Γιάννης Υφαντής, Στίχοι

Ι
Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι
ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου
έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο
την ασημένια λάμψη απ’ τ΄άγγιγμά του σε μια κρύα πηγή

ΙΙ
Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών’
κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα
έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.

ΙΙΙ
Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού
ωψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας
η μια στην άλλη λόγια δροσερά
σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.

*Από τη συλλογή “Μανθρασπέντα” (εκδ. Τραμ, 1977) στον συλλογικό τόμο ¨Οι μεταμορφώσεις του μηδενός”, εκδ. Bibliotheque, 2019.

Έφυγε από τη ζωή ο Αντώνης Ζέρβας

Μὲ βαρειὰ καρδιά, κάθομαι νὰ γράψω γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ σημάδεψε ὄχι μόνο τὴν ζωή μου -αὐτὸ στὸ κάτω-κάτω δὲν πολυενδιαφέρει- ἀλλὰ τὰ πνευματικά μας πράγματα, μ᾿ ἕναν τρόπο ποὺ ἐλάχιστα γίνεται κατανοητὸς σήμερα.
Ἐὰν οἱ ὑποθέσεις τοῦ πνεύματος συνεχίσουν νὰ ἀπασχολοῦν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ μέλλοντος -πρᾶγμα διόλου εὐνόητο καὶ αὐτονόητο- τότε θὰ σκύψουν ἐνδεχομένως πάνω στὰ πνευματικὰ πεπραγμένα τοῦ Ἀντώνη Ζέρβα, καὶ θὰ τοῦ ἀποδώσουν τὶς ὀφειλόμενες τιμὲς ποὺ ἡ συνωμοσία τῶν πνευματικῶν μετριοτήτων τοῦ ἀρνήθηκε.
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας, ὁ ποιητής, ὁ μεταφραστής, ὁ δοκιμιογράφος, ὁ κριτικός, ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν, ἀνῆκε στὴν γενιὰ τῶν Ἑλλήνων ποὺ διαμόρφωσαν τὸ πνευματικό τους πρόσωπο σὲ συνάφεια μὲ τὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς Δύσης, εὐρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικάνικης, τὸν ὁποῖο γνώρισαν εἰς βάθος καὶ μὲ τὸν ὁποῖο συνωμίλησαν ἐν πολλοῖς ὡς ἴσοι πρὸς ἴσον. Ὁ Κωστῆς Παπαγιώργης, μὲ τὸν ὁποῖο συμπορεύτηκε ὁ Ζέρβας, μὲ ὅλα τὰ σκαμπανεβάσματα ποὺ συνεπάγεται ἡ γειτνίαση ἐξ ὁρισμοῦ «δύσκολων», «ἐκρηκτικῶν» χαρακτήρων, διεκδικητῶν τῆς πνευματικῆς / μορφωτικῆς ἀριστείας, δίνει τὸ στίγμα τοῦ τί δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ ὀλιγάριθμη, «εὐρωσπουδαγμένη» γενιά: «Μάλιστα ξέρουμε πολλοὺς ξενοσπουδασμένους ποὺ προτιμοῦν νὰ συνδιαλέγονται γαλλιστὶ ἢ ἀγγλιστὶ καὶ νὰ θεωροῦν τὴν Ἑλλάδα χεσμένο τόπο…».
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας, στὶς ἀνέκδοτες ἀκόμα Ὑποθῆκες ἀπὸ τὸ τελευταῖο κρεββάτι τῆς ζωῆς, περιγράφει τὸ ἦθος καὶ τὴν συμπεριφορὰ αὐτῆς τῆς «μικρῆς» γενιᾶς:
«Παρίσι, 17 χρονῶν, μὲ τὸν Κωστῆ, τὸν Νίκο, τὸν Λάκη, τὸν Ζιαμπάκα καὶ μὲ τὸν Στυλιανὸ ἀργότερα ἀλλὰ καὶ μερικοὺς  ἄλλους ποῦ καὶ ποῦ, τοῦ ἰδίου φυράματος, ἐγκρατεῖς φιλολόγους καὶ ἔντιμους, μαζὶ μὲ τὴν ἄσβεστη φιλοσοφικὴ φλόγα τοῦ πιτσιρικᾶ Μαρσέλου, σὺν τὴ μορφὴ τοῦ λεπτότατου Κώστα Ζαφειρόπουλου, ἀπὸ τοὺς λίγους ποὺ ἔνοιωθαν.
Ἤμασταν ὑπερόπτες, περιφρονητικοί, ὀξύθυμοι. Ἕτοιμοι νὰ ἀλληλοσφαχτοῦμε καὶ νὰ ξαναφιληθοῦμε. Δὲν δεχόμασταν ἐπαίνους καὶ καλὰ λόγια. Δὲν ἤμασταν τῆς πιάτσας, ἀλλὰ τῆς ἄκρης καὶ τῶν ἄκρων. Καγχάζαμε μὲ τοὺς τίτλους «ποιητὴς» καὶ «φιλόσοφος».
