Βίκυ Λιούκα, Αδέσμευτες μέρες, ανυποψίαστες νύχτες

Φώτο: Katia Chauseva

Αδέσμευτες μέρες, ανυποψίαστες νύχτες

Μέρα άηχη
σε τόνο λα ματζόρε
Ψίχουλα οργής

Με πολλά ερωτηματικά κι με ένα θαυμαστικό στα μάτια φεύγουμε από τη ζωή

Ήχος κύματος
στη σιωπή του κόσμου
Δαμάζεις φωνές

Στερητικό σύνδρομο
επ’ αόριστον
Τεχνητές αναπνοές

Κομμένα γέλια
Πλανόδιοι κομήτες
κρεμάστρες πουλούν

Κλειστοφοβικός ο αέρας τρέχει πιο γρήγορα από τα νέα του πληρώματος

Ωτασπίδες σε
χρόνους κλεμμένους. Ζωή
σε αποκλεισμό

Απομονώνοντας έναν ήχο απομονώνεις την έννοιά του
Η νύχτα κυκλοφορεί ελεύθερη εντός της οικιστικής ζώνης του φευγάτου
Σε ένα κουτί μαζεύεις βόλους: μια μέρα θα τους ρίξεις στο πάτωμα
περιμένοντας την πλήξη να γλιστρήσει (διασκεδαστική εικόνα δε βρίσκεις;)
Η πλήξη θα τη γλιτώσει με ένα διάστρεμμα στη γλώσσα και μια ελαφρά διάσειση
Είδαν να κυκλοφορεί μια αδέσποτη μέρα στο χρώμα της ύλης
Μιλάνε για κείνα που τους λείπουν (ή νομίζουν πως τους λείπουν)
Φίλοι και γνωστοί καπνίζουν αρειμανίως καθώς αφηγούνται λεπτομέρειες από τη ζωή τους και τα δύσκολα χρόνια της άπιαστης ουτοπίας. Ξεφυλλίζουν λαίμαργα το άλμπουμ με τα τεμαχισμένα απομεινάρια: οι εικόνες υπενθυμίζουν πως η επιθυμία για ελευθερία υπερασπίζεται από την ανάγκη του ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από το παρελθόν του
Έψαξες στη σκόνη να δεις μήπως κρύφτηκε εκεί η αναξιόπιστη ακρίδα;
Δεν πρόλαβες το πρόγευμα με τους δικαστές της ειρήνης: λένε πως θα την καταδικάσουν σε ισόβια κάθειρξη
Μηρυκασμένα λόγια σταματούν τους περαστικούς αναζητώντας λίγη από την προσοχή τους
Στα φανάρια προλαβαίνεις να δεις όλη σου τη ζωή μπροστά στα πόδια σου
Οι φήμες οργιάζουν πάνω σε μαξιλάρια από ταμπού
Η συμφωνική ορχήστρα υπόστεγων τώρα και στην πόλη σας για εφτά μόνο εμφανίσεις: προπώληση εισιτηρίων στις υπαίθριες αγορές
Οι αόρατες γάζες ξετυλίγουν το μυστήριο της ζωής (που για χρόνια κοιμόταν μαζί με τις μούμιες της φιλοφρόνησης)
Εκ των υστέρων τα αποτελέσματα δε φέρουν κανένα αποτέλεσμα
Από ποια μακρινή χώρα μάς έρχεστε;
Παρακαλώ κατονομάστε πέντε αγαπημένες συνήθειες σας (θα εκπλαγείτε μόλις συνειδητοποιήσετε πως οι συνήθειες δεν έχουν ούτε ένα κοινό σημείο αναφοράς με τις προτιμήσεις σας)


Συμπτώματα ακουστικής εκλαμψίας
Φως-φανάρι
Σκοτάδι-πατάρι

Εκπομπή λόγου
Οι αμφιταλαντεύσεις
των ψιμυθίων

Σε πνίγουν οι έννοιες των λέξεων κι όχι οι ίδιες οι λέξεις
Λέξεις υποστηρικτικές (αναλλοίωτες στις ορέξεις των στομάτων / στομάχων)
Τα όνειρα κρυφογελούν πριν βγουν στη φόρα
Αναρίθμητες στοές
Χειροποίητες εικόνες επιμελώς ζωγραφισμένες στο πόδι

