Hettie Jones, Weather / Καιρός

My folder of poems
labeled “weather” holds
no clues as to whether
or not there’ll be any
weather to count on, say,
a hard rain like “little nails,” or
that deluge “plunging radiant”
now that we’ve plunged into war
and wars don’t stop like rain stops
like that last slow drizzle
onto the old tin bathroom vent
sweet hint of growth
in the soft wet drift north
fire or ice, fire or ice
are you breathing, are you lucky enough
to be breathing

Ο φάκελος με τα ποιήματά μου
με την ετικέτα «καιρός» δεν περιέχει
καμία ένδειξη για το αν
θα υπάρχει ή όχι
καιρός στον οποίο να βασιστούμε, ας πούμε,
μια δυνατή βροχή σαν «μικρά καρφιά» ή
εκείνη η κατακλυσμιαία βροχή «που πέφτει λαμπερή»
τώρα που βυθιστήκαμε στον πόλεμο
και οι πόλεμοι δεν σταματούν όπως σταματά η βροχή
όπως εκείνη η τελευταία αργή ψιχάλα
πάνω στον παλιό μεταλλικό εξαερισμό του μπάνιου
γλυκιά υπόδειξη ανάπτυξης
στην απαλή υγρή μετακίνηση προς τα βόρεια
φωτιά ή πάγος, φωτιά ή πάγος
αναπνέεις, είσαι αρκετά τυχερός
που αναπνέεις

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Καλοζώης, Tο χάρισμα

Εξαιτίας σου Γκλεν Γκουλντ
γράφουμε νότες πάνω στους
τοίχους των σχολείων πάνω σε
όποιον καθαρό τοίχο βρούμε
με κιμωλίες με κηρομπογιές
με μαρκαδόρους με σπρέι -ίσως
οι μελλοντικοί άνθρωποι
αναρωτηθούν με το επίρρημα πώς
το ερωτηματικό μόριο γιατί που
εισάγει ευθεία ή πλάγια ερώτηση ίσως
στο μέλλον θεωρηθούμε προϊστορικές
αρχαιότητες ίσως μεταφερθεί δηλαδή
το μακρινό παρελθόν στο σήμερα
είναι τα πράγματα καμωμένα για
ν’ αλλάζουν κι η λέξη ίδιο συγκρίνει
πράγματα μόνο στον ίδιο χρόνο
όχι οποτεδήποτε αυτό είναι το σωστό-
εσύ Γκλεν Γκουλντ μας έμαθες
ν’ ακούμε τους υπέρηχους που
αντιλαμβάνονται οι νυχτερίδες και
τα σκαθάρια οι νυχτοπεταλούδες
και τα νευρόπτερα
εσύ μας όξυνες την ακοή χαρίζοντάς
μας όλων των μεγεθών τις ξύστρες
εσύ με τους υπέρηχους μας έκανες
καθαρισμό προσώπου ξοδεύοντας
λίγα λεφτά ή και καθόλου
εξαιτίας σου μάθαμε ν’ ακούμε τον
ήχο μιας βλεφαρίδας που πέφτει
μιας τρίχας από τα φρύδια ή μιας
κλωστής ή ενός φθινοπωρινού φύλλου
πριν πέσει πάνω στα άλλα φύλλα στο
χώμα ή της πυκνής ομίχλης
ή την ομιλία κάποιου σε άλλη χώρα
ή τον ήχο των καυτών δακρύων όταν
κυλούν πάνω στα μάγουλα εξαιτίας
σου ακούμε το λυθρίνι την ώρα που
κολυμπά ή τον ήχο των ωαρίων που
πέφτουν από τις σάλπιγγες μέσα στη
μήτρα κι άλλα πάρα πολλά κι ακόμα μας
έμαθες πώς να θυμόμαστε
να ξεχωρίζουμε τη χρεία από το
αχρείαστο εσύ που προτίμησες τη
διέγερση αντί την ηρεμία τον αντίλογο
αντί τον λόγο
έβαλες φωτιά σε όλα τα δάση του Καναδά
το παίξιμό σου ήταν ο αναπτήρας σου
και τώρα λατρεύεσαι σαν ένας μικρός θεός
μιας θρησκείας που ζει ταυτόχρονα την
ακμή και την παρακμή της

*Από τη συλλογή “Γκλεν Γκουλντ”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2024.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Ανοίκιες φωνές