«Μετρᾶμε καὶ μαλώνουμε», ἔλεγε ὁ Κωστῆς. […]
Ὑπερόπτες, ὀξύθυμοι, περιφρονητικοί!
Ὅλο τὸ ἑλληνοευρωπαϊκὸ μάθημα σχεδὸν στὸ πρωτότυπο! Αusgezeichnet! Δὲν διαβάζαμε σελίδες, μελετούσαμε βιβλία.
Πιὸ Γάλλοι ἀπὸ τοὺς Γάλλους, πιὸ Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες.»
Ἡ μέριμνα γιὰ τὴν πορεία, πολιτική, πολιτισμική, πνευματική, τῆς Ἑλλάδας καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἡ ἔγνοια τοῦ «τί σημαίνει σήμερα νὰ εἶσαι Ἕλληνας καὶ νὰ ἐκφράζεσαι στὰ ἑλληνικὰ» συνώδευσε τὸν Ἀντώνη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς νιότης του μέχρι τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς του. Σπούδασε Κοινωνιολογία τῆς Λογοτεχνίας στὸ Παρίσι καὶ Ἀγγλικὴ Φιλολογία στὸ Λονδίνο καὶ ἀφέθηκε στὴν γοητεία τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἔζρα Πάουντ, ποὺ δὲν θά ᾿ταν ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε πὼς οἱ λογαριασμοὶ μαζί του ποτὲ δὲν ἔκλεισαν, ἔτσι ὅπως στοίχειωσε τὴν πνευματική του ζωή.
Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿80, μετὰ τὴν στρατιωτική του θητεία ὡς Στρατιωτικοῦ Διερμηνέως Γαλλικῆς (Βολαὶ Μάχης Ἁρμάτων ΑΜΧ – 30 τοῦ Γαλλικοῦ Ἐπιτελείου, στὴν ἁπλὴ καθαρεύουσα, Σχολὴ Πολέμου, «τὸ μεγάλο μου καμάρι», ὅπως περηφανευόταν), συνεργάστηκε ὑπὸ τὴν διεύθυνση τοῦ Περικλῆ Νεάρχου, γιὰ τὴν διαμόρφωση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ  Πολιτιστικοῦ Κέντρου Δελφῶν. Δὲν μπόρεσε κι ἐκεῖ νὰ στεριώσῃ καὶ ξαναπῆρε τὸν δρόμο τῆς ξενιτειᾶς.
Ἕναν ἄνθρωπο τέτοιας ἰδιοσυγκρασίας καὶ πνευματικῆς συγκρότησης -ἀπὸ τοὺς λίγους γνῶστες εἰς βάθος τῆς ἑλληνικῆς, εὐρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικάνικης γραμματειακῆς παράδοσης- εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ἑλλαδικὴ μιζέρια τὸν ἀπόδιωχνε, καὶ ἡ εὐρωπαϊκὴ γραφειοκρατία τῶν Βρυξελλῶν, ὅπου ἐργάσθηκε ἀπὸ τὸ 1984 ὣς τὸ 2015 στὸ μεταφραστικὸ τμῆμα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς καὶ Κοινωνικῆς Ἐπιτροπῆς, μόλις ποὺ τὸν ἀνεχόταν.
Στὶς Βρυξέλλες, συνέβαλε, στὸ μέρος καὶ στὸ μέτρο ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσε, «ἐκτὸς τοῦ τεράστιου τρέχοντος ἔργου», στὴν μετάφραση τοῦ «τεράστιο[υ] εὐρωπαϊκ[οῦ] κεκτημένο[υ]». «Ἡράκλειος  Ἆθλος,  ποτὲ δὲν ἀναγνωρίσθηκε», σημειώνει. Ἡ μεταφραστική του ἐνασχόληση τὸν ἔφερε σὲ σύγκρουση καὶ μὲ τὶς ρωμαίικες μεταπολιτευτικὲς παθογένειες ποὺ κατατρύχουν μέχρι σήμερα τὴν πνευματική μας ζωή: «Στὴ Μεταπολίτευση ἔπεσε τὸ χρέος τοῦ ἀπαραίτητου ἐκσυγχρονισμοῦ. Τί συνέβη εἶναι τὸ ἐρώτημα! Ἔπρεπε νὰ σβήσει τὸ φάντασμα τοῦ παρελθόντος ἀδιακρίτως, ἔπρεπε ὅλα νὰ γίνουν δημοτικὴ γιὰ νὰ προοδεύσουμε καὶ νὰ γίνουμε δίκαιοι, νὰ ἄρουμε τὴν ἀντιδραστικὴ διάκριση ἐγγράμματου καὶ λαοῦ. Δημοκρατικὴ παιδεία καὶ ψωμί! Οἱ ἐγγράμματοι ἦταν δεξιοὶ καὶ ἀπεχθεῖς. Ὄφειλαν νὰ παραδοθοῦν μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες. Σπουδαῖες προσωπικότητες, ἀλλὰ φασίστες λόγῳ ἀντιπροοδευτισμοῦ. Σεβάσου ὅμως, ἀντὶ νὰ συνθηματολογεῖς. Σεβάσου!»