Αγκομαχούνε
σα μηχανές. Τρέχουν να
σπάσουν το ρεκόρ

Μονοπωλούν το αίμα
Πίσω από γελαστά πρόσωπα παραφυλάνε ατημέλητες συμφορές
Έμαθες το μάθημά σου για σήμερα;
Αδιαφορία: φορεία με σώματα εκκεντρικά ντυμένα και νυσταγμένες μορφές
Μεθυσμένες ανατροπές της ύλης

Μπρελόκ συνειδήσεων
Ένας παλιάτσος
χαμογελά στην τύχη

Στυγερό έγκλημα με
ανοιξιάτικο
προφίλ. Οι δρόμοι θυμούνται

Βλέπεις πολλά. Ακούς πολλά. Μιλάς λίγο. Σκέφτεσαι ακόμα λιγότερο
Προφυλάξεις, επιφυλάξεις, διαφυλάξεις

Εφημερεύον
βιβλιοπωλείο για
τελειομανείς

Καταντήσανε τις ιδέες σαν τσίχλες (από το πολύ μάσημα): αφαιρέθηκαν με το μάσημα και τώρα παριστάνουν τους προκλητικά αδιάφορους
Μην ξεχάσεις την ταμπέλα σου (πώς θα σε αναγνωρίσουν;)
Ζωές σαν κυλιόμενες σκάλες εκτός λειτουργίας λόγω διακοπής ρεύματος
Στο πρόσωπό τους βλέπουν το μέλλον (έσπασαν τη μαγική σφαίρα για να μην τους δείχνει όσα ήδη γνώριζαν)
Στο πλυσταριό ξέμεινε μια σκάφη, ένα σκουριασμένο πλυντήριο, κι ένας ανεμοστρόβιλος
Μεταφορείς ενοχών
Μεροληπτικοί προβολείς
Επεισοδιακή διαχείριση
Σκόνταψε το μυαλό σου στην ανοησία: βάλτου λίγο πάγο και τρίψε το σημείο για να μην πρηστεί
Υποτροπιάζουσες μορφές αναφυλαξίας
Γκριμάτσες από σίδερο
Δουλεύουν για να δικαιολογούν την απουσία τους (ή την παρουσία τους;)
Γέμισες τη νύχτα στάχτες από φλεγόμενα θέλω
Επιτηδευμένο ύφος, σοβαροφανές ύφος, γλαρό ύφος, ύφος μπανάλ, ύφος κυριλέ, ύφος επαναστατικό, ύφος σφραγισμένο, ύφος διάχυτο, ύφος φορεμένο στο δεξί σαν κόσμημα, ύφος καρδιοκατακτητή, ύφος κορεσμένο, δακρύβρεχτο ύφος, ύφος αλκοολούχου ποτού
Μυρωδιά σανταλόξυλου και φαγωμένου ύπνου
Είδατε τις γάτες μας; μα είναι τόσο ξεχωριστές και οι τρόποι τους εκλεπτυσμένοι
Θέλετε να επισκεφθείτε τη φύση; Ποια από όλες; Τη δική σας ή αυτή που τραυματίσατε;
Να σας δώσω αφιλοκερδώς μερικές ακόμη συμβουλές πριν επιστρέψω στη φωλιά μου
Τι έγινε; Πρόλαβες το πρήξιμο με τον πάγο;
Δείξε κι εσύ πως είσαι ευαίσθητος (οι αριθμοί μετράνε)
Αδέσμευτες μέρες
Ανυποψίαστες νύχτες
Σε μια δόση τρέλας παραμελήσατε τους ευγενικούς σκοπούς σας και μεταμορφωθήκατε σε αρμαντίλλο
Εκθέτουμε το άγνωστο ‘’είναι’’ μέσα από ποικίλες δραστηριότητες: μια από αυτές είναι και η εκμάθηση μιας γλώσσας άγνωστης στο ευρύ κοινό. Προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε κουνώντας το κεφάλι σαν να βλέπουμε κάτι ωραίο και ταυτόχρονα λίγο
Σας κατσάδιασαν επειδή δε φροντίσατε να ομορφύνετε τη μέρα σας: έπρεπε να αγοράσετε μια – νεκρή – ανθοδέσμη
Η κίνηση μετράει: γρήγορα να καταμετρήσουμε τις κινήσεις μας
Κυβιστήσεις μες στο νερό
Οι ιδέες δεν είναι αντιβίωση με σταθερό ωράριο λήψης
Ο χρόνος κυλά – σα θύσανος – σε αθέατους κόσμους

