Ι Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο την ασημένια λάμψη απ’ τ΄άγγιγμά του σε μια κρύα πηγή
ΙΙ Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών’ κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.
ΙΙΙ Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού ωψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας η μια στην άλλη λόγια δροσερά σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.
*Από τη συλλογή “Μανθρασπέντα” (εκδ. Τραμ, 1977) στον συλλογικό τόμο ¨Οι μεταμορφώσεις του μηδενός”, εκδ. Bibliotheque, 2019.
Ήρθες ένα βράδυ και με ρώτησες: “Άνθος που δεν ανθεί για εμάς, υπάρχει;”. Και σου είπα ψιθυριστά: “Υπάρχει’ όπως κι η σφαίρα που δεν σκοτώνει εμάς”.
*
Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ
Το βράδυ είδα στον ύπνο μου πως ήμουν κυνηγός και σκότωσα έναν πανέμορφο τσαλαπετεινό. Εγώ, που ποτέ μου δεν έχω πιάσει όπλο κι απεχθάνομαι το κυνήγι, ένιωσα στο όνειρό μου μια σαδιστική ικανοποίηση που σκότωσα το αθώο πουλάκι.
*
ΤΟ ΚΕΛΑΪΔΙΣΜΑ
Τα βράδια συχνά ανοίγω το παράθυρο κι ακούω ένα πουλί. Ένα υπόκωφο, μελαγχολικό κελάιδισμα σαν μοιρολόι. Από πού έρχεται αυτή η φωνούλα; Τι προμηνύει μες στα τσιμέντα;
*Από το βιβλίο “Νύχτες που μύριζαν θάνατο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010.
(Το κλίμα μπορεί να ξεγελά μα ο συγκεκριμένος προορισμός κάθε άλλο παρά ενδείκνυται για ασθματικούς.)
Οι πόρτες κλείνουν.
Τα πρόσωπα στο μετρό ανέκφραστα ως είναι αρνούνται να δώσουν πνοή, μεταφέροντας από τις ψυχές το ξηρό μήνυμα της στειρότητας.
Οι πόρτες ανοίγουν.
και τα σώματα στο δρόμο ακέφαλα φαντάζουν, πεισματικά απρόθυμα να εκτελέσουν το κενό του νου αποθνήσκουν κάθε δευτερόλεπτο στην ρουτίνα της μητρόπολης.
Το ένα πίσω απ’ τ΄ άλλο διατεταγμένα, ομοιόμορφα, με τάξη και σεμνά, ασφυκτιούν σε βήμα στρατιωτικής παρελάσεως Καθώς οδηγούνται στο χώμα.
Τα κουφάρια τους θα θρέψουν τα κτήνη που κινούν τα νήματα.
*
ΑΙΞΥΣΦΑ
Στα ζείδωρα μονοπάτια της τσιμεντούπολης κρύβεται η ομορφιά. Εκεί φωλιάζει η ζωή κυνηγημένη.
-στο πάρκο τα βράδια- -ο άνεμος ελευθεριακά φυσά…-
Καθώς το κοριτσάκι με σκέρτσο δείχνει το άλφα σε κύκλο, τ΄ άνθη αυθαίρετα φυτρώνουν στην πέτρα και σκίζουν την πέτρα…
*Από τη συλλογή “Αποδράσεις”, Ιούνης-Νοέμβρης 2010, Λάρισα.
Μια άσκηση πηγάζει της ερήμου, καυτού αέρα αναπνοή, της λάβας κατακάθι, πατημασιές που σβήνονται στο σύρσιμο της άμμου, θάλασσα κίτρινη ζεστή, τ’ αφανισμού σημάδι.
Στήνεις στην έρημο κλαδί και το νερό σταγόνα.
*
ΜΝΗΜΕΣ
Οι μνήμες, πότε αυστηρές, αμείλικτες, πότε ανταποδοτικές, οι μνήμες χωρίς, οι μνήμες πότε, στην απέραντη τρυφερότητα.
*
ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ
Έρχονται απροειδοποίητα, βράδια και πρωϊνά, πλημμύρες γίνονται στο κύμα της στιγμής.