Μοιραστείτε
Ανοίκιες φωνές
Είσαι ο Δίας, κραύγασε η φωνή.
Εκείνη η μεταλλική, επίμονη, στριγκιά
που το μυαλό του εξουσίαζε.
(Παντοδυναμία η ψευδαίσθηση αντιβουΐζει.)
Δυσβάστακτο το βάρος. Μάτια
δέσμια στο κενό
γυρεύουν ίαση.
Η επανεμφάνιση συμπτωμάτων διαρκής.
Σε συνεχή εκκρεμότητα η ζωή μας.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://stigmalogou.gr/anoikies-fones-tis-polletas-psychogyiopoulou/?fbclid=IwY2xjawM3W_pleHRuA2FlbQIxMQABHisdoIxLY3BqFfFDvOOs_r2Gwdl8rutF7gGAYgsi-j1eqGrCWxSdQ6lUNpGp_aem_CsVgTBiG3GzYCX0omXOmIw

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Τράβηξες πορεία μπροστά

Τράβηξες πορεία μπροστά
στον κόσμο που ζητούσες.
Έλεγες στις ρίμες σου τα τραγούδια
του δρόμου και των αδικημένων.
Ήξερες πως η προσφορά,
μόνο στης αλληλεγγύης τα μονοπάτια
γίνεται αληθινή.
Εξέθεσες έτσι την ματαιόδοξη φιλανθρωπία των από πάνω.
Κι όταν ακόμα φάνηκαν οι τραμπούκοι,
πίσω πάλι δεν έκανες,
Μόνο να προστατεύσεις,
όπως πάντα, σκεφτόσουν.
Πήγες μόνος και έγινες άστρο.
~
Είναι κάποιοι άνθρωποι σκέφτομαι,
που δεν κράτησαν ποτέ σημαία.
Ίσως γιατί την είχαν ήδη ραμμένη
στην καρδιά τους.
Αψήφισαν έτσι την λησμονιά των θνητών.
Έγιναν σύμβολο που δεν θα σβήστεί ποτέ απ’ τούς αγώνες των από κάτω.
Αυτών που υπερασπίζονται ακόμη
το δικαίωμα στον άνθρωπο.

Παύλος Φύσσας ΠΑΡΩΝ!

Arthur Rimbaud, Τα χέρια της Ζαν-Μαρί 

Η Ζαν- Μαρί έχει χέρια δυνατά,
Χέρια ηλιοκαμένα από το καλοκαίρι,
Χέρια χλωμά σαν του νεκρού,
-Είναι τα χέρια της Χουάνα;

Έχουν βάλει κρέμες σκουρόχρωμες
Στα τέλματα των ηδονών;
Έχουν μουλιάσει μέσα στα φεγγάρια
Στην αιθρία γαλήνη στεκάμενων νερών;

Έχουνε πιει των βάρβαρων τον ουρανό
Ήρεμες πάνω σε γόνατα ελκυστικά;
Έχουν στρίψει πούρα
Ή πούλαγαν διαμάντια στα κρυφά;

Πάνω στα φλογισμένα πόδια αγαλμάτων της Παρθένου
Μάραναν άνθη από χρυσό;
Το μαύρο αίμα από τις μπελαντόνες – το πρήξιμο ανακουφίζει
Μες στις παλάμες τους κοιμάται αστραφτερό.

Χέρια κυνηγοί διπτέρων
Που βομβίζοντας τα μελανά σημάδια
Πρωινών πετούν μέχρι να βρουν το νέκταρ;
Χέρια που μεταγγίζουνε φαρμάκι;

Ώ! σε τι Όνειρο βυθίστηκαν
Μες στο χασμουρητό;
Ένα όνειρο Ασιατικών χωρών μοναδικό,
Των Κχενγκαβάρ ή των Σιών;

-Αυτά τα χέρια δεν έχουνε πουλήσει πορτοκάλια
Ούτε μαυρίσανε πάνω στα πόδια των θεών:
Αυτά τα χέρια δεν έπλυναν τα ρούχα
Δυσκίνητων, και τυφλών μικρών παιδιών.

Δεν είναι χέρια που δουλέψαν στην κουζίνα
Ή εργατριών με μέτωπο που καίει απ΄τον πυρετό,
Χοντροκομένο, στα δάση μυρίζουν εργοστάσιο,
Ήλιο από το κατράμι μεθυσμένο.

