Κριτική ποπ ή εμένα οι φίλες μου είναι ροζ αγκαλιά

(Σκέψεις & παρασκέψεις για τη βουκαμβίλια ποπ της μκχ)

Της Γιώτας Τεμπρίδου*

Το πρώτο βιβλίο της μκχ το περίμενα καιρό και, απ’ όσο ξέρω, δεν το περίμενα μόνο εγώ. Η μκχ τυγχάνει να έχει πολλά ονόματα, είναι και μαρίνα και μαρία και μαρίκα, το βιβλίο της όμως έχει μόνο ένα, είναι η βουκαμβίλια ποπ – ένα ροζ βιβλίο με ποιήματα ποπ. Στον τίτλο θ’ αναφερθώ μετά, πρώτα θα μοιραστώ μία μου χαρά: Η φιλία μου με τη μαρίνα βοήθησε ώστε να έχω στη διάθεσή μου τα ποιήματά της πολύ πριν από την έκδοσή τους. Μολονότι κυκλοφόρησαν, απ’ το περιοδικό τεφλόν βεβαίως βεβαίως, τον μάιο του 2022 τελικά, προσωπικά έχω μοιραστεί κάποια απ’ αυτά, με διάφορες αφορμές, πάντα όμως με την άδειά της φυσικά, ήδη από την άνοιξη του 2021. Αν δεν σας ενδιαφέρουν οι σχετικές λεπτομέρειες, συνιστάται να προχωρήσετε απευθείας στο 2 – θα βρείτε εκεί σχόλια για το εξώφυλλο και τον τίτλο της συλλογής. Αν δεν κρατιέστε να μπείτε στα ποιήματα, κάντε ένα άλμα μέχρι το 4.

1.1 Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2021, στο πλαίσιο του γσγ 292 – στοπ για εξηγήσεις: Το αρκτικόλεξο γσγ (διάβασε: γου-σου-γου) σημαίνει γενική & συγκριτική γραμματολογία και το γσγ 292 είναι κωδικός ενός προπτυχιακού μαθήματος ειδίκευσης του τμήματος φιλολογίας του απθ, με γενικό τίτλο «προβλήματα (πολυ)πολιτισμικών σχέσεων ΙΙΙ». Διδάσκω το συγκεκριμένο μάθημα στο συγκεκριμένο τμήμα τα τελευταία πέντε χρόνια (ιδέαν ουκ έχω αν θα [το] διδάσκω και τα επόμενα [σχόλιο για την επισφάλεια: τσεκ]) και το εξάμηνο στο οποίο αναφέρομαι ο ειδικός τίτλος του ήταν «ο ελύτης μεταφραστής: θέατρο, ποίηση, φιλοσοφία».

Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2021 λοιπόν, στο πλαίσιο του γσγ 292 που είχε ως αντικείμενο το μεταφραστικό έργο του ελύτη, σε μια από τις πρώτες συναντήσεις μας, κατά τις οποίες βάζαμε κάποιες βάσεις και γνωριζόμασταν με τον ποιητή, καλέσαμε τη μαρίνα – στοπ για πικάντικες (ή πάντως βαριές) λεπτομέρειες: Λέω για τη δεύτερη στη σειρά συνάντησή μας που έλαβε χώρα στις 5/3. Θυμίζω πως δεν υπήρχε τότε η επιλογή του διά ζώσης μαθήματος, είχαμε υποχρεωθεί στο εξ αποστάσεως, οι φοιτήτριες, οι φοιτητές κι εγώ ήμασταν σπίτια μας. Εκείνοι που δεν ήταν σπίτια τους εκείνον τον καιρό είναι οι ματατζήδες. Ο πρύτανης παπαϊωάννου είχε γράψει ήδη την αρχή μιας απολύτως τραγικής ιστορίας που κρατάει ως τις μέρες μας, όσο κι αν προσπαθούμε να τελειώνουμε μ’ αυτήν. Με τα ματ εντός του campus, το τμήμα τελούσε, όπως είναι φυσικό, υπό κατάληψη, άρα μαθήματα δεν γίνονταν ούτε από μακριά. Εμείς όμως είχαμε καλεσμένη τη μέρα εκείνη: Η πρώτη συνάντηση του εξαμήνου είχε κλείσει με μια διαφάνεια στην οποία υπήρχε ένα και μόνο ποίημα· ένα ποίημα που δεν ήταν του ελύτη. Έφερε την υπογραφή «μκχ» και την επισήμανση «αδημοσίευτο». Ζητούμενο ήταν να το διαβάσουμε με την ησυχία μας, να το σκεφτούμε και να ετοιμαστούμε ώστε να το συζητήσουμε με την ίδια τη μκχ μια βδομάδα μετά. Έτσι έγινε και συνδεθήκαμε στο ζουμ στις 5 μαρτίου για να βεβαιωθούμε πως ήμαστε όλ@ καλά και για να τιμήσουμε το ποιητικό ραντεβού μας. Με όλα τα υπόλοιπα ασχοληθήκαμε ξανά μετά τη λήξη της κατάληψης, που δυστυχώς, παρά τα καλά αντανακλαστικά και τη δυναμικότητα του φοιτητικού κινήματος, δεν έφερε λύση στα προβλήματά μας (τώρα που γράφω, έναν χρόνο μετά και ιούλιο μήνα, τα ματ καλά κρατούν στο απθ).

Καλέσαμε τη μαρίνα λοιπόν να συζητήσουμε με αφορμή ένα άτιτλο ποίημά της στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο απευθύνει ερώτημα σε κάποιον «φίλο σαπουνοποιό», που δεν (μπορεί να) είναι άλλος από τον οδυσσέα ελύτη, ο πατέρας του οποίου διέθετε εργοστάσιο σαπωνοποιίας. Το εν λόγω ποίημα αφορά την πολύωρη εργασία και τα πρησμένα πόδια, την επισφάλεια των πολλών και τις ταξικές διαφορές και κλείνει με την «ομορφιά του αιγαίου μας». Φίλος καλείται ο σαπουνοποιός, αλλά εδώ αμφισβητείται, κάποια έμμεση κριτική φαίνεται να του ασκείται. Είναι άραγε ο υμνητής της ομορφιάς του αιγαίου απ’ αλλού φερμένος; Αν είναι, θα ’πρεπε ο αναγνώστης του να είναι πειραγμένος; Τι είναι αυτό που ζητάμε απ’ την ποίηση; Να μας κρατήσει προσγειωμένες ή να μας δώσει φτερά; Να μας θυμίσει τις δυσκολίες που ποτέ δεν ξεχάσαμε ή ν’ ανοίξει πόρτες που ποτέ δεν περάσαμε; Πολλά τα ζητήματα και ικανά να πυροδοτήσουν ένα σωρό συζητήσεις. Σ’ εκείνη τη συνάντηση βέβαια ξεκινήσαμε απ’ το ποίημα και καταλήξαμε στο κουίρ. Ούτε που θυμάμαι πώς περάσαμε απ’ το ένα στο άλλο. Θυμάμαι όμως την οικειότητα που ένιωσαν πολύ γρήγορα οι φοιτήτριες με τη μαρίνα, το αμοιβαίο της κατάστασης, τη λαχτάρα γι’ ανταλλαγές, τον γενικό ενθουσιασμό.

Το ποίημα βρίσκεται τώρα στη σελίδα 13 της βουκαμβίλιας ποπ, προσωπικά μου αρέσει πολύ και μ’ ενδιαφέρει επιπλέον στο πλαίσιο μιας μελέτης που κάνω από καιρό πάνω στην παρουσία του ελύτη, ως ποιητή του κανόνα, στην ποίηση που γράφεται σήμερα. Όσο για τη μαρίνα, «απέρριψα τον κανόνα και τα λεξικά», γράφει μία μόλις σελίδα μετά τα του ελύτη και τραβάει γραμμές πάνω από ορισμούς του τεγόπουλου-φυτράκη, για την περίπτωση που δεν την πιστεύουμε. Δοκιμάζω κι εγώ, με ορισμό του τριανταφυλλίδη τώρα: επίδραση η [epíδrasi]: ενέργεια, συνήθ. αργή και ανεπαίσθητη, που ασκείται σε κπ. ή σε κτ. με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η διαμόρφωση, η λειτουργία ή η συμπεριφορά του: Aσκείται ~ σε κπ. / σε κτ. Δέχομαι επιδράσεις από κπ. / από κτ. Yλικές / πνευματικές / ιδεολογικές επιδράσεις. Aσήμαντη / μικρή / μεγάλη / σοβαρή ~.

1.1.1 Ανάγκη πάσα για ένα συμπλήρωμα εδώ: Για τη γενικότερη σχέση της μκχ με τον ελύτη, δεν υπάρχει αρμοδιότερη να μιλήσει απ’ την ίδια τη μκχ. Μπορούμε πάντως να είμαστε σίγουρες πως τον γνώρισε στο σχολείο, όπως όλες μας. Μπορούμε να υποθέσουμε πως αργότερα πήρε τον χρόνο να σκεφτεί αρκετά από εκείνα που της είχαν μάθει στο σχολείο, μαζί και τον ελύτη. Πως τον ξαναδιάβασε και πως συνάντησε, ως ενήλικη πια, τ’ όνομά της στην ποίησή του (τ’ όνομά της υπάρχει και στη δική της ποίηση – αν το ψάξετε, θα το βρείτε). Και μπορούμε να είμαστε σίγουρες πως υπήρξαν στιγμές που τον σκεφτόταν ενώ έγραφε το πρώτο της βιβλίο, πράγμα που δεν το λες και μικρό. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να τον σκεφτούμε κι εμείς καθώς διαβάζουμε τη βουκαμβίλια ποπ, όχι μόνο με αφορμή το ποίημα που αναφέρω παραπάνω. Σε ένα άλλο, με τίτλο «έχεις μιλήσει ποτέ με άνθρωπο για τα πιο βαθιά τραύματά του;», υπάρχουν δυο αναφορές στις μικρές κυκλάδες. Η μκχ αναφέρεται στα νησιά και όχι στη φερώνυμη ποιητική ενότητα που ανοίγει τα ρω του έρωτα. Αλλά πάλι, και για τον ελύτη τα ίδια αυτά νησιά δεν υπήρξαν η αφορμή; Και επίσης: Πόσο τυχαίος μπορεί να είναι ο τίτλος ενός άλλου ποιήματος της μκχ «τραγούδια σε λα του έρωτα»;

1.2 Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα (αν νιώθετε πως διαβάσατε ήδη αρκετά, προχωρήστε στο 1.5) και το ίδιο τμήμα. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2021-22 μου άλλαξαν λίγο το πρόγραμμα. Τίποτα σπουδαίο: Το γσγ 292 (ξανά: για τον ελύτη μεταφραστή) μεταφέρθηκε στο χειμερινό εξάμηνο. Το περιεχόμενο άλλαξε λίγο κι αυτό, με δική μου πρωτοβουλία. Το προσαρμόζω κάθε φορά, να μη βαριέμαι, φρόντισα να χωρέσω όμως ξανά το, αδημοσίευτο ακόμα, ποίημα της μαρίνας σε μια διαφάνεια. Το σκεπτικό ήταν το ίδιο. Το ποίημα δόθηκε στο κλείσιμο της πρώτης συνάντησης με σκοπό να συζητηθεί στο άνοιγμα της δεύτερης. Τα μαθήματα γίνονταν διά ζώσης πια, πράγμα, εννοείται, καλό. Το μόνο κακό ήταν που δεν μπορέσαμε να έχουμε κοντά μας τη μαρίνα. Η συζήτηση ήταν γόνιμη, κράτησε όμως αναγκαστικά λίγο, αφού μας περίμενε μια περιδιάβαση στο ποιητικό έργο του ελύτη αμέσως μετά. Στις 22 οκτωβρίου έγιναν αυτά.

1.3 Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα (αν βαρεθήκατε, σας ξαναλέω να προχωρήσετε στο 1.5) και το απθ (αν αυτό δεν σας νοιάζει, σας προτείνω το 1.4 και στη συνέχεια το 2). Κατά το εαρινό εξάμηνο του 2022 με κάλεσε η λία γυιόκα (η λία είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας και θεωρίας της τέχνης και του πολιτισμού στο απθ και μια αγαπημένη) στην αρχιτεκτονική, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού μαθήματος «ιστορία της τέχνης και διατομεακές προσεγγίσεις του φύλου», να πούμε για το φύλο και τη λογοτεχνία. Ετοίμασα μια παρουσίαση με ασόβαρο τίτλο και πήγα: «la literatura será feminista o no será: λογοτεχνικά έμφυλα». Την πρωταπριλιά του 22 αυτά.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αναφερθήκαμε σε δεκάδες ελληνίδες πεζογράφους και ποιήτριες (δίνοντας λίγο χώρο παραπάνω στη μάτση χατζηλαζάρου και τη ζωή καρέλλη), συζητήσαμε για το πηγάδι της μοναξιάς και την ερωμένη της, σταθήκαμε στη βιρτζίνια γουλφ και την πατ πάρκερ, σχολιάσαμε όρους όπως γυναικεία γραφή, φεμινιστική κριτική, κουίρ και κλείσαμε την κουβέντα μας με μερικές στάσεις στο σήμερα, συζητώντας γύρω από ερωτήματα όπως «με τι όρους ξαναγράφονται σήμερα κείμενα της παράδοσης (εφόσον ξαναγράφονται);» (με κουίρ όρους, απαντάω στα γρήγορα, έχοντας κατά νου παραδείγματα παρμένα απ’ τη γλυκερία μπασδέκη και τον μάριο χατζηπροκοπίου) και «τι είδους κριτική ασκείται σήμερα στον κανόνα (εφόσον ασκείται);».

