόσεις Εκάτη, 2022.
Στο υπερπέραν λάμπω ‘να πούναι ο Μερλιέ είν’ άντρες μόνο στείροι Μονσεράτ Καμπαλλιέ.
Πάγο καίω καμένο σαν άλλης Τούρμπο ηχώ Λακάν, το τοστ του δρόμου σ’ αγκάθι οπίσθια ενός.
Κρατώ ωσαννά, κρατώ τη ‘πό πίσω κόπου ελιά από αιδώ φοβάται κι απότομα χαλά.
*
ΣΤΙΧΟΠΛΑΝΟΣ
Των λέξεων κυνηγός δεινός, αν βρει τη μυστική τους ρίζα, σαν αρχαίοι δεινόσαυροι οι θλίψεις φαίνονται στον κήπο σιμά και τα δάκρυα των άστρων εκεί πόσιμα.
Μεσάνυχτα στον κήπο ακούω Philidor και για παρηγοριά φίλοι, ύδωρ και γην, προσφέρω στο κυκλάμινο προφέροντας πάντα, ο, η αμείνων, το άμεινον.
*
ΟΡΧΙΣ-ΤΡΙΚΟΝ
Στον υμένα αλλέγρο πιστικάτο ωιμένα νέγρο, οι πούτσοι κάτω!
*
ΣΚΩΠΤΙΚΗ – ΡΑΠΤΙΚΟΙ
Γλώσσας ραπτομηχανή με καρφίτσες τα σύμφωνα λόγος πλάγιος, και ύψος να θυμίζει τον είρωνα που το λόγο του μύρωνα και τον διέσωσα απτό, μη χαθεί.
Των λέξεων παλαιό πατρόν παράγει ομιλία κραταιών αντρών που αγνοούνε τα θήλεα, φίλε α δεν ξέρεις τι θα βρεις σ’ αυτό το εργαστήρι, στείροι αγώνες κι άχρηστες αισθήσεις, η αφή σώζει μόνο την επιγραφή “σκωπτική – ραπτική”!
*Από τη συλλογή “Ασκήσεις σε μονόζυγο”, Αθήνα 1987.
Μία επίπλαστη ευμάρεια κονιορτοποιεί την ύπαρξη. Κοφτοί, χοντροκομμένοι άνθρωποι παζαρεύουν και παζαρεύονται. Εκπαιδευμένοι τη χρησιμοθηρική αμνησία της μνημοσύνης, χαιρετούν μόνο εάν έχεις συναλλάξει μαζί τους πληροφορίες, προϊόντα και νομίσματα. Το τάβλι στους καφενέδες είναι η πρόφαση της εκ γενετής ρουφιανιάς και η εγκαθίδρυση της ακίνητης/ανίκητης υποδούλωσης. Μύγα στο σπαθί του, κανείς! Αλλά ποιο σπαθί; Αυτό που δεν τραβήχτηκε ποτέ απ’ το θηκάρι, αυτό που κατ’ όνομα και κατ’ επίφαση περιφέρει ένα άξεστο αδελφοκτόνο αντριλίκι και μια χαμηλοβλεπούσα ιερόδουλη πρακτική ή αυτό που τοκίζει από καταβολής στο πλέον κατάπτυστο ανταλλακτήριο συνειδήσεων;
2
Ένα σαθρό οικοδόμημα αλυσιδωτά καταρρέει. Όταν η όποια ηθική αποκτά την έννοια του εγκλήματος και ο πλέον άσπιλος άνθρωπος κατηφορίζει το βούρκο. Φαίνεται πως είναι ο καιρός των υπονόμων. Αν διακυβεύεται κάτι στο νησί τούτο συνοψίζεται στο «πορνοσταριλίκι» που μας χαρακτηρίζει. Αποκομμένοι σταδιακά από ό,τι το πελασγικό ή ελληνικό, περιφέρουμε συνεύθυνα τις φιλανθρωποφαγικές αγαθοεργίες του κάθε Οργανισμού Ηνωμένων Ενοχών. Η Ευρώπη του εφιάλτη των κλιματιστικών, των χωρίς αντίκρισμα και νόημα συνεδρίων και συνευρέσεων, του