Στὶς Βρυξέλλες βίωσε καὶ τὴν διάψευση τοῦ ντεγκωλικοῦ του ὁράματος τῆς εὐρωπαϊκῆς αὐτοδυναμίας, καὶ εἶδε νὰ ἐπελαύνῃ, μὲ τὸ ὄχημα τῶν νέων τεχνολογιῶν καὶ τῆς καθισοπεδωτικῆς διαδικτύωσης, ἡ πραγμοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θρίαμβος τῆς ἑνιαίας σκέψης, τὸ «παγκόσμιο Ντουμπάι», ποὺ δὲν ἔπαψε νὰ ἐλεεινολογῇ μέσα ἀπ᾿ τὰ γραπτά του.
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας στάθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους ἱππότες τοῦ πνεύματος, μὲ τὴν ματιά του στραμμένη στὰ μεγάλα πνευματικὰ μεγέθη τοῦ 19ου καὶ 20οῦ αἰῶνα, καὶ ταυτόχρονα μὲ πίστη κι ἀφοσίωση «στὸ σόι, στὴ γλώσσα, στὴ φυλή.»
Ἑπόμενο ἦταν νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν «προοδευτικὴ» διανόηση τὴν ἀποδοκιμασία καὶ τὴν ἀπομόνωση, βοηθούσης καὶ τῆς ἐκρηκτικῆς ἰδιοσυγκρασίας του, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἀριστοκρατικῆς στάσης ζωῆς: «Ἡ ἐπιτυχία εἶναι φροῦτο τῆς χυδαιοκρατίας. Ὁ ἀριστοκρατικὸς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ δὲν ὑποτάσσεται στὸ κοπάδι, δὲν ἐπιτυγχάνει.»
Ἔτσι, μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ μὲ τὴν νοσταλγία της νὰ τὸν συνέχῃ, ὁ Ἀντώνης Ζέρβας ἐργάστηκε, ἔκανε οἰκογένεια μὲ τὴν πρόωρα χαμένη ἀγαπημένη του Μαίρη, καὶ δημιούργησε τὸ ἐκτεταμένο ποιητικό, μεταφραστικὸ καὶ δοκιμιακό του ἔργο, μέρος τοῦ ὁποίου κατώρθωσε -λὲς καὶ προαισθανόταν πὼς τὸ τέλος πλησίαζε- νὰ τὸ δημοσιεύσῃ ἢ ἐπαναδημοσιεύσῃ, κυρίως μέσα ἀπὸ τὶς καλαίσθητες ἐκδόσεις τῆς Περισπωμένης τοῦ Σωτήρη Σελαβῆ.
Ἀπὸ τὸ σύνολο ἔργο του μπορεῖ κανεὶς νὰ ξεχωρίσῃ τὰ ποιητικὰ Ἡ Ἀνάσταση τῆς Κυρὰ Τσίνης (1983), Τὰ Ἄκτα: Τὸ ἔπος τῆς ὁμιλίας μας (1996) Μερησαήρ, Μερησαήρ. Εἱρμοὶ Νεκρώσιμοι (2013), τὶς μεταφράσεις Ἔζρα Πάουντ, Τὰ Ἄσματα τῆς Πίζας (1994, 2005), Τζὼν Μπέρρυμαν, Τὰ ὀνειρικὰ τραγούδια (2021), τὸ δοκιμιακὸ Μονοὶ λόγοι (2017) κ.ἄ.
Μὲ τὸν Ἀντώνη μποροῦσε κάποιος νὰ διαφωνῇ, ἀκόμα καὶ νὰ καβγαδίζῃ γιὰ μέρες, μῆνες, χρόνια, ὀφείλει ὅμως νὰ τοῦ ἀναγνωρίσῃ τὸ σωκρατικὸ «Οἶμαί τί σε λέγειν» καὶ νὰ παραδεχθῇ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ παρακάμπτῃ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ἕναν λόγο ὁ ὁποῖος ἐλάμπρυνε, μὲ τὴν δύναμη, τὴν διεισδυτικότητα, τὴν γνώση καὶ τὴν αἰσθαντικότητά του, τὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς λογοτεχνικῆς / γραμματειακῆς μας παράδοσης.
Ἡ κηδεία του θὰ γίνῃ τὴν Δευτέρα, 6 Ἰουνίου, ὥρα 13:00, στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, καὶ ἀκολούθως ἡ σορός του θὰ μεταφερθῇ γιὰ νὰ ταφῇ στὸ νεκροταφεῖο Εὐπαλίου Δωρίδος. Στὴν σχεδὸν αἰωνόβια μητέρα του Εὐθυμία, στὸν ἀδελφό του Γιῶργο, στὶς ἀγαπημένες του κόρες Μιμὴ καὶ Τατίτα, στὰ ἐγγόνια του, στὴν σύντροφό του «στὸ τελευταῖο κρεββάτι τῆς ζωῆς» Τζούλη, τὰ πιὸ θερμά μας συλλυπητήρια. Καλὸ ταξίδι, ἀγαπημένε φίλε, καὶ καλὴ ἀντάμωση ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