Ως προς το τελευταίο, η γνώμη μου είναι πως η πιο ενδιαφέρουσα κριτική στον κανόνα ασκείται από ποιήτριες και έρχεται μέσα από την ίδια την ποίηση, όχι από κείμενα θεωρητικά. Αυτό ακριβώς υποστηρίζοντας, έφερα τρία ποιητικά παραδείγματα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται με τον ελύτη (όχι επειδή έχω καμιά εμμονή μαζί του, αλλά γιατί σ’ αυτόν είναι που είμαι ειδική, όπως τους αρέσει να λένε): το προαναφερθέν, αδημοσίευτο και άτιτλο, ποίημα της μαρίνας, απόσπασμα από το «μάθημα ιστοριογεωγραφίας» (από το ίδιο ποίημα) της πρόκνης και απόσπασμα από το «τι της έχω κάνει της μαλακισμένης (της ελληνικής γλώσσας)» (από το μια και ολόκληρη, μια χαψιά) της ντιάνας μάνεση. Μολονότι ήταν αρκετό το υλικό και διαφόρων ειδών τα ερεθίσματα, με κίνδυνο να χαθεί κάθε ενδιαφέρον στο τέλος, έμεινα με την εντύπωση πως το είδος αυτό της ποιητικής κριτικής τράβηξε την προσοχή των μεταπτυχιακών φοιτητριών. Ένιωσα με δυο λόγια πως τόσο το ποίημα της μαρίνας όσο και τα δυο ποιητικά αποσπάσματα άρεσαν.

1.4. Θα πω πάλι για το ίδιο ποίημα, για τελευταία τώρα φορά. Στις 11 απριλίου 2022 ήμουν καλεσμένη της ζωής κόκκα (που ακούει και στο μαρή κουλή), στη δραματική σχολή πειραϊκού συνδέσμου, όπου διδάσκει ιστορία της λογοτεχνίας, να μιλήσω για τον ελύτη, στο πλαίσιο της γνωριμίας των σπουδαστ(ρι)ών με τη γενιά του 30. Μίλησα λοιπόν για τον ελύτη και μετά άφησα και μερικά ποιήματα να μιλήσουν γι’ αυτόν· το της μκχ και τα εξής ποιητικά αποσπάσματα: «ελύτη το αιγαίο σου βρωμάει ελλάδα» (από το μα είν’ αυτό ποίηση;) του jazra khaleed, «Λέσβος./ Σφουγγαρίζω τα πλακάκια/ των μεγάλων αντρών του έθνους.» της πρόκνης, «είμαι εγώ που φωνάζω, είμαι εγώ που κλαίω, μπουμπουνίζει, χύθηκε το γάλα, παράβρασε με την πέτσα του, κωλοπετσωμένη» της ντιάνας μάνεση. Σπουδάστριες και σπουδαστές υπήρξαν λαλίστατ@ σ’ αυτή την περίπτωση και το πιο ενδιαφέρον είναι πως ένιωσαν την ανάγκη να μπουν σε θέση άμυνας: Τι μας έχει κάνει ο ελύτης επιτέλους και του φερόμαστε έτσι; Δεν είπα(με) όμως ποτέ πως κάτι μας έκανε. Πάμπολλες κοιμούνται με το εικόνισμά του (κοσμεί και το δικό μου γραφείο) στο προσκεφάλι τους και φαντάζομαι πως οι αιώνιες θαυμάστριές του είναι περισσότερες από εκείνες που τον αμφισβητούν στα ποιήματά τους.

Απ’ την άλλη, η αμφισβήτηση δεν συνεπάγεται ντε και καλά απόρριψη και η ποίηση δεν τελείωσε ευτυχώς με τον ελύτη. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τον κανόνα (και πώς αλλιώς θα τον αντιμετωπίσουμε;), πρέπει να κοιτάξουμε και το αποτύπωμά του στο τώρα. Έχει σημασία να δούμε πόσο συχνά (πολύ συχνά, σας βεβαιώ) και με τι τρόπους μνημονεύεται ο ελύτης στη σημερινή ποίηση, μπορεί να έχει σημασία και πόσο συχνά τον βλέπουμε στον ύπνο μας. Ν’ αναμετριόμαστε με τις επιρροές μας, να σκαλίζουμε τις ρίζες μας, άχρηστο, μάταιο, κακό δεν είναι.

Έτσι που λέτε η μκχ: Και στον πειραιά διαβάστηκε και κουβέντες άνοιξε και ενστάσεις γέννησε σε εκκολαπτόμεν@ ηθοποιούς. Πριν καν κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο.

1.5 Ποιήματα της μκχ διαβάσαμε και σε μια αντιμπατσική συνάντηση που κάναμε ένα μεσημέρι κυριακής στα γρασίδια της φιλοσοφικής. Είναι μια συνήθεια που ξεκίνησε ένα χρόνο πριν, με τον μπαμπούλα του εξ αποστάσεως πάνω απ’ το κεφάλι μας: Μαζευόμασταν τις κυριακές και διαβάζαμε ποίηση, μιλούσαμε για την ποίηση, καμιά φορά παίζαμε και λίγο βόλεϊ. Αυτή τη χρονιά, με τον καραμπαμπούλαρο των ματ πάνω απ’ το κεφάλι μας, μια συνάντηση κάναμε όλη κι όλη: Στις 15 μαΐου βρεθήκαμε, καθίσαμε σε κύκλο και διαβάσαμε, όχι λίγα, ποιήματα κατά της αστυνομίας. Διαβάσαμε επίσης ελάχιστα πεζά, ακούσαμε το «bye» των chraja και dolly vara, τραγουδήσαμε τον «κουκουλοφόρο» του σπύρου γραμμένου, συνοδεία της κιθάρας της αγαθής.

Μια μέρα πριν τη συνάντηση (γιατί τότε το θυμήθηκα), επικοινώνησα με τη μαρίνα και τη ρώτησα αν θα ήθελε να μου στείλει κάποιο δικό της ποίημα, για να διαβαστεί στα γρασίδια. Ανταποκρίθηκε αμέσως, μου έστειλε τέσσερα, όχι μόνο ένα, μου είπε και «ρε συ πριν λίγο έμαθα ότι τη δευτέρα κυκλοφορεί το βιβλίο»! Την επομένη απολαύσαμε τα αντιμπατσικά ποιήματα, αναφερθήκαμε φυσικά και στην επικείμενη έκδοση. Με μικρή καθυστέρηση κατάλαβα πως τα ποιήματα που μοιράστηκε μαζί μας η μαρίνα δεν συμπεριλαμβάνονται στη βουκαμβίλια ποπ· πως υπάρχει κι άλλο υλικό, εκτός βιβλίου. Η βουκαμβίλια δεν κυκλοφόρησε τελικά εκείνη τη δευτέρα, αλλά αργότερα μες στον μάιο.

1.6 Τέλη μαΐου κυκλοφόρησε πια η βουκαμβίλια ποπ, πατώντας με στιλ στο ροζ χαλί που της είχαμε στρώσει. Στο μεταξύ, αυτό το εξάμηνο στη σχολή είχα το γσγ 288, με γενικό τίτλο «προβλήματα διακειμενικών σχέσεων ΙΙ» και ειδικό «νίκος καρούζος: ύπαρξη, ποίηση, φιλοσοφία». Και ενώ είχαμε διανύσει ένα ευχάριστο, νομίζω, και εποικοδομητικό (εντός της αιθούσης εννοώ, στα εκτός καλύτερα άλλο να μην αναφερθώ) εαρινό, στα τελειώματα τέθηκε από έναν φοιτητή, τον νίκο, το αγωνιώδες ερώτημα «η ποίηση δεν είναι πάντα φιλοσοφική;». Οπότε και στην επόμενη συνάντησή μας, που ήταν και η τελευταία πριν απ’ την εξεταστική, δεν πήγα μόνη, αλλά με τις χατζηλαζάρου, μαστοράκη, σιώζιου, μπασδέκη και μκχ. Ήθελα παραδείγματα καλών ποιημάτων που δεν έχουν κάτι το φανερά φιλοσοφικό και αυτές στάθηκαν στο πλευρό μου. Διάλεξα αποκλειστικά γυναίκες, για να τους δώσουμε λίγο χώρο, μετά από όλον αυτό τον καρουζικό καιρό, και σίγουρα όχι επειδή είναι λιγότερο φιλοσοφική η ποίησή τους (!). Από τη βουκαμβίλια διάλεξα ένα άτιτλο ποίημα που ανοίγει με τους στίχους «τα ρούχα των κοριτσιών/ δεν έχουν τσέπες» και αφορά εν ολίγοις τις σερβιέτες. Καθώς έλεγα δυο λόγια για την έκδοση, μια φοιτήτρια, η σέβη ίσως ή η αθανασία, ρώτησε: «αυτή δεν είναι που τη διαβάσαμε τότε στα γρασίδια;». Κι ύστερα, αφού έκαναν τη γύρα τους τα βιβλία, μια άλλη φοιτήτρια, η παναγιώτα νομίζω, είπε «εμένα μου άρεσε εκείνο το ροζ», δείχνοντας προς τη βουκαμβίλια. Τότε μου πέρασε φευγαλέα απ’ το μυαλό πως το ροζ είναι ποπ.

Θεωρώ τη βουκαμβίλια ποπ κομψοτέχνημα, με τα ροζ, τα πιο ροζ και τα λευκά της και επίσης βρίσκω τον τίτλο της εξαιρετικό. Βέβαια, με μια βιαστική ματιά μπορεί και να μην διακρίνεται καθαρά, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του πρώτου «β» και του «μ» της βουκαμβίλιας. Μπορεί όμως να πρόκειται για τρικ – πετυχημένο εκ του αποτελέσματος, αφού το βιβλίο κερδίζει εύκολα τις επόμενες ματιές μας. Ο τίτλος είναι έτσι γραμμένος που καλύπτει όλο το εξώφυλλο (όταν λέμε όλο, εννοούμε όλο). Και πού μπαίνει τότε το «μκχ»; Μέσα σ’ έναν κύκλο· μέσα στο «ο» του «ποπ», κάτω δηλαδή και κεντρικά. Γράφεται με λευκά γράμματα, όπως και το «τεφλόν» που φιγουράρει στο οπισθόφυλλο μόνο του (κάτω και αριστερά αυτό), σε αντίθεση με τον τίτλο που είναι καταρόζ. Μιλώντας για γράμματα: Στο εξώφυλλο είναι όλα κεφαλαία. Μέσα στο βιβλίο αντίθετα δεν υπάρχει ούτε ένα κεφαλαίο: Τα κύρια ονόματα γράφονται με πεζό αρχικό (αυτή την τακτική ακολουθώντας γράφω κι εγώ απθ, ελύτης κ.λπ. παραπάνω), μετά τις τελείες (γιατί υπάρχουν κάποιες τελείες, μία στη σελίδα 6, ας πούμε, και αρκετές στην 31, δεν θέλω όμως τώρα να μετράω τελείες) ακολουθεί και πάλι πεζό.
Όπως είπα, βρίσκω τον τίτλο εξαιρετικό, πράγμα που σημαίνει πως είναι του γούστου μου, αλλά μπορεί και να μην σημαίνει μόνο αυτό. Τι περιμένουμε από έναν τίτλο συνήθως; Να τον θυμόμαστε εύκολα ίσως, να μην θυμίζει άλλους (όχι χωρίς να το θέλει τουλάχιστον), ν’ ακούγεται ωραία όταν τον ζητάμε απ’ τον βιβλιοπώλη μας: «μια βουκαμβίλια θα ήθελα παρακαλώ – ποπ!». Fun fact: Ρώτησα κάποια στιγμή τον λευτέρη στις ακυβέρνητες πολιτείες πώς και έφυγε η βουκαμβίλια απ’ τη βιτρίνα (είχαν σωθεί τ’ αντίτυπα τελικά) και, αφού έμεινε για λίγο απορημένος με την απορία μου, μου είπε «νόμισα πως αναφέρεσαι στη γλάστρα», που ήταν, παρατήρησα μετά, στ’ αριστερά της βιτρίνας και ευτυχώς δεν είχε κάνει φτερά.