πολιτικού ή πολιτειακού τουρισμού, των μαγγανοπήγαδων του catering και των αποφάσεων της πανάκριβης μοκέτας εισπράττει τον ιδρώτα του σερβιτόρου, την αγανάκτηση του χαμάλη και τη στιβαρότητα της καθαρίστριας. Βάρβαροι προσωπιδοφόροι δεξιώνονται έγγραφα, συζητήσεις, ψηφοφορίες, αποφάσεις, δανειοδοτήσεις, χρηματοδοτήσεις κι επιχορηγήσεις εκπορνεύοντας την εκτυφλωτικότατη διαφάνεια της θάλασσας και το ανέσπερο σκοτάδι του ήλιου. Ιθαγενή ανθρωπάρια υπεκφεύγουν της υπερπραγματικής ελεύθερης κι αιώνιας αποδεσμευμένης αλήθειας, κωφεύοντας ή κάνοντας γαργάρα τη λαμπρή συμμετοχή τους στην εκ νέου ανοικοδόμηση της πουτανιάς. Καμιά συλλογικότητα δεν οδηγεί κάπου, όπως άλλωστε ποτέ στην ιστορία. Το καθοδηγούμενο αγελαίο ξέσπασμα της μιας στιγμής ξεθυμαίνει όπως ένα ανθρακούχο αναψυκτικό που έμεινε ανοικτό μετά το τέλος του εισπρακτικού εορτασμού ή πένθους των κακόγουστων κοινωνικών προσποιητών εκδηλώσεων. Άραγε το παζάρι περιμένει τον έμπορο μεταπράτη που θα μας πουλάει εκ νέου αλυσοδεμένους σκλάβους ή το δήμιο δικαστή που θα μας κόβει το κλεμμένο χέρι; Ίσως να ’ναι αναγκαίο. Οι ταγοί, τα παραφερνάλια, οι σφουγγοκωλάριοι, οι ρουφιάνοι, οι πράκτορες, οι πάντα πρόθυμοι καλοθελητές της εσχάτης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδιακής προδοσίας και οι διαβρωμένοι χρυσωμένοι αφελείς «πνευματικοί άνθρωποι» (λογοτέχνες, καλλιτέχνες εν γένει, άγιοι και μακαριότατοι δεσποτάδες) κυκλοφορούν στις φλέβες μας προκαλώντας μία μόνιμη, καλπάζουσα και μεταστατική σηψαιμία. Εκεί που το νεύρο θα ’πρεπε να εκπαιδεύεται σιωπηλά μαινόμενο – σκοπεύοντας τη λυτρωτική υπερπραγματική απαγκίστρωση των έμβιων όντων απ’ τη χαμερπή παρασιτική δήθεν εκλέπτυνση των πολιτικώς ορθών συμπεριφοριστικών πρακτικών- εμείς παραμένουμε ωφελιμιστικά εγκλωβισμένοι στην επικερδή και λανθάνουσα λειτουργία ενός ξιπασμένου, εδώδιμα αποικιακού και τουρκεμένου τόπου.
3
Άπνοια κι οι μύγες ίπτανται θριαμβικά του σκελετού της πόλης. Άκαιρα μαγειρεία προσφέρουν ζαρζαβατικά και όσπρια σε πεινασμένους οδοιπόρους. Η σύντομη συνεύρεση σκοντάφτει στην κατανόηση του άσχετου πεπραγμένου. Επιστροφή στη σιωπή της παρουσίας. Καμία γοητεία στα καντούνια της, μονάχα ο πολλαπλασιασμός των σκυβαλοδοχείων αναδύει τη μυρωδιά της σήψης και τον κανιβαλισμό των διασκεδαστών της προηγούμενης νύχτας.
