Αρχίζεις και τελειώνεις σαν ποίηση που γνωρίζω καλά… την φτιάχνω κάθε μέρα γραμμένο χαλί που πρέπει να ξηλώσω, και που όταν φτάσω στην τελευταία βελονιά ενώνεται μόνο του, γίνεται ένα είναι όλα ερμητικά εξαντλητικά στα ερμητικά εξάλλου χωρίς να το θέλω αναγνωρίζεται και τ’ όνομά μου από το ερμητικό φως… το τι λέει ο κόσμος αφορά τον κόσμο το τι λέει η ορτανσία στα μεγάλα φύλλα της δεν τ’ ακούει κανένας τι λέμε οι δυο όταν κοιμόμαστε χώρια μας λένε πολλά ακόμα κι όταν δεν βλεπόμαστε μιλάμε ακόμα κι όταν δεν αγαπιόμαστε μιλάμε από μακριά σαν πελαργοί συνεκφωνούμαστε αρσενικός με θηλυκό σε συναστρία και πάντα μένει η φωλιά μέσα στην πιο λιασμένη μας πλευρά, εργαζόμαστε γλυπτή την επικοινωνία σε σκοτεινά δωμάτια και άηχες κάμαρες είναι πια αδύνατη η κάθαρση δεν έχει τόπο να χωρέσει ούτε κανένα αγγείο δέχτηκε ποτέ να βάλουμε απάνω τους μια ετικέτα στ’ όνομά της παρότι συνενωμένοι συνεργάτες στα δυο ή στα πέντε ή στα δώδεκα χρόνια ένας δικηγόρος δέχτηκε να γράψει το συμβόλαιό μας γιατί ξεχωρίζει από τ’ άλλα σώματα στο δρόμο η λαχτάρα να βρεθούμε χώρια η αμοιβή να βολευτούμε στο ξέσχισμα μια μετάνοιας και η αγάπη, καλύτερα να πω ο έρωτας, που φωσφορίζει σαν εξορία στα κορμιά τα νησιά τα πανύψηλα νοερά μας κάστρα αυτά και η λογική, η λογική των άλλων ανθρώπων μας χώρισαν
*Από την ενότητα “Άκρατος οίνος” (στο βιβλίο“Νηρηίδες”, 2021, Μελβούρνη, αδημοσίευτο).
The house was cold, like a wind had come in through the front door and stayed there. I crawled down the corridor (Turkish hall runner beneath me) and knocked on the door where my grandmother slept. No answer. I reached for the door handle, turned it and tottered inside. There she was-a torpid, veiny form sprawled out on the bed. Her arms were covered with injection bruises that looked like watercolour droplets. “Little Misha, little Misha, where are you?” She had been blind for over 30 years. Up on the bedside table-a black plasticky unit that played the local AM radio. Chanting music (always on Sundays) and crispy-thin voices penetrating through the static. “Misha, Misha, are you there?” I crawled back out the door. She made me aware from a very young age that the body was a site of suffering. Just the thought of it. There on the bed, for so many years.
Hypatia’s Cunt-rag
In a large Byzantine encyclopaedia of the 10th pentury we learn of the ancient Alexandrian philosopher Hypatia and her infamous cunt-rag. During one of her lectures, a pupil became so enamoured with her beauty that he promptly informed this illustrious teacher that he wanted to fuck her. Hypatia responded by flinging her bloody cunt-rags at the student. “This is what you love,” she announced before the symposium, “and there is nothing beautiful about it.” But what she meant to say was that this pupil was the most incorrigible, pestilent whore that she had ever known; that he was a slimy asshole hair and a cuckolded bag of shit that couldn’t keep his dick in his pants, an animal cantankerous, sacrificed on the altar. Crinkled photograph of my great-grandmother Hypatia. A refugee from the outskirts of the city of Smyrna, her male relatives rounded up, shot, decapitated, or sent on death marches. They buried gold and jewellery in the earth, thought they would come back, never did. Came to Australia on a boat. 1930s heyday blues, rural frontier, hot summers, government reserves, a new Anglo name, fish ‘n’ chips and a proxy bride. I can see her now washing her cunt-rags by the river.