Είναι χέρια που η κούραση έχει λυγίσει,
Χέρια που δεν κάνουν ποτέ κακό,
Πιο άσχημα και από μηχανές,
Χέρι κι από άλογο πιο δυνατό!

Κινούνται, πάλλονται σαν το καμίνι,
Και καθώς τινάζουν από πάνω τους όλα τα ρίγη,
Η σάρκα τους τραγουδάει Μασσαλιώτιδες
Ποτέ τις Ελεσόν!

Θα έσφιγγαν τον λαιμό σας, ώ Γυναίκες
Μοχθηρές, και θα θρυμμάτιζαν,
Γυναίκες τάξης ευγενικής, τα χέρια σας τα μιαρά
Όλο στολίδια, ολόλευκα και πορφυρά.

Η λάμψη αυτών των ερωτικών χεριών
Τα πρόβατα τα ξεμυαλίζει!
Μέσα στις ποθητές τις φάλαγγές τους
Ο ήλιος λαμπρός περνά ρουμπίνι!

Όταν ο όχλος τα βρωμίσει
Μαυρίζουν σαν μπαγιάτικο στήθος χθεσινό∙
Στο πάνω μέρος των Χεριών αυτών
κάθε περήφανος Επαναστάτης τα χείλη ν’ ακουμπήσει!

Το χρώμα τους έχασαν, τα θαυμάσια,
Στην δυνατή λάμψη έρωτα βαρύ και φορτωμένου,
Πάνω στα μπρούτζινα τα πολυβόλα
Μέσα από ένα Παρίσι επαναστατημένο!

Α! μερικές φορές, ώ Χέρια ιερά
Χέρια που πάνω τους τρεμουλιάζουν
Τα πάντα μεθυσμένα χείλη μας, στις γροθιές σας
Τρίζει μια αλυσίδα, κρίκοι που αστράφτουν!

Και όλη μας η ύπαρξη σκιρτά
Χέρια αγγελικά, κάτι παράξενο αισθανόμαστε
Σαν θέλοντας να σας λευκάνουμε
Και τα δάκτυλά σας τα ματώνουμε!

Μετάφραση: Βερονίκη Δαλακούρα.

Κατερίνα Φλωρά, Λίγο ακόμα

Άπλωσε το αεράκι την δροσιά του στο αποκαλόκαιρο
που επιμένει να σέρνει τα φύκια στης ακτής την άκρη
σωρεύοντας ελπίδες σε ένα κουβάρι όνειρα

Σαν προσπαθούμε τον χρόνο να διαστείλουμε
μια ακόμη γραμμή να τραβήξουμε λίγο πιο πέρα
μια μόνο στιγμούλα πολύτιμη μοιάζει
στο αέναο άχρονο παρόν

Παράταση εκπλήρωσης
αναβολή για την επόμενη θερινή ραστώνη
χειμερία ναρκωμένη επιθυμία

Marianna Pliakou, Some afternoons

“Somewhere I have never travelled,
Gladly beyond’
EE.Cummings

when time slows and light fills the room
shafts of sun speak the language
of a shared yet unfathomed geometry
in which we expand so gloriously –
we, the sky, the room
the lines on the wall curving
circling that vast-tiny point inside us
where it all begins –
and everything makes sense for a moment
before time spirals to infinity
and somewhere beyond

Αντίνοος, Ίσως να πλησιάζει ο καιρός

Artwork: Kathe Kollwitz

Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
που θ’ ανεμίζουν σημαίες
στο ρυθμό του ανέμου
όταν ο άνεμος θα σφυρίζει
στης λευτεριάς το σκοπό
Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
που θα μυρίσουμε τ’ αποκαΐδια
απ’ όλα τα κελιά των λαών
Κι όταν ο χρόνος σημάνει μηδέν
θα πει πως ήρθε η ώρα των τρελών
αυτών που κινηθήκανε ενάντια στη λογική
αυτή που γελαστοί φονιάδες ονόμασαν ηθική
Και θα ‘ρθουν οι νεκροί
(αυτοί που ποτέ τους δε φύγαν)
να μας δείξουν τον τρόπο
να μας βάλουν τη φωνή
αυτοί που υπήρξαν άνθρωποι
με το άλφα κεφαλαίο και σε κύκλο…

*Από τη συλλογή “μου ψιθύρισες εξέγερση κι άκουσα ελευθερία”, Μάρτης 2012.