*Από την ενότητα ”Εντός εκτός κι επί τ’ αυτά του… τείχους”, στο “Ο ποιητής ως πράκτορας… της εποχής και του βίου του”, έκδοση “Χάβρα”.
You come to me A couple of breaths away I can hear them In my mouth Gasping your arrival ‘You exorcize God With the smell of love’ you say Filling me with your whispering Emptying me not galaxies Of floating glories
We are still far From the stone the poet Brough us To measure the earth Rolling it
How can I recite you A poem Made from ashes? I wrote it with my finger Surfing fell from the sky Perhaps it was the afternoon light burning Or human skin and bones How can the poet tell? I curved my palm to give a place Top their dark tiny crystals Words magically appeared Little ash memories
You are The morning secret My night failed to decipher Is it too late for another night? Too late for the late comer that I am? I will bring you ashmemories And the fear that harnessed my name From your lips
*From the collection “Ashpoems”, re.press, Melbourne 2025
Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα στην Ανάφη και βρίσκεται εξόριστος στην Τροία
Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω, μας χτίκιασαν στα ναυπηγεία…
Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με κι αγκάλιασέ με Χόρεψε μαζί μου από Ανία Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ
Ξέμπαρκος κόσμος, ελπίζει, μάταια ελπίζει στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει
Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν Είμαστε περαστικοί σου λέω, ανίατα περαστικοί…
Ας πάμε λοιπόν ψυχή μου ας πάμε πάλι κάπου κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου Να λάμψουμε ή να χαθούμε κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.
*Από την ποιητική συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.
Η προσμονή μου Για την απόσταση Την έλλειψη της θέσης Της ανεπάρκειας Και της ντροπής Της ελαχιστοποίησης της σκέψης Η προσμονή Πάντα στη ροή της φύσης Είναι προσωρινή Κι αιώνια.
*
Το σεντόνι
Στην απούσα λήθη Βροχή απαστράπτουσα Στους ήρεμους λαιμούς των κύκνων Ομοίωμα υστερίας Εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο Το βάθος της μνείας Ομοίωμα υπνηλίας Αναδημιουργείται η σιωπή Μεταξύ χλωμών προσώπων Με ιπτάμενες πάγιες θέσεις Που ανανεώνουν Το άγχος του αποχωρισμού Χωρίς να ενώνουν τους λαιμούς τους.
*Από τη συλλογή “Μετα-ελεγείες” (ψηφιακή έκδοση, Εξιτήριον, 2025).
When I was younger it was plain to me I must make something of myself. Older now I walk the back streets admiring the houses of the very poor: roof out of line with sides the yards cluttered with old chicken wire, ashes, furniture gone wrong; the fences and outhouses built of barrel-staves and parts of boxes, all, if I am fortunate, smeared a bluish green that properly weathered pleases me best of all colors. No one will believe this of vast import to the nation.
Όταν ήμουν νεότερος ήταν ξεκάθαρο για μένα ότι πρέπει να κάνω κάτι για τον εαυτό μου. Μεγαλώνοντας τώρα περπατάω στους πίσω δρόμους θαυμάζοντας τα σπίτια των πολύ φτωχών: στέγη εκτός γραμμής με τις πλευρές οι αυλές γεμάτες με παλιό κοτετσόσυρμα, στάχτες, έπιπλα που πήγαν στραβά- οι φράχτες και τα παραπήγματα χτισμένα από βαρέλια και κομμάτια κουτιών, όλα, αν είμαι τυχερός, λερωμένα με ένα γαλαζοπράσινο που σωστά διαβρωμένο μου αρέσει καλύτερα όλων των χρωμάτων. Κανείς δεν θα πιστέψει αυτό το τεράστιας σημασίας για το έθνος.