Πώς προέκυψε όμως ο τίτλος; Υπάρχει καμιά βουκαμβίλια στο βιβλίο; Υπάρχει μία και εμφανίζεται λίγο πριν το κλείσιμο: «προσπαθώ να κάνω το ατελείωτο φούξια της βουκαμβίλιας ποπ». Αυτό τώρα μπορεί να μοιάσει ασαφές, μπορεί να θεωρηθεί και ακατόρθωτο, ας υποθέσουμε πως υπήρξε κάποια που τα κατάφερε όμως, για να κρατάω στα χέρια μου σήμερα τη βουκαμβίλια ποπ. Όσο για μας, μπορούμε να μείνουμε ν’ αναρωτιόμαστε πώς γίνεται το φούξια ποπ, να θεωρήσουμε πως η μαρίνα έγραψε ολόκληρο βιβλίο όχι για να δείξει τον τρόπο, για ν’ αποδείξει ότι γίνεται μόνο και μόνο, ν’ αποδεχτούμε πως μόνο αυτή ξέρει τότε το πώς, να φανταστούμε μια βουκαμβίλια π.ο.π., ξέροντας πως αυτό σημαίνει άλλο πράγμα, αλλά μήπως και ποπ είναι για όλ@ μας το ίδιο;

Στο σχετικό ποίημα θα επιστρέψω αργότερα, γιατί είναι το προτελευταίο του βιβλίου και δεν είναι ανάγκη να βιάζομαι. Κατά τα άλλα θα ήθελα από τώρα να πω πως μουρμούρισα λίγο στην αρχή: «ορίστε, περιμέναμε ένα βιβλίο κουίρ και μας ήρθε ένα βιβλίο ποπ», αν και δεν είμαι σίγουρη πως ξέρω τι ακριβώς εννοούσα μ’ αυτό. Είμαι σίγουρη για κάτι άλλο: Στην πορεία μόνο ζημιωμένη δεν ένιωσα διαβάζοντας τη βουκαμβίλια ποπ. Μου φάνηκε μάλιστα πως η μαρίνα ήξερε τι περίπου περίμενα και με πασάλειψε με τις ενστάσεις μου πριν καν τις διατυπώσω, γράφοντας: «ποπ σκέτο ποπ, χωρίς δείγμα κουίρ» (75).

Η βουκαμβίλια ποπ κυκλοφόρησε μαζί με το σεξ είναι έρημος της γκαλίνα ρίμπου, που το μετέφρασε από τα ρωσικά η νίκη καραγεώργου. Τόσο τη μκχ όσο και τη ρίμπου τις είχαμε συναντήσει σε σελίδες του τεφλόν νωρίτερα, τη μαρίνα την είχαμε βρει και στο yusra, ποιήματά της ανεβάζει επίσης συχνά στο fb, αν και εκεί τη λένε μαρία. Το μοντέλο ένα ελληνικό και ένα μεταφρασμένο βιβλίο ποίησης που βγαίνουν μαζί στην αγορά το είχε δοκιμάσει και παλιότερα η ομάδα του τεφλόν, με το μα είν’ αυτό ποίηση του jazra khaleed και το σφυρί της adelaide ivanova, με μεγάλη επιτυχία, κατά τη γνώμη μου – κρίνω πως καλά έκανε και το ακολούθησε ξανά. Και, εντάξει, το θέμα μου εδώ είναι η μκχ και η βουκαμβίλια της, θα πρέπει όμως επιτέλους να πούμε κάποια στιγμή πόσα χρωστάμε στο τεφλόν, πόσα μας έχει μάθει, πόσα μας χάρισε μες στα χρόνια με τις προτάσεις, τα αφιερώματα, τα μεταφράσματά του. Γιατί δεν είναι μόνο που μεταφράζει ακάματα η τεφλονομάδα, είναι και που συστηματικά μελετά, επιλέγει και προτείνει καινούρια ονόματα. Που πλαισιώνει τα μεταφράσματα με διαφωτιστικά εισαγωγικά σημειώματα. Που προσφέρει δίγλωσσα αφιερώματα, σπουδαίο κι αυτό. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στο τεφλόν από μένα λοιπόν· για την pat parker, για την athena farrokhzad, για τη ρωσόφωνη ποίηση και γι’ άλλες πολλές. Για να επανέλθω όμως στη ρίμπου, πριν επανέλθω στη μκχ: Το σεξ είναι έρημος είναι το μόνο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά, αξίζει οπωσδήποτε την προσοχή μας, προσωπικά το κατασπάραξα, με ώθησε και σε ένα διακειμενικό ταξίδι (αλλιώς: παιχνίδι). Αν αυτό σας είναι αδιάφορο, συνιστάται να προχωρήσετε απευθείας στο 4.
3.1 Το δεύτερο στη σειρά ποίημα του βιβλίου της ρίμπου το σεξ είναι έρημος έχει τίτλο «το μουνί μου», εκτείνεται σε έξι σελίδες, αφορά το σεξ, την περίοδο, τη γέννα και το μετά τη γέννα και περιλαμβάνει διατυπώσεις όπως «εκείνη την εποχή δεν ήξερα ότι έπεφτε λόγος σε όλους για το μουνί μου», «να κάνεις επανάσταση με το μουνί», «το μουνί μου είναι αγάπη, ιστορία, πολιτική». Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το ποίημα, απ’ την πρώτη φορά μου άρεσε πολύ, ψάχνω τώρα πίσω απ’ τις λέξεις, σκέφτομαι σε πόσα πράγματα απαντάνε οι στίχοι, πόσο δικούς μου νιώθω μερικούς, πόσο ενδυναμωτικοί μπορεί να είναι. Κι εκεί που έχω την ηρεμία που μου προσφέρει η ποίηση που μ’ αρέσει, διαισθάνομαι μια παρέμβαση, σαν κάτι να προσπαθεί να τρυπώσει στο κεφάλι μου. Είναι η ανάμνηση ενός άλλου ποιήματος, από τη ζέλμπα του κώστα δεσποινιάδη. Ενός ποιήματος για μια όμορφη γυναίκα που μιλάει στο ποιητικό υποκείμενο για συγγραφείς, φιλοσόφους και ό,τι «λάτρεψ[ε] στη ζωή [τ]ου» και κείνο την «ακού[ει] με θαυμασμό·/ δεν παύ[ει] όμως στιγμή/ να φαντάζ[εται] το μουνί της». Και, εντάξει, ο δεσποινιάδης δεν αναφέρεται στης γκαλίνα το μουνί, είμαι σίγουρη. Μήπως όμως θ’ άρεσε και σε σας να φανταστείτε τη γκαλίνα να διαβάζει δεσποινιάδη πριν γράψει «το μουνί μου»;

Η βουκαμβίλια ποπ είναι χορταστικότατη, κοντά ογδόντα σελίδες. Κάποια ποιήματά της έχουν τίτλο, ενίοτε μάλιστα εκτενή (π.χ. «ένα ποίημα για τα κορίτσια που κλαίνε με μάτια μελανιασμένα σε φυσικό μπλε»), τα άτιτλα όμως είναι πολύ περισσότερα. Περιεχόμενα δεν υπάρχουν, το ξέρω επειδή τ’ αναζήτησα και τ’ αναζήτησα επειδή έχω συνηθίσει να τα βρίσκω σε συλλογές τέτοιας έκτασης – σιγά μην ψάχνουμε τα συνηθισμένα όμως στα ποιητικά βιβλία. Η έκταση των ποιημάτων ποικίλλει, περιλαμβάνονται τετράστιχα αλλά και ποιήματα που γεμίζουν ολόκληρες σελίδες. Πάντως η μαρίνα μοιάζει να νιώθει πιο άνετα με τη μεγάλη φόρμα και μόνο κατ’ εξαίρεση να αξιοποιεί τη μικρή.
Το βιβλίο αφορά εμπειρίες κοριτσιών αλλά και την πάλη των τάξεων, το κυνηγητό στους δρόμους της αθήνας, τη σχέση ανθρώπου και τόπου: «ογδόντα τετραγωνικά/ για να μη σε χωράει/ ο τόπος» (52). Η μκχ γράφει για τις ανθρώπινες σχέσεις, που δεν είναι πάντα στρωμένες με ροδοπέταλα, και για τους βιασμούς, που καλά θα κάνουμε να τους λέμε με τ’ όνομά τους· για τους μπάτσους, τ’ αφεντικά και άλλα δεινά· για το ροχαλητό (!) και τον «πραγματικό θάνατο» (40). Αντλεί υλικό απ’ τα βιώματά της – το υλικό της όμως δεν είναι ανεπεξέργαστο και τα βιώματά της δεν είναι απαραίτητα ατομικά. Καταγράφει σκηνές που (όμοιές τους) έχουμε ζήσει[1]: «περπατάω/ στο ένα χέρι έχω το κινητό/ το άλλο μπουνιά να κρύβει τον σουγιά» (56)· ατάκες που (όμοιές τους) έχουμε ακούσει[2]: «μπορεί και να είσαι/ λίγο υπερβολική» (25)· αλλά δεν τις καταγράφει απλώς, συναισθάνεται τη σημασία τους, τις ξορκίζει, τις κάνει, με φροντίδα, ποίηση. Το έμφυλο (π.χ. «κάποιες από εμάς/ απειλήθηκαν/ από δολοφόνους/ και τότε η ώρα σταμάτησε για όλες μας», 57), το ταξικό («τι ακριβώς/ περιμένουν/ από ένα κορίτσι/ της τάξης μου/ […]/ ότι επιβίωσε/ μόνο με γλύκα και νάζι;», 72), το φυλετικό («με εξυπηρέτησαν πρώτη/ ήμουν η μόνη λευκή», 62) είναι όλα εδώ. Ανάμικτα με κάτι στίχους για τον ήλιο, το καλοκαίρι, τη θάλασσα, που λες και είναι γραμμένοι από άλλη: «μπορώ αν θες/ να περπατήσω στο νερό/ για ένα σου (τελευταίο) φιλί», «και βρεφικά αμόλυντη/ να υποδεχτώ/ τον ήλιο του καλοκαιριού» (20 & 35, αντίστοιχα).

Πιο ειδικά, το βιβλίο ανοίγει με μια «διαθήκη» (έτσι επιγράφεται το πρώτο ποίημα, ας έχουμε συνηθίσει οι διαθήκες να δηλώνουν κάποιο τέλος), την οποία και παραθέτω, καθώς είναι συντομότατη: «αφήνω/ στις φίλες μου/ την ελπίδα/ για το μέλλον του κόσμου». Η «διαθήκη» στοιχίζεται οριζοντίως και καθέτως στο κέντρο, θέση που μοιράζεται με άλλο ένα μόνο ποίημα της συλλογής (34)[3], που είναι κι αυτό τετράστιχο και αφορά επίσης τις φίλες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως οι φίλες αποτελούν την κινητήρια δύναμη της βουκαμβίλιας ποπ. Γι’ αυτές πρωτίστως φαίνεται πως νοιάζεται το ποιητικό υποκείμενο, σ’ αυτές βασίζεται, μ’ αυτές ανταλλάζει τάπερ (66)[4]. Οι φίλοι, γένος αρσενικό, όχι ανυπεράσπιστο, είναι μια άλλη ιστορία: «ήταν τρεις/ ήταν φίλοι μου/ ήρθαν σπίτι/ τους είπα όχι», «–οι φίλοι πιο συχνά–/ ξεχνάνε τον φόβο μου» (26 & 57, αντίστοιχα)[5].

Ανέφερα προηγουμένως το κυνηγητό στους δρόμους της αθήνας. Προσθέτω τώρα και το κρυφτό και τις βόλτες και την επιβίωση στους δρόμους της αθήνας – και όχι σε οποιουσδήποτε δρόμους. Έχει μια άνεση η μαρίνα με την πόλη, τη γνωρίζει καλά, την έχει προφανώς ζήσει και περπατήσει. Η συλλογή της είναι γεμάτη με σημεία της: δρόμους[6], όπως η γλάδστωνος, η αραχώβης και άλλοι πολλοί, περιοχές, όπως η κυψέλη, τα εξάρχεια και όχι μόνο, πλατείες, όπως η πλατεία καρύτση και η πλατεία θεάτρου – έτσι που τα ποιητικά ίχνη της μοιάζουν με πινέζες σε χάρτη[7]. Νομίζω πως τη μαρίνα την ενδιαφέρει γενικότερα ο τόπος: το σπίτι, ο χώρος εργασίας, ο εξωτερικός χώρος, όχι όμως ανεξάρτητα απ’ τους ανθρώπους (του). Τα μέσα μαζικής μεταφοράς και το πεζοδρόμιο την απασχολούν ως τόποι συνάντησης. Η πόλη της μόνο έρημη δεν είναι, περνάνε απ’ αυτήν: «ο airbnb νοικάρης», ένας βρεγμένος ντελιβεράς, μια σεξεργάτρια, ξυπόλητοι μπαγκλαντεσιανοί, ένα προσφυγόπουλο και ο βέρος αθηναίος, αρκετοί άστεγοι, ο ινδός καταστηματάρχης και ο ασφαλίτης στη γωνία, ένα πιτσιρίκι με κίτρινο μπουφάν, ένας ξεναγός κ.ά.

