Όχι πολύ αργότερα η σιωπή αισθάνθηκε αυξημένη κόπωση και αρρυθμία. Και ένα
καψάλισμα.
Θα πεθάνω, είπε. Θα μιλήσω.
Ξέραμε ότι είχε πολλά να πει, όμως εμείς την προτιμούσαμε σιωπή, γι’ αυτό και δεν ήταν
καθόλου σίγουρο ότι θα την ακούγαμε. Άλλωστε είχαμε κι εμείς πράγματα να πούμε
μεταξύ μας, μα σπάνια το επέτρεπε. Ίσως γι’ αυτό να μας έπιανε εκείνος ο βήχας. Κάτι
σαν γαύγισμα. Γιατί οι άνθρωποι είτε σιωπούν μαζί είτε γαυγίζουν.
Author Archives: Το κόσκινο
Ειρηναίος Μαράκης, Ματωμένη σελήνη

Αιμορραγεί το φεγγάρι
το μοναδικό διανυκτερεύον φαρμακείο
ξέμεινε από γάζες, βαμβάκι, μπεταντίν
σα χώρα που ξεπούλησε
στις αγορές του κόσμου
και στις τηλεπωλήσεις
τις τελευταίες εφεδρείες της.
Αιμορραγεί το φεγγάρι
ποτίζει της νύχτας το σεντόνι
κάνοντας λιγάκι το σκοτάδι
να μοιάζει με ξημέρωμα
μόνο και μόνο για να καλλιεργήσει
ένα ψέμα
μια νέα αυταπάτη.
Για λίγο όμως τα ψέματα κρατούν
αναρωτήθηκες
φεγγάρι μου ποτέ
πως γίνεται να κρύψεις
τα ματωμένα δρομολόγια
τις κόκκινες θάλασσες
από τα μάτια των παιδιών
όταν ακόμα κι αυτός ο ήλιος
δεν τολμά;
2015 – επανεγγραφή: 2018
Φωτεινή Ψιρολιόλιου, Άνθισαν οι φλόγες
Άνθισαν οι φλόγες και χάνοντας τη συστολή τους βγήκαν απ’ όλα τα ρουμάνια, τους λόγκους τις απάτητες μεριές
Ροβολώντας χαμηλά, έγιναν το απευκταίο χρυσόμαυρο ταφικό στεφάνι που κάνει στάχτη ό,τι στηρίζει, πρασινίζει τη ζωή
Σάρωμα ανελέητο με κάψα κ αγέρηδες εκδικούνται μια απροστάτευτη γη, μια πανωραία κόρη
Την φλερτάρουν και την πολιορκούν στα αυγουστιάτικα απροσπέλαστα δρομάκια
Την εκμαυλίζουν με λάβες ανθεστήριες πληρώνοντας ακριβά αρχαίες μνήμες
Ρίχνουν στην άμπις τέθριππες άμαξες με άλογα περιωπής
γαμήλιες τελετές και τεντωμένα τόξα
Οι φρυκτωρίες, γεννήτριες ανέμου γίνονται
κι από γκρεμούς
τρέχουν λιωμένα μέταλλα που δείχνουν τα έγκατα της γης αρχών, με μάτια κάρβουνο
Στους ετοιμόλογους που στήνουν το θρόνο τους στ αποκαΐδια τι άλλοθι μπορείς να δώσεις ζητιάνε εσύ του οίκτου;
Καρτ ποσταλ η γη, σε άλμπουμ δίχως ξώφυλλα
Φωτογραφίες αναλογικές, άσχετες με ινσταγκραμικές εξωραϊσμού του σήμερα
Κάποιοι λουόμενοι σε αργή κίνηση αμηχανίας
Τουρίστες επιθυμητοί και μη στα ρεστοράν, στα μάρκετ, στα καφέ
Παραστάσεις αραιοκατοικημένες θεάτρων χωρίς αύριο
Απηυδησμένοι νέοι πίσω από προστατευτικούς κλωβούς
γκαρσονάκια των μεταπτυχιακών και των λυκείων
Ενοχικές ηλικίες τρίτες, σ αμφίβολο προσανατολισμό
Κρίνοι σε προβοσκίδες ματαιωμένες μελισσών
Όλοι με το τελευταίο κυπαρισσόμηλο στο στόμα, προσευχόμενοι
ή απελπισία κραυγάζοντας, λούζονται σε αντιπυρικό υγρό
Οι ασεβείς κι αγνώμονες επίστανται της περισυλλογής κουφαριών μικρόσωμων και εύσωμων όντων που φυλλορρόησαν
Ας ακολουθήσουμε τον δρόμο των γλάρων ακολουθώντας τη σωτήρια γραμμή
Ας μην έρθει ημέρα που η αστεγία θα βολευτεί με αλαζονεία εντός μας κάτω απ’ την ένρινη ανοχή μας
Καληνύχτα κόσμε!