Out here, there’s a bowing even the trees are doing. Winter’s icy hand at the back of all of us. Black bark, slick yellow leaves, a kind of stillness that feels so mute it’s almost in another year. I am a hearth of spiders these days: a nest of trying. We point out the stars that make Orion as we take out the trash, the rolling containers a song of suburban thunder. It’s almost romantic as we adjust the waxy blue recycling bin until you say, Man, we should really learn some new constellations. And it’s true. We keep forgetting about Antlia, Centaurus, Draco, Lacerta, Hydra, Lyra, Lynx. But mostly we’re forgetting we’re dead stars too, my mouth is full of dust and I wish to reclaim the rising— to lean in the spotlight of streetlight with you, toward what’s larger within us, toward how we were born. Look, we are not unspectacular things. We’ve come this far, survived this much. What would happen if we decided to survive more? To love harder? What if we stood up with our synapses and flesh and said, No. No, to the rising tides. Stood for the many mute mouths of the sea, of the land? What would happen if we used our bodies to bargain for the safety of others, for earth, if we declared a clean night, if we stopped being terrified, if we launched our demands into the sky, made ourselves so big people could point to us with the arrows they make in their minds, rolling their trash bins out, after all of this is over?
Νεκρά αστέρια
Εδώ έξω, ακόμα και τα δέντρα υποκλίνονται. Το παγωμένο χέρι του χειμώνα στην πλάτη όλων μας. Μαύρος φλοιός, γλιστερά κίτρινα φύλλα, ένα είδος ακινησίας που μοιάζει τόσο βουβή που μοιάζει σχεδόν με άλλη χρονιά. Είμαι μια εστία αραχνών αυτές τις μέρες: μια φωλιά προσπαθειών. Δείχνουμε τα αστέρια που σχηματίζουν τον Ωρίωνα καθώς βγάζουμε έξω τα σκουπίδια, τα κυλιόμενα κοντέινερ ένα τραγούδι των προαστίων βροντή. Είναι σχεδόν ρομαντικό καθώς ρυθμίζουμε το κέρινο μπλε …μέχρι που λες: «Φίλε, θα έπρεπε να μάθουμε πραγματικά… μερικούς νέους αστερισμούς. Και είναι αλήθεια. Συνεχώς ξεχνάμε την Antlia, τον Κένταυρο, Δράκοντα, Λακέρτα, Ύδρα, Λύρα, Λυγξ. Αλλά κυρίως ξεχνάμε ότι είμαστε κι εμείς νεκρά αστέρια, το στόμα μου… …είναι γεμάτο… από σκόνη και θέλω να διεκδικήσω την ανάδυση… να σκύψω στο φως των προβολέων του δρόμου μαζί σου, προς το μέρος σου… προς αυτό που είναι μεγαλύτερο μέσα μας, προς το πώς γεννηθήκαμε. Κοίτα, δεν είμαστε αφανή πράγματα. Φτάσαμε ως εδώ, επιβιώσαμε τόσο πολύ. Τι θα συνέβαινε αν αποφασίζαμε να επιβιώσουμε περισσότερο; Να αγαπήσουμε σκληρότερα; Τι θα γινόταν αν σηκωνόμασταν όρθιοι με τις συνάψεις και τη σάρκα μας και λέγαμε: Όχι. Όχι, στην ανερχόμενη παλίρροια. Σταθήκαμε για τα πολλά βουβά στόματα της θάλασσας, της γης; Τι θα γινόταν αν χρησιμοποιούσαμε το σώμα μας για να διαπραγματευτούμε για την ασφάλεια των άλλων, για τη γη, αν κηρύσσαμε μια καθαρή νύχτα, αν σταματούσαμε να είμαστε τρομοκρατημένοι, αν εκτοξεύαμε τα αιτήματά μας στον ουρανό, αν κάναμε τους εαυτούς μας τόσο μεγάλους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να μας δείξουν με τα βέλη που φτιάχνουν σε στο μυαλό τους, και να κυλήσουν τους κάδους τους, όταν όλα αυτά τελειώσουν;
*Από τη συλλογή “The Carrying”, Milkweed Editions (2018). **Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.