ADVICE TO A CONSCIENTIOUS OBJECTOR There are always ways of avoiding prosecution for instance if you’re suffering from something akin to melancholia or ― ideally ― you write paranoid verses such as “Soldiers have eyes to see with’ or “Sergeant, I’m colour blind; I see the target as my heart’. There’s ways. But if you’re now certain in your mind that through bribery you’re paying for another to have his own way collect from every corner what remains of your despair and steady and composed as a prompter go whisper the words that need be enounced by prosecutors and court-martial officers. When in jail don’t count the days. As you observe the forecourt narrow bit by bit it’s best for you to shorten your own stride. Best also you should make light of reports. Ceremonies, party turncoats and elections probably have as much effect on the passage of time as the evening sea breeze on coal miners lamps. Then again if you can’t go on living without hope build your dreams upon earthquakes, These ― everything’s possible ― may grant you the lovely journey of a transportation.
AND YET THEY KILLED HIM… He wanted to live as much as we did ― and yet they killed him. He had a smile as I have when I turn the corner and see light at your window ― and yet they killed him. He was able to accept the fact that we would forget him as one forgets a stone holding up one’s house ― and yet they killed him.
THE ARMS The arms of men just before they die Are almost like marble, almost foreign.If you were not by me I would have started chiselling their hard fingers. Now I’ll stay close to them Like a dog that licks the palm of a hand. I’ll stay here for my warmth to open Their sealed lips So that they can tell How much they fear, how much they have repented.
DRAFT FOR A STORY One day you must write about that blue-eyed boy On his face the soot and rust of ports. Mention That he was taken by chance, that he renounced nothing. That later in that piece of sky lined like an exercise book He read and studied results and causes. All this without psychology, based on facts and exchange of views alone, without leaving anything out. From the time he stretched a hand to steal a cigarette, And touching the packet he felt he had dipped his hands in his mate’s freshly-operated insides, Up to the very last moment When he managed to scribble down His final lesson: “Mother, don’t cry. Tomorrow you’ll lose your child But you’ll have gained his name.’
THE ILLICIT NOTE We are fractured, and time is against us. We prick our ears to hear the latest news, and they are snatched from us, heavily wounded, on makeshift stretchers. We make an effort to count the stars, and they fall on the pavements like drawing pins, upside down. With a small fracture I persevere and drive on through the mud, uprooting my every step like a hollow tooth. I raise the people’s chins and make a quick note of the light left in their sockets, then I hide the note in my heart so that at the autopsy they’ll see how very little we lived.
Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ-Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου–Σ’ ακάλυπτο–Με μονοκατοικία–Του μπουντρουμιού μου σε πολυκατοικία-Τα πίσω βλέπανε μπαλκόνια- Αληθινός παράδεισος μ’ αυλή και oπωροφόρα-Ευεργετούνταν πολλές πολυκατοικίες με ορίζοντα για χρόνια- Μέχρι το βράδυ μεγάλης φασαρίας-Ο γιος μουρντάρει τους γέρους στη γωνία- Να την γκρεμίσουνε τη μονοκατοικία-Να ζήσουν κι αυτοί σε πολυκατοικία-Και όλα καλά μέχρις εκεί-Αλλά ένα χάραμα- Oριστικά πριν σωριαστεί- Ο γιος καταφθάνει με αμάξι που δονείται απ’ τα ηχεία-Στα ερείπια αρχίζει με φίλους να χορεύει με μανία-Του ακάλυπτου οι περίοικοι του φέρνουν μπατσαρία––Μία φωνή του λέει από παντζούρι δυνατά-Σε ρετιρέ εσύ να κατοικείς-Στο ερείπιο θα μένεις μια ζωή-Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ-Αποβάθρα Φυλών της Γης- Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου––
*Από τη συλλογή ‘’Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα’’, Εκδόσεις Οδός Πανός.
Μην κάνεις τίποτα, αγαπητέ Νταλί! Τα φύλλα πέταξαν από το δέντρο ψηλά στον άνυδρο ουρανό Κι η νεφέλη φύλλο έχει γίνει.