Χρίστος Δάλκος, 3-6-2022

Κώστας Δεσποινιάδης, Τρία μικρά πεζά

ΕΡΩΤΗΣΗ

Ήρθες ένα βράδυ και με ρώτησες: “Άνθος
που δεν ανθεί για εμάς, υπάρχει;”. Και σου είπα
ψιθυριστά: “Υπάρχει’ όπως κι η σφαίρα που δεν
σκοτώνει εμάς”.

*

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ

Το βράδυ είδα στον ύπνο μου πως ήμουν κυνηγός
και σκότωσα έναν πανέμορφο τσαλαπετεινό. Εγώ,
που ποτέ μου δεν έχω πιάσει όπλο κι απεχθάνομαι
το κυνήγι, ένιωσα στο όνειρό μου μια σαδιστική
ικανοποίηση που σκότωσα το αθώο πουλάκι.

*

ΤΟ ΚΕΛΑΪΔΙΣΜΑ

Τα βράδια συχνά ανοίγω το παράθυρο κι ακούω
ένα πουλί. Ένα υπόκωφο, μελαγχολικό κελάιδισμα
σαν μοιρολόι. Από πού έρχεται αυτή η φωνούλα; Τι
προμηνύει μες στα τσιμέντα;

*Από το βιβλίο “Νύχτες που μύριζαν θάνατο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010.

