Κυριακή Χριστοφορίδη, Μόνο ο δρόμος

Φώτο: Bill Brandt

Μόνο ο δρόμος θα μας σώσει
απ’ αυτή τη μοναξιά
ο δρόμος, ο αγώνας κι οι ιδέες μας
Κι όταν έρθουν άλλα χρόνια
πιο σκληρά
πάλι ο δρόμος θα μας βγάλει
απ΄ τη μιζέρια μας
θα μας στύψει, θα μας ρίξει
θα σταθεί θριαμβευτής
να αγναντέψει τα συντρίμμια
αυτού που ήμασταν
Αλλά εμείς θα συνεχίζουμε
τις νύχτες
στον δρόμο επίμονα να τριγυρνάμε
μέσα στον λάθρο, στα λασπόνερα
από μάχες που τις χάσαμε
εκεί θα τσαλαβουτάμε
ζητιανεύοντας τη δόξα
και παράσημα
μες στη σποδό
Πιστοί στο δρόμο
που τα φεγγάρια μας γεμίζει
παραμένουμε
κι από σοκάκι σε σοκάκι
ικετεύουμε
να τα ξεχάσουμε όλα
να μην έχουμε άλλο παρελθόν
κι άλλες μάχης που τις χάσαμε
άλλα αδειανά φεγγάρια
τις νύχτες
Όρθιοι περπατάμε
με λάβαρο αξίες και κατορθώματα
ιδιωτικά
και δρασκελάμε τα στενά, τις λεωφόρους
έξω από στέκια γνώριμα
κοντοστεκόμαστε
μα όσο κι αν καρτερούμε
τώρα κλειστά, τώρα αδιαφορία
κι έτσι χασομεράμε και μοιράζουμε
σ’ άκοπες συντροφιές
την ώρα μας
Γιατί ο δρόμος δεν τελειώνει
μας συντροφεύει και μας ακολουθεί
σαν στήριγμα στον κάματο
της άδειας μας ρουτίνας
Εμπιστευόμαστε την τύχη μας
στα χέρια του
όμως ο δρόμος
τίποτα δεν έχει πια για μας
μονάχα περιπλάνηση

*Από τη συλλογή “Τριήμερο πάρτι στο Kemical Bunker”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2023.

Νίκος Σφαμένος, ε!  ποιητή!  

”ε!
ποιητή!
τόση ώρα σε παρατηρώ
-κάτι τρέχει με σένα ε;-
ίσως η νύχτα;
οι μοναχικοί περίπατοι;
οι μακρινές μελωδίες;
ξεκίνα λοιπόν
πες μου λίγη απ΄την
ιστορία σου
ποιητή!
κλόουν του ανέφικτου”

*Από τη συλλογή «Αντιηρωικό», Εκδόσεις Φωτοτυπικόν, 2016

Τάσος Γκόγκος, Τέσσερα ποιήματα

Άτιτλο

Ήσουν μια βουκαμβίλια
έξω από ένα στριπ-κλαμπ της Ατλάντα

ένα κέντρο που επείγει
σ’ έναν ολόκληρο δικό τους κόσμο

κι ας μην διδάχτηκα ποτέ
αυτή την απρόσωπη γεωγραφία των σωμάτων
μαζί είμαστε μια λαϊκή δημοκρατία
με την υπεροπλία του αληθινού

*

cacao de madre

Κρεμασμένοι από τις βρύσες
το πρωί προσευχόμαστε
κάτω από τη σκιά των cacao de madre

το ποίημα
μιλάει για το παρόν
αλλά παραμένει προφυλαγμένο

*
Διαμέρισμα
Εδώ στο διαμέρισμα
δεν χωράνε φοίνικες
κι έτσι τους λυγίζαμε
για να μπαίνουν από τα παράθυρα

υπήρξαν μια σταθερή έξοδος κινδύνου.

*

Άτιτλο

Υπάρχει κάτι απέραντο
μικροί άνθρωποι
κληρονομιές και δάνεια

εσύ να ψάχνεις μόνο τις μεταφράσεις

οχτώ ώρες διαφορά
και ζεις στο μέλλον

*Από την συλλογή “Άκρη της ημέρας (2016), που περιλαμβάνεται στο συλλογικό “Ανταρκτική”, Ελευθεριακές Εκδόσεις Nowa Kultura, Ιούνιος 2025.