Από πού βγαίνει το συμπέρασμα πως οι νυχτερίδες κρεμιούνται ανάποδα; Ποιος μπορεί να ορίσει το ‘’ανάποδα’’;

Φοβούμενοι το σκοτάδι επέλεξαν την τύφλωση της μέρας

*Η Βίκυ Λιούκα διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://vickyliouka.blogspot.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

Κλονίζεσαι ακόμα με το παρελθόν

κλονίζεσαι ακόμα με το παρελθόν
των ατέρμονων επιστροφών
των μόνιμων στροβιλισμών

τα κύματα τσακίζονται
σε κάτι πανάρχαια καρνάγια
καράβια παρατημένα

πρότερες επάλξεις αγωνίας
σαν ένα κομμένο φύλλο
πεταμένο στο πεζοδρόμιο

*

Δονήσεις

Δονήσεις
επαμφοτερίζουσες
τα νερά ξεχύνονται
παρασέρνουν
τις γενετήσιες ορμές

Η γήινη λάμψη
τρεμοσβύνει
το σύμπαν χλωμιάζει
κι εγώ προσκυνώ
τις θεότητες
του τίποτα

Ε. Μύρων, Με την αναρχική ακρίβεια ενός μη ανακυκλώσιμου οργασμού

Γίνεται. Με την αναρχική ακρίβεια ενός μη ανακυκλώσιμου οργασμού, απ’ αυτούς που μόνο τυφλωμένος ο χρόνος μπορεί να μετρήσει. Απ’ τα ρολόγια, εξάλλου, επέζησαν μόνο όσα εκτιμούσαν το μετάξι. Τα υπόλοιπα έφτασαν μέχρι λοχίες – είναι κι αυτή μια στάσις, νοιώθεται, όμως, απάνω σε λέξεις μαλακές δεν θα βρεις ούτε σταγόνα θείου.

Δημήτρης Ζουγκός, Άραγε

Άραγε
όταν περάσω στην μεταφυσική
θα έχω όνομα
ή θα γίνω η ενέργεια που δεν συγχωρεί;

Θα είμαι κρυμμένος στον αέρα όταν ανοίγεις το παράθυρο
ή θα με κλειδώσει ο θεός στην αιώνια φυλακή μου;

Τόσα μυστικά να ανακαλύψω
και απαντήσεις

αλλά φοβάμαι
όπως παιδί την πρώτη μέρα στο σχολείο

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

Ξημερώνει ανάποδα

Κατεβαίνει ως τις φτέρνες το βουνό / Ένα κρεβάτι χώμα / Να δω,
απλώνει το αίμα στο βαμβάκι;

Μην φανταστείς πως θα σου γράφω
Ούτε εποχές
Ούτε διάθεση για ποίηση
Κλεισμένος ο καιρός από παντού
Στα ορεινά, στα πεδινά και στα παραθαλάσσια
Κι εξάλλου βρέχει
Να καταπιώ δεν προλαβαίνω τη βροχή
Γι’ αυτό σε πελεκάω
Όπως τη δρυ στα παραμύθια τα δικά σου
Στεγνή κι όλο στεγνή
Κάθε απόψε
Τάχα, και πως την δική σου χώρα
Δεν την λένε Χιροσίμα.