Μόλις του Σαλβαντόρ Νταλί αντίκρισα τις πινελιές Μία σπασμένη εικόνα είδα όλο κι όλο Κι εκείνος να περιφέρει το ρολόι, για να κάνει ένα αυγό και για να ζεσταθεί ώσπου να ‘ρθει η ώρα.
Μειδιώντας στο φεγγάρι τότε κάθισα Κι έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα Κι απ’ το αυγό μωρό ελέφαντα ξεπρόβαλε. Το κάλλος της κανέλας αναζητά κι εκείνο!
Αγαπητέ μου αδελφέ Νταλί! Μπροστά σε μια αλέα, κάπου στον κόσμο Σε κότα έξαφνα μια αγελάδα μετετράπη!
Νέα κατάσταση θαρρείς είν’ η τηγανητή η κότα κι η βρώση της ωραία. Καιρό πολύ ήμασταν πεινασμένοι Πέθανα –κι ετούτο παραπάει Όμως εγώ στο άπειρο μπορώ να πάω πετώντας Στους ώμους μίας εποχής καθίσαν οι νεκροί Και σφαίρα πίστεψα πως ήμουνα, στην τόση μου γαλήνη Προς ουρανούς πώς και δεν τράβηξα κι επέστρεψα στον κόσμο;
Στο έδαφος ακούμπησε σήμερα η νεφέλη! Αλλά βροχή καθόλου. Με σκόνη ξερή σκεπάζεται η γη απ’ άκρη σ’ άκρη!
Σήμερα ήρθε διάβολος, για άγγελο μιλώντας Για κείνον που ‘λεγε πως μες στα σπλάχνα του ο καθείς έναν κόσμο ολόκληρο δύναται σαν αυγό να κάνει.
Τέτοια αυγά τα λαχταράει ο κόσμος πεινασμένος! Ω, εσύ χρυσό αυγό Πότε μωρό ελέφαντα έφερες στον κόσμο;
Μη νοιάζεσαι, αγαπητέ Νταλί! Ελέφαντα για σύντροφο όποιος έχει Αλεξιβρόχιο πάνω απ’ την κεφαλή δεν θέλησε ποτέ.
Μια μέρα μόνο άσε τους ανθρώπους να κοιτάξουν Τ’ αλεξιβρόχιο όταν ανοίξει Τα μελανά πως να συντρίψουνε αυγά! Και κάτι ακόμα που σε σκανδαλίζει, κροκόδειλος πως γίνεται κανείς;
Όχι, δεν έχουμε στομάχι! Με μια ικανοποίηση ξυπνήσαμε καταναλωτική. Είμαστε χρόνου καταναλωτές, οι άνθρωποι Παρόλα αυτά δεν είμαστε άραγε νηστικοί;
*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.
**Ο Σακαουάτ Τίπου (Shakhawat Tipu) γεννήθηκε το 1971 και ζει στη Ντάκα. Είναι ένας διακεκριμένος ποιητής, δοκιμιογράφος και συντάκτης από το Μπαγκλαντές. Μια εξέχουσα προσωπικότητα του νέου ποιητικού ρεύματος της Βεγγάλης, ο Τίπου καθιερώθηκε από νωρίς ως κορυφαίος ποιητής της γενιάς του. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, ισπανικά, ιταλικά, σερβικά, σλοβενικά και αγγλικά. Έχουν κυκλοφορήσει οκτώ συλλογές ποιημάτων του, καθώς και ένα βιβλίο του για μια διάσημη εικαστικό της Βεγγάλης Νοβέρα Αχμέτ (Novera Ahmed) και τα έργα της. Ο Τίπου υπήρξε επιμελητής του περιοδικού γλωσσολογίας και φιλοσοφίας Jatiya Shahittya (2008), αλλά και της ανθολογίας Charalnama (2011) που αποτελεί μια συλλογή συνεντεύξεων των ανθρώπων του δρόμου σε τοπικό ιδίωμα. Τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και ανθολογίες σε όλο τον κόσμο. Είναι επίσης αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού ποικίλης ύλης της Βεγγάλης Tarka Bangla [tarkabangla.com].