Θάνος Γώγος, Δύο ποιήματα

ΑΣΦΥΞΙΑ

(Το κλίμα μπορεί να ξεγελά
μα ο συγκεκριμένος προορισμός
κάθε άλλο παρά ενδείκνυται για ασθματικούς.)

Οι πόρτες κλείνουν.

Τα πρόσωπα στο μετρό ανέκφραστα ως είναι
αρνούνται να δώσουν πνοή, μεταφέροντας από τις ψυχές
το ξηρό μήνυμα της στειρότητας.

Οι πόρτες ανοίγουν.

και τα σώματα στο δρόμο ακέφαλα φαντάζουν,
πεισματικά απρόθυμα να εκτελέσουν το κενό του νου
αποθνήσκουν κάθε δευτερόλεπτο στην ρουτίνα της μητρόπολης.

Το ένα πίσω απ’ τ΄ άλλο διατεταγμένα,
ομοιόμορφα, με τάξη και σεμνά,
ασφυκτιούν σε βήμα στρατιωτικής παρελάσεως
Καθώς οδηγούνται στο χώμα.

Τα κουφάρια τους θα θρέψουν τα κτήνη που κινούν τα νήματα.

*

ΑΙΞΥΣΦΑ

Στα ζείδωρα μονοπάτια της τσιμεντούπολης
κρύβεται η ομορφιά.
Εκεί φωλιάζει η ζωή κυνηγημένη.

-στο πάρκο τα βράδια-
-ο άνεμος ελευθεριακά φυσά…-

Καθώς το κοριτσάκι με σκέρτσο
δείχνει το άλφα σε κύκλο,
τ΄ άνθη αυθαίρετα φυτρώνουν
στην πέτρα και σκίζουν την πέτρα…

*Από τη συλλογή “Αποδράσεις”, Ιούνης-Νοέμβρης 2010, Λάρισα.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Μια άσκηση πηγάζει της ερήμου,
καυτού αέρα αναπνοή, της λάβας κατακάθι,
πατημασιές που σβήνονται
στο σύρσιμο της άμμου,
θάλασσα κίτρινη ζεστή,
τ’ αφανισμού σημάδι.

Στήνεις στην έρημο κλαδί
και το νερό σταγόνα.

*

ΜΝΗΜΕΣ

Οι μνήμες,
πότε αυστηρές, αμείλικτες,
πότε ανταποδοτικές,
οι μνήμες χωρίς,
οι μνήμες πότε,
στην απέραντη τρυφερότητα.

*

ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ

Έρχονται απροειδοποίητα,
βράδια και πρωϊνά,
πλημμύρες γίνονται
στο κύμα της στιγμής.

Ένα “προφητικό” κείμενο για το βιβλίο “Το ξύλινο παλτό” της Κατερίνας Γώγου

Ένα “προφητικό” κείμενο για το βιβλίο “Το ξύλινο παλτό” της Κατερίνας Γώγου, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό “διάβασε για να διαβασεις…”, τεύχος 4, Φλεβάρης 1983 (μετά από δέκα χρόνια “έφυγε” η Κατερίνα!). Ήταν μια τριμηνιαία έκδοση (1982-84) του Λεωνίδα Χρηστάκη, με “δεκάδες πληροφορίες για εκδόσεις βιβλίων, περιοδικών” και άλλα πολλά…

*Πηγή: Κυριάκος Βασιλειάδης.