Σεζάν σεσημασμένος

Μαυρίζει ο χρόνος
Όταν εκείνο το καναρινί που ντύνεσαι, πια
δεν το βλέπω πίσω απ’ την λευκή χλομάδα.
Ίσως τα οφθαλμοφανή μένουνε πάντα απαρατήρητα,
σε τεθλασμένες συναντάς το ευδιάκριτο σημείο των πραγμάτων,
η αταξία στη συντήρηση της τέχνης γενικώς σπουδαίο πράγμα
Όχι, δεν φιλοσοφώ εικάζοντας περί εικαστικών
Θέλει πινέλο ακριβείας
Το φτάσιμο στην άρνηση
Κι αυτό που λένε εκείνοι αφηρημένα πόνο
Με μεγαλώνει εκεί όπου δεν βρίσκεσαι
Είμαι απουσία-παχύδερμο, εμένα που με βλέπεις.

*Τα ποιήματα πάρθηκαν από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2017/05/28/%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR0fbo9qAbVEAuxpM_k1pIJRNkRRBSqjXd1fr8qzW6hZwseoi3aGlnG8w3U

Ο Ειρηναίος Μαράκης στο Εργαστήρι της ποίησης

Ειρηναίος Μαράκης, «Όλα είναι όπλα», εκδόσεις Ατέχνως, 2021

Η πρώτη μου προσωπική, ποιητική συλλογή με τίτλο «Όλα είναι όπλα» κυκλοφόρησε στις αρχές της χρονιάς από τις εκδόσεις Ατέχνως. Έχουν προηγηθεί συμμετοχές σε συλλογικά έργα ενώ από το 2013 δημοσιεύω τακτικά σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες και ιστολόγια. Με αυτό το βιβλίο, στο οποίο περιέχονται πρόσφατα και παλιότερα ποιήματα, κλείνει ένας κύκλος δημιουργίας και ευελπιστώ ότι ανοίγει ένας καινούργιος.

Το ταξίδι μου στην ποίηση ξεκίνησε το 2010, αξιοποιώντας την οικογενειακή βιβλιοθήκη. Από εκείνη την περίοδο με θυμάμαι να καταγράφω τα αγαπημένα μου ποιήματα σε ένα τετράδιο και να σημειώνω από δίπλα διάφορα σχόλια και παρατηρήσεις. Σε ένα άλλο τετράδιο κατέγραφα τις δικές μου απόπειρες. Πέρασαν τρία χρόνια δουλειάς και πλέον είχα αρκετή αυτοπεποίθηση και θράσος ώστε να στείλω το πρώτο μου ποίημα προς δημοσίευση. Σε αυτό το πρώτο βήμα οδηγήθηκα από την ανάγκη να εκφράσω τις σκέψεις, τις ανησυχίες και, γιατί όχι, τα όνειρα μου. Στην πορεία πολύ γρήγορα διαπίστωσα ότι όλα τα παραπάνω, όση αξία κι αν έχουν, δεν μπορούν να δημιουργήσουν ποίηση αξιώσεων όσο περιορίζονται σε ένα αυτοαναφορικό πλαίσιο. Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, αποτέλεσε την αρχή της πολιτικοποίησης μου. Η ενασχόληση μου με τη συγγραφή πολιτικών και πολιτιστικών άρθρων στην εφημερίδα “Αγώνας” της Κρήτης όπως και η πολιτική μου στράτευση στην αντικαπιταλιστική Αριστερά βοήθησαν αποτελεσματικά στη διεύρυνση της οπτικής μου.

Όμως το ταξίδι δεν τελείωσε σε αυτό το σημείο. Το 2015 ακολούθησε η συνεργασία μου με το διαδικτυακό περιοδικό Ατέχνως με την σε εβδομαδιαία βάση παρουσίαση έργων νέων και παλαιότερων ποιητών. Αυτή η νέα εμπειρία αποδείχτηκε καθοριστική. Μπροστά μου ανοίχτηκε ένας ολόκληρος κόσμος στον οποίο δόθηκα με όλη μου την ψυχή. Βεβαιότητες χρόνων δοκιμάστηκαν σκληρά, έμαθα ότι η συγγραφή ενός βιβλίου δεν είναι υπόθεση της στιγμής. Ώσπου το 2017 ήρθαν οι πρώτες σκέψεις για την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής οι οποίες δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Ήμουν ακόμα πολύ ανώριμος ποιητικά και το γνώριζα. Καταγραφές εκείνης της περιόδου, τις οποίες αρχικά θεώρησα αξιόλογες, στη συνέχεια αποδείχτηκαν απλά πρόχειρες, αδιάφορες κι ανούσιες. Το λίγο καλό υλικό που είχα στη διάθεσή μου δεν αρκούσε για ένα βιβλίο αξιώσεων. Άλλη μια προσπάθεια έγινε το 2018 όπου θεωρώ μεγάλη εύνοια της τύχης ότι δεν ολοκληρώθηκε. Βλέπετε, η νέα προσπάθεια είχε πάλι αδυναμίες αν και ήταν βελτιωμένη σε σχέση με την προηγούμενη. Όμως, άσχετα με τις αδυναμίες της, εκείνο το βιβλίο μου έδειξε πως μπορούσα να προχωρήσω στη συνέχεια.