Η ποίηση μπορεί να πραγματωθεί σαν αυθεντική χειρονομία μέσα στην καθημερινή ζωή και να χλευάσει τις κανονικότητες δημιουργώντας μια παράδοξη προοπτική… Και τότε οι κοινότοπες πράξεις μπαίνουν κάτω από μια σοβαρή αμφισβήτηση. Όσοι συγχέουν την ποίηση μ’ ένα λογοτεχνικό είδος και μόνο είναι εν μέρει δικαιολογημένοι. Θα λέγαμε όμως, πως μοιάζει σα να μπορεί να δει κάποιος στην ενασχόληση με το πολιτικό μόνο τη καθεστωτική πλευρά του, δηλ. άσκηση εξουσίας ή/και επιδίωξή αγνοώντας ή μπερδεύοντας την πολιτική συνείδηση και αντίσταση. Δεν είναι περίεργο όταν ακόμα και την ασυμβατότητα της ποίησης με τη λογική και το συντακτικό της γραμματικής προσπαθούν να κρατήσουν, διαφημίζοντας ή διδάσκοντας, στα επίπεδα μιας τακτοποιημένης γλώσσας καλλωπισμού. Δεν είναι περίεργο όταν αναλογιζόμαστε τους διαχωρισμούς που έχει καταφέρει το εμπόριο κουλτούρας. Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, εδώ όπως και σε κάθε τέχνη κάποια θραύσματα αυθεντικής έκφρασης, ανεξάρτητα σε ποιο μορφικό ρεύμα ή πρωτοπορία ανήκουν (το ενδιαφέρον των πρωτοποριών συνίσταται στο τρόπο που έσπαγαν τους κανόνες). Η ποίηση ως μανιέρα, τεχνοτροπία, προϊόν, αξία, μέσα στα πλαίσια του “είδους” της είναι πια μια ασήμαντη νεκρή καρικατούρα που δεν κάνει πια ούτε για το τσάι. Ας διαχωρίσουμε μια και καλή την τέχνη ποίηση από μια αντιθετική ποίηση για να διεκδικήσουμε αυτό που δεν κατάφερε ο καλλιτεχνικός ορισμός να περιορίσει: αυτή την παράδοξη πολυσχιδή ρευστότητα που σημαίνει η ποίηση. Ψάχνουμε εκεί όπου δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διασταύρωση με ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρίσκεται κοντά σε όλες τις γνωστές εκφορές της. Ας μιλήσουμε για τη πραγμάτωσή της και τη ριζοσπαστική χρήση της. Αυτή η ποίηση δεν ορίζεται τόσο όσο μπορεί να ορίσει και το ότι εκφράζεται κύρια ως γλώσσα δε σημαίνει ότι είναι μόνο λέξεις. Η ποίηση που μπορεί να διατυπωθεί και με λέξεις δεν είναι απλά μια σκέψη- είναι ένας αισθαντικός πρωταρχικός προσωπικός ειρμός που απελευθερώνει. Η ποίηση που βιώνεται δεν είναι απλά μια πράξη που συνοδεύεται από ένα απλό συναίσθημα- είναι μια αυθεντική πράξη όπου είτε το συναίσθημα είτε η συνείδηση ξεπερνούν τη μέχρι τότε συνηθισμένη κατάσταση/θέση τους. Η ποίηση αποκαλύπτει την ένταση μιας αυθεντικής και όχι τεχνητής υποκειμενικότητας (στο βαθμό βέβαια, που έχει εσωτερικευτεί ως καλλιτεχνική αξία μπορεί να λειτουργεί τεχνητά). Ο δρόμος που ανοίγεται δεν είναι μακριά από μια πολιτική συνείδηση υποκειμενικότητα που αναδύεται μέσα από την ποίηση δημιουργεί μια σημαντική αρχή και αφετηρία: είναι εκεί όπου ο κόσμος γίνεται προσωπική υπόθεση (αναγκαία αφετηρία για να γίνει και συλλογική). Η ποίηση μπορεί να λειτουργεί προσωπικά. Σε