Οι άνθρωποι της βουκαμβίλιας ποπ, αξεχώριστοι απ’ την πόλη που τους φιλοξενεί, «είναι/ αστικά στολίδια»8: τη ζωντανεύουν, την ομορφαίνουν, της δίνουν νόημα, χάνοντας ίσως εκείνοι το δικό τους, τα μέσα τους, μένοντας μόνο με το δέρμα τους. Απ’ όταν πρωτοκοίταξα την εικόνα του ανθρωποστολιδιού της μκχ, μου φάνηκε οικεία, σαν κάπου, κάπως, κάποτε να είχα δει κι άλλα τέτοια. Θυμήθηκα τελικά κάτι στίχους, προγενέστερους, μιας άλλης ποιήτριας, της ελένης χριστοπούλου, απ’ την ωραία της συλλογή παιδικοχαρίτες: «Εκεί, πόσους άστεγους χωρά/ ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο;» (16). Τόσο ομαλά μ’ έβγαλε η μια ποιήτρια στην άλλη, τόσο συγγενικές μού φάνηκαν οι δυο εικόνες που, να δείτε, κάποιος δεσμός θα ενώνει μαρίνα και ελένη – δεν ξέρω αν υπάρχει όμως λόγος να σταθώ παραπάνω σ’ αυτό(ν).

Εκείνο που θα ήθελα να πω είναι τι βρήκα μες στη βουκαμβίλια ποπ εκτός από φίλες και μια πυκνοκατοικημένη πόλη. Βρήκα τραύματα[9], «ψηλοτάκουνες γόβες/ και ψεύτικες βλεφαρίδες»10, δακρυγόνα, κρότου λάμψης και γκλομπ[11], πριγκίπισσες και δράκους, το αντρικό βλέμμα, το αντρικό πανοπτικόν, αντρικά προνόμια και την πούτσα του νίκου. Στιγμές πόνου: «κοιτάζω στα σεντόνια/ κομμάτια αίμα» (46)· τρυφερότητας[12]: «μήπως αν την πάρουμε αγκαλιά/ θα γίνει καλά, ε μαμά» (65)· αγανάκτησης (και ασυνεννοησίας): «κάποιος ξαφνιάστηκε/ που έβαλα τις φωνές/ ενάντια/ στον σεξισμό του» (72). Βρήκα την άντζελα ντέιβις, την κέιτ μος, τον μαλάκα τον αίσωπο, τον κάρβερ. Έναν/τον πατέρα που πέθανε, μια/τη γιαγιά που πέθανε[13], τον βακαλόπουλο που πέθανε. Έναν νάνο[14], μερικά κακοπαθημένα ζώα (μια όμορφη ελαφίνα που «πέθανε γιατί την τάισαν/ […]/ ζαμπόν, γαριδάκια και τυρόπιτα», έναν πετροβολημένο γλάρο, έναν πατημένο σκαντζόχοιρο, «νεκρές γάτες/ στην άσφαλτο»[15]) και πολλά έντομα.

Τα έντομα επιστρατεύονται αρχικά για να συστηθούν οι φίλες (!): οι «οργανωτικές» φίλες-μυρμήγκια, οι «ορεξάτες» φίλες-τζιτζίκια, οι «αξιαγάπητες» φίλες-πεταλούδες, οι κρυμμένες φίλες-κατσαρίδες (10). Στη συνέχεια όμως αναλαμβάνουν κι άλλους ρόλους, οι δυο πιο ενδιαφέροντες απ’ τους οποίους μοιράζονται κατά τη γνώμη μου στην πεταλούδα της νύχτας και στην πασχαλίτσα. Στις πεταλούδες της νύχτας πέφτει το απλούστατο ζήτημα του κύκλου της ζωής: Μπαίνουν στο σπίτι, η γιαγιά δεν επιτρέπει να τις πειράξουνε, προμηνύουν ερχομό, λέει, αλλά μετά η γιαγιά πεθαίνει, οι πεταλούδες ξαναμπαίνουν στο σπίτι και μετά πεθαίνουν κι αυτές και τελικά δεν είναι πεταλούδες (απ’ αυτές που τις τραγουδάμε), αλλά σκόροι (απ’ αυτούς που αντιμετωπίζουμε και καταπολεμάμε), και η αναγνώστρια μένει ν’ αναρωτιέται αν είναι αυτή η ανατροπή του ποιήματος ή που το μήνυμά τους «δεν είναι ερχομός/ μα θάνατος» (41).

Έπειτα «η πασχαλίτσα είναι η πρώτη επαφή/ με την αισθητική» (45). Στο ποίημα «στη λαϊκή» το ποιητικό υποκείμενο αγοράζει μια πασχαλίτσα μαζί με τα ροδάκινα, σκέφτεται να την επιστρέψει, γιατί ο παππούς μάλλον δεν τη ζύγισε, κάνει ένα φλας μπακ και περιγράφει μια νύχτα με μια νυχτοπεταλούδα στο ασανσέρ: της ανοιγόκλεινε επί ώρα την πόρτα, να διαλέξει το μέσα ή το έξω, μέχρι που είδε μια νεκρή κατσαρίδα στο πάτωμα («καλύτερη περιγραφή για τη ζωή μου δεν υπάρχει») και (τέλος φλας μπακ, αλλαγή χρόνου) αφήνει την πασχαλίτσα στο ασανσέρ. Τώρα όποι@ μπει στο ασανσέρ θα έχει το δικαίωμα να κάνει μια ευχή, εφόσον βρει την πασχαλίτσα ζωντανή.

Και έρχομαι, μετά απ’ όλα αυτά τα ζουζούνια, στα δυο τελευταία ποιήματα της συλλογής. Και να ένα απόσπασμα απ’ το προτελευταίο που είναι και το μόνο που αναφέρεται στο ποπ και άρα πιθανότατα το μόνο που μπορεί να προσφέρει μια εξήγηση του τίτλου βουκαμβίλια ποπ (αν υποθέσουμε πως τη χρειαζόμαστε). Δικό του τίτλο δεν έχει, περιλαμβάνει όμως το σχεδίασμα ενός άλλου ποιήματος που τιτλοφορείται «πού είσαι τώρα που θέλω να σε φιλήσω»: «όμως κάποια μου φωνάζει από το δωμάτιο να μη χρονοτριβώ γιατί δεν μπορώ να την βγάλω όλη μέρα στο μπαλκόνι, και της φωνάζω και εγώ πως προσπαθώ να κάνω το ατελείωτο φούξια της βουκαμβίλιας ποπ και να με αφήσει ήσυχη, και ύστερα έχω να κάνω το μπλε του αιγαίου ποπ, σκέτο ανόθευτο ποπ, χωρίς εθνική νοσταλγία, γιατί είμαι πεπεισμένη πως αν το καταφέρω θα έρθεις στ’ αλήθεια να σε φιλήσω, και ίσως φτάνουμε στο ποπ όπως κυκλοφορούμε όλη μέρα με τα βρακιά μας, αλλά όχι το καθαρό ποπ, γιατί τότε θα έπρεπε να έχουμε το στήθος καλυμμένο, και να αποδεχτούμε το φλερτ του μαλάκα στις ύστερες αφηγήσεις μας σε μια αθήνα ποπ, με φτηνές μπίρες και τη βεβαιότητα πως η πόλη μάς ανήκει περισσότερο απ’ ό,τι ανήκε ποτέ στις κατοίκους της, χωρίς καμία να κάνει σχόλιο για την πολιτική, τον ζόφο, τις ζωές μας, μονάχα καθαρό ξέγνοιαστο ποπ, και είδες πάλι ξεφεύγω, ενώ θέλω να σου γράψω μονάχα για το ποπ χωρίς κριτική, κουίρ, πολιτική, αλλά δεν είσαι εδώ τώρα που θέλω να σε φιλήσω, γιατί όταν σε φιλάω όλα αυτά δεν υπάρχουν».

Λόγος πυκνός, οριακά παραληρηματικός, στίχοι που μένουν αχώριστοι, ανάσες που πρέπει να βιαστούν, εξηγήσεις που (δεν) δίνονται, ερωτήματα που απαντώνται και άλλα που γεννώνται. Το μπλε του αιγαίου μπορεί να θυμίσει διακοπές, πνιγμένους ή/και τον ελύτη. Το εθνικό μπορεί να έχει κάτι το ψευτο-υψηλό (λέμε και κανένα χαζό), τα βρακιά και οι φτηνές μπίρες κάτι το ψευτο-ταπεινό (το αυτό). Μακριά πολύ απ’ «το φλερτ του μαλάκα», στόχος είναι το φιλί, ένα συγκεκριμένο φιλί – το ποίημα το πιστοποιεί. Το ίδιο ποίημα που αποτελεί την κατάθεση της μκχ στον βωμό του ποπ, είναι το πιστεύω-σε-ένα-ποπ της, ο μπούσουλας και ο ναός της. Ή μπορεί να είναι και το εξομολογητήριό της. Δεν είναι όμως το ποίημα που κλείνει τη συλλογή.

Το τελευταίο ποίημα της βουκαμβίλιας ποπ είναι πολύ συντομότερο, στοιχισμένο δεξιά[16], χωρισμένο σε στίχους, κάποιοι απ’ τους οποίους αποτελούνται από μια μόνο λέξη, και μας μεταφέρει σε κάποιο νησί. Όλα ξεκινούν απλά, με το «όλα εδώ είναι απλά» – «δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά», που έλεγε ο έτερος μεγάλος της γενιάς του 30, συνειρμός που μου θυμίζει πως μου εδόθη πρόσφατα η χάρη ν’ ακούσω αγαπημένη φίλη να μου εξηγεί πως βρίσκει τον σεφέρη με το μαγιό του κουίρ[17]. Αν αυτό σας φαίνεται άσχετο, θυμίζω πόσο σημαντικές είναι οι φίλες στη βουκαμβίλια, παραθέτω και τους επόμενους στίχους του ποιήματος: «είμαστε στρέιτ/ ή κραγμένες αδερφές// δεν υπάρχει φάσμα» (της μκχ είναι οι στίχοι προφανώς, αν χρειάζεται διευκρίνιση, όχι του σεφέρη!). Στη συνέχεια το ποίημα μας βγάζει σε μια εκκλησία· η εκκλησία είναι γαλανόλευκη, σαν ελληνική σημαία, και κανείς δεν την επισκέπτεται, όχι επειδή έχει καταρρεύσει η ελληνικότητα (καταρρέει η ελληνικότητα;), όχι επειδή έχει ηττηθεί η ορθοδοξία (ηττάται η ορθοδοξία;), μα επειδή η αγία «μάλλον/ ήταν λεσβία/ και την απομόνωσαν». Έτσι (και μ’ εμένα ν’ αναφωνώ «αγία λεσβία μου!») κλείνει πια η συλλογή[18].

Τα ποιήματα της βουκαμβίλιας ποπ είναι πολλαπλών χρήσεων ή προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις τέλος πάντων. Κάποιος τα διάβασε και ήθελε να γράψει, άλλος τα διάβασε και ήθελε να κλάψει. Γνώρισα έναν τύπο τις προάλλες και πιάσαμε κουβέντα για τα εκδοτικά. Κάποια στιγμή δεν του άρεσε αυτό που του έλεγα και με ρώτησε, ελαφρώς προκλητικά, «κι εσύ πού το ξέρεις;»· «όλες μου οι φίλες/ γράφουνε βιβλία/ τις μούσες τις σκοτώσαμε/ δεν κάναμε κηδεία» (34), είπα από μέσα μου κι ένιωσα τον θρίαμβο να με κατακλύζει. Την επόμενη φορά θα το πω και απ’ έξω μου.
Για να τελειώνω κάποτε, γιατί αντιλαμβάνομαι πως και πολλά είπα και αν έγραφα έκθεση θα είχα βγει εκτός θέματος (ήθελα όμως να δείξω πόσα πορτάκια μου άνοιξε ένα βιβλίο-λουλούδι-ποπ). Η μαρίνα συνεχίζει να γράφει, κατά πάσα πιθανότητα έχει ήδη κάποιο καινούριο πρότζεκτ κατά νου κι εγώ ανυπομονώ γι’ αυτό, δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω, ανυπομονώντας, πως η βουκαμβίλια ποπ είναι κάτι παραπάνω από ένα δουλεμένο, δυνατό και ολοκληρωμένο πρώτο βιβλίο, το οποίο και σας συστήνω ανεπιφύλακτα. Έχω την υποψία πως μπορεί να μην αρέσει στους cis straight άντρες, αλλά αυτό για μένα δεν αποτέλεσε πρόβλημα – και επίσης: ξέρω τουλάχιστον έναν που του άρεσε. Απ’ την άλλη ποντάρω πως θα σας αρέσει αν αγαπάτε, μισείτε ή απλώς ανέχεστε την αθήνα, αν προσδοκούσατε ένα ποίημα για τον ντελιβερά στη βροχή, αν ψάχνετε στήριγμα σ’ αυτό που το λένε ζωή, αν λαχταράτε ποιήματα για (τις) φίλες. Ας είμαστε ειλικρινείς, εμένα μ’ ενθουσίασε και επειδή τρελαίνομαι να μου αφιερώνουν ωραία ποιήματα οι φίλες.