Γρηγόρη Νέστωρ Ρουντένκο, Ευθύνη
Τη ζωή μας πώς ν’ αλλάξουμε
Και το έργο μας από πού αρχίζει;
Φάρσα τα επαναστατικά κινήματα!
Από μέσα μας η αλλαγή ροδίζει.
Την αλήθεια ο ηγέτης δεν μπορεί να κηλιδώνει
Και με το μαχαίρι να διαδίδει.
Να σκεφτώ πρέπει και να ψάξω
Την μία αυτή ζωή να ξαναφτιάξω.
Το κίνημα το επαναστατικό τούς λίγους τρέφει
Και να λιμοκτονούν αφήνει τους πολλούς.
Ψέματα λέει ο ηγέτης όταν ρητορεύει
Για να ηρεμήσει και να συντρίψει τους περήφανους.
Όταν όλοι κι ο καθένας θα ’χουν δει το φως,
Ένα χτύπημα θ’ αρκεί να εξαλείψει
Χιλιάδων χρόνων φρίκης καθεστώς,
Χρόνων γεμάτων φόβο, τρόμο και πολέμους.
Έτσι ξεσηκώθηκαν οι δυνατοί Ρώσοι, οι Φινλανδοί κι οι Γερμανοί.
Κι απ’ αυτούς πριν, όλη η Ευρώπη. Μετά η μαρτυρική Ισπανία.
Ανάγκη από ηγέτες δεν είχανε τα χρόνια εκείνα.
Μια μέρα μόνοι τους θα ξεσηκωθούν ξανά.
Κάθε εξουσία μπορεί να συντριβεί,
Αν ο καθένας μας βρει τον τρόπο
Τις αδικίες τις πολλές να εμποδίσει,
Σε Λένιν να προδώσουν να μην επιτρέψει.
Τα εργοστάσια θ’ αυτοδιευθύνονται
Με «συμφωνίες» κι όχι με «διαταγές».
Ο καθένας κι όλοι μαζί να δράσουν θα ’ναι ελεύθεροι
Το θάρρος παίρνοντας με πράξεις συλλογικές.
Ο καθένας του εαυτού του μόνο θα ’ναι άρχοντας,
Υπεύθυνος θα είναι πάντα για ό,τι κάνει.
Μόνο στα χέρια του κάθε εξουσία πάντα έχοντας
Σωτήρα του εαυτού του ποτέ άλλον δεν θα κάνει.
Τσακίστε λοιπόν την δύναμη κάθε κακού.
Καλλιεργείστε τους νέους.
Διδάξτε τους ανόητους.
Η μεγάλη Καινούργια Μέρα ανατέλλει!
1951
Ισμήνη Γ. Λιόση, Τι κάνει η ποίηση

Η Ποίηση
σηκώνει τον κήπο στις πλάτες Της
τον καμένο Κήπο
ο ιβίσκος κλαίει
η γυναίκα μέσα Του δεν τον εγκατέλειψε
πεθαίνει μαζί Του
μάταια τα πουλιά θα γυρεύουν τα
μυρωμένα μαλλιά Της
και το Φίδι
το άκακο Φίδι
θα κοιμάται στα φαγωμένα στήθη Της
το Φεγγάρι – όπου κατοικεί ο
Μονογενής Θεός
δεν εισάκουσε τις
λυπημένες φωνές του χρυσάνθεμου
τα μπλε γιασεμιά δεν ευωδιούν
έτσι διαμαρτύρονται τα μπλε γιασεμιά
και το τριαντάφυλλο
το βαθύ κόκκινο τριαντάφυλλο
κι ο ηδύς κατηφές
παρέδωσαν την ψυχή Τους
στον άψυχο κόσμο
Η Ποίηση, χωρίς έπαρση
δαγκώνει και καταπίνει τις
λέξεις του Πένθους Της
παίρνει τον δρόμο της θάλασσας
παίρνει τα όρη τα βουνά, όπου
οι Κραυγές Της δεν
φθάνουν στα σπλάχνα των στίχων
και, οι Στίχοι Της μοιραία θα καούν
ναι
Η Ποίηση, χωρίς έπαρση
Η Ποίηση, χωρίς έπαρση
θα σιωπήσει
έτσι θα κάμει η Ποίηση Επανάσταση
Η Ποίηση, χωρίς έπαρση από
τούδε και εφεξής
Κατερίνα Λιάτζουρα, Έγειρα να πάρω μια ανάσα, μάνα

Έγειρα να πάρω μια ανάσα, μάνα
στον κορμό σου που ακόμη αχνίζει.