Ada Limón, How We Are Made / Πώς είμαστε φτιαγμένοι

For Philip Levine

For months, I was a cannonball
dropped down the bore, reeling
in blurry vomitous swirls toward
the fuse; forty days with vertigo
is like that. My new equilibrium
was spinning inside the chambers
of spherical blackness when the news
came. You, with your wiry limbs
of hard verse, inky gap-toothed grin
of gristle and work, you who grimly
told us to stop messing around,
to make this survival matter
like a factory line, like fish scaling,
like filament and rubble, you
who would say, most likely,
this was all sentimental crap, you
had gone to cinders, blasted
into the ether without so much
as smoke. I stood then on the icy hill
under the expressway, filled
with the salt you had given me,
and for the first time that year,
my entire world stood still.

Πώς είμαστε φτιαγμένοι

Για τον Philip Levine

Για μήνες, ήμουν μια μπάλα κανονιού
που έπεσε από την τρύπα, παρασυρόμενη
σε θολές εμετικές δίνες προς
σαράντα μέρες με ίλιγγο…
είναι σαν αυτό. Η νέα μου ισορροπία
περιστρεφόταν μέσα στους θαλάμους
της σφαιρικής μαυρίλας όταν η είδηση
ήρθε. Εσύ, με τα εύκαμπτα άκρα σου
του σκληρού στίχου, με το μελανό χαμόγελο με τα δόντια…
της σκληρότητας και της δουλειάς, εσύ που βλοσυρά
μας είπες να σταματήσουμε να χαζολογάμε,
να κάνουμε αυτή την επιβίωση να έχει σημασία
σαν μια γραμμή εργοστασίου, σαν το ξελέπιασμα των ψαριών,
σαν νήματα και μπάζα, εσύ
που θα έλεγες, πιθανότατα,
ότι όλα αυτά ήταν συναισθηματικές αηδίες, εσύ…
Είχες γίνει στάχτη, ανατιναχτεί…
στον αιθέρα, χωρίς τόσο πολύ
σαν καπνός. Στεκόμουν τότε στον παγωμένο λόφο
κάτω από τον αυτοκινητόδρομο, γεμάτη
με το αλάτι που μου είχες δώσει,
και για πρώτη φορά εκείνη τη χρονιά,
ολόκληρος ο κόσμος μου έμεινε ακίνητος.

Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή, (πατ πατ με σόλα στο κενό)

Αποκοιμιέται στην καρέκλα του μαγαζιού του
Οι πελάτες γύρω του όλο πίνουν το ποτό τους
–περιστέρια–

Τα λιγοστά μακριά μαλλιά του γέρνουν μπροστά
Γέρνει όλος
σαν κουρασμένο δέντρο
Το μαύρο του παλτό τον προστατεύει
απ’ όλα αυτά που σκαρφαλώνουν στην πλάτη του

Τα κλειδιά του πέφτουν
Δεν ξυπνάει

Το πέλμα του κινείται στον ρυθμό της μουσικής
Ένα πατ πατ με σόλα στο κενό

Δε μπορώ να μην τον κοιτάζω

Μοιάζει με γιγαντιαίο κοράκι

Σαράντα χρόνια πίνει

Εντοιχισμένος στους σκασμένους τοίχους και στις γυναίκες με
μίνι και βραχνή φωνή

Είναι ένας μαύρος βράχος με άσπρα μαλλιά
μέσα στη νύχτα

Ένα εκατομμύριο μπουκάλια τσακίζονται πάνω του

Όλο αυτό το κόκκινο φως του μαγαζιού
είναι το αίμα του

Και πώς όλο πέφτουν κι άλλα κι άλλα πράγματα απ’ τις τσέπες
του
Ο
αναπτήρας
Η
ταμπακιέρα
Οι
τρεις του
γιοι

Κατερίνα Γκιουλέκα, Διαχρονικά πατριαρχικές ταξιαρχίες

Η “επικαλύπτουσα
το πρόσωπον”
οθόνη
της Κομνηνής
ένα μεσαιωνικό
προσωπίδιο
το στομομάνικο
μιας στυγνής
κυριολεξίας
η μαντίλα
το τσεμπέρι
ο γυναικείος
κεφαλόδεσμος
-του Αιγαίου
κεφαλοδέσ(ε)ι-
φακιόλια
μπόλιες
πέπλα
κυρίως η τσάπα
οι Ηπειρώτισσες
(σαν βουλώνονται)
από κοντά
του Βόσπορου
μια αναμαλλαρέα
και μαζί της οι
ασκέπαστες
οι ξεμαντίλωτες
οι άτσυπες-
ξετσίπωτες
μιας πεισματάρας
γλώσσας
πώς και
-απορώ-
ξενίζονται
πώς με αφελή
τόσο α(μετα)νόητα
κοιτούν
υπεροψία
στα επίμονα κάστρα
των ξένων
μια Burka

ξεμαλλιάρες
(τι δεν κατάλαβες;)

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, Αθήνα 2024.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η τρέλα είναι ίδια σε όλα τα στάδια