Κάποτε, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για τη δημοσίευση του πρώτου μου βιβλίου. Ένιωθα πλέον ότι τα ποιήματα μου έπρεπε να ξεφύγουν από τις σελίδες του διαδικτύου και να περάσουν στο πραγματικό χαρτί. Η ενθάρρυνση και η βοήθεια του εκδότη μου Ηρακλή Κακαβάνη ήταν καθοριστική για την υλοποίηση της έκδοσης. Στο βιβλίο ο αναγνώστης και η αναγνώστρια θα διαβάσει μια επιλογή από πολιτικοποιημένα, αγωνιστικά, ερωτικά και κοινωνικά ποιήματα στα οποία προσπαθώ να αποτυπώσω το κλίμα της εποχής μας. Μιας εποχής τεράτων αλλά και μιας εποχής αντίστασης και αγώνα ενάντια στο ρατσισμό, το φασισμό και την καπιταλιστική κρίση. Τα όπλα μου σε αυτή την προσπάθεια είναι το λαϊκό τραγούδι, η φιλοσοφία, οι μικρές και οι μεγάλες στιγμές της καθημερινότητας που δεν περιορίζονται στην καταγγελία αλλά διατηρούν τον εσωτερικό τους ρυθμό. Ουσιαστικά, με το βιβλίο προσπαθώ να προτείνω μια διαφορετική, περισσότερο αισιόδοξη, αλλά όχι εκτός τόπου και χρόνου, προσέγγιση για τη σύγχρονη, κοινωνική ποίηση. Αν το πέτυχα ή αν όλα αυτά είναι λόγια του αέρα που τα μπολιάζει η επιπολαιότητα κι η ματαιοδοξία, είναι κάτι που το αφήνω στην κρίση των φίλων της Ποίησης.

Ο Ειρηναίος Μαράκης στο Εργαστήρι της ποίησης

Μαριάνθη Μαρκοπούλου, Θέλω ο θάνατος να’ χει τα μάτια σου όπως ξαπλώνεις πάνω μου και με κοιτάς

του Θόδωρου

Θα ΄πρεπε να το είχαμε προβλέψει
από τον ξεθωριασμένο ουρανό που μας συνόδευε
από τον ατόφιο λυγμό του δρόμου που παραμέρισε
τέτοια μαύρα μάτια ούτε σε πορτραίτο του Φαγιούμ
να χωράνε μέσα
όλο τον σπαραγμό από τα λιμάνια των αποχωρισμών
και τους παλιούς σιδηροδρομικούς σταθμούς
όλες τις βροχές και όλα τα αντίο
όσων τους χώρισαν για πάντα
τείχη και συρματόπλεγμα
Τελευταίο βλέμμα
τελευταίος στίχος
εκεί που γεννιούνται οι θλιμμένες μελωδίες των ανθρώπων
και το ευχαριστώ τους στη ζωή
Η ομορφιά είναι τόπος
είμαστε μάρτυρες εσύ κι εγώ
μπήκαμε με το σώμα μας στο θεόρατο ύψος των βαρύγδουπων λέξεων
και τις αφήσαμε λειψές
γίναμε η ανατριχίλα μιας παιγμένης συγχορδίας σ’ ένα άδειο καφενείο
αυτεκπληρούμενη προφητεία
το τελευταίο βλέμμα
ο τελευταίος στίχος
Σήμερα καίγεται η Ρώμη
σήμερα η μέρα της γενικής απεργίας
η μέρα της απελευθέρωσης σήμερα
σήμερα η μέρα που δεν ξημερώθηκε
Βαράτε κλαπατσίμπαλα
Παίξτε μουσικάντηδες
Σωπάστε όσοι μιλάτε
Το τραγούδι
ακούστε το τραγούδι
Όποιος ζει μέσα στο ποίημα
στο ποίημα μέσα θα πεθαίνει
Θα έπρεπε να το είχαμε προβλέψει
πως όλα θα γινόντουσαν μια τέτοια μέρα
Πώς αλλιώς;
Να γεννιέται ο Μαγιοκόφσκι
και να πεθαίνεις εσύ