Μικρές εστίες καπνού λικνίζονται
νωχελικά που και που
κάποιες αναλαμπές θυμούνται
να κοσμήσουνε την νύχτα.
Και στάχτη, στάχτη και αποκαΐδια
και κουφάρια, κουφάρια πολλά και κάρβουνο
η απόκοσμη αγκαλιά σου, μάνα,
και μαυρίλα, πολύ μαυρίλα απόψε, και σιωπή,
σιωπή, καμένη σιωπή, γαμημένη σιγή.
Το θρόισμά σου έπαψε
σίγησαν τα πλάσματά σου.
Σε πενθούνε μάνα,
και φοβούνται, φοβούνται πολύ
τον μικρό τον άνθρωπο,
το κτήνος.
8.8.2021
Αργύρης Χιόνης, Εκδοχές του τέλους
Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.
III
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.
ΧΙ
Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.
XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.
XVII
Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ‘κανες αν σου χαρίζαν
ένα άδειο βάζο.
Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;
*Από εδώ: https://poiimata.com/2021/06/06/ekdoches-toy-teloys-argyris-chionis/
Πάνος Κουτούλιας, Δουλευταράδες

Παρένθετος χαμάλης επ’ άπειρον
και πλεονέκτης των κέδρων*
σφυρηλατώντας πάπυρους ή δέρμα
καθένας τη δουλειά του κάνει
κι υπηρετεί το έλεος του πέτρινου λαού*
τραυματισμένος, άυλος, ατάκτως ερριμμένος
σε τρυπητά, κεντήματα και σκεύη.
Σατανιστής ξυλουργός,
που σε κάθε του κατασκευή
χαράζει και από μία πεντάλφα*
πρόκες, καδρόνια, αναφιλητά.
Αφού εκείνος που σταυρώνει
αναπόφευκτα σκαμπάζει από μαστορέματα*
άρα κι ο σταυρωμένος, εκ των έσω
με έλλειμμα σε αίμα
κι όφελος μόνο και ύψιστο
το όμορφο τραγούδι
του εκάστοτε χαζού
προσωπικού του χειρώνακτα.
*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, εκδόσεις Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.
Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα
δεν φαίνεσαι ικανός
Δεν φαίνεσαι ικανός
να ταράξεις τα λιμνάζοντα ύδατα
πασχίζεις να τρέξεις πιο γρήγορα
από την ανάμνηση
να προλάβεις το αταίριαστο
ν’ αποκαλύψεις αυτό που δεν αποκαλύπτεται
ν’ αγγίξεις τις φήμες πριν εξατμιστούν
*
ασκήσεις σε νεκροταφεία
ασκήσεις σε πεπαλαιωμένα νεκροταφεία
οι ματωμένοι σταυροί μεταμορφώνονται
σε μακρινά πεφταστέρια
σβήνουν τελεσίδικα
καθοριστικά
μπροστά στα πύρινα φαντάσματα
στις οπτασίες του χάους
Δέσποινα Μπουμπουχεροπούλου, Τρία ποιήματα
ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΥΠΕΡ ΤΡΙΤΟΥ
Θα ‘θελα, τί θα ‘θελα;
Να μοιάζω.
Να θυμίζω.
Θα θελα, τί θα θελα;
Να είμαι «σαν».
Να είμαι εκεί και μόνο.
Θα θελα, τί θα ‘θελα;
Να αρχειοθετούμαι.
Εύκολα και αυτόματα και άπαξ να βαπτίζομαι.
Θα ‘θελα, τί θα ‘θελα;
Να πάψω να είμαι αμήχανη.
Να’ μαι μηχανική.
*
ΑΠΟΔΕΙΞΗ
Η τσάντα μου, γεμάτη αποδείξεις.
Χαρτιά σβησμένα,
τυλιγμένα,
εξομολογητικά…
Αμάχητα τεκμήρια πως «ως τα τώρα»,
ζω, μα ζω προσεχτικά.
*
KEPAMEIKH
Τα παιδιά είναι άσχημα.
Δεν έχουν ακόμα το σχήμα τους.
Τα παιδιά τ’ αγαπάς
γιατί στο ευχάριστο χόμπι σου είναι
πρώτης τάξεως υλικό.
Κι εσύ, με τα μεγάλα άκρα,
τη βαριά φωνή,
και τα χαμένα όνειρα,
εσύ ο περασμένος και ο γίγαντας,
είσαι πιο άσχημος από ποτέ,
γιατί πασχίζεις να χωρέσεις το σχήμα σου,
το οριστικό
το άθλιο
σχήμα σου
παντού.
*Από τη συλλογή “Το παράθυρο”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2019.