αντίθεση με την εκχυδαϊσμένη τέχνη που πουλά κάθε προσωπική λεπτομέρεια για να προλάβει και να αποτρέψει τον καθένα από το να στρέψει τη προσοχή στην ίδια τη ζωή του, που μετατρέπει κάθε ασημαντότητα σε σημαντικό, που κοπιάρει τη φαινομενικότητα της καθημερινής ζωής για να την ενισχύσει ως φύση και μαζί την απομόνωσή της, η προσωπική ποίηση ενισχύει το προσωπικό βλέμμα, καλλιεργεί τις ιδιαιτερότητες, βοηθά στη προσπάθεια αυτομόρφωσης. Επιπλέον μοιραζόμενη επιλεκτικά ανάλογα με τις δημιουργημένες διαπροσωπικές σχέσεις διευρύνει την επικοινωνία – ναι, τα άτομα μπορούν να επικοινωνήσουν και έτσι. Ο ορθολογισμός; Ναι, η ποίηση έχει κάποια προβλήματα μ’ αυτόν. Δεν είναι ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί ένα ποίημα πάνω-κάτω λογικά, πόσο μάλλον οι προεκτάσεις του (υπενθυμίζουμε άλλωστε ότι η ποίηση περισσότερο ορίζει παρά ορίζεται). Είναι κύρια ότι περιφρονεί τα στερεότυπά του, τις φόρμες του, την αναγκαιότητά του. Η ποίηση δημιουργεί τη δίκιά της λογική (φτιάχνοντας καινούργιους προσωπικούς πολλές φορές κώδικες). Ως αυθόρμητη έκφραση διείσδυσης ακόμα και σ’ αυτό που ονομάζουν οι ρυθμιστές του υποσυνείδητο, καθιστά με φυσικότητα τον ορθολογισμό λειψό. Αν εξαιρέσουμε τις γελοίες μεταφυσικές αλλά και κούφιες ασκήσεις διανουμενισμού που συναντάμε στη τέχνη-ποίηση, δε μιλάμε για μια ακίνδυνη και άτοπη ανοησία: υπάρχει στην ποίηση και η γνώση, και η συνείδηση, και το συναίσθημα, και η λογική αλλά όχι όπως διδάσκει η καθεστηκυία τάξη και όχι όπως τη βολεύει. Η ποίηση δεν ψάχνει για μεταφορές αυτές τις ψάχνουν με άγχος οι καλλιτέχνες. Η ποίηση είναι πολύ περισσότερο κυριολεκτική απ’ ό,τι μας έχουν κάνει να πιστέψουμε πως είναι -ακόμα και σ’ αυτό το σημείο αυτό που φθείρει την αυθεντική ποίηση είναι ο διανοουμενισμός της επίδειξης και των κενών κινήτρων. Η κυριολεξία της ποίησης αποκαλύπτει πως καθετί μπορεί να μιλάει και να σημαίνει, πως καθετί μπορεί να δείχνει τον κόσμο και να καταδεικνύει πως όλα είναι πραγματικά -και όχι μεταφυσικά- αλληλένδετα: το βλέμμα, η ανάμνηση, το αντικείμενο, το γεγονός, ο ερωτισμός, η ιδέα, ο ψυχισμός, η ονειροπόληση, η λεπτομέρεια … Αυτή η αισθαντική έκρηξη των νοημάτων -τίποτα μα τίποτα όπως πριν. Ζούμε αντιφατικά και ζούμε διαρκώς ανάμεσα σε μεγάλες αντιθέσεις. Η ποίηση εντοπίζει την έκτασή τους με τη μεγαλύτερη ένταση. Απελπισία και προσδοκία, παρουσία και απουσία, προσωπική και κοινωνική ζωή, θλίψη και ευτυχία, μερικό και όλο, ομορφιά και ασχήμια, απελευθέρωση και εγκλωβισμός, ονοματισμένο και άφατο, φαινομενικό και ουσιώδες, αποσπασματικό και συνεχές. Αντιφάσεις και αντιθέσεις που ζητούν επίμονα τη λύση τους: οι δρόμοι για την καθεμία είναι διαφορετικοί, η αμεσότητα όμως με την οποία εντοπίζονται είναι μοναδική