Roberto Fernández Retamar, Μακάριοι οι ισορροπημένοι

Μακάριοι οι ισορροπημένοι, εκείνα τα παράξενα όντα.
Εκείνοι που δεν είχαν μια μάνα τρελή, έναν πατέρα μεθύστακα,
ένα γιο εγκληματία,
Ένα σπίτι πουθενά, μια άγνωστη αρρώστια,
Εκείνοι που ψήθηκαν από έναν παράφορο έρωτα,
Εκείνοι που έζησαν τα δεκαεφτά πρόσωπα του χαμόγελου και κάτι παραπάνω.
Οι γεμάτοι παπούτσια, οι αρχάγγελλοι με καπέλο,
Οι ευχαριστημένοι, οι χοντροί, οι χαριτωμένοι,
Οι τραλαλά και οι οπαδοί τους, εκείνοι που γιατί όχι, οι “παρακαλώ περάστε”,
Εκείνοι που κερδίζουν, εκείνοι που αγαπιώνται ίσαμε τη λαβή,
Οι φλαουτίστες που συνοδεύονται από ποντικούς,
Οι πωλητές και οι αγοραστές τους,
Οι καβαλιέροι ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες,
Οι άντρες που είναι ντυμένοι με βροντές και οι γυναίκες με αστροπελέκια,
Οι λεπτοί, οι μυαλωμένοι, οι φίνοι,
Οι αγαπητοί, οι γλυκοί, οι βρώσιμοι και οι πόσιμοι.
Μακάρια τα πουλιά, η κοπριά, οι πέτρες.
.
Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν
Και μας ξαναφτιάχνουν, τους πιο τρελούς κι απ’ τις μανάδες τους,
πιο μεθύστακες κι από τους πατεράδες τους
Κι ακόμα πιο εγκληματίες κι απ’ τους γιους τους,
Και πιο ψημένους από παράφορους έρωτες.
Ας τους κρατήσουν τη θέση τους στην κόλαση, και φτάνει.
.
*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

Joy Harjo, Ίσως ο κόσμος τελειώνει εδώ

Ο κόσμος ξεκινά σ’ ένα τραπέζι στην κουζίνα. Ό,τι και να γίνει, για να ζήσουμε πρέπει να τρώμε.

Τα δώρα της γης έρχονται και προετοιμάζονται, τοποθετούνται στο τραπέζι. Έτσι γίνεται από τη στιγμή της δημιουργίας, και έτσι θα συνεχιστεί.

Διώχνουμε τα κοτόπουλα και τους σκύλους μακριά. Τα παιδιά βγάζουνε τα δόντια τους στις γωνίες. Γδέρνουνε τα γόνατά τους από κάτω.

Εδώ τα παιδιά μαθαίνου τι σημαίνει άνθρωπος. Δημιουργούμε άνδρες, δημιουργούμε γυναίκες.

Στο τραπέζι αυτό κουτσομπολεύουμε, ανακαλούμε εχθρούς και τα φαντάσματα των εραστών.

Τα όνειρά μας πίνουνε καφέ μαζί μας καθώς τυλίγουνε τα χέρια τους γύρω απ’ τα παιδιά μας. Περιγελούν μαζί μας τους κακομοίρικους ξεπεσμένους μας εαυτούς κι όπως τους ξαναβρίσκουμε και πάλι στο τραπέζι.

Το τραπέζι έχει υπάρξει σπίτι μέσα στη βροχή, ομπρέλα για τον ήλιο.

Πόλεμοι ξεκίνησαν και τελείωσαν στο τραπέζι αυτό. Μέρος για να κρυφτείς μέσα στη σκιά του τρόμου. Μέρος για να εορτάσεις τη νίκη την τρομερή.

Γεννήσαμε σ’ ετούτο το τραπέζι και προετοιμάσαμε τους γονείς μας ώστε να τους θάψουμε εδώ.

Στο τραπέζι τραγουδάμε με θλίψη, με χαρά. Προσευχόμαστε για το μαρτύριο και τη μεταμέλεια. Αποδίδουμε ευχαριστίες.

Ίσως ο κόσμος τελειώσει στο τραπέζι της κουζίνας ενόσω εμείς γελάμε και κλαίμε, τρώγοντας την τελευταία γλυκιά μπουκιά.

*Από τη συλλογή “How we Became Human”, W.W. Norton & Company 2009. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.