Δημήτρης Αρμάος (1959-2015), Nosferatu

Φωτογραφία: Δημήτρης Κανελλόπουλος

Σ’ ένα μοναδικό στίχο με στόχαση να κρύβεσαι

Κι αυτός ο στίχος πόλη με τα κάστρα της
Χρειάζεται την ιστορία για να τραφεί
Και για να μαραθεί το φως των υπαλλήλων

Λέω θα πρέπει ν’ αλλοιώνεται φριχτά το πρόσωπό μου
Όταν αρχίζει να χαράζει όγκους περιγράμματα
Στο διάβα της ψυχής από τα τελευταία σπίτια
Ο σπλαχνικός καντηλανάφτης της υποταγής
Στη ρίζα του βουνού σύθαμπο ακόμα
Οι μισητές δυνάμεις στρατωνίζονται στο σώμα μου
Ενώ ένα χέρι αόρατο περνάει μεθοδικά
Και σβήνει τα χαρακτηριστικά μου σα σε μαυροπίνακα
Το βλέμμα κιόλας νεκρωμένο αιμοδοτείται
Στη θέση τής δικιάς μου η έρημη
Ψυχή των βρικολάκων

Μια θρυαλλίδα πάει κι έρχεται στον κόρφο μου όπως γέρνω
Και παρατάω ανάλαφρα να πέσει το κυβέρτι
Μα δεν ξυπάζεται σαν άλλοτε το μέσα ψυχομέτρι
Στις πλάτες νιώθω φιλικά να με χτυπούν
Παλάμες διδαγμένες τάξη από ληστές.

*Από το βιβλίο «Δημήτρης Αρμάος, Μητρόπολη», Ανάτυπο από τα «Τετράμηνα» (τεύχος 39-40, Άμφισσα 1989, σελ. 2590-2591 / 9.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Γεωπολιτικές δολοφονίες παιδιών στο Robb Elementary

Έσπρωχνα την πλευρά του τετραδίου να ανοίξει στην άκρη παραλία
Εκεί, μουλιάζουν στοιβαγμένα τα αλάτια σε ανοιχτόκαρδες γούρνες
Παρηγορούνται με μία τράτα από μεθυσμένα θαλασσοπούλια
Πέλματα τσαλαπατούν ανενδοίαστα σε λίμνες με κόκκινους γυρίνους
Γύρω τα νησιά απλώνονται στις φακίδες μιας πρώτης εφηβείας.
Στις γρίλιες του θώρακα βλέπουμε φως που δεν παραβιάζεται.
Η ανατολή αργεί να ανατείλει τρεις φορές σε έργα κ’ μέρες προδοσίας
Η δύση καταβυθίζεται σαν δολοφονία στο σχολείο Robb Elementary
Έσπρωχνα τα τετράδια σε μια προσπάθεια να υπεραμυνθώ με εδάφια
Κι ο κόσμος μου γέμισε φύλλα σαν παιδιά διαμελισμένα στον κρόταφο
Ξερό φθινόπωρο που θρυμματίζεται κάποτε σαν αδικαιολόγητη βία.
Όταν τα σχολεία μας γίνονται Μικρή Συρία, τα αυτόματα παραμιλούν
Φταίνε οι προσομοιώσεις πολέμου στη Μέση Ανατολή κ’ o μισθοφόρος
πατέρας επιστρέφει ίδιος χαμένο μάτι του αντιστράτηγου Carton de Wiart.

*Αντιστράτηγος Adrian Carton de Wiart, πολέμησε γενναία στον WWI, WWII, αλλά και στον άδικο πόλεμο κατά των Boers. Στην επιστροφή του στην πατρίδα έχασε το αποκρουστικό γυάλινο μάτι μέσα σ’ ένα ταξί. Ισχυριζόταν ότι απόλαυσε τον πόλεμο.
** Στις 25 Μάη του 2022 στο σχολείο Robb Elementary στο Τέξας δολοφονήθηκαν 18 μαθητές και δύο δασκάλες απ’ τα πυρά του έφηβου Σαλβαδόρ Ράμος.

Κούλα Αδαλόγλου, Στιγμή

Έπαιζε ένας fado ρυθμός
γυρτό το κεφαλάκι σου στο στέρνο του
και λικνιζόσασταν
μέσα στον χρόνο ένα στροβίλισμα ευτυχίας.

Υγρό κρύο, σκούρα σύννεφα.
κι εγώ στην γκρίζα ομίχλη
μ’ ένα φόρεμα μοβ
όλο ξεμάκραινα.

Ανοιχτή η τηλεόραση ξεχασμένη
συνέχιζε να πυροβολεί κατά ριπάς

*Από τη συλλογή “Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα”, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2018.