όπως μοναδική μπορεί να είναι η ποιητική πράξη που θα ζητήσει το ξεπέρασμά τους. Η ποίηση είναι συχνά ένας τόπος αδυναμίας. Δημιουργείται μυστικά στη σκιά της δύναμης αυτού που υπάρχει. Μαθαίνει επίσης από τις αδυναμίες και αυτό είναι σημαντικό. Αν και χαρακτηριστικό της είναι το ”ξεπέρασμα είναι εύκολο κάποια στιγμή να παγιωθεί και να ανακυκλώνει (είτε με μια αισιόδοξη είτε με μια απαισιόδοξη οπτική) δημιουργώντας μια εσωστρέφεια αδράνειας. Καμιά επιμέρους έκφραση, καμιά επιμέρους – μορφή δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνεται το βάλσαμο για μια αβίωτη ζωή. Στη γλώσσα ως σύστημα, η ποίηση καταφέρνει χτυπήματα του απρόβλεπτου. Τα χτυπήματα αυτά χαλάνε τη συστηματοποίηση της γλώσσας, εκείνης που καταλήγει στα 01 των εντολών τους. Η δημιουργικότητα αυτή, από τη μία δείχνει πως μπορεί να αποσυντονίζει αυτό το βασικό όργανο κυριαρχίας, από την άλλη δίνει μέσω του λόγου μια ανανέωση της επικοινωνίας και καθιστά τη γλώσσα ζωντανή. Μια πολιτική πρακτική θα φρόντιζε να διαδοθεί αυτή η νέα συνεννόηση. Παρ’ όλα αυτά αν δεν υπάρχει η δυναμική της πράξης (της) (αλλά και η κριτική πάνω στην αποστασιοποίηση που μπορεί να υπάρχει στις όψεις και τις λειτουργίες του λόγου), η παγίωση μιας λεκτικής ποίησης μπορεί να σημαίνει μέσα από τη συνεχή ανασημασιοδότηση έναν ευρύτερο εγκλωβισμό που θα ανάγει το λόγο σ’ ένα αυτοαναφορικό παν. Απ’ αυτόν που ισχυρίζεται πως θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο, θα μπορούσαμε αν χρειάζονταν αποδείξεις μαζί με μια πολιτική αναλυτική τοποθέτηση να του ζητηθεί η διήγηση μιας ποιητικής πράξης. Η ίδια η θέληση της ανατροπής είναι ποιητική, δεν είναι ούτε λογική, ούτε παράλογη. Βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογικής που ορίζει την υποταγμένη κανονικοποιημένη ζωή και η θέληση αυτή είναι κάτι παραπάνω από μια λογική αναγκαιότητα. Αν δεν συνοδεύεται από αυτό το κάτι παραπάνω είναι πολύ εύκολο να καταντά μια γραφειοκρατική αντίληψη διαχείρισης. Από τη άλλη φυσικά, η ποιητική οπτική χρειάζεται τη πολιτική συνειδητοποίηση για να φτιαχτούν οι διέξοδοι, για να γίνει το πέρασμα από την εσωστρέφεια για να αποφευχθεί ο σολιψισμός, ο ψυχολογισμός, αλλά και για να φτιάξει το πλαίσιο που θα λύσει τη παρεξήγηση της αφαίρεσης και της αμφισημίας. Η ποιητική γλώσσα δε χαρίζεται εύκολα. Δεν είναι η γλώσσα που θα πασχίσει να γίνει κατανοητή απ’ όλους. Πόσο μάλλον από τους εχθρούς, τους αδιάφορους, τους ανυποψίαστους. Με λιγοστά λόγια καταφέρνει πολλά. Η ποίηση καταφέρνει την αμεσότητα με τρόπο που στέλνει στην άκρη τη φτηνή απλοϊκότητα, εκείνη που γίνεται το άλλοθι κάθε βαριεστημένου, που υποβιβάζει κάθε ριζικό νόημα. Πολιτική ανάλυση και ποίηση όπως επίσης και η ανάμιξή τους (και όμως η εμπειρία των