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσίευση από εδώ: https://akatasta.blogspot.com/2020/09/blog-post.html?spref=fb&fbclid=IwAR0KycW1YQkQp0s-zJm8Qlfx_bPLthoAF1ZkaoqjL0MwPIZ_VqwJsn2-SSM

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Οι δέκα κριτές

Φώτο της ποιήτριας

Είναι είκοσι μάτια
Χωρισμένα σε ζευγάρια
Όλο λένε παράπονα
Κάποια δυνατά γελάνε
Είναι σίγουρα απόγνωση
Ή κάτι σκουριασμένες ελπίδες

Είναι είκοσι παράθυρα
Χωρισμένα σε οικίες
Όλο λένε χαμόγελα
Κάποια σιωπούν ερμητικά
Είναι σίγουρα ερήμωση
Ή κάτι μπλαζέ αναμνήσεις

Είναι είκοσι χειρόγραφα
Χωρισμένα σε βιβλία
Όλο λένε βάσανα
Κάποια λογορροούν στοχαστικά
Είναι σίγουρα φιλοφρόνηση
Ή κάτι σκωπτικές περιαυτολογίες

12.12.2020

*Από τη συλλογή “Παρασάγγας αποχή”.

Jack Kerouac, 11ο Χορικό

Jack Kerouac, Eagle (1959)

Φάγαμε τα μούτρα μας
Σε κάθε υγρό βρομερό παγερό ύψωμα
Και περάσαμε έξω από κήπους με γαλότσες
Πίσω από τηλέφωνα της ντροπής
Και ξεπροβάλλαμε μες στα λουλούδια
Tnς Πύλης του Παραδείσου
Χορτάσαμε τις κάβλες μας
Ότι θελήσαμε κι ότι ρισκάραμε
Με μακρυμάλλες και καβατζωμένες
Και 78 μεροκάματα στη Ντελ Μόντε κάναμε
Και επιστρέψαμε
Συγκλονισμένοι απ’ το Αιώνιο Φως
Και βολέψαμε τον κολλητό
Και τον παρατήσαμε
στην Τσάιναταουν
Να φυτοζωεί
Να χορταίνει με βραστά σκουπίδια
Και ν’ ανακαλύπτει εντόσθια
Από βρέφη που έχουν γεννήσει Νέγρες
Πάνω στων ταξί τις σχάρες.

*Από τον τόμο Book Of Blues, Penguin Books 1995.
**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Γιάννης Αντιόχου, Η Λίμνη

Πάντα επιστρέφεις λύπη μου
στου στήθους μου τη λίμνη—

Τ’ απόβραδο
έρχεται ο γαλάζιος θεός
ρυτιδώνοντας
με τα σκελετωμένα του χέρια
τη στιλπνή της επιφάνεια·
τα νύχια του
—δέκα μισοφέγγαρα—
θερίζουν
τη λασπωμένη της γαλήνη
Ω, πώς παφλάζει ο έρωτας
στο νερό του κορμιού σου!

Στον βυθό της λίμνης
—αυτός, ο κάτω ουρανός
είναι γαλάζιος
Στην ανίερη νύχτα
δεν βρίσκω πια μέλλον να σε ψάξω
και οι σκληρές μας αγκαλιές
είναι κάτι αιχμηρές λέξεις
που γίνονται σταυροί
και μας καρφώνουν
στην όχθη.

*Από τη συλλογή “Αυτός, ο κάτω ουρανός”, Εκδόσεις “Ίκαρος”.