Τι έχω κάνει τώρα λοιπόν εδώ; Πήρα κι έγραψα για το βιβλίο μιας φίλης, δηλώνοντας εξαρχής πως είναι το βιβλίο μιας φίλης. Και άνοιξα και διάφορες παρενθέσεις, προκειμένου να θίξω διάφορα ζητήματα που μ’ απασχολούν, παίρνοντας μακρινές πασούλες απ’ την μαρίνα και μην έχοντας ζητήσει προηγουμένως την άδειά της. Με δυο λόγια, έκανα του κεφαλιού μου. Είναι που μ’ αρέσει να σκέφτομαι πως η ποίηση είναι πλαστελίνη στα χέρια μας και πως οι κανόνες σπάνε (επειδή δεν μας χωράνε). Βάφτισα μάλιστα το κείμενό μου «κριτική ποπ»· επειδή αφορά ένα βιβλίο ποπ κι επειδή προσπάθησα να πάρω μια κριτική και να την κάνω ποπ. Μπορεί όμως όλα αυτά να είναι περιττά, ν’ αρκεί το «ποπ χωρίς κριτική» (76), όπως το θέτει η μαρίνα. Οπότε: Απολαύστε το βιβλίο της κι ύστερα αφήστε το να πέσει στα πόδια σας, κάνοντας ποπ.

Είπα πως τελείωσα και δεν το παίρνω πίσω, μου φάνηκε χρήσιμο απλώς να παραθέσω εδώ τα πλήρη βιβλιογραφικά στοιχεία των βιβλίων που ανέφερα παραπάνω. Δεν είναι και πολλά για να χαθείτε, παρατίθενται πάντως με τη σειρά που μνημονεύτηκαν. Τόπο δεν σημειώνω, είναι παντού η αθήνα, που τόσο καλά την ξέρει η μαρίνα, με εξαίρεση μια θεσσαλονίκη, που την ξέρω καλούτσικα εγώ. Τα λεξικά αποφάσισα να μην τα συμπεριλάβω (στον τριανταφυλλίδη πάντως η πρόσβαση είναι πανεύκολη μέσα από την «πύλη για την ελληνική γλώσσα»: https://www.greek-language.gr/).

-μκχ, βουκαμβίλια ποπ. τεφλόν 2022.
-οδυσσέας ελύτης, τα ρω του έρωτα. αστερίας 1972 (και τώρα ύψιλον).
-ράντκλιφ χολ, το πηγάδι της μοναξιάς, μτφ. νίκη σταυρίδη. κουκκίδα 2013.
-ντόρα ρωζέττη, η ερωμένη της. μεταίχμιο 2005 (11929).
-πρόκνη, το ίδιο ποίημα. queer ink 2019.
-ντιάνα μάνεση, μια και ολόκληρη, μια χαψιά. queer ink χ.χ.
-jazra khaleed, μα είν’ αυτό ποίηση; τεφλόν 2020.
-γκαλίνα ρίμπου, το σεξ είναι έρημος. τεφλόν 2022.
-adelaide ivánova, το σφυρί. τεφλόν 2020.
-κώστας δεσποινιάδης, ζέλμπα. πανοπτικόν 2017.
-ελένη χριστοπούλου, παιδικοχαρίτες: στίχοι και ημερολόγια από τον δρόμο. redmarks 2019.
-κατερίνα γώγου, απόντες. καστανιώτης 1986.
-γιώργος σεφέρης & κωνσταντίνος τσάτσος, ένας διάλογος για την ποίηση. ερμής 1975.

[1] Και μερικές αλήθειες: «ο αγώνας, φίλε μου, ξεκινά στο πρώτο χούφτωμα σε λεωφορείο: χρονών πέντε» (26).

[2] Και όρους που όλο κι έχει πάρει το αυτί μας και σχετίζονται με συμπεριφορές που όλο κι έχουν τσουτσουριάσει το κορμί μας: «mansplaining/ gaslighting/ χειραγώγηση/ μάτσο συμπεριφορά» (24).

[3] Βλ. όμως κι ένα ποίημα μέσα σε ποίημα στη σ. 67.

[4] Αν χρειάζεστε περισσότερες φίλες, κοιτάξτε στις σ. 7, 10, 24, 25, 27, 34, 40, 43, 49, 73, 75.

[5] Πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις και μπορείτε να ανατρέξετε στις σ. 27-29 για μία απ’ αυτές.

[6] Και επίσης διασταυρώσεις: «βερανζέρου και τρίτης σεπτεμβρίου», «μεσολογγίου και τζαβέλλα γωνία» (σ. 58 & 59, αντίστοιχα).

[7] Βλ. «το βέλος στο google map» και τους ανθρώπους «που διαβάζουν χάρτες/ στα τρόλεϊ» στις σ. 59 και 60 (όπου και «ένας μεταλλικός χάρτης της αφρικής/ στον λαιμό» μιας γυναίκας).

[8] Άλλοτε γίνονται τόποι κι αυτοί: «τα όρια των ανθρώπων είναι σύνορα» (26).

[9] Αλλά κι εκείνο το «χωρίς τραύματα» της σ. 76.

[10] Και επίσης σερβιέτες, που δεν βρίσκω πολύ συχνά στην ποίηση. Υπάρχουν βέβαια και στο ποίημα της ρίμπου που σχολίασα παραπάνω. Ύστερα είναι κι εκείνες οι «ανέλπιδες σερβιέτες» (από τους απόντες) της Κατερίνας Γώγου, που (δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά) την απηχεί και ο τίτλος μου.

[11] Από κοντά κι ο σκωπτικός πολιτικός σχολιασμός: «όμως φταίμε/ κι εμείς. πρέπει απλώς/ να μένουμε σπίτι. όλο κάνουμε το λάθος να/ προσφέρουμε τα δικά μας σώματα/ στα γκλομπ, τις δικές μας μύτες στα δακρυγόνα» (32).

[12] Βλ. όμως και τον στίχο «αντιστέκομαι στην τρυφερότητα» (63).

[13] Αλλά και μια ολοζώντανη μάνα, μητέρα, μαμά στις σ. 18, 40, 46, 49.

[14] Και το καθόλου τυχαίο ερώτημα: «νάνε, εσύ έχεις φίλες;» (43).

[15] Βλ. σ. 12, 39, 50 & 51, αντίστοιχα.

[16] Δεν είναι το μόνο: η βουκαμβίλια φυτρώνει σε όλα τα μέρη της σελίδας, τακτική που μπορεί να θυμίσει και τα τεύχη του Τεφλόν.

[17] Οπωσδήποτε ένα απ’ τα πιο απολαυστικά πράγματα που έχω ακούσει τελευταία (Νίκη, σ’ ευχαριστώ!). Τα δικά σας συμπεράσματα μπορείτε να βγάλετε κάνοντας αναζήτηση εκεί έξω με τους όρους «σεφέρης μαγιό» ή/και βλέποντάς τον να πλατσουρίζει στην ακροθαλασσιά παρέα με τον τσάτσο, στο οπισθόφυλλο που γνωστού (και σοβαρότατου) έργου τους ένας διάλογος για την ποίηση. Εκεί βέβαια το μαγιό δεν φαίνεται, το κρύβει το κύμα. Μπορεί να χρειαζόμαστε κι άλλα τέτοια οπισθόφυλλα, τι να πω.

[18] Το μόνο που έπεται είναι η αναφορά στα περιοδικά που πρωτο-δημοσίευσαν ορισμένα από τα ποιήματα της βουκαμβίλιας και οι εγκάρδιες ευχαριστίες της μκχ σε ζωάκια, φιλαράκια, ανθρωπάκια.

20 Ιουλίου 2022

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://alterthess.gr/kritiki-pop-i-emena-oi-files-moy-einai-roz-agkalia-tis-giotas-tempridoy/?fbclid=IwAR1keynR58C9dEXkXNsU5zPtD9xIX7nWLJ2DJEfamkytF5JNMhmIcoayVaE

Daniele Pietrini, Ζάλογγο 1803

Το ύστατο πράγμα που θα δείτε από μένα
θα ’ναι ολόιδιο με το πρώτο,
απαράλλαχτα η πλάτη και το στήθος,
ανάμεσα στο κεφάλι και τα πόδια
το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας
για να μην απομείνω πίσω, διχασμένη,
σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.
Κανείς περνώντας από εδώ να μη με θυμάται,
να μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.
Θαρρείτε αλήθεια ότι οι σφαίρες
με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;
Κοιτάξτε πως όλα ήδη από μένα απορρέουν:
αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα
όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.
Θα μεταχειριστώ ακόμα και το θάνατο
για να μεγαλώσω τη ζωή μου.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Παρασκίβα Ζώγου, Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος 

Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τόσο σιωπηλός και βαθύς και απόμακρος,
σαν προς θρήνο ωραίο και προς μαύρα λουλούδια όλα να τα ωθείς.
Μέσα στη λύπη σου όταν με ξεχνάς,πάνω απ’το χαρτί σκυμμένος.
Σε νιώθω παρ’ όλα αυτά κοντά μου, μ’ αρέσεις.
Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τα χείλη μου υγραίνονται για σένα στη σκιά σου.
Kι αναζητούν τη σάρκα σου στον άνεμο,
καθώς το πνεύμα μου ακροθωπεύει
τις παρειές των ωραίων ονείρων σου.
Εκεί στη λύπη σου στέκομαι σύθαμπη.
Mετά μικρών δακρύων συνοδοιπορώ προς το μπορώ.
Εις μάτην δακρυροώ.
Αν και ποτέ ένα δάκρυ δεν πάει χαμένο.
Συμποτίζουμε τα μαύρα λουλούδια σου, ονειρικέ.
Kαι μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Μ’ αρέσει ακόμα κι η θλίψη σου, κρύφιε έρωτα.

Alda Merini, Δύο ποιήματα 

ΟΝΕΙΡΟ

Ω, όνειρο
που κάποτε ζητούσες ν’ αγαπήσεις
και να φανερωθείς από ένα άλλο όνειρο
σαν να υπήρχε η φιλοσοφία της βροχής
μέσα σε μια μούσα των λέξεων.
Η νεφέλη είναι απαραίτητη στον ουρανό
όπως η αποσύνθεση των άστρων, ω όνειρο
η ρίζα σου καθώς βυθίζεται στην ημέρα
γνωρίζει το δηλητήριο της θυσίας
της υπομονής όποιου δεν ακούει
όμως το βήμα του που αλλάζει όπως το νερό
είναι από μόνο του μια προδοσία.

*

ΤΟ ΑΝΘΟΣ

Το άνθος που διαρκεί όσο ένας αναστεναγμός
εκλύει η ψυχή μέσα στη σάρκα σου
και η ελαφριά ύπαρξή του διαρκεί
εις τους αιώνες.
Έτσι το τρυφερό σου βλέμμα
τρύπησε την καρδιά μου
ζυγίζοντας το μυστικό του μυαλού
κάθε στιγμή
για ένα όριο αιώνιο.

*Από τη συλλογή “Le Briglie D’ Oro” (“¨Τα Χρυσά Χαλινάρια”), εκδ. Scheiwiller, 2005. Μετάφραση: Έλσα Κορνέτη. Τα ποιήματα τα πήραμε από το βιβλίο “Alda Merini Θεϊκή μανία” (Επιλεγμένα ποιήματα 1951-2008), εκδ. Ρώμη, 2020.

Κλείτος Κύρου, Δύο ποιήματα

ΥΠΟ ΤΗ ΕΠΗΡΕΙΑΝ

Συμπεριφερόμαστε
Υπό την επήρειαν
Παντός επιστητού

Της μέθης φερ’ ειπείν
Βρασμού ψυχής
Διαττόντων στίχων

Και οπωσδήποτε
Υπό την επήρειαν
Ερώτων γεγονότων
Χρωμάτων και αρωμάτων

Ή όποιων προτροπών

Είναι ο λόγος
που υπό την επήρειαν του μέλλοντος
Αναπολούμε το παρελθόν

*

ΣΧΟΛΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

Η εξόρυξη λέξεων
Πάντα
Πιό δύσκολη
Κι από εκείνη
Των διαμαντιών

Ακόμα δυσκολότερο
Το συνταίριασμά τους

Αντ’ αυτών
Παντομίμες μειδιάματα
Τα σπάνια ευρήματα
Δεν εντοπίζονται
Υποκλίσεις ψελλίσματα
Επακριβώς
Δεν περιγράφονται

Απλώς καταγράφονται

*Τα πήραμε από το βιβλίο “εν όλω – Συγκομιδή 1943-1997”, εκδ. Άγρα, 2006.