κινημάτων έχει να παρουσιάσει τέτοιες ρήξεις, όπου μια μικρή πλευρά τους μπορεί να εντοπιστεί ακόμα και από τον ανυποψίαστο στα συνθήματα που μιλάνε ακόμα-όχι μόνο τα “επετειακά” του Μάη). Το αποτέλεσμα αυτής της ανάμιξης θα είναι και το ξεπέρασμα της μονόπλευρης (δηλ. του συγγραφέα) μεταφυσικής “έμπνευσης”. Κείμενα εμπνευσμένα που εμπνέουν όχι ως “επικοινωνιακή τακτική” αλλά ως μια πραγματική αμοιβαιότητα πάνω σε μια επιθυμητική διεκδίκηση που δεν μπορεί παρά να αναταράζει. Πώς θα μπορούσε να περιγραφτεί η επιθυμία, η ασφυξία, η ουτοπία; Μέσα στην πολιτική συνείδηση η ποίηση δίνει ένα ποιοτικό μέτρο. Τίποτα δε μπορεί και δεν πρέπει να περιγράφεται αποστασιοποιημένα. Μια πολύπλευρη έκφραση που συμπεριλαμβάνει και την ποίηση αποδεικνύει ο προβληματισμός είναι πράγματι εσωτερικευμένος-αληθινός. Όλα πρέπει να ξεκινάνε από το βίωμα και τις επιθυμίες και να καταλήγουν στη διεκδίκηση ενός επιθυμητού βιώματος. Όπως η ποίηση επηρεάζει τη συνείδηση έτσι και συνειδητά μπορεί και να επιδιώκεται. Η ποίηση μπορεί να βρεθεί ανυποψίαστα σε μια κουβέντα , σε μια παρατήρηση, σε μια φράση, αλλά μόνο όσο η ρουτίνα κοντράρεται συνειδητά τόσο περισσότερο δημιουργούνται οι ευκαιρίες για τη συνέχειά της. Το πέρασμα από το προσωπικό στο συλλογικό της πραγματωμένης ποίησης θα είναι καταστάσεις πρωτόγνωρες που θα ξεθάβουν δυνατότητες. Πώς αυτή η ποίηση μπορεί να γίνει συλλογική; Ίσως το πιο δύσκολο αφού μπορεί πολύ εύκολα να ποδοπατηθεί, όταν γνωρίζουμε πόσο συχνά ποδοπατούνται τόσες και τόσες πολιτικές επιλογές αντίστασης μέσα στη ψευτιά αυτού του κόσμου. Οι δρόμοι περιμένουν, και πραγματικά σήμερα αν αναλογιστούμε τον αγκυλωμένο αντί-λόγο, μια απλή μετατόπιση νοημάτων θα αρκούσε για να χαρακτηριστεί ποιητική. Αν όμως πρέπει να μας απασχολεί κάτι περισσότερο και από την ανικανότητα μιας αντιεξουσιαστικής αντίληψης και τη σκλήρυνση της κοινή λογικής αυτό είναι η αρπαχτική διάθεση των επαγγελματιών της αφομοίωσης. Αυτών που κατέχοντας την τεχνική της αφομοίωσης έχουν έλλειψη από τα κινήματα που θα τους τροφοδοτήσουν. Έτσι η αρπαχτική τους διάθεση περιμένει την παραμικρή ευκαιρία για να φτιάξουν τουλάχιστον τα διαφημιστικά τους σλόγκαν. …Αναλογιζόμαστε, το ζητούμενο όμως παραμένει. Η πραγματωμένη ποίηση αξεχώριστη μέσα στην αντιεξουσιαστική οπτική συμμετέχει στα προτάγματά της και επιμένει να δείχνει: τα πάντα ξεκινάνε από το άτομο, το μερικό ζητά απεγνωσμένα την ολότητα. Η ποίηση μπορεί να αναζητηθεί συνειδητά μέσα στη ριζοσπαστική πολιτική σκέψη και δράση για να διεκδικήσει τη συνεχή ανανέωση… Και τότε επιβεβαιώνει με τη σειρά της πως οποιαδήποτε διεκδίκηση πέρα από την ολότητα είναι μιζέρια.
*Δημοσιεύτηκε στο αυτόνομοπεριοδικό Urban GrowthDisease, τεύχος 7, Αθήνα, Ιούνης 2000.