Artwork: Caitlyn Grabenstein

η τρέλα είναι ίδια σε όλα τα στάδια
απαράλλαχτη σε κάθε σχισμή
του μυαλού σου
σαν να υφαίνεις εικόνες μόνο με τα χέρια
με περιγράμματα που ενσταλάζουν
το άυπνο της ύπαρξής σου
όψεις που μεταδίδονται παντού
τις παρασέρνει ο αέρας
ξεφεύγουν από τους περίκλειστους χώρους
αιωρούνται στο κενό
αντάρτισσες στα πέρατα
ούτε ο ήλιος δεν τις καίει
μένουν ανεξίτηλες
στον αιώνα τον άπαντα

Λεωνίδας Καζάσης, Επισήμανση

Φωτογραφία: Urs Boke

Ατενίζοντας εξήντα ένα χρόνια.
Ήρθα, είδα και εντός ολίγου αναχωρώ.
Η ζωή θα είχε μόνο ομορφιές!
Ως και αυτή η επίπονη προσπάθεια ανευρέσεως πόρων,
σε ομορφιά θα απέληγε, εάν το μάταιο τους ανθρώπους
δεν ξελόγιαζε, όταν το γενετήσιο αγκάλιασμα οι άνθρωποι σε θάνατο καταδίκασαν.
Από της ζωής τις έκπαγλες πληρότητες που ως ανάξιες λοιδωρούνται,
το γενετήσιο αγκάλιασμα περισσότερο από όλες της ζωής τις καλλονές,
εχέγγυο ζωής τον θάνατο να λησμονείς!
Ψευδαίσθηση αδιάψευστη ζωής αενάου! 
Ατενίζοντας εξήντα ένα χρόνια,
η επιθυμία του γενετήσιου αγκαλιάσματος με κρατά να μην βουλιάζω!
Αφού οι άνθρωποι το απαγορεύουν,
ονειρευτής θα τ’ αγκαλιάζω! 

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Δύο ποιήματα

Κοντεύαμε να βγούμε έξω απ΄
το ποίημα
όταν κάποιος μας φώναξε

Σιγά!
Έχει κι η έξοδος το Μεσολόγγι της

Κοιτάξαμε ένα γύρω
τις μυρτιές
μόνο οι μύγες βούιζαν
χρυσόμυγες
και η γη κυμάτιζε απ΄  τη ζέστη

Παρά τον κίνδυνο κανένας δεν φοβήθηκε
μόνο γονατιστός συλλάβιζε καθείς
την προσευχή του

Τοπίο που σε λένε ποίημα
ευλόγα με να μη σε λησμονήσω. 

*

Ο μάγος ποιητής

Θα σε ζηλεύω στα τυφλά με μουσική
Άγγιξες την αλήθεια με απρόθυμα χέρια
στο μέτωπό σου τώρα θα πεθάνει
 
Σ’ αφήνω και κατεβαίνω χαμηλά
Παραμονεύω τον μάγο της φυλής
καθώς στραγγίζει το φώσφορο απ’ τα κόκαλά του
να εξασφαλίσει την καινούργια μέρα
Έπειτα βγαίνει και καλεί τα πνεύματα
γίνεται ασβέστης – απλώνει σύμβολα στα πεζοδρόμια
γίνεται στιλέτο – χορεύει σ’ όλες τις πλατείες
Κι έπειτα ντύνεται το ράσο του και καταγράφει
Ο μάγος ποιητής

26.5.79

*Από τη συλλογή «Τοπίο που σε λένε ποίημα» (1987).

Nicanor Parra, Γράμματα του ποιητή που κοιμάται σε μια καρέκλα [αποσπάσματα]

Ι.
Λέω τα πράγματα όπως είναι
Ή ξέρουμε τα πάντα από πριν

Ή τίποτε ποτέ μας δεν ξέρουμε.
Το μόνο που μάς επιτρέπεται
Είναι να μάθουμε σωστά να μιλάμε.

IV.
Eίμαι απ΄αυτούς που χαιρετούν τις νεκροφόρες.

Χ.
Τάισε χολή τις μέλισσες
Μπόλιασε με σπέρμα το στόμα
Γονάτισε σε μια λίμνη αίματος
Φταρνίσου μες στον νεκροθάλαμο
Άρμεξε μιαν αγελάδα
Και περίλουσέ την με το ίδιο της το γάλα.

ΧV.
Για τελευταία φορά το ξαναλέω
Οι προνύμφες είναι θεές
Οι πεταλούδες είναι άνθη σε αέναη κίνηση
Χαλασμένα δόντια
δόντια που θρύβουν
Στην εποχή ανήκω του βωβού σινεμά.
Το γαμήσι είναι πράξη λογοτεχνική

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.