Maria Luisa Spaziani, Με κατεβασμένη αυλαία

Όταν σε αγαπούσα ονειρευόμουν τα όνειρά σου.
Κοιτούσα τα υπνωμένα βλέφαρα,
τις βλεφαρίδες μ’ ένα ελαφρύ πετάρισμα.
Καμιά φορά
είναι με κατεβασμένη αυλαία που ξετυλίγεται
με ηθοποιούς πρωτάκουστους και φωταψίες
– το θάμα.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΗΡΑΚΛΗΣ 1908

Από όλες τις συμφορές
στο βραχύ πέρασμά μου,
θα μείνουν ανεξίτηλες δύο
μέσα στην καρδιά μου.
Των γυναικών τα ψύχη,
ραπίσματα σφοδρά!
Ο κακοδαίμων Γηραιός,
ήττες, μιζέρια, καταχνιά.

*

ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ

Ο τόπος έχει δάση, ρυάκια από βουνά,
νησιά γαλαζοπράσινα, ασπροντυμένα,
με ήλιο , με σιωπή, με νέφη ομονοούν,
ο εκνεφίας την θέλξη εκστασιάζει!

Απόκληροι σοφών τον τόπο αμαυρώνουν.
Θεσσαλονίκη την ομορφιά σου
δεν έθιξαν ίβηρες, ετρούσκοι, φλαμανδοί,
γραικύλοι – καραμάν αλήδες στην ασχημία σε κατέδωσαν.

Η Έλευση της Γυναίκας στη Γραφή

Παρουσίαση, ερμηνεία και ανάλυση της ποιητικής ανθολογίας «Ηρωικά Κορίτσια» της Μαρίας Ταταράκη. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό Οδός Πανός (έτος 37o, τχ. 180 Οκτώβριος – Δεκέµβριος 2018).

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ανθολογία «Ηρωικά Κορίτσια» δεν πρόκειται για μια έκδοση απάντων, ή για το επόμενο βιβλίο στη σειρά διαφόρων άλλων που έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Είναι το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Ταταράκη που κυκλοφορεί ποτέ. Και αυτό γίνεται σχεδόν 7 χρόνια μετά τον θάνατό της. Ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις έχουμε στην παγκόσμια λογοτεχνία, με πιο γνωστό παράδειγμα ίσως την περίπτωση της Emily Dickinson.

Εμένα μου έλαχε η ευθύνη να αναλάβω μετά τον θάνατο της μητέρας μου να εκδώσω το έργο της. Η Μαρία αυτοκτόνησε πριν από οχτώ χρόνια. Τα συρτάρια της, τα τετράδιά της και τα περιθώρια των σελίδων των βιβλίων της, ήταν γεμάτα από ποιήματα. Όλα σχεδόν ανέκδοτα, εκτός από ελάχιστα που είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες ή μοιραστεί χέρι με χέρι σε διαδηλώσεις. Τα συγκέντρωσα, τα δακτυλογράφησα, τα ξεδιάλεξα. Συγγραφικό υλικό τριών δεκαετιών που έφτανε για πλήθος συλλογών.

Κάποια από τα ποιήματα αυτά είχαν χαρακτήρα ελεγειακό και μιλούσανε για κορίτσια ηρωικά και πένθιμα. Έπλεξα ένα στεφάνι με αυτά τα άνθη και σας το προσφέρω. Μην νομίσετε όμως σε καμιά περίπτωση ότι πρόκειται για κάποιο μνημόσυνο. Οι λέξεις της Μαρίας Ταταράκη είναι ένα κάλεσμα για εξέγερση και για έναν βαθύ και συγκλονιστικό αναστοχασμό της ύπαρξής μας.

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Το ποιητικό έργο της Μαρίας Ταταράκη ήταν μέχρι πολύ πρόσφατα εντελώς άγνωστο. Όχι μόνο στους λογοτεχνικούς κύκλους και στο αναγνωστικό κοινό, αλλά ακόμα και στους φίλους της. Οι ελάχιστες φορές, οι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, που η Μαρία είχε δημοσιεύσει κάτι, ήταν σε εφημερίδες της Αριστεράς, με αφορμή κυρίως κάποια μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση των εκπαιδευτικών. Το ποιητικό της Σύμπαν ωστόσο ξεπερνάει κατά πολύ τον πολιτικό και εργασιακό της χώρο.

Η Μαρία Ταταράκη, δεν αποφάσισε να στραφεί στην ποίηση μετά από κάποια μεγάλη απογοήτευση, προσωπικής, επαγγελματικής ή ιδεολογικής φύσεως. Δεν άρχισε να γράφει ξαφνικά το 1997 (που είναι η ημερομηνία δημοσίευσης στην εφημερίδα «Η Εποχή» του πρώτου κειμένου της ανθολογίας αυτής, του «Άει Ρόζα Λούξεμπουργκ»). Και σε καμία περίπτωση, το έργο της δεν εξαντλείται σε αυτήν εδώ την ανθολογία.

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» είναι μια επιλογή ποιημάτων της Μαρίας Ταταράκη με βάση ορισμένα συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία θα αναλύσουμε παρακάτω. Είναι καλό όμως να γνωρίζουμε εκ των προτέρων, ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο που έγραφε ποίηση σε όλη τη διάρκειά της ενήλικης ζωής του. Και που δεν δημοσίευσε ποτέ σχεδόν τίποτα. Σας παραθέτω εδώ, για παράδειγμα, ένα ποίημα που έγραψε η Μαρία στις αρχές της δεκαετίας του 80:

τώρα εγώ κατοικώ εν γαλήνη στην κρυστάλλινη σπηλιά μου
φορώ το πέπλο μου
χορεύω χορό παράνοιας
βρίσκομαι κατ’ ουσίαν μετ’ εμαυτής
τρώω τα νύχια μου
φρικιώ
σκίζομαι σαν μάνα να γεννήσω βρυκόλακες
συνομιλώ με τη σελήνη
λαχταρώ ένα χάδι ανθρώπινο
τώρα εγώ σιωπώ
εκστασιάζομαι
γίνομαι μεταξοσκώληκας
κάνω ψυχανάληση
τώρα εγώ δεν έχω μνήμη σαν πεταλούδα
τώρα εγώ κατεβαίνω στα τάρταρα
τώρα εγώ έχω αποκλειστεί
βγάζω τη γλώσσα μου στις χυδαίες γλώσσες της γης
αυτοσαρκάζομαι (!)
τώρα εγώ χαϊδεύω στοργικά τα μαλιά μου
τώρα εγώ παίζω με τη φωτιά
μισιέμαι θανάσιμα με τις σειρήνες του κόσμου
τώρα εγώ μεταλαμβάνω (σ.μ. πεοθηλάζω)
τώρα νανουρίζω στο κόρφο μου το παιδί μου
τώρα ρουφώ ενα ζεστό νες με γάλα
βάφω τις βλεφαρίδες μου
καμαρώνω τα όμορφα στήθια μου
τώρα θυμάμαι τον φίλο μου τον πέτρο και δακρύζω
τώρα δεν μπορώ να κάνω πίσω γιατί θα γίνω στήλη άλατος

Και άλλο ένα ποίημα της ίδιας περιόδου:

δεν πονώ. δεν ουρλιάζω
δεν πονώ
το μηδέν
το απόλυτο μηδέν
η καρδιά, τα μάτια, το αίμα
το αίμα
μια οπτασία, ένα φάντασμα, ένας βρυκόλακας
μεταλλάξεις
χορός χρωμάτων και φως
άπειρο φως
κάτω απ το φως μιας λάμπας 60 κεριών
πως χώθηκες έτσι μέχρι τον εγκέφαλο
μέσα σε τούτο το κενό
θυμάσαι μήπως ποιοι δολοφόνησαν τον caspar
απ’ την αρχή ως το τέλος μια απόγνωση. δεν νομίζεις
Ή
πως θα μπορούσα να ξεπλύνω
αυτόν τον γκρίζο λεκέ
στο κέντρο του σύμπαντος;

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» καλύπτουν την περίοδο 1997 – 2010, δεν εξαντλούν όμως το εύρος της ποιητικής παραγωγής της Μαρίας εκείνο το διάστημα. Για παράδειγμα, μεταξύ 2005 με 2009, έγραψε μια ωραιότατη σειρά ποιημάτων, σημειώσεων και χαϊκού, ημερολογιακού και αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Πολλά από αυτά έχουν να κάνουν με την ψυχική νόσο (με την οποία η Μαρία Ταταράκη έδωσε σκληρή μάχη για 15 χρόνια). Εδώ είναι ένα από αυτά τα ποιήματα, γραμμένο στις 2 Δεκεμβρίου 2005:

~ ~ ~ έχω την τιμή να νοσώ ψυχικά.
Ή θάπρεπε να ξεχάσω τους σκοτωμένους φίλους
μου στο δάσος με τα κυκλάμινα και τις λέξεις
να χαζεύω εκεί στα βασίλεια των ανθρωπο-
φάγων με τη λάμψη στα μάτια, βουλιμικά θαρρείς,
το ψυχορράγημα του σφαγίου.
να υποπτεύομαι την ηδονή,
την μετριοπάθεια,
την πικροδάφνη στα μάτια μιας Πέτρας,
το σινεμά και τους μυρτώους έρωτες
που μέσα του ευδοκιμούν.
Θα πρεπε να προσπερνώ αδιάφορα
χρυσοκοντυλλένια χειρόγραφα διότι είναι
της δικαιοδοσίας των αρμοδίων φιλο-
λόγων κι εκτός διδακτέας εξάλλου
να μην είναι ούτε μια νύχτα με φεγγάρι
να μαρέσει γιατί πάντα φοβόμουνα τα
πλάσματά της
θα πρεπε πάντα διαχυτικός, ατακαδόρος
και ξύπνιος να τρέχω λόγου χάριν στο σφύριγμα
του κέρδους και να λέω στην ικεσία πως
έχω εγώ τα δικά μου σπαρτά.

~ . ~ . ~ φιγούρες πλώρης, να απορώ, α, αυτοί
οι ακίνητοι οι μέτριοι κι ο βραχνός
προφήτης να υπομένει με το
φέρσιμο των ανέμων και των δέντρων
της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Ή θα πρεπε, εγώ ο υγιής, να περνώ ήσυχες
νύχτες, γνωρίζοντας ότι ο πάσχων της αρμοδιότητός
μου έχει υποχρεωθεί να περιφέρεται μ ένα
κουτί στα χέρια, τι τα θέλουμε εμείς
τα ηλεκτροσόκ ας βυθίσουμε την τρέλλα
στη δική μας τρέλλα.
Μην αποσύρεσαι, να λεγα στον τρελλό
της επικράτειας μου, σε χρειάζομαι
να σκιάζω τους τολμηρούς.
Αλλά μόνο έτσι σε χρειάζομαι σαν
γυμνό κερί που έλιωσε ερήμην μου.
Εγώ, τί, εγώ σε συνταγογραφούσα.
Σου ανέθετα χρέη γραμματέως στο σχολείο μου
Σου έκανα διάλογο αντίστασης και προοπτικής
… Ας πήγαινες διακοπές κι εσύ
το καλοκαίρι όπως και κάθε
εχέφρων αδειούχος.

Θα αναρωτιέται ίσως κανείς γιατί δεν εμφανίστηκε στα γράμματα νωρίτερα η Μαρία Ταταράκη. Δεν ήθελε; Δεν την ενδιέφερε να δημοσιευτεί; Υπάρχει ένα τετράδιό της με ποιήματα από το 1984, που μαρτυρά το αντίθετο. Το τετράδιο αυτό έχει ένα σχόλιο επάνω από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο:

«Μαρία Ταταράκη

ευγενικά αισθήματα κι ευαισθησία
που και που μερικοί καλοί στίχοι
θέλει όμως πολλή εξάσκηση στο γράψιμο,
γιατί μόνο με έρωτα δε γίνεται το ποίημα.»

Γνωρίζοντας τα αυστηρά κριτήρια του Ντίνου, το σχόλιο αυτό σε μια 25χρονη ποιήτρια, δεν φαντάζει και τόσο κακό. Και σίγουρα το ποιητικό της έργο από εκεί κι έπειτα δεν χτίστηκε μόνο πάνω σε ερωτική θεματολογία. Η αλήθεια είναι ότι από το 1987 μέχρι και το 1995 έχουμε ένα μικρό κενό, αν όχι στην παραγωγή ποιητικού έργου, τότε σίγουρα στην προσπάθειά της Μαρίας να το επικοινωνήσει με άλλους.