Ζούμε κολλημένοι στο ταβάνι Πνιγμένοι απ’ τις μπαγιάτικες αναθυμιάσεις της καθημερινής ζωής Ζούμε καρφωμένοι στα χαμηλώτερα βάθη της νυχτός Τα δέρματά μας ξεραμένα από την κάπνα των παθών Γυρνάμε γύρω απ’ το νηφάλιο πόλο της αϋπνίας Δίδυμοι στην αγωνία χωρισμένοι από την έκταση Ζώντας τον θάνατό μας στο λαιμό του τάφου.
– Είμαι η νύχτα Αυτή η νύχτα η παγωμένη από την κρύα ηλιθιότητα της σελήνης Είμαι το χρήμα Το χρήμα που γεννάει το χρήμα χωρίς να ξέρει γιατί Είμαι ο άνθρωπος Ο άνθρωπος που πιέζει τη σκανδάλη και σκοτώνει τη συγκίνηση Για να ζήσει καλύτερα.
Αρχίζω με το ”σ’αγαπώ” και με αυτό σκοπεύω να τελειώσω. Που λες περάσαμε πολλά. Πολλές φορές αυτή η φλόγα της καρδιάς λύγισε απ’την ορμή των γεγονότων που έφερναν οι άγνωστοι καινούργιοι καιροί με τα άγνωστα καινούργια αντικείμενα, συνθήματα, αισθήματα, πρόσωπα. Που λες γυρίζω πια από σπίτι σε σπίτι λίγο καπνό απ’τα περασμένα να πάρω να φυλάξω μα όλος έχει κουρνιάσει μόνιμα και νοτίζει το μοναχικό μου πια μαξιλάρι. Το σκληρό έτσι όπως έχει γίνει αφού δεν αγγίζει πια στο δικό σου. Αγρυπνώ ζαλισμένος απ’τις ενθυμήσεις. Είμαι μια σιωπηλή θάλασσα στο στενό δωμάτιο που είναι ο κόσμος μου τώρα. Χτες το σώμα μου ένιωσα λες και ήτανε ακτή που πάνω της ξεβράζονταν αρμυροφαγωμένοι ναυαγοί που ναυαγούσαν για τις αμαρτίες μου. Δεν προσμένω πια. Τίποτε. Ούτε καν μια χρήσιμη βασανιστική τιμωρία. Την αγάπη την έλεγα θάνατο. Και τώρα φοβάμαι μην κουραστώ να σ’αγαπώ στις αποστάσεις. Αυτές που ορίζαν πάντα οι λησμονημένες μέρες του έρωτα μας. Τότε που έρωτας φωνάζαμε, κι ήταν. Τότε που την αγάπη ονομάζαμε. Και τώρα που αφανίζει και κατατρώει που ροκανίζει αργά η απόσταση τον κρίκο με τα διπλά παπλώματα και με τα δύο μαξιλάρια -την ένωση. Και τώρα που λησμονούνται τα ενωμένα κορμιά τα φλογισμένα μονοπάτια και οι ατέλειωτες βόλτες των σφιχτοδεμένων χεριών μας -τώρα που η ελευθερία έχει βαφτεί με ένα αδιευκρίνιστο ορφανό χρώμα -Αγάπη μου- στο γράφω πάλι- τα δικά μας λόγια είναι και έτσι ήταν -πάντα κρυφά- και μας κοβόταν η ανάσα όταν τα ακούγαμε στα φανερά και έτρεχε αίμα στο κάθε πρωινό ξύπνημα απ’την καρδιά γιατί το πικρό μας στόμα έσταζε μια αράδα σκοτεινή που έκρυβε πάντα μέσα της το σ’αγαπώ. …σ’αγαπώ… κι όταν χτυπάει μεσάνυχτα κι όταν ακούγεται ο τελευταίος ασπασμός μιας πόρτας πίσω μας κι όταν πρέπει να υπομείνουμε πολύ κι όταν χρειάζεται τα δικά μας παράθυρα να ανοίγουμε κι όταν καθόλου δεν ξεκουράζεται αυτό το ”σ’αγαπώ” ολοένα, διαρκώς, ανάμεσα στους δαίμονες και στα θαύματα συνέχεια… …Σ’ ΑΓΑΠΩ
*”Αρχίζω με το σ’ αγαπώ”, εκδόσεις Bibliotheque, 2015.