Ένα “προφητικό” κείμενο για το βιβλίο “Το ξύλινο παλτό” της Κατερίνας Γώγου, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό “διάβασε για να διαβασεις…”, τεύχος 4, Φλεβάρης 1983 (μετά από δέκα χρόνια “έφυγε” η Κατερίνα!). Ήταν μια τριμηνιαία έκδοση (1982-84) του Λεωνίδα Χρηστάκη, με “δεκάδες πληροφορίες για εκδόσεις βιβλίων, περιοδικών” και άλλα πολλά…
Κι αυτός ο στίχος πόλη με τα κάστρα της Χρειάζεται την ιστορία για να τραφεί Και για να μαραθεί το φως των υπαλλήλων
Λέω θα πρέπει ν’ αλλοιώνεται φριχτά το πρόσωπό μου Όταν αρχίζει να χαράζει όγκους περιγράμματα Στο διάβα της ψυχής από τα τελευταία σπίτια Ο σπλαχνικός καντηλανάφτης της υποταγής Στη ρίζα του βουνού σύθαμπο ακόμα Οι μισητές δυνάμεις στρατωνίζονται στο σώμα μου Ενώ ένα χέρι αόρατο περνάει μεθοδικά Και σβήνει τα χαρακτηριστικά μου σα σε μαυροπίνακα Το βλέμμα κιόλας νεκρωμένο αιμοδοτείται Στη θέση τής δικιάς μου η έρημη Ψυχή των βρικολάκων
Μια θρυαλλίδα πάει κι έρχεται στον κόρφο μου όπως γέρνω Και παρατάω ανάλαφρα να πέσει το κυβέρτι Μα δεν ξυπάζεται σαν άλλοτε το μέσα ψυχομέτρι Στις πλάτες νιώθω φιλικά να με χτυπούν Παλάμες διδαγμένες τάξη από ληστές.
*Από το βιβλίο «Δημήτρης Αρμάος, Μητρόπολη», Ανάτυπο από τα «Τετράμηνα» (τεύχος 39-40, Άμφισσα 1989, σελ. 2590-2591 / 9.
Έσπρωχνα την πλευρά του τετραδίου να ανοίξει στην άκρη παραλία Εκεί, μουλιάζουν στοιβαγμένα τα αλάτια σε ανοιχτόκαρδες γούρνες Παρηγορούνται με μία τράτα από μεθυσμένα θαλασσοπούλια Πέλματα τσαλαπατούν ανενδοίαστα σε λίμνες με κόκκινους γυρίνους Γύρω τα νησιά απλώνονται στις φακίδες μιας πρώτης εφηβείας. Στις γρίλιες του θώρακα βλέπουμε φως που δεν παραβιάζεται. Η ανατολή αργεί να ανατείλει τρεις φορές σε έργα κ’ μέρες προδοσίας Η δύση καταβυθίζεται σαν δολοφονία στο σχολείο Robb Elementary Έσπρωχνα τα τετράδια σε μια προσπάθεια να υπεραμυνθώ με εδάφια Κι ο κόσμος μου γέμισε φύλλα σαν παιδιά διαμελισμένα στον κρόταφο Ξερό φθινόπωρο που θρυμματίζεται κάποτε σαν αδικαιολόγητη βία. Όταν τα σχολεία μας γίνονται Μικρή Συρία, τα αυτόματα παραμιλούν Φταίνε οι προσομοιώσεις πολέμου στη Μέση Ανατολή κ’ o μισθοφόρος πατέρας επιστρέφει ίδιος χαμένο μάτι του αντιστράτηγου Carton de Wiart.
*Αντιστράτηγος Adrian Carton de Wiart, πολέμησε γενναία στον WWI, WWII, αλλά και στον άδικο πόλεμο κατά των Boers. Στην επιστροφή του στην πατρίδα έχασε το αποκρουστικό γυάλινο μάτι μέσα σ’ ένα ταξί. Ισχυριζόταν ότι απόλαυσε τον πόλεμο. ** Στις 25 Μάη του 2022 στο σχολείο Robb Elementary στο Τέξας δολοφονήθηκαν 18 μαθητές και δύο δασκάλες απ’ τα πυρά του έφηβου Σαλβαδόρ Ράμος.