Ήταν τότε που γεννήθηκα εγώ, που η Μαρία παντρεύτηκε και παράλληλα ξεκίνησε να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση ως καθηγήτρια φιλόλογος. Είναι γενικά καλό, όταν ασχολούμαστε με μια εργαζόμενη γυναίκα, που γράφει ποίηση, πριν κάνουμε τις υποθέσεις μας για το έργο της, να λαμβάνουμε υπόψιν και τις οικονομικές, εργασιακές και οικογενειακές συνθήκες της ζωής της.

Η Μαρία επέλεξε να γίνει μητέρα μου κατ’ αρχάς, και να τιμήσει αυτό τον ρόλο, όπως επέλεξε επίσης να υπηρετήσει το λειτούργημα της δασκάλας στα σχολεία. Εκεί λοιπόν επικέντρωσε τις δημιουργικές της δυνάμεις για 25 χρόνια, παρά στην προώθηση του ονόματός της και του ποιητικού της έργου. Ωστόσο δεν σταμάτησε στιγμή να μελετά, να γράφει και να εργάζεται σκληρά πάνω στον λόγο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 90 η Μαρία γνώρισε τον Μάριο Μαρκίδη, ο οποίος ήταν ψυχίατρός της και του οποίου το λογοτεχνικό έργο εκτιμούσε ιδιαίτερα, όντας η ίδια και φανατική αναγνώστρια του περιοδικού Σημειώσεις. Έχω επίσης αλληλογραφία της από το 2004 με τον παππού μου Κάρολο Τσίζεκ και την τότε σύζυγο του, Μαρία Καραγιάννη, οι οποίοι σχολιάζουν αναλυτικά ορισμένα ποιήματα που τους είχε στείλει η μητέρα μου.

Τα αναφέρω όλα αυτά, γιατί θεωρώ ότι έχουμε μπροστά μας το έργο μιας εξαιρετικής ποιήτριας. Η οποία, αν και πολύ διακριτική, δεν ήταν κρυψίνους, από ό,τι φανερώνεται. Και με ενδιαφέρουν οι λόγοι για τους οποίους, ένα τέτοιο έργο, όσο η δημιουργός του ακόμα ήταν εν ζωή, αντιμετωπίστηκε κυρίως με συγκατάβαση, αυστηρότητα ή αδιαφορία. Πώς το χάσαμε; Πώς μας διέφυγε;

Τα πράγματα άλλαξαν λίγο μετά τον θάνατο της Μαρίας, το 2010. Κάποια από τα τελευταία ποιήματά της, που τα είχα στείλει στον Κάρολο Τσίζεκ και τη Μαρία Καραγιάννη, εκτιμήθηκαν πολύ. Ο Κάρολος με τη Μαριέττα αφιερώσανε μερόνυχτα στο να τα επιμεληθούν, και να τα στείλουνε στον Γιώργο Κορδομενίδη, ο οποίος τα εξέδωσε στο περιοδικό Εντευκτήριο το 2012. Με το έργο της Μαρίας ασχολήθηκαν επίσης με θέρμη και μεράκι η Μαίρη Κλιγκάτση, ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Τάσος Σαγρής, η Σίσσυ Δουτσίου, η Μελίτα Κάραλη και άλλοι, και ενδιαφέρθηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να δημοσιεύσουν ή να διαδώσουν το υλικό της.

Το 2017 αγκάλιασαν την ποίηση της Μαρίας Ταταράκη οι συνεργατικές Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Θέλω να ευχαριστήσω τον Χρήστο Μανούκα και τα υπόλοιπα παιδιά που πήρανε πάνω τους αφιλοκερδώς και με αυταπάρνηση την έκδοση αυτής της ανθολογίας και που επιτέλους δώσανε σε μια λαμπρή ποιητική φωνή το κατάλληλο βήμα για να ακουστεί.

Δεν το θεωρώ τυχαίο που τελικά έγινε έτσι η πρώτη δημοσίευση του έργου της Μαρίας, από έναν εκδοτικό οίκο που διέπεται από πνεύμα αλληλεγγύης και αυτοδιαχείρισης, όπου δεν υπάρχει καμία σχέση μισθωτής εργασίας-εξάρτησης, κάθε μέλος είναι ισότιμο με τα άλλα, εφαρμόζεται άμεση δημοκρατία σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται μέσω της Γενικής Συνέλευσης των εργαζομένων.

Ίσως οι λέξεις της Μαρίας Ταταράκη, οι οποίες κατοικούνε στην κόψη της Ουτοπίας, να περιμένανε ένα τέτοιο ουτοπικό εγχείρημα, όπως οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, να ωριμάσει, για να μπορέσουνε και αυτές να τυπωθούνε στο χαρτί.

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΙΤΛΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ
Τα κριτήρια λοιπόν με τα οποία επιλέχθησαν τα ποιήματα που απαρτίζουν την παρούσα ανθολογία είναι τα εξής.

Στο επίκεντρο κάθε ποιήματος βρίσκεται κάποιος γυναικείος χαρακτήρας (από την ιστορία, την ελληνική μυθολογία ή τον κοινωνικό κύκλο της ποιήτριας).
Τα ποιήματα της ανθολογίας είναι ελεγείες (με την έννοια του θρηνητικού και στοχαστικού ποιήματος που ο όρος αυτός απέκτησε στην αγγλική λογοτεχνία μετά τον 16ο αιώνα).
Ο τίτλος «Ηρωικά Κορίτσια» προέρχεται από στίχο της ποιήτριας που λέει:

«Ηρωικά Κορίτσια οι λέξεις μου
τραβούν ολόισια στον κίνδυνο
τω όντι αγαπημένα από αγαπημένους.»

Εδώ η ποιήτρια χρησιμοποιεί ως αναφορά τα τελευταία λόγια της Ισμήνης στην αδερφή της Αντιγόνη, την ώρα που η Αντιγόνη φεύγει για να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, αψηφώντας το διάταγμα του Κρέοντα και πενθώντας παραβατικά. Σε ένα άλλο ποίημα, το «Κατά Συνθήκην Λέξεις», η ποιήτρια κάνει απευθείας αναφορά στην Αντιγόνη, με τον στίχο:

«Κι εσύ μια πέτρα ή μια σιωπή εκεί
μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη.»

Ο στίχος «μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη» συνοψίζει κατά τη γνώμη μου το μεδούλι της έμβιας ύλης και των ανθρώπινων αγώνων. Αν τον αντιπαραβάλλουμε με τους στίχους από το λιανοτράγουδο «Κουβέντα με ένα Λουλούδι» του Γιάννη Ρίτσου μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τί εννοεί η Μαρία. Ότι καθετί το όμορφο γεννιέται στις ρωγμές του κατεστημένου. Ότι ο δρόμος της εξέλιξης εμποδιζόταν πάντα από τεκτονικές πλάκες απάθειας. Ότι η ζωή πάντα ήταν – και δεν μπορεί να είναι άλλο από – παραβατική.

Το κυκλάμινο είναι μια Αντιγόνη, που γεννήθηκε στη ρωγμή ενός βράχου, παραβιάζοντας τη ρητή εντολή του κόσμου των πιθανοτήτων. Έτσι, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που στη σημερινή Ευρώπη η απολυταρχία των τραπεζών συνθλίβει τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας. Στο ερώτημα επανάσταση ή αυτοκτονία η φύση απάντησε αιώνες πριν με το λουλούδι. Είναι σαν να μας λέει εδώ η ποιήτρια: ανθίστε σαν την Αντιγόνη και η ζωή θα βρει τον δρόμο της.

ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΑΤΑΡΑΚΗ

Σε ένα άλλο ποίημα, η Μαρία λέει: «Κορίτσια οι λέξεις μου». Δεν υπάρχει πιο φεμινιστικός στίχος από αυτόν. Με αυτό τον στίχο το γυναικείο σώμα συγχωνεύεται με την ίδια τη γραφή. Η Ταταράκη συγχωνεύει τον εαυτό της με το έργο της, επιδιώκοντας έτσι την ενότητα με τον κόσμο. Γιατί το πρώτο υποκείμενο στον κόσμο είναι η μητέρα. Η πρώτη μαθητεία στη γλώσσα γίνεται αρχικά μέσα από το σώμα της μητέρας και έπειτα μέσα από το νόμο του πατέρα – του κόσμου δηλαδή των ενηλίκων που δίνει περισσότερη εξουσία στους άνδρες, παρά στις γυναίκες. Η Ταταράκη επεκτείνεται στο παρελθόν και στα βάθη της προοιδιπόδειας ομιλίας και με αυτό τον τρόπο αντιστέκεται στην φαύλη πρακτική της πατριαρχίας, δηλαδή της ψυχικής βίας που προσπαθεί να πείσει πάνω από τον μισό ανθρώπινο πληθυσμό του πλανήτη ότι είναι λιγότερο έξυπνες και ότι οφείλουν να είναι υποταγμένες.

Σύμφωνα με τη Marianne DeKoven, μπορούμε να διακρίνουμε δύο γλώσσες: τη συμβατική, πατριαρχική ομιλία μας και μια πειραματική, αντιπατριαρχική. Η πρώτη εξυμνεί το θρίαμβο του αρσενικού έναντι του θηλυκού, του μεταοιδιπόδειου έναντι του προοιδιπόδειου, του λεξικού του πατέρα έναντι του σώματος της μητέρας, του νοήματος έναντι των πραγμάτων, της γραμμικότητας έναντι του πολυδιάστατου – με δυο λόγια του σημαινόμενου έναντι του σημαίνοντος.

Απορρίπτοντας λοιπόν την καταπιεστική πατριαρχική γλώσσα, τοποθετώντας τον εαυτό της στην ψυχοκοινωνική θέση των γυναικών, αγαπώντας το παιχνίδι του σημαίνοντος, η Ταταράκη επανακτά επίσης το σώμα της μητέρας.

Η ίδια έχει γράψει ότι «η ποίηση είναι γένους θηλυκού». Μια ισχυρή διατύπωση, με την οποία κάποιοι ίσως διαφωνήσουν, ως προς την καθολικότητά της, αλλά η οποία σίγουρα ισχύει όσον αφορά συγκεκριμένα την ποίηση της Μαρίας Ταταράκη. Χαρακτηριστική είναι η επιλογή της να παρουσιάζει ξαναγραμμένες, εκθηλυμένες εκδοχές των κλασικών και των χριστιανικών μύθων, με έναν τρόπο που φέρνει στο νου τo έργο «Αντάρτισσες» (Les Guerilleres) της γαλλίδας φεμινίστριας συγγραφέως Monique Wittig.

Στα «Ηρωικά Κορίτσια», βλέπουμε την ανάδειξη μιας γλώσσας «κοντά στο γυναικείο σώμα», μιας σωματοποίησης της Ελληνικής γλώσσας, που συνδέεται με τη φωνή και το σώμα της μητέρας, και αφήνει την «αγριότητα» του ασυνειδήτου να αναδυθεί και να υπερισχύσει της εξημερωμένης λογικής του υπερεγώ ή του Νόμου.

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» είναι εξ’ ορισμού παραβατικές υπάρξεις, είναι αντάρτισσες Αντιγόνες και η γλώσσα τους είναι γλώσσα παραβατική, αντιεξουσιαστική και αντιπατριαρχική.

Έτσι η Μαρία Ταταράκη, ως ποιήτρια αλλά και ως διανοήτρια, συναντάει την παράδοση των Γαλλίδων συγγραφέων που αναδείχτηκαν ως πρότυπα στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν μια νέα γλώσσα προκειμένου να μιλήσουν για το γυναικείο σώμα και να τη συγχωνεύσουν με μια ριζοσπαστική, γυναικοκεντρική πολιτική. Συγγραφείς όπως η Monique Wittig, η Helene Cixous και η Luce Irigaray.

Η Irigaray ισχυρίζεται ότι η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του γυναικείου ερωτισμού αναγκαστικά συνεπάγεται την παραδοχή μιας ιδιαιτερότητας στη σχέση των γυναικών με τη γλώσσα. Σε αντίθεση με τη λογική του «φαλλικού» λόγου – ο οποίος χαρακτηρίζεται από γραμμικότητα, συγκρότηση, βεβαιότητα υπεροχής, αυθεντίας και πάνω απ’ όλα ενότητας -, ο φεμινιστικός λόγος πρέπει να αγωνιστεί για να μιλήσει διαφορετικά.

«Αν δεν επινοήσουμε μια γλώσσα, αν δεν βρούμε τη γλώσσα του, το σώμα μας θα διαθέτει πολύ λίγες χειρονομίες για να συνοδεύσει την ιστορία του», λέει η Irigaray. Η σιωπή δεν είναι λύση για τις γυναίκες.

Στο δοκίμιο «La Jeune Nee [Η νεογέννητη γυναίκα ή Η ξαναγεννημένη γυναίκα], η Helene Cixous λέει πως «Γράφοντας τον εαυτό της η γυναίκα θα γυρίσει σ’ αυτό το σώμα το οποίο κατά το μεγαλύτερο μέρος της έχει αφαιρεθεί. Λογοκρίνοντας το σώμα, λογοκρίνουμε την ίδια στιγμή την αναπνοή και την ομιλία.»

Η Cixous ασχολήθηκε επισταμένως με την εγγραφή του γυναικείου σώματος και της γυναικείας διαφοράς στη γλώσσα και στο κείμενο. Δημιουργεί μια γραφή που καλεί σε επιστροφή στη «Σκοτεινή ήπειρο» της γυναικείας σεξουαλικότητας. Μια ουτοπική επιστροφή στη φαντασιακή προοιδιπόδεια τάξη μέσα από την ανάμνηση του σώματος της μητέρας που μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια γραφή σωματική, αίροντας κάθε απαγόρευση και καταργώντας το Νόμο του Πατέρα. Είναι η «έλευση της γυναίκας στη γραφή» που δημιουργεί τα «sexts», δηλαδή τα κείμενα που συνδέονται με την ερωτική επιθυμία και το φύλο.

Η Μαρία Ταταράκη, στο ποίημα «Αγχιβασίης Αμυθήτου, Γόνιμος Γραμμή», μιλάει για αυτήν ακριβώς την έλευση. Μας λέει την ιστορία της Χριστίνας, μιας δασκάλας τεχνικών εκπαιδευτηρίων που δίδαξε στην άγονη γραμμή των συνοικιών που βρίσκονται κάτω από την Αχαρνών. Η Χριστίνα λάτρεψε τους μαθητές της και στην «κόψη της ουτοπίας», στη «συνουσία» που ήταν η μεταξύ τους σχέση, γεννήθηκε η ψυχή των πραγμάτων κι η φωτεινή ιστορία του ανθρώπου. «Εξαιτίας ενός έρωτα που σκάβει το πρόσωπο».

Η ποιήτρια μας λέει πως η ψυχή της Χριστίνας ήταν «Ελευσία» και πως μάλιστα η Χριστίνα παραστάθηκε στη γέννηση του Απόλλωνος, παρηγορώντας τη μάνα του, τη Λητώ, στις ωδίνες της. Αποκαλεί την Χριστίνα «Ειλειθυία», Μεγάλη Ερωτική.

Η Ειλειθυία, ή Ελευθώ, ήταν η θεά της γέννησης και των πόνων του τοκετού. Βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν και ν’ αντέχουν τους πόνους της γέννας. Κατά την αρχαία παράδοση το όνομα αυτό οφείλεται σε ικετευτική κραυγή των επιτόκων: «Ελθέ!», «Ελθέ!» με την οποία καλούσαν τη θεά σε βοήθεια.

Από εκεί βγαίνει ετυμολογικά και η λέξη ελευθερία. Βλέπουμε δηλαδή ότι μέσα από το ποίημα αυτό, η Μαρία Ταταράκη «εκμαιεύει» την έννοια της ελευθερίας μέσα από την έλευση της γυναίκας στη γραφή. Μέσω της επινόησης δηλαδή μιας γλώσσας του γυναικείου σώματος, που επιτρέπει σε πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο στις συνειδήσεις των ανθρώπων να απεγκλωβιστούν από λανθάνουσες πατριαρχικές και φασιστικές αντιλήψεις και να ξαναγεννηθούν στο ουτοπικό φως του μέλλοντος.

«Αλλά την ώρα την πολυάνθεμο, τη δενδρώτιδα ώρα, θα φανεί στο
φως αρτιωμένος ο Ορφέας.
Γιατί τη νεράιδα που παραστάθηκε στη γέννησή του, οι παλαιοί
την είπαν Ελευθώ – Ένα όνειρο στα κύματα της μοίρας-
Κορίτσι που φύλαξες το μυστικό σου στα χίλια χρώματα των πέπλων
σου.
Για να σωθεί το αίνιγμα, για να μην απομαγευθεί η πλάση.»

Ξεκινώντας λοιπόν από την έκκληση των Γαλλίδων φεμινιστριών συγγραφέων για την επινόηση μιας γλώσσας του γυναικείου σώματος, βλέπουμε τη Μαρία Ταταράκη να φτάνει τελικά στο να υπηρετεί και το όραμα του κινήματος του υπερρεαλισμού για επαναμάγεμα του κόσμου μέσω της δημιουργίας του νέου μύθου.

Απορρέει από αυτή την αναπάντεχη σύγκλιση ότι η κριτική της πατριαρχίας που κάνει ο φεμινισμός και η κριτική του καπιταλισμού που κάνει ο υπερρεαλισμός (μέσα από τη στενή σχέση του με τον μαρξισμό) κάποτε αναπόφευκτα συναντιούνται.

Ο υπερρεαλισμός είναι απαραίτητος σε μια κοινωνία όπου δεν θέλουμε να ξαναϋπάρξουν Άουσβιτς, Νταχάου και Μπέργκεν-Μπέλσεν. Σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος δεν θα αναχθεί ξανά σε αριθμό. Σε μια τέτοια κοινωνία, είναι απαραίτητο το επαναμάγεμα του κόσμου που αποπειράται ο υπερρεαλισμός.

Και για να γίνει αυτό σήμερα, στον 21ο αιώνα, τον χωρίς συλλογικά οράματα, είναι απαραίτητη η δημιουργία του νέου μύθου – η διάσωση του μύθου από τη ναζιστική κηλίδα, με το ουτοπικό φως του μέλλοντος. Όπως λέει ο Michael Löwy, ο υπερρεαλισμός είναι το ακονισμένο στιλέτο που επιτρέπει να κόψουμε τα νήματα του αριθμητικού ιστού της αράχνης, του πνεύματος του ορθολογιστικού απολογισμού κερδών και απωλειών.

Στην κόψη αυτού του στιλέτου κατοικεί η ποίηση της Μαρίας Ταταράκη, κι εκεί μας καλεί να ζήσουμε: στην κόψη της Ουτοπίας.

ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ

Τα Ηρωικά Κορίτσια είναι οι εξεγερμένες υπάρξεις και τα εκστατικά υποκείμενα μιας τέτοιας μετα-καπιταλιστικής πραγματικότητας. Η έλευση της γυναίκας στην γραφή αναπόφευκτα ανατρέπει το κυρίαρχο αφήγημα του δυτικού πολιτισμού και μπορεί να επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στην παιδεία και στην παθιασμένη με τα όπλα μαζικής καταστροφής κουλτούρα μας. Αν τα όρια της γλώσσας μας ορίζουν τα όρια του κόσμου μας και όσα ξέρουμε είναι αυτά για τα οποία έχουμε λέξεις, τότε μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Γιατί είναι μια γλώσσα που δεν φοβάται να θέσει ερωτήματα όπως: με ποιο τρόπο η ακεραιότητα αντιμετωπίζει την καταπίεση; Τι κάνει η τιμιότητα όταν έρχεται αντιμέτωπη με την προσβολή; Με ποιον τρόπο η αρετή αντιμετωπίζει την ωμή επιβολή δύναμης;

Μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα, είναι μια γλώσσα που μαρτυρά την ομορφιά που υπάρχει στο να φλέγεσαι για δικαιοσύνη. Γιατί είναι μια γλώσσα που αποκαλύπτει ότι «είμαι αυτός που είμαι επειδή κάποιος με αγάπησε». Και η δικαιοσύνη, κατά τον Αφροαμερικανό φιλόσοφο Cornel West, είναι η όψη της αγάπης στον δημόσιο βίο.

Γιατί είναι μια γλώσσα που καθιστά σαφές ότι η κατάσταση της αλήθειας είναι να επιτρέπει στον πόνο να μιλήσει. Και δεν επιτρέπει η γλώσσα αυτή να μιλάμε περί αλήθειας, χωρίς να εστιάσουμε σε αυτούς που, όπως λέει ο Malkolm X, «ζούνε την κόλαση».

Μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα, είναι μια γλώσσα τρυφερότητας. Αν η δικαιοσύνη είναι η όψη της αγάπης στον δημόσιο βίο, η τρυφερότητα είναι η όψη της αγάπης στον ιδιωτικό μας βίο.

Και η ανθολογία της Μαριάς Ταταράκη, είναι μια απόπειρα να αποκτήσει ξανά η ελληνική γλώσσα την Στρατευμένη Τρυφερότητα, την Ανατρεπτική Γλυκύτητα και τη Ριζοσπαστική Ευγένεια που είχε η φωνή του Γιάννη Ρίτσου, του Μάνου Χατζηδάκι, του Μάνου Κατράκη, της Ρόζας Εσκενάζυ, της Φλέρυς Νταντωνάκη, της Σωτηρίας Μπέλλου, της Μαρίας Δημητριάδη, η φωνή των πολιτικών κρατούμενων όταν τραγουδούσαν στα ξερονήσια και τις φυλακές και οι φωνές των νέων όταν ανέτρεπαν μια δικτατορία.

Τρυφερότητα, γλυκύτητα, ευγένεια. Αυτές είναι οι πρώτες ύλες της ριζοσπαστικής μας ανάλυσης του νεοφιλελευθερισμού, του μεγάλου κεφαλαίου και της σύγχρονης πλουτοκρατίας.

Ανατρεπτική γλυκύτητα είναι η εύψυχη μουσική, η εύψυχη αλληλεπίδραση, είναι το να μοιραζόμαστε μια καταπραϋντική γλυκύτητα μπροστά στην απειλή της καταστροφής που έρχεται καταπάνω μας. Είναι το να ονειρευόμαστε αλληλουχίες, να συμπονούμε αλαφροϊσκιωτους, να δακρύζουμε και να αρτιωνόμαστε «κατά τον τρόπο των κυκλαμίνων», όπως λέει η ποιήτρια. «Σθεναρά. Εξαίσια. Απρόβλεπτα».

Με τον τρόπο αυτό στον Επιτάφιο του Ρίτσου ο θρήνος της μάνας του νεκρού νεαρού στην διαδήλωση των καπνεργατών μετουσιώνεται σε κάλεσμα για ξεσηκωμό, και ο γιος της ανασταίνεται μέσα στις φλέβες όλων.

«Γλυκέ μου, ἐσὺ δέ χάθηκες, μέσα στὶς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στὶς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.»

*Το κείμενο το πήραμε από εδώ: https://cizek.wordpress.com/

Blaise Cendrars, Είσαι πιο όμορφη από τον ουρανό και τη θάλασσα

Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις
Άφησε τη γυναίκα σου άφησε το παιδί σου
Άφησε τον φίλο σου άφησε τη φιλενάδα σου
Άφησε την ερωμένη σου άφησε τον ερωμένο σου
Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις
Ο κόσμος είναι γεμάτος με νέγρους και με νέγρες
Γυναίκες άντρες άντρες γυναίκες
Δες όλα τα ωραία καταστήματα
Εκείνη την άμαξα εκείνον τον άντρα εκείνη τη γυναίκα εκείνη την άμαξα
Και όλα τα ωραία εμπορεύματα
Υπάρχει ο αέρας υπάρχει ο άνεμος
Τα βουνά το νερό ο ουρανός η γη
Τα παιδιά τα ζώα
Τα φυτά και το κάρβουνο
Μάθε να πουλάς να αγοράζεις να ξαναπουλάς
Πάρε δώσε πάρε δώσε
Όταν αγαπάς πρέπει να ξέρεις
Να τραγουδάς να τρέχεις να τρως να πίνεις
Να σφυρίζεις
Και να μαθαίνεις να δουλεύεις
Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις
Μην δακρύζεις χαμογελώντας
Μην φωλιάζεις σε δυο στήθια
Ανάπνεε περπατά φύγε άντε
Κάνω μπάνιο και κοιτάζω
Βλέπω το στόμα που γνωρίζω
Το χέρι το πόδι Το το μάτι
Κάνω μπάνιο και κοιτάζω
Όλος ο κόσμος βρίσκεται διαρκώς εκεί
Η ζωή γεμάτη με πράγματα εκπληκτικά
Βγαίνω από το φαρμακείο
Μόλις κατέβηκα από τη ζυγαριά
Είμαι 80 κιλά
Σ’ αγαπώ.

*Από το βιβλίο “Blaise Cendrars, 26 ποιήματα και μια συνέντευξη”. Προλεγόμενα-ανθολόγηση-σημειώσεις: Γιάννης Λειβαδάς. Μετάφραση: Κλείτος Κύρου, Ναυσικά Αθανασίου, Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κουκούτσι, 2019.